Αριθμ. 821/2010, ΙΙ Τμήματος
Περίληψη: Δεν επιτρέπεται η επανεξέταση συνταξιοδοτικών υποθέσεων, που έχουν κα¬ταστεί οριστικές είτε γιατί δεν ασκήθηκαν κατ’ αυτών τα προβλεπόμενα στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ενδικοφανή ή ένδικα μέσα είτε γιατί τα ασκηθέντα κατ’ αυτών ενδικοφανή ή ένδικα μέσα απορρίφθηκαν. Εξαιρέσεις.
Πρόεδρος: Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Αντώνιος Κατσαρόλης, Σύμβουλος
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Κωνσταντίνος Τόλης, Αντεπίτροπος της Επι-κρα¬τείας
Ι. Με την 405050/97/13.7.1998 πράξη των αρμοδίων Διευθύνσεων (και δη της 42ης, 43ης και 45ης) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) αναπροσαρμόσθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2592/1998 και με βάση τα μισθολογικά δεδομένα των ν. 2470/1997 και 2606/1998 η σύνταξη του εκκαλούντος, τέως υπαλλήλου του τότε Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ήδη από 20.4.1991 πολιτικού συνταξιούχου του Δημοσίου, με βάση το βασικό μισθό του 13ου (από 1.8.1997) και του 12ου (από 1.8.1998) μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ2 κατηγορίας του ν. 2470/1997. Με την 136255/24.10.2003 (και όχι την 255/2003, που εκ παραδρομής αναγράφεται στο δικόγραφο της έφεσης) αίτησή του προς το Γ.Λ.Κ., ο εκκαλών, παραπονούμενος κατά της ως άνω αναπροσαρμογής της σύνταξής του και επικαλούμενος ότι υπό την ισχύ του μισθολογικού νόμου 1505/1984 η σύνταξή του είχε κανονισθεί με βάση το βασικό μισθό του 9ου μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ2 κατηγορίας του ν. 1505/ 1984, ζήτησε την αναπροσαρμογή αυτής με βάση το βασικό μισθό του 9ου μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ2 κατηγορίας του ν. 2470/1997 και την καταβολή των σχετικών διαφορών σύνταξης αναδρομικά από 1.1.2001. Με την υπό κρίση έφεση ο εκκαλών, επιδιώκοντας την ως άνω κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής του, ζητεί να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη, λόγω άπρακτης πα¬ρόδου τριμήνου, απορριπτική απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων επί της 78527/18.5.2004 (και όχι της 13678527/18.5.2004, που εκ παραδρομής αναγράφεται στο δικόγραφο της έφεσης) ένστασής του κατά της σιωπηρής (λόγω άπρακτης παρόδου τριμήνου) απόρριψης από την 42η Διεύθυνση Κανονισμού Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. της 136255/24.10.2003 αίτησής του. Με την έφεση αυτή πρέπει, για λόγους οικονομίας της δίκης και ασφάλειας δικαίου, να θεωρηθεί ως συμπροσβαλλόμενη και η συναφώς εκδοθείσα, μετά την άσκηση, αλλά πριν από τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, 3323/5.12.2005 ρητή απορριπτική απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων επί της ως άνω 78527/18.5.2004 ένστασης του εκκαλούντος. Η έφεση αυτή, για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (βλ. τα ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου 1259797 και 1938235, σειράς Α΄), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία (άρθρα 50 και 52 του π.δ/τος 1225/1981), παρά την απουσία του εκκαλούντος, η οποία δεν επηρεάζει την πρόοδο της δίκης, αφού αυτός, όπως προκύπτει, τόσο από την από 6.10.2009 έκθεση του υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Βασιλείου Παπαδάκη για την επίδοση της προς τον ίδιο απευθυνόμενης κλήσης, όσο και από την από 2.9.2009 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου Σ.Π. για την επίδοση της προς τον νομίμως ορισθέντα αντίκλητο του εκκαλούντος απευθυνόμενης κλήσης, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση της υπόθεσής του (άρθρα 16, 27, 65 του π.δ. 1225/1981).
ΙΙ. Με το άρθρο 66 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 166/2000 και ήδη π.δ. 169/2007) ορίζεται, στην παρ. 1, ότι «Ο κανονι-σμός των συντάξεων … που βαρύνουν του Δημόσιο και πληρώνονται από αυτό … γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού από την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με πράξη που εκδίδεται από τον Τμηματάρχη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων. Η πράξη κανονισμού σύνταξης είναι υποχρεωτική για το Δημόσιο και τον ενδιαφερόμενο και υπόκειται μόνο στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από αυτό το άρθρο. Η πράξη κανονισμού σύνταξης υπόκειται σε ένσταση που ασκείται για οποιονδήποτε λόγο στην Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων …», στην παρ. 2 ότι «Η ένσταση ασκείται: α) από τον Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων πριν από την εκτέλεση της πράξης … β) από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα σε ένα έτος από την κοινοποίηση της πράξης», στην παρ. 3 ότι «Η ένσταση ασκείται χωρίς περιορισμό από προθεσμία α) … β) … γ) …», στην παρ. 5 ότι «Απαγορεύεται η εξέταση της νομιμότητας των παραπάνω πράξεων ή αποφάσεων με άλλη διαδικασία εκτός από αυτή που αναφέρεται σ’ αυτό του άρθρο …», στην παρ. 6 ότι «Η πράξη κανονισμού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ασκείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσα σε ένα έτος από την έκδοσή τους, καθώς και από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε ένα έτος από την κοι¬νοποίησή τους. … Όταν ασκηθεί η έφεση εξαντλείται η δικαιοδοσία των οργάνων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους», στην παρ. 7 ότι «Κάθε αίτηση σχετική με πράξη που εκδόθηκε για κανονισμό σύνταξης ή με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, η οποία στηρίζεται σε έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε κρίση, θεω-ρείται όχι ως ένδικο μέσο αλλά ως αίτηση που εξετάζεται για πρώτη φορά» και στην παρ. 8 ότι «Υποθέσεις για συντάξεις που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδι¬κα με τη διαδικασία των παραγράφων 1-7 αυτού του άρθρου, μπορούν να επαναφερθούν για εξέταση σε πρώτο βαθμό με αίτηση των ενδιαφερομένων ή του Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων, εφόσον αυτοί επικαλούνται αντίθετη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδόθηκε μετά τη χρονολογία έκδοσης της οριστικής πράξης ή απόφασης, η οποία προσβάλλεται …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων οι πράξεις κανονισμού, ανακαθορισμού ή αναπροσαρμογής συντάξεων αποτελούν ατομικές διοικητικές πράξεις, που υποχρεώνουν το Δημόσιο και τον ενδιαφερόμενο και δεν μπορούν να ανακληθούν ή τροποποιηθούν από τα όργανα που τις εξέδωσαν βάσει των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, παρά μόνο να ακυρωθούν ή μεταρρυθμιστούν μέσω της οριζόμενης στο άρθρο 66 του Συντα¬ξιοδοτικού Κώδικα διαδικασίας, με την άσκηση δηλαδή των προβλεπόμενων από τις διατάξεις αυτές ενδικοφανών ή ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η επανεξέταση συνταξιοδοτικών υποθέσεων, που έχουν καταστεί οριστικές είτε λόγω παρό-δου της προθεσμίας για την άσκηση κατ’ αυτών ένστασης ενώπιον της Επι-τρο¬πής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων ή έφεσης ενώπιον του Ελε-γκτι¬κού Συνεδρίου, είτε λόγω απόρριψης της ένστασης ή έφεσης που ασκήθηκαν κατ’ αυτών. Μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, ύστερα από σχετική αίτηση του ενδιαφερόμενου, η επανεξέταση από τα αρμόδια συνταξιοδοτικά όργανα συνταξιοδοτικών υποθέσεων που έχουν καταστεί οριστικές, εφόσον γίνεται επίκληση είτε επιγενόμενης μεταβολής του νομικού καθεστώτος που διέπει την υπόθεσή του, είτε μεταγενέστερης απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως καθ’ ερμηνεία των ίδιων διατάξεων αντίθετα το νομικό ζήτημα που αφορά την υπόθεσή του, είτε, τέλος, νέων κρίσιμων εγγράφων, εγγράφων δηλαδή που μπορούν να ασκήσουν ουσιώδη επιρροή στη θεμελίωση ή στην έκταση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος και τα οποία προϋπήρχαν της οικείας (οριστικής) συνταξιοδοτικής πράξης ή απόφασης ή βεβαιώνουν πραγματικά περιστατικά προγενέστερα αυτών. Από αυτά παρέπεται ότι, πλην των ως άνω ειδικώς απαριθμούμενων περιπτώσεων, απαραδέκτως υποβάλλονται ή επαναφέρονται για νέα κρίση ενώπιον των συνταξιοδοτικών οργάνων αιτήματα, με τα οποία αμφισβητείται αμέσως ή εμμέσως η νομιμότητα πράξεων κανονισμού, ανακαθορισμού ή αναπροσαρμογής συντάξεων, που έχουν περαιωθεί οριστικώς είτε γιατί δεν ασκήθηκαν κατ’ αυτών τα προβλεπόμενα στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ενδικοφανή ή ένδικα μέσα (ένσταση ή έφεση), είτε γιατί τα ασκηθέντα κατ’ αυτών ενδικοφανή ή ένδικα μέσα απορρίφθηκαν (βλ. σχετ. Ολ. Ελ. Συν. 729/1999, 2126/1995, II Τμ. 3222, 3211/2009, 1145/2004, 439/2004, 2166/2003, 1396/2002, 107/2002, 992/2001, 1544/2000, 1725/1999, 873/1999 κ.ά.).
III. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών, πρώην υπάλληλος του τότε Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που αποχώρησε από την υπηρεσία κατόπιν υποβολής αίτησης παραιτήσεως στις 19.1.1991, δικαιώθηκε από 20.4.1991, με την 4980/11.3.1991 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., μηνιαίας σύνταξης με βάση την από έτη 34-11-8 συνολική συντάξιμη υπηρεσία του (από την οποία έτη 32-7-4 υπηρεσία για μισθολογική εξέλιξη) και το βασικό μισθό του 9ου (ΔΕ/α) καταληκτικού μισθολογικού κλιμακίου προσαυξημένου κατά 5% λόγω συμπλήρωσης 32 χρόνων πραγματικής υπηρεσίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 του ν. 1810/1988 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 223) και κατά 60% λόγω επιδόματος χρόνου υπηρεσίας (βλ. και το … Φύλλο Μητρώου Υπηρεσιακών Μεταβολών της Διεύθυνσης Προσωπικού του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων). Στη συνέχεια, με την 405050/97/13.7.1998 πράξη των αρμοδίων Διευθύνσεων του Γ.Λ.Κ. αναπροσαρμόσθηκε κατ’ αύξηση, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρ¬θρου 3 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2592/1998 και σύμφωνα με τα μισθολογικά δεδομένα των ν. 2470/1997 και 2606/1998, η σύνταξη του εκκαλούντος από 1.8.1997 με βάση το βασικό μισθό του 13ου μισθολογικού κλιμακίου και από 1.8.1998 με βάση το βασικό μισθό του 12ου μισθολογικού κλιμακίου της μισθολογι¬κής κλίμακας, που προβλεπόταν στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2470/1997 (ήτοι, από 1.8.1997, με ει¬σαγωγικό Μ.Κ. το 29ο και καταληκτικό Μ.Κ. το 12ο) και μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2606/1998 (ήτοι, από 1.8.1998, με εισαγωγικό Μ.Κ. το 28ο και καταληκτικό Μ.Κ. το 11ο) για τους υπαλλήλους της Δ.Ε., στα οποία κλιμάκια (13ο και 12ο) κατατάχθηκε σταδιακώς με βάση την ως άνω από έτη 32-7-4 υπηρεσία του για μισθολογική εξέλιξη. Ένσταση του εκκαλούντος κατά της πράξης αυτής, με την οποία επεδίωκε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση το βασικό μισθό του 9ου μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ2 κατηγορίας του ν. 2470/1997, απορρίφθηκε με την 1599/ 5.7.2000 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, η οποία του απεστάλη με το 6891/99/6.2.2001 έγγραφο της 45ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ.. Παρά ταύτα όμως, ο εκκαλών, χωρίς να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης αυτής της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, επανήλθε στο Γ.Λ.Κ., με την 136255/24.10.2003 αίτησή του, με την οποία, παραπονούμενος κατά της ίδιας ως άνω πράξης αναπροσαρμογής της σύνταξής του, ζήτησε και πάλι την αναπροσαρμογή αυτής με βάση το βασικό μισθό του 9ου μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ2 κατηγορίας του ν. 2470/1997 και την καταβολή των σχετικών διαφορών σύνταξης αναδρομικά από 1.1.2001. Μετά την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αίτησής του αυτής, ο εκκαλών άσκησε ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων την 78525/18.5.2004 ένστασή του κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης του αιτήματός του, με την οποία (ένσταση) επεδίωκε την κατά τα ανωτέρω κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της σύνταξής του. Με την 3323/5.12.2005 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση του εκκαλούντος, με την αιτιολογία ότι αυτός απαραδέκτως προβάλλει εκ νέου ενώπιόν της το ως άνω αίτημα, με το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα της πράξης αναπροσαρμογής της σύνταξής του, αφού έχει ασκηθεί κατ’ αυτής και απορριφθεί προη-γούμενη ένστασή του με το ίδιο περιεχόμενο. Ήδη δε, με την ένδικη έφεσή του, που στρέφεται κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης από την Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων της ως άνω ένστασής του και με την οποία κατά γενόμενα δεκτά ανωτέρω (σκέψη 1) θεωρείται συμπροσβαλλό¬μενη και η προαναφερόμενη (3323/5.12.2005) ρητή απορριπτική απόφαση της Επιτροπής Ελέγγου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, ο εκκαλών, επιδιώκοντας την αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση το βασικό μισθό του 9ου μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας ΔΕ2 του ν. 2470/1997, ζητεί την ακύρωσή τους, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2470/1997, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από 1.8.1998 από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2606/1998, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 4 παρ. 2 και 3 του ν. 2592/1998, κατ’ εφαρμογή των οποίων αναπροσαρμόσθηκε η σύνταξή του, είναι ανίσχυρες, ως αντίθετες στην συνταγματική αργή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικούμενων και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η 78525/ 18.5.2004 ένσταση του εκκαλούντος. Και αυτό, γιατί, εφόσον η 405050/97/13.7.1998 πράξη αναπροσαρμογής της σύνταξής του, στη νομιμότητα της οποίας αφορούν τα προβαλλόμενα με την ως άνω ένσταση παράπονά του, έχει καταστεί οριστική μετά την απόρριψη με την 1599/5.7.2000 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων της σχετικώς ασκηθείσας κατ’ αυτής προηγούμενης ένστασής του και την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα προθεσμίας για την άσκηση έφεσης κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το αίτημα του εκκαλούντος για αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση το βασικό μισθό του 9ου μισθολογι-κού κλιμακίου της ΔΕ2 κατηγορίας του ν. 2470/1997 απαραδέκτως επαναφέρθηκε με την 136255/ 24.10.2003 αίτησή του προς το Γ.Λ.Κ. για νέα κρίση, εφόσον δεν γινόταν επίκληση επιγενόμενης μεταβολής του νομικού καθεστώτος που διέπει την υπόθεσή του ή μεταγενέστεοης απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως καθ’ ερμηνεία των ίδιων διατάξεων αντίθετα το νομικό ζήτημα που αφορά την υπόθεσή του, ή, τέλος, νέων κρίσιμων εγγράφων, που επιτρέπουν κατ’ εξαίρεση την επανεξέταση συνταξιοδοτικών υποθέσεων που έχουν περαιωθεί οριστικώς.
IV. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη έφεση και να διαταχθεί η υπέρ του Δημοσίου κατάπτωση του παραβόλου που κατέθεσε ο εκκαλών για την άσκησή της (άρθρο 61 παρ. 3 του π.δ. 1225/1981).
