ΕΣ 986/2015, VII ΤΜ., ΟΤΑ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟ, ΣΥΓΓΝΩΣΤΗ ΠΛΑΝΗ Α. 37 Ν.3801/09

Ε.Σ

986/2015 ΤΜΗΜΑ   VII

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013,      με την ακόλουθη σύνθεση: Μιχαήλ Ζυμής, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη και Αγγελική Μαυρουδή (εισηγήτρια), Σύμβουλοι, Χριστίνα Κούνα και Ιωάννης Καλακίκος, Πάρεδροι με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παρέστη ο Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Αντώνιος Νικητάκης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου, ο οποίος είχε κώλυμα.

Γραμματέας: Μαρία Εξαρχουλάκου, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΤΕ με βαθμό Γ΄).

Για να δικάσει την από 30.5.2012 (Α.Β.Δ. 45/30.5.2012) έφεση του Κωνσταντίνου Παπαγιάννη του Θεμιστοκλέους, κατοίκου Κασσάνδρειας Νομού Χαλκιδικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Κυριακόπουλου (Α.Μ./Δ.Σ.Θ 2003),

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους  Κωνσταντίνου Κατσούλα,

κατά του Δήμου Κασσάνδρας Νομού Χαλκιδικής, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Νικολάου Μαλαφέκα (ΑΜ ΔΣΑ 10024) και,

 κατά της 50/2011 πράξης του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Με την προσβαλλόμενη πράξη καταλογίστηκε ο εκκαλών, υπό την ιδιότητα του ως Δημάρχου του Δήμου Κασσάνδρας Νομού Χαλκιδικής, μετά από άσκηση κατά προτεραιότητα ειδικού κατασταλτικού ελέγχου, με το ποσό των διακοσίων δύο χιλιάδων διακοσίων είκοσι έξι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (202.226,97), το οποίο φέρεται ότι αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα, που διαπιστώθηκε στη διαχείριση του εν λόγω Δήμου κατά το οικονομικό έτος 2002.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμου Κασσάνδρας, ο οποίος δήλωσε ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την εν μέρει παραδοχή της έφεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα :

Ι. Με  την  ένδικη  έφεση ζητείται η ακύρωση της 50/2011 πράξης        του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία καταλογίστηκε         ο εκκαλών, υπό την ιδιότητα του ως Δημάρχου του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής και υπέρ του Δήμου αυτού, κατόπιν άσκησης κατά προτεραιότητα κατασταλτικού ελέγχου, με το συνολικό ποσό των διακοσίων δύο χιλιάδων διακοσίων είκοσι έξι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (202.226,97), που φέρεται ότι καταβλήθηκε μη νόμιμα για την πληρωμή δαπανών φιλοξενίας     στο πλαίσιο διαφόρων εκδηλώσεων του Δήμου. Η έφεση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το προσήκον παράβολο (βλ. το 3992383 σειράς Η΄ διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 28, 38, 44, 46 και 51 του ν. 4129/ 2013 περί Κύρωσης του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΦΕΚ        52 Α΄) και 54 και 56 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247, Α΄) προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ο.τ.α.) είναι οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ., ή ο.τ.α., καθώς και όσοι με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν στο Κράτος ή σε ν.π.δ.δ      ή τους ο.τ.α. (εν τοις πράγμασι ή defacto υπόλογοι), επίσης δε και οποιοσδήποτε άλλος, που εξαιτίας της φύσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως δημόσιος υπόλογος             ή υπόλογος ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α. (βλ. αποφ. Ολομ. ΕΣ 1492/2000). Για το διαπιστούμενο στη διαχείρισή του έλλειμμα ο υπόλογος ευθύνεται κατ’ αρχήν        για κάθε πταίσμα, δηλαδή και για ελαφρά αμέλεια, απαλλάσσεται δε μόνον    εάν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα ως προς την επέλευση του ελλείμματος. Σε βάρος του υπολόγου καταλογίζονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα και οι προσαυξήσεις, που ορίζονται από τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις, εκτός        εάν αποδείξει ότι το διαπιστωθέν έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλειά του (βλ. απόφ. Ολομ. Ελ. Συν. 1187/1988, ΙV Τμ. 1444/1995, 1026/1998, 1516/2000, 1431, 1708/2003, 158/2004,VII Τμ. 1109/2005, 1376, 1385/2006, 2105/2007 κ.ά.). Ως έλλειμμα δε νοείται κάθε έλλειψη χρημάτων, αξιών, ενσήμων ή υλικού που εμφανίζεται στη διαχείριση του ο.τ.α. και διαπιστώνεται κατά τη νόμιμη διαδικασία, καθώς και κάθε «ανοίκειος» πληρωμή, δηλαδή κάθε πληρωμή που είτε δεν ανάγεται στην αρμοδιότητα     του υπολόγου είτε δεν στηρίζεται σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά είτε    για την πραγματοποίησή της δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες είτε       είναι άσχετη προς το σκοπό της διαχείρισης (βλ. αποφ. Ολομ. Ελ.Συν. 1913/ 1992, 1037/1995, VII Τμ.1837/2008, 2177/2010 κ.ά.).

ΙΙΙ. Το π.δ. 410/1995 «Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων” (ΦΕΚ 231, Α΄), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει στο άρθρο 236 παρ. 3, ότι:              «Αν ο ταμίας αμφισβητεί τη νομιμότητα εντάλματος γνωστοποιεί στο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας με ειδική αναφορά τους λόγους αμφισβήτησης. Αν ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας απορρίψει τους λόγους αμφισβήτησης το ένταλμα εκτελείται. Στη συνέχεια με φροντίδα του ταμία αποστέλλεται μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά, χωρίς καθυστέρηση, στον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Νομού ή της Νομαρχίας για έλεγχο κατά προτεραιότητα». Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται ειδική μορφή κατασταλτικού ελέγχου αναφορικά με χρηματικό ένταλμα Δήμου που για την νομιμότητα της ενταλθείσας με αυτό δαπάνης έχει προηγηθεί αμφισβήτηση από τον ταμία, ο οποίος, μετά την απόρριψη από το Δήμαρχο των σχετικών λόγων που εμπεριέχονται στην ειδική αναφορά του, υποχρεούται να προβεί στην εξόφληση μετά από εντολή του Δημάρχου, στη συνέχεια δε να το αποστείλει για κατά προτεραιότητα έλεγχο στον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά τον έλεγχο αυτό, εφόσον διαπιστωθεί ότι η δαπάνη που εξοφλήθηκε με το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα δεν είναι νόμιμη, το καταβληθέν ποσό συνιστά έλλειμμα στη διαχείριση του Δήμου, υπεύθυνος για την αναπλήρωση του οποίου είναι ο Δήμαρχος ως υπόλογος, αφού έδωσε εντολή για την εξόφληση του εντάλματος και τη μη νόμιμη εκταμίευση του ποσού, παρά τις αντιρρήσεις του αρμόδιου ταμία. Η ειδική αυτή διαδικασία που προσιδιάζει σ’ αυτήν του προληπτικού ελέγχου εφόσον ελέγχεται η εξοφληθείσα δαπάνη και ερευνάται η απόκλισή της από τη δημοσιονομική νομιμότητα πριν την ένταξή της στους λογαριασμούς του υπολόγου, οι οποίοι θα ελεγχθούν κατασταλτικά ως μέρος της δια του απολογισμού αποδιδόμενης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ετήσιας λογοδοσίας του Ο.Τ.Α., αποσκοπεί στην άμεση καταστολή της παρανομίας    και περιορίζεται στην εξέταση της ορθότητας των λόγων διαφωνίας του ταμία (βλ. Πρακτικά της 1ης Γεν. Συν. Ολομ. Ελ.Συν/8.1.1997 και της 5ης Γεν. Συν. Ολομ. Ελ.Συν./4.3.2009, Θέμα Γ΄, αποφ. VII Τμ. 2465, 2466/2006, 2097/2007, 2241/2008, 3004/2009, 394/2010, 887/2012, 2513/2013).Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω π.δ. 410/1995 ορίζει στο άρθρο 111 παρ. 2 ότι: «Η Δημαρχιακή Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) (…) γ) αποφασίζει για τη διάθεση (ψήφιση) των πιστώσεων που είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό ή έχουν εγγραφεί σε αυτόν ύστερα από αναμόρφωση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 218 (…)» και στο άρθρο 218 παρ. 4 ότι: «Πιστώσεις, που είναι γραμμένες στους οικείους κωδικούς αριθμούς του προϋπολογισμού του δήμου ή της κοινότητας μπορεί να διατεθούν, με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την πληρωμή δαπανών, που αφορούν: α) εθνικές ή τοπικές γιορτές ή άλλες ιδίως πολιτιστικές, μορφωτικές, ψυχαγωγικές, αθλητικές εκδηλώσεις που τις οργανώνει ο δήμος ή η κοινότητα, β) όμοιες εκδηλώσεις που οργανώνουν άλλοι φορείς και συμμετέχει ο δήμος ή η κοινότητα, γ) απονομή τιμητικών διακρίσεων, αναμνηστικών δώρων και φιλοξενία προσωπικοτήτων και αντιπροσωπειών εσωτερικού ή εξωτερικού και δ) τιμητικές διακρίσεις, αναμνηστικά δώρα και φιλοξενία φυσικών προσώπων τα οποία συνέβαλαν ιδιαίτερα στην κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη του δήμου ή της κοινότητας». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η διάθεση (ψήφιση) πίστωσης από ήδη εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό πιστώσεις – είτε εξ αρχής είτε κατόπιν αναμόρφωσης αυτού – ειδικά για την πληρωμή δαπανών    που αφορούν σε φιλοξενία φυσικών προσώπων και αντιπροσωπειών, η οποία περιλαμβάνει προφανώς και τη μίσθωση δωματίων σε τουριστικά καταλύματα (ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια) καθώς και την παροχή συναφών υπηρεσιών, γίνεται αναγκαίως κατόπιν έκδοσης απόφασης του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου ως αρμόδιου οργάνου για την έγκριση των δαπανών αυτών (απόφ. VIITμήμ. 2388/2009).

IV. Το άρθρο 37 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ 163 Α΄), το οποίο έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 105 του ν.4129/2013 “Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο”, ορίζει ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του, καθώς και κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Ολομέλειάς του, σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των αιρετών οργάνων Δήμων και Κοινοτήτων ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, καθώς και σε βάρος υπαλλήλων δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και ιδρυμάτων αυτών, από Υπουργούς ή από μονομελή        ή συλλογικά όργανα της Διοίκησης ή από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μέχρι 1.7.2005, μπορεί αυτεπαγγέλτως    ή ύστερα από αίτηση του βαρυνομένου με τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου ή των προσθέτων λόγων αυτού, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού (…). Για την πιο πάνω μείωση ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό       της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, την προσωπική και οικογενειακή οικονομική του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσής της και το επελθόν από αυτή αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντος συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα.(…)».

Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται η ευχέρεια στους δικαστικούς σχηματισμούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εκδίκαση διαφορών που απορρέουν από καταλογιστικές πράξεις, μεταξύ άλλων, του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίες αναφέρονται σε ελλείμματα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι την 1.7.2005            και έχουν εκδοθεί σε βάρος αιρετών οργάνων πρωτοβαθμίων ο.τ.α., να μειώσουν το σχετικό ποσό του καταλογισμού μέχρι το 1/10 της  οφειλής,         είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του βαρυνομένου. Η μείωση αυτή γίνεται κατά συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του καταλογισθέντος,      της βαρύτητας της δημοσιονομικής παράβασης και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε, καθώς και της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής του κατάστασης. Παρέχεται ακόμα ευχέρεια στο δικαστήριο να απαλλάξει      τον καταλογισθέντα από το σχετικό ποσό, αν κρίνει ότι στο πρόσωπό             του συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα (αποφ. VII Τμ. Ελ. Συν.  2182, 1788, 1290, 244/2011, 2513/2013, 969/2014).

V. Στην προκειμένη υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τ’ ακόλουθα: Με τις 72/16.9.2002 και 84/12.11.2002 αποφάσεις της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Κασσάνδρας ψηφίστηκαν πιστώσεις, ποσών 89.134,48 ευρώ και 13.565,00 ευρώ αντίστοιχα, σε βάρος του              Κ.Α. 062.4α του προϋπολογισμού του Δήμου, έτους 2002, για την πληρωμή δαπανών που αφορούσαν σε «μίσθωση δωματίων ξενοδοχείου – συνδιοργάνωση συνεδρίων – φιλοξενία πολιτιστικών εκδηλώσεων». Για το σκοπό αυτό, εκδόθηκαν τα 805 και 944, οικονομικού έτους 2002, χρηματικά εντάλματα πληρωμής του εν λόγω Δήμου, ποσού 89.134,48 ευρώ και 13.565,00 ευρώ αντίστοιχα, στο όνομα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Τουριστικά Συγκροτήματα Ελλάδας Α.Ε.». Περαιτέρω, για την πληρωμή δαπανών που αφορούσαν στον ίδιο ανωτέρω σκοπό, εκδόθηκε και το 942, οικονομικού έτους 2002, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του ως άνω Δήμου, ποσού 99.527,49 ευρώ, στο όνομα της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να έχει προηγηθεί απόφαση           για τη ψήφιση της σχετικής πίστωσης. Τη νομιμότητα των εντελλόμενων,         με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα πληρωμής, δαπανών αμφισβήτησε η δημοτική ταμίας, Μαρία Λιβάνου, με την 13956/23.12.2002 αναφορά             της προς τον τότε Δήμαρχο Κασσάνδρας, και ήδη εκκαλούντα, ο οποίος, απορρίπτοντας τους προβληθέντες από την ταμία λόγους αμφισβήτησης,    έδωσε την 14003/30.12.2002 έγγραφη εντολή για την εξόφλησή τους. Ακολούθως, τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα εστάλησαν στον Επίτροπο     του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Χαλκιδικής, για ειδικό, κατά προτεραιότητα, έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 236 παρ. 3 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα. Από το γενόμενο έλεγχο, ο Επίτροπος έκρινε ότι οι εντελλόμενες, με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα, δαπάνες, είναι μη νόμιμες, για τους αναφερόμενους από την ταμία λόγους και με το 1/15.5.2003 Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων κάλεσε το Δήμαρχο Κασσάνδρας, να αναπληρώσει το διαπιστωθέν έλλειμμα, συνολικού ποσού 202.226,97 ευρώ. Εν συνεχεία και λόγω της μη εκτέλεσης του ως άνω Φ.Μ.Ε., η υπόθεση υπεβλήθη, με την από 9.11.2009 έκθεση του ανωτέρω Επιτρόπου, στο Β΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη πράξη του έκρινε ότι οι ως άνω δαπάνες είναι μη νόμιμες, κατά παραδοχή του ενός από τους αναφερόμενους από τη ταμία και τον Επίτροπο λόγους και δη ότι οι πιστώσεις για την πληρωμή των εντελλόμενων, με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα, δαπανών, που αφορούν γενικά σε φιλοξενία φυσικών προσώπων και αντιπροσωπειών, δεν διατέθηκαν με αποφάσεις του αρμοδίου, κατά το άρθρο 218 παρ. 4 του Δ.Κ.Κ., οργάνου      ήτοι του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσάνδρας, κρίνοντας ότι από την εξόφληση των ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων προέκυψε έλλειμμα             στη διαχείριση του Δήμου Κασσάνδρας, έτους 2002, συνολικού ποσού 202.226,97 ευρώ, υπεύθυνος για την αναπλήρωση του οποίου είναι ο τότε Δήμαρχος Κασσάνδρας και ήδη εκκαλών, ο οποίος έδωσε εντολή να εξοφληθούν τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά σε προηγούμενες σκέψεις, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι η διάθεση των πιστώσεων για τις επίμαχες δαπάνες, κατά          τη σαφή διατύπωση του άρθρου 218 παρ. 4 του Δ.Κ.Κ, απαιτείται να γίνεται     με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και όχι – όπως εν προκειμένω – με      τις 72/16.9.2002 και 84/12.11.2002 αποφάσεις της αναρμόδιας, κατά τούτο, Δημαρχιακής Επιτροπής για τις ενταλθείσες με τα 805 και 944 χρηματικά εντάλματα, ενώ για την δαπάνη που πληρώθηκε με το 942 χρηματικό ένταλμα δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική απόφαση. Επομένως, εφόσον δεν είχε προηγουμένως εγκριθεί, από το Δημοτικό Συμβούλιο, η δέσμευση (διάθεση) των αναγκαίων, εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό πιστώσεων, το ποσά     που πληρώθηκαν με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα συνιστούν έλλειμμα στη διαχείριση του Δήμου Κασσάνδρας, οικονομικού έτους 2002, για την αναπλήρωση του οποίου ευθύνεται ο εκκαλών ως υπόλογος, σε βάρος            του οποίου, νομίμως καταλογίστηκε, με την προσβαλλόμενη πράξη, το ποσό των 202.226,97 ευρώ.

VI. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη ότι δεν υφίσταντο οι απαιτούμενες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και συνακόλουθα ότι οι επίμαχες δαπάνες             δεν έχουν νομιμοποιηθεί βάσει των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 του           ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006, με τις οποίες ορίζεται                ότι θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που πληρώθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003 από Δήμους, εφόσον: α) το είδος της δαπάνης προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις ή συνάδει με τις αρμοδιότητες και την εν γένει κοινωνική αποστολή του Δήμου, όπως απορρέουν από την κείμενη νομοθεσία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πλημμέλεια ή παράλειψη κατά τη σχετική διαδικασία, από την οποία και δημιουργήθηκε για τους παραπάνω φορείς υποχρέωση εξόφλησης της οικείας δαπάνης, β) έχουν εγκριθεί και βεβαιωθεί από τα αρμόδια όργανα, γ) αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο ότι ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκαν έχει εκπληρωθεί και δ) δεν έχουν ακυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι επίμαχες δαπάνες δεν έχουν εγκριθεί από το αρμόδιο όργανο (Δημοτικό Συμβούλιο) και τούτο διότι οι επικαλούμενες 140/13.6.2001 και 181/22.7.2002 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσάνδρας, με τις οποίες εν γένει τροποποιήθηκε ο προϋπολογισμός του Δήμου, των ετών 2001 και 2002 αντίστοιχα, με την μεταφορά ποσών σε διαφορετικούς κωδικούς με σκοπό τη «μίσθωση των δωματίων ξενοδοχείου για τη συνδιοργάνωση συνεδρίων-φιλοξενία πολιτιστικών εκδηλώσεων» και οι 211/10.10.2000 και 149/1.7.2002 αποφάσεις του ίδιου οργάνου, με τις οποίες καθορίστηκαν οι όροι της δημοπράτησης       για την ανάθεση των ανωτέρω υπηρεσιών, όπως και η 199/13.9.2001 όμοια απόφαση, με την οποία εγκρίθηκαν τα πρακτικά της δημοπρασίας και ανακηρύχθηκε ανάδοχος η προαναφερόμενη εταιρεία, δεν μπορεί να γίνουν δεκτές ως εγκριτικές των ανωτέρω δαπανών, καθόσον εν προκειμένω απαιτείται η έκδοση αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου ειδικώς προς        το συγκεκριμένο σκοπό της διάθεσης των ήδη εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό του Δήμου πιστώσεων για την πληρωμή των δαπανών αυτών, χωρίς να αρκεί απλώς η αναγραφή μιας δαπάνης στον προϋπολογισμό,           ενώ ως προς την επικαλούμενη αναφορά, στην ως άνω 199/2001 απόφαση     του Δημοτικού Συμβουλίου, περί διάθεσης της πίστωσης, επισημαίνεται           ότι δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ούτε καν το κατά λογική αναγκαιότητα απαιτούμενο ποσό της ψηφισθείσας δαπάνης. Ενόψει των ανωτέρω, ελλείπει μία εκ των τιθεμένων με τις ως άνω διατάξεις προϋποθέσεων για τη νομιμοποίηση των επίμαχων δαπανών. Με το δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι ο ένδικος καταλογισμός υπέρ του Δήμου Κασσάνδρας οδηγεί στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του νομικού αυτού προσώπου που χωρίς νόμιμη αιτία, θα καταστεί πλουσιότερο, κατά την έννοια του άρθρου 904        του Α.Κ., ως δικαιούχος του καταλογιζόμενου σε βάρος του εκκαλούντος ποσού, το οποίο διετέθη για την κάλυψη αναγκών που εμπίπτουν στους σκοπούς λειτουργίας του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αορίστως προβαλλόμενος και τούτο διότι πέρα από απλή επίκληση των στοιχείων           του νόμου, ο εκκαλών, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, δεν επικαλείται κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, που είναι : α) ο πλουτισμός του Δήμου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του εκκαλούντος, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας, που καθιστά                 τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη, δηλαδή η με­σολάβηση       παροχής (καταβολής) εκ μέρους του εκκαλούντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, γιατί έληξε ή δεν επακολούθησε ή για αιτία παράνομη, δηλαδή ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας βάσει της οποίας γίνεται        η περιουσιακή μετακίνηση (VII Τμήμ. 575/2014, 5016/2013, 2506/2013).          Ο εκκαλών, με τον τρίτο λόγο της έφεσης αιτείται την, κατ’ άρθρο 37 παρ. 1 του ν.3801/2009, απαλλαγή του από το συνολικό ποσό του ένδικου καταλογισμού, προβάλλοντας ότι κατά τη διενέργεια των ανωτέρω δαπανών ενήργησε χωρίς πρόθεση καταστρατήγησης της εφαρμοστέας νομοθεσίας, υπολαμβάνοντας συγγνωστώς ότι οι αφορώσες στα επίμαχα χρηματικά εντάλματα δαπάνες είναι νόμιμες. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι είχε την πεποίθηση ότι μπορούσε να προβεί στην πληρωμή των καταλογιζόμενων         σε βάρος του, ως μη νόμιμων δαπανών, θεωρώντας ως αβάσιμους τους      λόγους αμφισβήτησης της ταμία, διότι το δημοτικό συμβούλιο, με τις προανα-φερόμενες αποφάσεις του, είχε λάβει γνώση σχετικά με τη διενέργεια των ανωτέρω δαπανών. Κατά την εξέταση του ως άνω ισχυρισμού, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι προϋπόθεση, κατ’ άρθρο 37 παρ. 1 του ν.3801/2009, για την απαλλαγή του υπολόγου από το συνολικό ποσό του καταλογισμού του είναι να συντρέχει στο πρόσωπό του «συγγνωστή         πλάνη» για το δημιουργηθέν έλλειμμα. Είναι δε, κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου, συγγνωστή η πλάνη όταν ο υπόλογος όχι μόνο αγνοεί, αλλά και          δεν μπορούσε να γνωρίζει το μη νόμιμο χαρακτήρα των πράξεών του, έστω      κι αν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, εν όψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του (VII Τμ. 1397/2014, 5016/2013).Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος           ο περί συγγνωστής πλάνης ισχυρισμός του εκκαλούντος, καθόσον αυτός,     λόγω της ιδιότητάς του ως δημάρχου και της, εντεύθεν ενασχόλησής του          με τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, μπορούσε να γνωρίζει ότι δεν είναι νόμιμη η πληρωμή των ως άνω δαπανών χωρίς να έχει προηγηθεί η διάθεση των απαιτούμενων πιστώσεων από το αρμόδιο όργανο, κατά τις ρητές διατάξεις του άρθρου 218 παρ. 4 του Δ.Κ.Κ., επιπροσθέτως δε μετά την άρνηση της ταμία να προβεί στην πληρωμή των σχετικών ενταλμάτων είχε    ήδη επισημανθεί σ’ αυτόν το ενδεχόμενο της μη νομιμότητας των εν λόγω δαπανών (VII Τμ. 1109/2005, 1709/2007, 1839/2008, 2385/2009, 1834/2010, 2513/2013). Μετά την απόρριψη ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εκκαλούντος περί συγγνωστής πλάνης του για το δημιουργηθέν έλλειμμα, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για απαλλαγή του από το συνολικό ποσό         του ένδικου καταλογισμού. Τέλος, ο εκκαλών αιτείται την κατ’ εφαρμογή     της ίδιας ως άνω διάταξης μείωση του ένδικου καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού. Επί του αιτήματος αυτού, το Τμήμα λαμβάνοντας υπ’ όψη την έκταση και τη βαρύτητα των επίμαχων δημοσιονομικών παραβάσεων, οι οποίες αφορούν στη μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων για την πραγματοποίηση των ως άνω δαπανών πριν την 1.7.2005 και ότι ως προς το βαθμό πταίσματος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη, δεν έχουν καταλογιστεί προσαυξήσεις επί του ποσού του ελλείμματος αναδρομικά από το χρόνο δημιουργίας του μέχρι την έκδοσή της, συνεκτιμώμενης και της οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του εκκαλούντος, ο οποίος είναι εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, έγγαμος με ετήσιο εισόδημα, σύμφωνα με το προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα, για το οικονομικό έτος 2013, ατομικό 23.469,97 ευρώ και της συζύγου του        18.564,56 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2011, ατομικό 24.366,22 ευρώ και     της συζύγου του 29.491,60 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2010, ατομικό 27.546,40 ευρώ και της συζύγου του 26.243,76 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2009 ατομικό 26.036,55 ευρώ και της συζύγου του 25.684,55 ευρώ, κρίνει ότι πρέπει να μειωθεί ο ένδικος καταλογισμός στο ένα τρίτο (1/3) του καταλογισθέντος σε βάρος του ποσού.

VII. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει       εν μέρει δεκτή, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη πράξη του Β΄ Κλιμακίου και να περιοριστεί το δι’ αυτής καταλογισθέν σε βάρος του εκκαλούντος      ποσό σε 67.408,99 ευρώ, περαιτέρω δε και ως της εν μέρει παραδοχής      αυτής, το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκησή της πρέπει, σύμφωνα       με το άρθρο 73 παρ. 4 του ν.4129/2013, να αποδοθεί στον εκκαλούντα           κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα, κατά τα 2/3 αυτού (1.000,00 ευρώ).          Τέλος λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το οποίο, κατ’ άρθρο 123 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.3472/2006 (ΦΕΚ 135 Α΄), εφαρμόζεται αναλόγως και στην παρούσα         δίκη.  

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται εν μέρει την έφεση.

Μεταρρυθμίζει την 50/2011 πράξη του Β΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και περιορίζει το δι’ αυτής καταλογισθέν σε βάρος του εκκαλούντος ποσό σε 67.408,99 ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα των 2/3 του κατατεθέντος παραβόλου και,

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα ανάμεσα στους διαδίκους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014. 

             Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                 Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

          ΜΙΧΑΗΛ ΖΥΜΗΣ                                              ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΕΞΑΡΧΟΥΛΑΚΟΥ

            Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις               3 Φεβρουαρίου 2015.

   Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ                                   ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ