ΕΣ 878/2016, Ολομ., ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΧΡΕΟΥ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΕΦΑΡMOΖΕΤΑΙ ΟΜΩΣ Η ΑΡΧΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ, Η ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΩΝ (200 ΑΚ) .

ΕΣ Ολομ

878/2016 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση : Νικόλαος Αγγελάρας, Προεδρεύων Αντιπρόεδρος, Φλωρεντία Καλδή, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ιωάννα Αντωνογιαννάκη.

Διονύσιος Λασκαράτος, Γενικός Επίτροπος Επικρατείας.

Για να δικάσει την από 27 Δεκεμβρίου 2012 (αριθμ. κατάθ. 216/28.12.2012) αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί νόμιμα ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

 κ α τ ά  της ανώνυμης εταιρείας Γεωλογικών Μελετών ΄΄ΓΕΩΣΚΟΠΙΟ Α.Τ.Ε.΄΄, που εδρεύει στο Ν. Ηράκλειο Αττικής (οδός Εμ. Παπαδάκη 19 – Τ.Κ. 546 21), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Χασάπη (ΑΜ/ΔΣΑ 10489).       

Με την αίτηση αυτή το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την                                                                                                                                  αναίρεση της 916/2012 απόφασης του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε της απόρριψη της αιτήσεως. Και

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος   ανέπτυξε την από 7.5.2014 γνώμη του και πρότεινε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Μιχαήλ Ζυμή (ήδη Γενικό Επίτροπο Επικρατείας) και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και το Σύμβουλο Στυλιανό Λεντιδάκη που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Βασιλική Προβίδη που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.

Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Σταματίου Πουλή. Και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθ. 73 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο –             ν. 4129/2013).

2. Με την υπό κρίση αίτηση το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την  αναίρεση της 916/2012 απόφασης Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ακύρωσε την 4352/Γ/623/18.4.2008 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης του Υπουργού Ανάπτυξης. Με την απόφαση αυτή είχε καταλογισθεί σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης το συνολικό ποσό των 165.612,50 ευρώ, που προήρχετο από χρηματοδότηση του Υποέργου 10 της Πράξης ΄΄Συντονισμένο Πρόγραμμα Δομημένο Περιβάλλον και Διαχείριση Σεισμικού Κινδύνου΄΄, το οποίο είχε ενταχθεί στο Μέτρο 4.5 του Ε.Π. ΄΄Ανταγωνιστικότητα΄΄. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων με αυτή λόγων αναίρεσης, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ (ΑΡΧΗ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑΣ) ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ

3. Επειδή, με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 «Περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία» (Ε.Ε. L 161 της 26.6.1999) καθώς και με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 438/2-3-2001 της Επιτροπής για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού του Συμβουλίου θεσπίστηκε, κατ’ εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας, ένα αποκεντρωμένο σύστημα εφαρμογής και ελέγχου των χρηματοδοτικών παρεμβάσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το Ευρωπαϊκό  Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (άρθρ. 2 παρ. 1). Κατά το σύστημα αυτό, η αρμοδιότητα και ευθύνη για την εκτέλεση των συγχρηματοδοτουμένων από κοινοτικούς πόρους δράσεων καθώς και ο έλεγχός τους ανήκει κατά κύριο λόγο στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών (βλ. 26η αιτιολογική έκθεση). Τα τελευταία υποχρεούνται να θεσπίσουν ένα πρόσφορο νομοθετικό πλαίσιο ώστε αφενός μεν να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και ορθή χρησιμοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων, αφετέρου δε να διασφαλίζεται ο εντοπισμός και η ανάκτηση των ποσών που ένεκα παρατυπιών έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως  (σχ. άρθρα 38 και 39 του Κανονισμού). Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός νομοθέτης, με τους νόμους 2362/1995 (άρθρα 96 έως και 105) και 2860/2000 καθώς και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, θέσπισε το αναγκαίο νομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο των δαπανών και την ανάκτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων υπό μορφή χρηματοδοτήσεων εθνικών ή κοινοτικών πόρων.

ΠΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ :

Α) ΓΙΑ ΔΑΠΑΝΕΣ ΜΗ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ,

Β) ΓΙΑ ΔΑΠΑΝΕΣ ΜΗ ΕΠΙΛΕΞΙΜΕΣ ΚΑΙ

Γ) ΕΠΙ ΣΟΒΑΡΩΝ ΠΑΡΑΤΥΠΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ Ή ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Περαιτέρω, από τις διατάξεις (βλ. ιδίως άρθρα 12, 30 και 39) του προαναφερθέντος Κανονισμού (1260/1999) συνάγεται, επίσης, ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις επιβάλλονται από τα κράτη – μέλη στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε το ποσό της χρηματοδότησης αναλώνεται για τη διενέργεια δαπανών μη αναγκαίων για την εκτέλεση του φυσικού αντικειμένου του έργου, όπως αυτό προσδιορίζεται κατά την ένταξη της πράξης στο οικείο επιχειρησιακό πρόγραμμα και περιγράφεται στο τεχνικό δελτίο είτε διενεργούνται δαπάνες που δεν πληρούν τους όρους της επιλεξιμότητας, ήτοι δεν συμβάλλουν και δεν είναι αναγκαίες για την υλοποίηση του έργου και τη λειτουργικότητά του, είτε κατά την εκτέλεση του έργου διαπιστώνονται σοβαρές και συστηματικής φύσεως παρατυπίες και παραβάσεις της κοινοτικής και εθνικής έννομης τάξης, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη ματαίωση ή τη μη λειτουργικότητα της επιχορηγουμένης δράσης (βλ. και Ολομ. Ελ. Συν. 3403 και 3850/2014).

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ : Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ  ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΔΥΣΧΕΡΕΣΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΥΝΕΠΩΣ Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΥΠΟΧΡΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΟΠΩΣ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ. ΟΧΙ ΕΡΕΥΝΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ.

Εξάλλου, κατά τις ίδιες διατάξεις, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί παγίως από τη  νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει την ανάκτηση των κοινοτικών κονδυλίων δεν μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, να καθιστά δυσχερέστερη την ανάκτηση των σχετικών ποσών σε σχέση με τα ισχύοντα σε ανάλογες περιπτώσεις στο εθνικό δίκαιο.

Συνεπώς, κατά την επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης σε βάρος υποχρέου προς επιστροφή κοινοτικών κονδυλίων, δεν ερευνώνται υποκειμενικά στοιχεία της συμπεριφοράς του, κατά τα αναλόγως ισχύοντα με τους υπολόγους στο εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, η ευθύνη του υποχρέου θεμελιώνεται με μόνο το αντικειμενικό γεγονός της παρατυπίας, η δε υπαιτιότητα δεν αποτελεί αναγκαίο όρο για τη στοιχειοθέτηση αυτής (σχ. Ολομ. Ελ. Συν. 7413/2015). 

ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΟΜΩΣ ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Πλην όμως, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει, κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, δοθέντος ότι οι αρχές αυτές αποτελούν μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης, αρκεί να συντρέχει καλοπιστία του δικαιούχου και αυτός να έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις  που του παρείχαν το δικαίωμα για τη λήψη της κοινοτικής συνδρομής (σχ. Ολομ. Ελ. Συν. 7413/2015 – απόφ. ΔΕΚ της 12-12-1985 στην υπόθεση C-67/1984 σκ. 21, της 19-9-2002 στην υπόθεση C-336/2000 σκ. 55, 56, 57, της 21-6-2007 στην υπόθεση C-158/2006 σκ. 24, της 13-3-2008 στις υποθέσεις C-383 και 385/2006 σκ. 52, 53).

ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΕΝΑ Ή ΑΣΑΦΕΙΕΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΓΙΑ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΛΛΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΑΝΑΙΡΕΤΗΡΕΙΟ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟ ΣΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΤΑΙ ΚΕΝΟ Ή ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

Τέλος, στο λόγο αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του διέποντος την επίδικη υπόθεση νόμου (άρθ. 87 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο –ν. 4129/2013 και 115 του π.δ. 1225/1981) περιλαμβάνονται, ως αληθείς κανόνες ουσιαστικού δικαίου, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (π.ρ.β.λ. άρθρ. 559 παρ. 1 του Κ.Πολ. Δικ.), πλην όμως για το παραδεκτό του λόγου αυτού θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να προσβάλλεται το σκέλος αυτό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο οποίο αν και διαπιστώνεται κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, το δικάσαν δικαστήριο είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς (ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών) είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 26/2004, 28/2007), ενώ απαράδεκτος είναι, επίσης, και ο ισχυρισμός με τον οποίο πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των αποδεικτικών εγγράφων (π.ρ.β.λ. και άρθ. 561 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ. Δικ.). 

4. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η πράξη «Συντονισμένο Πρόγραμμα Δομημένο περιβάλλον και Διαχείριση Σεισμικού Κινδύνου» εντάχθηκε, με την Α.Π. 3602/Β1/2.8.2002 απόφαση του Ειδικού Γραμματέα για την Ανταγωνιστικότητα στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα» (Μέτρο 4.5) Στο πλαίσιο υλοποίησης της ως άνω Πράξης, με την 10333/1.8.2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας έγινε αποδεκτή,  κατ’ επίκληση του ν. 2860/2000 και του π.δ. 274/2000, η από 19.11.2002 πρόταση σύμπραξης με ανάδοχο το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, για την εκτέλεση του ερευνητικού έργου με τίτλο «ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ». Αντικείμενο του έργου αποτελούσε  η  εκπόνηση μελετών σεισμικής επικινδυνότητας σε παράκτιες περιοχές με σκοπό την ακριβή χαρτογράφηση της σεισμικότητας και εντοπισμό  των ενεργών ρηγμάτων για τον αξιόπιστο υπολογισμό του σεισμικού κινδύνου. Για την υλοποίηση των ανωτέρω μελετών καταρτίστηκε μεταξύ της Γ.Γ.Ε.Τ., του αναδόχου και των συνεργαζομένων φορέων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ΓΕΩΣΚΟΠΙΟ Α.Τ.Ε., η από 3-9-2003 Σύμβαση καθώς και το Τεχνικό Παράρτημα Σύμβασης Έργου που συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, καθορίσθηκε δε, περαιτέρω, ο επιλέξιμος προϋπολογισμός του έργου, που ειδικά για την αναιρεσίβλητη ΓΕΩΣΚΟΠΙΟ Α.Τ.Ε. ανήρχετο σε 1.385.245 ευρώ (αναλογούσα δημόσια δαπάνη 50%, ήτοι ποσό 674.619 ευρώ). Στο ως άνω Τεχνικό Παράρτημα προβλέπεται, μεταξύ άλλων, δαπάνη ποσού 90.000 ευρώ υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρείας για «Διαμόρφωση χώρων» και συγκεκριμένα (βλ. σελ. 64 Τεχνικού Παραρτήματος Σύμβασης Έργου) ότι: «Για τις ανάγκες του προγράμματος θα απαιτηθεί η διαμόρφωση του χώρου των γραφείων της εταιρείας για να φιλοξενήσει κυρίως το νέο προσωπικό. Η διαμόρφωση αυτή περιλαμβάνει οικοδομικές εργασίες για διαχωρισμό τμημάτων, επέκταση των καλωδιώσεων για την δικτυακή λειτουργία των Η/Υ, επέκταση τηλεφωνικού κέντρου, συναγερμούς, τοποθέτηση κλιματισμού κ.λπ.. Επίσης, περιλαμβάνει αγορά εξοπλισμού όπως γραφείων, βιβλιοθηκών, χαρτοθηκών κ.λπ.». Περαιτέρω, προβλέπεται κατηγορία δαπάνης για «Συμπληρωματικά έξοδα – Μετακινήσεις», στην οποία περιλαμβάνεται αφενός μεν δαπάνη για  ενοικιάσεις αυτοκινήτων, οριζομένου ειδικότερα ότι «Για τις μετακινήσεις στο ύπαιθρο θα απαιτηθεί η ενοικίαση  επτά αυτοκινήτων για τις ανάγκες της ερευνητικής ομάδας της εταιρίας καθώς επίσης και της ερευνητικής ομάδας του συνεργαζόμενου φορέα …», αφετέρου δε δαπάνη για τη διενέργεια  40 γεωτρήσεων των 15 m εκάστη και 5 γεωτρήσεων 40 m εκάστη, «η τιμολόγηση των οποίων θα γίνει  με βάση το υπάρχον επίσημο τιμολόγιο» (βλ. σελ. 65 και 66 Τεχν. Παραρτήματος Σύμβασης Έργου).

5. Επί της ως άνω συγχρηματοδοτούμενης πράξης διενεργήθηκε δημοσιονομικός έλεγχος, τα αποτελέσματα του οποίου αποτυπώθηκαν αφενός μεν στην 843/Γ/90/25.1.2008  έκθεση ελέγχου  της Ε.Υ.Δ. Ε.Π.ΑΝ., αφετέρου δε, κατόπιν υποβολής  αντιρρήσεων εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, στο Γ/578/14.4.2008 Εισηγητικό Σημείωμα της Προϊσταμένης της ΕΥΔ/ΕΠΑΕ. Σε συνέχεια των ανωτέρω, εκδόθηκε η 4352/Γ/623/18.4.2008 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία καταλογίσθηκε εις βάρος της αναιρεσίβλητης το συνολικό ποσό των 165.612,50 ευρώ. Ειδικότερα, στην κατηγορία από τις επιλέξιμες δαπάνες ΄΄Διαμόρφωση χώρων΄΄ καταλογίσθηκε εις βάρος της το ποσό των 45.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι διάφορες δαπάνες που αφορούσαν σε ανακαίνιση των γραφείων της εταιρείας ΓΕΩΣΚΟΠΙΟ ΑΤΕ, δεν είναι επιλέξιμες, καθόσον διενεργήθηκαν μεν χάριν του ερευνητικού σχεδίου και για την φιλοξενία του προσληφθέντος νέου ερευνητικού προσωπικού, πλην όμως αποτελούν δαπάνες που οδηγούν στην κτήση πάγιων περιουσιακών στοιχείων και εγκαταστάσεων που παραμένουν στην επιχείρηση, ενώ ως προς το ότι η χρηματοδότηση των δαπανών αυτών προβλέπεται στο Τεχνικό Παράρτημα της Σύμβασης αναφέρεται ότι αποτελεί μεν αναγκαία προϋπόθεση για την ένταξη τους στο πρόγραμμα, αλλά όχι και ικανή προϋπόθεση για την επιλεξιμότητά τους. Περαιτέρω, καταλογίσθηκε σε βάρος της ανωτέρω εταιρείας το ποσό των 20.112,50 ευρώ, που αφορούσε σε δαπάνη ενοικιάσεως τεσσάρων (4) αυτοκινήτων για το χρονικό διάστημα από 20-1-2006 μέχρι 20-5-2006, το οποίο κρίθηκε μη επιλέξιμο, με την αιτιολογία ότι στο Τεχνικό Παράρτημα της Σύμβασης προβλέπεται μεν το ποσό αυτό για την ενοικίαση αυτοκινήτων, πλην αποσκοπούσε στη διευκόλυνση των μετακινήσεων των ομάδων εργασιών για την υλοποίηση των εργασιών υπαίθρου, οι οποίες όμως κατά τον χρόνο της ενοικιάσεως είχαν ήδη ολοκληρωθεί. Τέλος, η ως άνω εταιρεία καταλογίσθηκε με το ποσό των 100.500 ευρώ, με την αιτιολογία ότι ενώ αποτελούσε συμβατική της υποχρέωση η διενέργεια των γεωτρήσεων και η ικανότητα εκτέλεσης αυτών από την ίδια με δικό της μηχανολογικό εξοπλισμό κρίθηκε κατά τη φάση αξιολόγησης του ερευνητικού της προγράμματος, μη νομίμως ανέθεσε υπερεργολαβικώς σε τρίτη εταιρεία τη διενέργεια αυτών (γεωτρήσεων) και επιπροσθέτως δεν ενημέρωσε σχετικώς τη ΓΓΕΤ πριν από την έναρξη εκτέλεσής τους.

6. Το δικάσαν Τμήμα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ακύρωσε την προαναφερθείσα πράξη δημοσιονομικής διόρθωσης, δεχθέν ότι: α) ως προς τις δαπάνες διαμόρφωσης χώρων ότι εφόσον οι επίμαχες δαπάνες προβλέπονται στο Τεχνικό Παράρτημα της από 3-9-2003 σύμβασης χρηματοδότησης, στο οποίο ορίζεται ρητά ότι είναι αναγκαίες για την φιλοξενία του νέου προσωπικού που θα απασχοληθεί από την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία για την υλοποίηση  του  προγράμματος ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ, δεν δύναται να αμφισβητηθεί εκ των υστέρων από το δημοσιονομικό έλεγχο η νομιμότητα αυτών, αφού η απασχόληση του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού αποτελεί αναπόσπαστο περιεχόμενο συγκεκριμένης ερευνητικής πρότασης, που η ανωτέρω εταιρεία υπέβαλε για την υλοποίηση του ερευνητικού έργου και η Γ.Γ.Ε.Τ. αποδέχθηκε με την από 10333/1.8.2003 εγκριτική απόφαση χρηματοδότησης και τη σύναψη της από 3.9.2003 σύμβασης, β) ως προς τη μη επιλεξιμότητα της δαπάνης για την ενοικίαση των αυτοκινήτων ότι εφόσον στο Τεχνικό Παράρτημα της σύμβασης χρηματοδότησης προβλέπονται τέτοιες δαπάνες για τις μετακινήσεις του ερευνητικού προσωπικού στην ύπαιθρο και δεν συντρέχει υπέρβαση ως προς το ύψος της δαπάνης, μη νομίμως οι εν λόγω δαπάνες θεωρήθηκαν ως μη επιλέξιμες και γ) από τις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 274/2000 συνάγεται ότι, σε περίπτωση που τυχόν δεν έχει προβλεφθεί σχετικώς στην πρόταση που έχει υποβληθεί και εγκριθεί από τη ΓΓΕΤ, απαγορεύεται η εργολαβική ανάθεση μόνο του αμιγώς επιστημονικού-ερευνητικού τμήματος και όχι των αμιγώς τεχνικής φύσεως εργασιών που εκτελούνται για την υλοποίηση του προγράμματος. Επομένως, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου αποδεικνύεται ότι οι επίμαχες γεωτρήσεις εκτελέσθηκαν υπό την άμεση επίβλεψη και έλεγχο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, δεν συντρέχει παράβαση των εγκεκριμένων από το Τεχνικό Πρόγραμμα όρων επιλεξιμότητας της δαπάνης, καθόσον οι ως άνω γεωτρήσεις δεν ανατέθηκαν υπεργολαβικά αλλά εκτελέσθηκαν κατ’ ουσίαν από την ίδια την εταιρεία με μίσθωση απλώς τεχνικών μέσων τρίτης εταιρείας.   

7. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται, ως προς τις δαπάνες διαμόρφωσης των χώρων εργασίας και ενοικιάσεως των αυτοκινήτων, ότι η κρίση του δικάσαντος Τμήματος είναι αφενός μεν αναιτιολόγητη, αφετέρου δε ότι από τη Σύμβαση και το Τεχνικό αυτής Παράρτημα δεν προκύπτει η δυνατότητα χρηματοδότησης (επιλεξιμότητα δαπάνης) είτε για την απόκτηση από την εταιρεία πάγιων περιουσιακών στοιχείων και εγκαταστάσεων είτε για την ενοικίαση αυτοκινήτων μετά την ολοκλήρωση των εργασιών υπαίθρου. Ο ως άνω όμως προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος, κατά το μέρος μεν που αφορά στην αιτιολογία, ως αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση πλήρως παραθέτει, κατά τα ως άνω, τους λόγους  για τους οποίους κατάληξε στην κρίση ότι οι δύο αυτές κατηγορίες δαπανών (διαμόρφωση των χώρων εργασίας και ενοικίαση αυτοκινήτων) είναι επιλέξιμες. Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό πλήττεται η εκτίμηση του δικάσαντος Τμήματος ως προς το περιεχόμενο της Σύμβασης και του Τεχνικού αυτής Παραρτήματος, είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη 3, στην κατ’ αναίρεση δίκη δεν ερευνάται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας  του περιεχομένου των αποδεικτικών εγγράφων. Κατά την μειοψηφούσα όμως γνώμη του Συμβούλου Γεωργίου Βοΐλη, η σύμβαση που συνάπτεται για την υλοποίηση κοινοτικού χρηματοδοτικού προγράμματος, περιέχουσα τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής της υλοποίησης, δεν αποτελεί ένα απλό αποδεικτικό στοιχείο η εκτίμηση του οποίου από το δικάσαν κατ’ έφεση Τμήμα δεν ελέγχεται αναιρετικά αλλά ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο με την μορφή της δικαιοπραξίας το οποίο ελέγχεται στην κατ’ αναίρεση δίκη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της έρευνάς του περί ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των διεπουσών την υπόθεση διατάξεων. Με αυτό το δεδομένο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Τμήμα εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τους όρους της επίμαχης σύμβασης καθόσον οι κριθείσες με την απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης ως μη επιλέξιμες και ως εκ τούτου παράνομες δαπάνες κείνται εκτός του νομίμου πλαισίου προσδιορισμού των επιλέξιμων δαπανών όπως αυτές καθορίστηκαν με τους όρους της επίμαχης σύμβασης. Η γνώμη όμως αυτή δεν κράτησε. Περαιτέρω, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 200 και 288 ΑΚ το δικάσαν Τμήμα κατέληξε στην κρίση ότι η ανάθεση των επίμαχων γεωτρήσεων δεν συνιστά υπεργολαβία, αλλά μίσθωση απλώς τεχνικών μέσων τρίτης εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον δεν προβάλλεται δι’ αυτού διάφορη ερμηνεία από αυτή που εκφέρει το δικάσαν Τμήμα ως προς την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 του π.δ. 274/2000, αλλά πλήττεται οι περί των πραγμάτων παραδοχές του Τμήματος ως προς το εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτιμήθηκαν από αυτό (Τμήμα), η διενέργεια των γεωτρήσεων εκτελέσθηκε υπό την άμεση επίβλεψη της ήδη   αναιρεσίβλητης εταιρείας. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη σκέψη 3, για το παραδεκτό του λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας των δικαιοπραξιών θα πρέπει να πλήττεται το σκέλος αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως στο οποίο αν και διαπιστώνεται κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, το  δικαστήριο της ουσίας είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς (ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών) είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση, αορίστως γίνεται επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, χωρίς ουδεμία αναφορά σε σημείο της προσβαλλομένης από το οποίο να προκύπτει είτε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως είτε κακή ερμηνεία αυτών (ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών). Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει και κατά το σκέλος αυτό απαράδεκτος και απορριπτέος.

8.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, την  4η Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ  ΠΟΥΛΗΣ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις                 13 Απριλίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ  ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ  ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ