ΕΣ 724/2008,ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ, ΟΧΙ ΑΝΑΠΟΜΠΗ ΑΡΘ. 12 ΚΔΔ , ΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗΣ, ΔΙΑΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ, ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, Δεν παραπέμπει με το αρθ.12 ΚΔΔ το ΕΣ όταν το ένδικο βοήθημα έχει παραπεμφθεί απο τα ΤΔΔ σε αυτό απαραδεκτώς αλλά

Ε.Σ

724/2008 ΕΣ 
 
(ΕΔΔΔΔ 2009/196) Ελεγκτικό συνέδριο και υποθέσεις υπαγόμενες στην αποκλειστική δικαιοδοσία του. Σε αυτές περιλαμβάνονται και όσες αφορούν αγωγές αποζημίωσης σε βάρος του δημοσίου κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ όταν η επικαλούμενη παράνομη και ζημιογόνος πράξη αποδίδεται στα όργανα της συνταξιοδοτικής διοίκησης ή όταν η αποζημίωση αφορά διαφορές συντάξεων που στερήθηκε ο ενάγων πριν από τον καθορισθέντα ως χρόνο έναρξης καταβολής της σύνταξής του. Πότε η αγωγή αποζημίωσης υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η ένδικη αγωγή, η οποία στηρίζεται σε παράνομη και ζημιογόνο πράξη οργάνων της υπηρεσιακής διοίκησης (παράλειψη της διοίκησης να εκδόσει τη διαπιστωτική πράξη για την αυτοδίκαιη απόλυση του υπαλλήλου λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και 35ετούς υπηρεσίας) απαραδέκτως εισάγεται στο ελεγκτικό συνέδριο προς εκδίκαση. Αναπομπή της υπόθεσης στο διοικητικό δικαστήριο.

  
Αριθμ. 724/2008, II Τμήματος

Πρόεδρος: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος Εισηγήτρια: Χρυσούλα Καραμαδούκη, Σύμβουλος Γενική Επίτροπος της Επικρατείας: Aννα Λιγωμένου, Σύμβουλος

1. Με την υπό κρίση αγωγή, η οποία παραπέμπεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την 58/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και όπως το αίτημα αυτής περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ο ενάγων, πρώην εκπαιδευτικός λειτουργός κλάδου ΤΕ1, που απολύθηκε αυτοδίκαια από την υπηρεσία ύστερα από την υποβολή δεύτερης αίτησης παραίτησης στις 31.1.2003 και δικαιώθηκε σύνταξης από 1.2.2003, με την 2573/2003 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, χωρίς να συνυπολογισθεί στη συντάξιμη υπηρεσία του το από 1.7.1998 έως 31.1.2003 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο παρέμεινε στην υπηρεσία και προσέφερε τις υπηρεσίες του, λόγω συμπλήρωσης 35ους πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας και του 60ου έτους της ηλικίας του στις 30.6.1998, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 64.190 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά των συντάξεων που στερήθηκε κατά το προαναφερόμενο από 1.7.1998 έως 31.1. 2003 χρονικό διάστημα εξαιτίας παράνομων πράξεων των οργάνων του εναγομένου, που ανάγονται στην παράλειψη έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης περί αυτοδίκαιης απόλυσης του από 30.6.1998. Η αγωγή αυτή πρέπει να εξετασθεί κατά το παραδεκτό αυτής, παρά τη δικονομική απουσία του ενάγοντος, η οποία δεν επηρεάζει την πρόοδο της δίκης, αφού αυτός εμφανίσθηκε, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, στο ακροατήριο κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης του και δήλωσε ότι επιθυμεί την εκδίκαση της (άρθρα 27 και 65 του π.δ. 1225/1981).

Π. Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 περ. στ` του Συντάγματος στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγεται “η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή σύνταξης” εις βάρος του Δημοσίου Ταμείου.

Στην έννοια των διαφορών αυτών περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφύονται από την άσκηση αγωγών αποζημίωσης εις βάρος του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, όταν η επικαλούμενη για τη θεμελίωση της επίδικης αποζημιωτικής αξίωσης παράνομη και ζημιογόνος πράξη αποδίδεται στα όργανα της συνταξιοδοτικής διοίκησης ή όταν η αποζημίωση που διεκδικείται αφορά διαφορές συντάξεων που στερήθηκε ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται εκείνου που καθορίστηκε κατ` εφαρμογή του άρθρου 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα με την οικεία κατά περίπτωση πράξη ή απόφαση περί απονομής σύνταξης ως χρόνος έναρξης καταβολής της σύνταξης του αυτής (βλ. και Α.Ε.Δ. 1/2004, 4/2001).

Από αυτά παρέπεται ότι αγωγές αποζημίωσης, που ασκούνται κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ εις βάρος του Δημοσίου για την ικανοποίηση αξιώσεων που θεμελιώνονται επί παράνομων και ζημιογόνων πράξεων της υπηρεσιακής (και όχι της συνταξιοδοτικής) διοίκησης και που δεν ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της τριετίας που ορίζεται με το άρθρο 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ανεξαρτήτως αν ως μέτρο για τον υπολογισμό της ζημίας που επιδιώκεται να αποκατασταθεί λαμβάνεται υπόψη το ποσό των συντάξεων που θα δικαιωνόταν ο ενάγων αν δεν είχε μεσολαβήσει η επικαλούμενη από αυτόν για τη θεμελίωση της αποζημιωτικής αξίωσης του παράνομη πράξη ή παράλειψη της ενεργού διοίκησης.

III. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτουν τα εξής: Μετά από την υποβολή δύο διαδοχικών αιτήσεων παραίτησης (στις 8.1.2003 και στις 31.1.2003, αντίστοιχα) από μέρους του ενάγοντος, εκπαιδευτικού λειτουργού του κλάδου ΤΕ1 της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λύθηκε αυτοδίκαια η υπαλληλική του σχέση κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ν. 2065/1992 από την ημερομηνία υποβολής της δεύτερης αίτησης παραίτησης, ήτοι από 31.1.2003 (βλ. σχετ. την ΦΔ3/3/228/3.2.2003 διαπιστωτική απόφαση του Προϊσταμένου του Γραφείου Δευτεροβάθμιας Τεχνικής Επαγγελματικής Λ Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αιτωλοακαρνανίας).

Με την 2573/2003 πράξη του Προϊσταμένου της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, κανονίσθηκε στον ενάγοντα σύνταξη, πληρωτέα κατά το άρθρο 8 παρ. 15 του ν. 2592/1998 από 1.2.2003, με βάση τη συνολική συντάξιμη υπηρεσία του από έτη 38-11-17 και το βασικό μισθό του 5ου μισθολογικού κλιμακίου της ΤΕ κατηγορίας του ν. 2470/1997, προσαυξημένου κατά 60% λόγω επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, χωρίς όμως να συνυπολογισθεί στη συντάξιμη υπηρεσία του το από 1.7.1998 έως 31.1.2003 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτός παρέμεινε στην υπηρεσία και προσέφερε τις υπηρεσίες του, καθόσον θεωρήθηκε ότι η συντάξιμη υπηρεσία του τερματίσθηκε στις 30.6.1998, ημερομηνία κατά την οποία, έχοντας αυτός συμπληρώσει 35ετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία και το 60ό έτος της ηλικίας του, λύθηκε αυτοδίκαια η υπαλληλική του σχέση.

Κατά της πράξης αυτής συνταξιοδότησης του ο ενάγων άσκησε ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων την από 17.3.2003 (αριθμ. πρωτ. 56575/27.3.2003) ένσταση του, με την οποία παραπονείτο για το γεγονός ότι θεωρήθηκε ως ημερομηνία τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας του η 30η Ιουνίου 1998, με συνέπεια να μη συνυπολογισθεί σ` αυτήν το από 1.7.1998 έως 31.1.2003 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτός νόμιμα, όπως υποστηρίζει, προσέφερε τις υπηρεσίες του, αφού δεν είχε εκδοθεί διαπιστωτική πράξη για την αυτοδίκαιη απόλυση του λόγω συμπλήρωσης 35ετούς πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας και του 60ού έτους της ηλικίας του.

Η ένσταση του αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 1146/8.8.2003 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, με την αιτιολογία ότι ορθώς ορίσθηκε ως ημερομηνία τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας του η 30η Ιουνίου 1998, αφού κατά το άρθρο 11 παρ. 10 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα δεν υπολογίζεται ως συντάξιμος ο χρόνος που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας.

Hδη, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου στις 6.4.2005 και παραπέμφθηκε με την 58/2006 απόφαση αυτού ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ο ενάγων υποστηρίζει ότι, εξαιτίας της “παράλειψης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αιτωλοακαρνανίας” να εκδώσει τη διαπιστωτική πράξη για την αυτοδίκαιη από 30.6.1998 απόλυση του λόγω συμπλήρωσης 35ετούς πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας και του 60ού έτους της ηλικίας του, στερήθηκε κατά το από 1.7.1998 έως 31.1.2003 (προτεραία της έναρξης καταβολής της σύνταξης του) χρονικό διάστημα τις συντάξεις που θα δικαιωνόταν αν είχε εκδοθεί η πράξη αυτή, με συνέπεια να υποστεί αντίστοιχη ζημία, η οποία, ανερχόμενη στο ποσό των 64.190 ευρώ, επιδιώκεται να αποκατασταθεί με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή.

Ενόψει του περιεχομένου αυτού της ένδικης αγωγής και δεδομένου ότι δεν επιδιώκεται με αυτή η αποκατάσταση ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα είτε εξαιτίας παράνομων πράξεων ή παραλείψεων της συνταξιοδοτικής διοίκησης, αφού η επικαλούμενη σ` αυτή για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγικής του αξίωσης παράνομη και ζημιογόνος πράξη αποδίδεται αποκλειστικώς και μόνο στα όργανα της υπηρεσιακής διοίκησης, είτε εξαιτίας περιορισμένης (μέχρι τριετίας) αναδρομής στα οικονομικά αποτελέσματα της πράξης κανονισμού της σύνταξης του κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, απαραδέκτως εισάγεται (κατά παραπομπή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Μεσολογγίου) η αγωγή αυτή προς εκδίκαση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθόσον τούτο, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της.

Ούτε, άλλωστε, μπορεί να “αναπεμφθεί” η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς την υφιστάμενη δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 1225/1981) και επί των ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ασκουμένων ενδίκων βοηθημάτων σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως έχει αντικατασταθεί από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, αφού με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα παραπομπής στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ενδίκων βοηθημάτων που ανήκουν στην αρμοδιότητα τους, αλλά εισάγονται (ασκούνται) ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και όχι αναπομπής στα διοικητικά δικαστήρια ενδίκων βοηθημάτων που κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων περί δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας διατάξεων παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

IV. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς εκδίκαση της.