ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ –ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΑΜΕΣΟ = ΕΦΕΣΗ ΑΣΚΕΙ Ο ΚΑΤΑΛΟΓΙΖΟΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΑΕΙ
870 /2012 ΤΜΗΜΑ IV
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του IV Τμήματος, Μαρία Αθανασοπούλου, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Σύμβουλοι, Ευθύμιος Καρβέλης, Ιωάννα Ευθυμιάδου, Πάρεδροι. Γραμματέας: Παρασκευή Ζάρρου, Γραμματέας του IV Τμήματος.
Για να δικάσει την από 7 Οκτωβρίου 2009 έφεση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κόκοτα (Α.Μ./Δ.Σ.Θ. 7274),
Κατά: του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με το Νικόλαο Καραγιώργη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την κρινόμενη έφεση επιδιώκεται η ακύρωση της 8641/10.9.2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Κατά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος, η οποία ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.
Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης και
Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ανδρέα Καπερώνη, ο οποίος ανέπτυξε την από 11.10.2011 γνώμη του και πρότεινε την παραδοχή της έφεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Άκουσε την εισήγηση του Παρέδρου Ευθυμίου Καρβέλη και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο:
Ι. Με την κρινόμενη έφεσή του, για την οποία έχει καταβληθεί παράβολο (βλ. 1785/2.2.2011 διπλότυπο είσπραξης Δ.Ο.Υ. Β Θεσ/νίκης), το εκκαλούν ζητά την ακύρωση της 8641/10.9.2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος της Συγκλήτου αυτού το συνολικό ποσό των 1.647,09 ευρώ προς έντοκη αποκατάσταση ζημίας, που φέρεται ότι προκλήθηκε στο Κληροδότημα «Κωνσταντίνου Παπαϊωάννου».
ΙΙ. Ο Α.Ν. 2039/1939 «περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών» (Α΄ 455) – που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα δια του άρθρου 101 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού- όπως συμπληρώθηκε και αντικαταστάθηκε μεταγενεστέρως, ορίζει, στο άρθρο 2, ότι: «1. Η πιστή και επακριβής εκτέλεσις της βουλήσεως των διαθετών και δωρητών, δι΄ής διατίθενται περιουσιακά στοιχεία δια κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς υπέρ του Κράτους ή χάριν κοινωφελών σκοπών, αποτελεί υποχρέωσιν του Κράτους…». Στο άρθρο 32, ότι: «1. Ο Υπουργός των Οικονομικών λαμβάνων γνώσιν της διαχειρίσεως καταλογίζει εις βάρος του εκκαθαριστού…πάσαν επελθούσαν προφανώς εις την περιουσίαν εκ δόλου ή βαρείας αμελείας ή εκ διαχειρίσεως και διαθέσεως της περιουσίας παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου ζημίαν, εντόκως, επί τω τόκω υπερημερίας… . 3. Κατά των πράξεων καταλογισμού… επιτρέπεται το ένδικον μέσον της εφέσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδικαζομένης κατά τας περί οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικάς διατάξεις…». Στο άρθρο 82, ότι: «Ο εκτελεστής υποχρεούται εις λογοδοσίαν προς τον Υπουργόν των Οικονομικών και τους κληρονόμους εφαρμοζομένων επ’ αυτής των διατάξεων των άρθρων…32…του παρόντος. Περίπτωσιν καταλογισμού αποτελεί και η διαχείρισις και διάθεσις της περιουσίας παρά τας διατάξεις της συστατικής πράξεως….». Στο άρθρο 96, ότι: «1. Περιουσία διατιθεμένη… προς εκπλήρωσιν ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεσις του οποίου ανατίθεται διά της συστατικής πράξεως εις υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, πάσης φύσεως οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, νομικά πρόσωπα κλπ., άνευ ειδικωτέρου καθορισμού τρόπου διοικήσεως, αποτελεί κεφάλαιον αυτοτελούς διαχειρίσεως, διακεκριμένης της λοιπής περιουσίας αυτών…». Στο άρθρο 101, ότι: «1. Οι Διοικηταί και υφ’ οιονδήποτε τίτλον διαχειρισταί των περί ων τα άρθρα 95 παρ. 1 και 97 παρ. 2 ιδρυμάτων καταρτίζουσι και υποβάλλουσιν εις το Υπουργείον Οικονομικών προϋπολογισμόν και απολογισμόν των εσόδων και εξόδων αυτών, εις ους οι εκτελούμενοι τυχόν πλείονες σκοποί εμφανίζονται υπό ίδια κεφάλαια …». Στο άρθρο 102, ότι: «1. … 3. Πάσα δαπάνη ενεργουμένη παρά τας διατάξεις του παρόντος ή της συστατικής πράξεως ή του οργανισμού ή άνευ εγκεκριμένου προϋπολογισμού ή καθ’ υπέρβασιν των εν τω προϋπολογισμώ αναγραφομένων πιστώσεων βαρύνει αλληλεγγύως τους εντειλαμένους την δαπάνην διοικητάς και διαχειριστάς του ιδρύματος, καταλογίζεται δε δια πράξεως του Υπουργού των Οικονομικών, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 32…και 82 του παρόντος….» και στο άρθρο 104, ότι: «1. Αι διατάξεις των άρθρων 101 και 102 εφαρμόζονται και επί των κατά το άρθρον 96 παρ. 1 περιουσιών (κεφαλαίων) των ιδρυμάτων, σωματείων, οργανισμών κλπ. υποχρεουμένων να υποβάλλωσιν ίδιον προϋπολογισμόν, απολογισμόν και ισολογισμόν δι’ έκαστον εκτελούμενον σκοπόν. 2. Αι διατάξεις των άρθρων 32…και 82 του παρόντος έχουσιν εφαρμογήν και επί των διοικητών και διαχειριστών των κατά τα άρθρα…96 παρ.1…ιδρυμάτων κλπ. και περιουσιών». Περαιτέρω, το άρθρο 48 του π.δ./τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α΄ 304) ορίζει ότι: «Η έφεσις ασκείται υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον ή υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω…». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα : Η περιουσία που κληροδοτείται με διάταξη τελευταίας βουλήσεως σε ήδη υφιστάμενα νομικά πρόσωπα για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του τρόπου και των οργάνων διοίκησής της, συνιστά «κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης», δηλαδή ομάδα περιουσίας που διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία του νομικού προσώπου. Η διαχείριση της περιουσίας αυτής ανήκει στα κατά νόμο αρμόδια για τη διαχείριση και της λοιπής περιουσίας του οικείου νομικού προσώπου όργανα ή, εφόσον από τις καταστατικές διατάξεις του νομικού προσώπου προβλέπονται ειδικές Υπηρεσίες (Διευθύνσεις ή Τμήματα) Κληροδοτημάτων, στα όργανα των Υπηρεσιών αυτών. Τα ανωτέρω κατά περίπτωση αρμόδια όργανα ευθύνονται για την έντοκη αποκατάσταση κάθε ζημίας που τυχόν προκληθεί από πράξεις ή παραλείψεις τους στην άνω αυτοτελή ομάδα περιουσίας. Κατά δε των οικείων αποφάσεων καταλογισμού ασκείται παραδεκτά το ένδικο βοήθημα της εφέσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τους έχοντες προς τούτο προσωπικό και άμεσο έννομο συμφέρον καταλογισθέντες διαχειριστές.
ΙΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Ο Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου, με την από 30.9.1964 ιδιόχειρη διαθήκη του, που κηρύχθηκε κυρία με τα 480/28.5.1976 και 1899/24.8.1976 πρακτικά των Μονομελών Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Αθηνών αντίστοιχα, κληροδότησε τα περιουσιακά του στοιχεία κατά ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου στη «Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης», προκειμένου να μεριμνήσει για την εκπλήρωση του αναφερόμενου στη διαθήκη σκοπού. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε από Οικονομικό Επιθεωρητή στη διαχείριση του άνω κληροδοτήματος (κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης) διαπιστώθηκε η πρόκληση σ’ αυτό ζημίας ύψους 1.170 ευρώ, προερχόμενη κατά την 1892/12.3.2007 σχετική έκθεση ελέγχου από την εξόφληση του 2/23.9.2005 χρηματικού εντάλματος του Α.Π.Θ. χωρίς έγκριση της Περιφέρειας, προτάθηκε δε ο καταλογισμός «σε βάρος της Συγκλήτου του Α.Π.Θ.» του ανωτέρω ποσού πλέον τόκων υπερημερίας. Επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, βάσει των διαπιστώσεων και προτάσεων του Οικονομικού Επιθεωρητή, καταλόγισε «στη Σύγκλητο του Α.Π.Θ.» το ποσό του άνω χρηματικού εντάλματος (1.170 ευρώ) πλέον των αναλογούντων σε αυτό τόκων υπερημερίας (477,09 ευρώ), δηλαδή το συνολικό ποσό των 1.647,09 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στερείται προσωπικού και αμέσου εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης, αφού η προσβαλλόμενη καταλογιστική απόφαση δεν εκδόθηκε σε βάρος του, αλλά σε βάρος των μελών της Συγκλήτου αυτού, τα οποία ο αρμόδιος Οικονομικός Επιθεωρητής υπέλαβε ως ευθυνόμενα για την έντοκη αποκατάσταση της άνω ζημίας, που φέρεται ότι προκλήθηκε στο προαναφερόμενο κληροδότημα. Συνεπώς, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιστραφεί στο εκκαλούν το παράβολο που κατέβαλε για την άσκησή της, ως μη κατά νόμο οφειλόμενο (βλ. άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α 31).
Διά ταύτα
Απορρίπτει την έφεση και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο εκκαλούν.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22.11.2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΠΑΡΕΔΡΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΑΡΒΕΛΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΖΑΡΡΟΥ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΖΑΡΡΟΥ
