ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΥ
ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ.
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
(Συγχρόνως μία σύντομη προσέγγιση των
θεωριών της έννοιας του εννόμου αγαθού)
ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ
Δικηγόρου, Μετ. Διπλ. Δημοσίου Δικαίου
- Ρατσισμός, εννοιολογικές διακρίσεις – Νομοθετικό πλαίσιο
Με τον όρο «ρατσισμός» (φυλετισμός), (ετυμολογικά από τη «ράτσα», ιταλική razza, που στα ελληνικά σημαίνει φυλή), εννοούμε τις θεωρίες εκείνες που υποστηρίζουν την «ιδιαιτερότητα» και ιδίως την «ανωτερότητα» βιολογική ή και πνευματική μιας φυλής και αποσκοπούν στη διατήρηση της καθαρό- τητάς της και στην επιβολή της υπεροχής επί των άλλων φυλών, καθώς επίσης και τις «πρακτικές», ακόμη και θεσμοποιημένες, με τις οποίες μεθοδεύεται η εφαρμογή των εν λόγω θεωριών.
Η Γενική Διάσκεψη της UNESCOσε διακήρυξή της, την 27η.11.1978 «περί φυλής και φυλετικής προκατάληψης», τονίζει (άρθρο 2) ότι: «κάθε θεωρία που είτε ενέχει τον ισχυρισμό ότι φυλετικές ή εθνικές ομάδες είναι ανώτερες ή κατώτερες, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι ορισμένες θα είχαν δικαίωμα να εξουσιάσουν ή να παραμερίσουν κάποιες άλλες που θεωρούνται κατώτερες, είτε βασίζει αξιολογικές κρίσεις σε φυλετικές διαφορές, δεν έχει επιστημονική θεμελί- ωση και αντίκειται στις ηθικές και δεοντολογικές αρχές της ανθρωπότητας»1.
Αυτός λοιπόν ο κλασικός βιολογικός ή ψευδο-επιστημονικός ρατσισμός, στη σημερινή συγκυρία δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως μηχανισμός ιδεολογικής υποστήριξης των ρατσιστικών στάσεων και συμπεριφορών. Ο σύγχρονος όμως ευρωπαϊκός ρατσισμός δεν έχει ως κύρια αναφορά την φυλετική ανωτερότητα ή κατωτερότητα. Ο νέος αυτός ρατσισμός στρέφε- [2].
Για την αντιμετώπιση του ρατσισμού στις διάφορες μορφές του το ισχύον Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι κατ’ αρχήν ξεκάθαρο στην προσήλωσή του σε αρχές ριζικά ασυμβίβαστες με τον ρατσισμό.
Κατά πρώτο λόγο με το άρθρο 2 παρ. 1 αναγορεύει σε πρωταρχικό καθήκον των οργάνων του κράτους την προστασία και τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, της οποίας φορέας είναι εξ’ ορισμού κάθε άνθρωπος, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 αναγνωρίζει πανηγυρικά στον καθένα ένα θεμελιώδες δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα τη προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή, στο πλαίσιο που ορίζουν το Σύνταγμα, τα δικαιώματα των άλλων και τα χρηστά ήθη. Σχετικές φυσικά είναι και οι διατάξεις, της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, που εγγυάται στον καθένα απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, χωρίς διάκριση, εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων, η διάταξη του άρ. 13, που προστατεύει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, του άρ. 14 που εγγυάται την ελευθερία της έκφρασης και διάδοσης της γνώμης αλλά και του άρ. 4 παρ. 1, 2 που καθιερώνει την ισότητα ενώπιον του νόμου. Επίσης η διάταξη του άρ. 25 παρ. 1 ορίζει ότι «τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ακώλυτη άσκησή τους».
Οι συγκεκριμένες διατάξεις, αποτελούν ένα γενικότατο μεν, αλλά πλήρες και συνεκτικό κανονιστικό βάθρο πάνω στο οποίο η Ελληνική Δημοκρατία θα μπορούσε να είχε οικοδομήσει ένα αποτελεσματικό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας και σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και καταπολέμησης των φαινομένων ρατσιστικής προσβολής της[4].
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή αλλά και το εν γένει συμβατικό κανονιστικό πλαίσιο του ΟΗΕ, όσον αφορά τη καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων έχει ανατεθεί σε ένα ειδικό όργανο που λειτουργεί στο εσωτερικό του οργανισμού, την Επιτροπή για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων (CERD)[6].
Οι δεσμεύσεις που απέρρεαν από τη τελευταία αυτή σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ήταν και ο γενεσιουργός λόγος του βασικού νομοθετήματος της ελληνικής έννομης τάξης[8] Διακρίσεις των θεωριών για την έννοια του εννόμου αγαθού.
Με τις παραπάνω διατάξεις κολάζεται ποινικά ο ρατσιστικός λόγος, που στην κλίμακα των ρατσιστικών εκδηλώσεων με κριτήριο το βαθμό επικινδυνό- τητάς τους για την κοινωνική συμβίωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί σε σχέση με τις άλλες εμπειρικές εκδηλώσεις του ρατσιστικού φαινομένου (που περιλαμβάνουν την αποφυγή συγχρωτισμού, τη διάκριση ως προς την απόλαυση ή άσκηση υπό όρους ισότητας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, τη φυσική βία και τέλος την εξόντωση) ως η σχετικά λιγότερο επικίνδυνη συμπε-
, , , , , , 9
ριφορά, από την άποψη των άμεσων πρακτικών και συνεπειών .
Είναι λοιπόν αναπόφευκτη η συζήτηση που θα έχει επίκεντρο, τη δυνατότητα ποινικού κολασμού της εκφοράς αυτού του είδους του λόγου (ο Χ. Ανθό- πουλος χαρακτηρίζει τα αδικήματα αυτά ως «εγκλήματα γνώμης»), υπό το πρίσμα της ελευθερίας της έκφρασης που κατοχυρώνεται συνταγματικά, δυνάμει του άρ. 14 Συντ. Δεν μπορεί όμως να γίνει αναφορά στην ελευθερία της έκφρασης, αν δεν οριοθετηθεί πρώτα το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τις παραπάνω ποινικές διατάξεις. Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία για την ανάλυση του πεδίου της συνταγματικής σύγκρουσης, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Το έννομο αγαθό ως αντικείμενο προστασίας των διατάξεων του ποινικού δικαίου νομιμοποιεί την ύπαρξη αυτών των διατάξεων, ενώ ταυτόχρονα προσδιορίζει την τεχνική και πρακτική διάρθρωση του ποινικού οικοδομήματος (π.χ. ερμηνεία διατάξεων των καθ’ έκαστον εγκλημάτων, ταξινόμηση αυτών σε ομάδες, διάκριση αυτών σε διακινδύνευσης ή βλάβης κλπ)[11] τράτος «κρίσιμες λοιπόν συνιστώσες για τη διαδικασία αξιολογήσεως είναι στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσεγγίσεως οι φανεροί ή λανθάνοντες κοινωνικοί στόχοι και παράλληλα κάποιες εμπειρικά διακριβούμενες στο σημείο τούτο σχετικές αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου. Είναι βέβαια σαφές, ότι υπό το πρίσμα αυτό το έννομο αγαθό καθίσταται κατάδηλα ένα προδικαιικός θεσμός, ο οποίος γεννιέται και αναδεικνύεται ως συνισταμένη κοινωνικών αναφορών εκτός του θετικού δικαίου»[13] [15]. Στον ελληνικό χώρο βρίσκει χαρακτηριστική έκφραση στο έργο του Σπινέλλη[17], οι μόνοι αληθείς περιορισμοί, στους οποίους υ- πόκειται ο ποινικός νομοθέτης, πηγάζουν από τις αρχές του Συντάγματος, οι λειτουργικές συνιστώσες του οποίου καθορίζουν και την έννοια του εννόμου αγαθού. Έννομα αγαθά συνιστούν εκείνα τα δεδομένα (Gegebenheiten) ή οι επιδιώξεις σκοπού (Zwecksetzungen), η ύπαρξη των οποίων είναι επωφελής για τον πολίτη και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συστήματος ή της λειτουργίας αυτού, ενός συστήματος, το οποίο και συγκροτείται κατά την ίδια ανωτέρω παράσταση σκοπού. Το έν- νομο αγαθό προϋπάρχει του ποινικού νομοθέτη, δεν προτάσσεται όμως ποτέ του Συντάγματος στο κράτος δικαίου. Ο Roxinκαταλήγει στο ότι είναι απαράδεκτη η αυθαίρετη επιβολή ποινής και της θέσεως ιδεολογικών επιδιώξεων στο σώμα των ποινικών διατάξεων, ενώ θεωρεί απαράδεκτη και την επιβολή ποινής σε μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς οι οποίες αντιβαίνουν σε κρατούσες ηθικές αξίες δεν προσβάλλουν όμως κανένα έννομο αγαθό.
- Σύγχρονη εννοιολογική προσέγγιση του εννόμου αγαθού. Το Σύνταγμα ως νομιμοποιητικό όριο των ποινικών διατάξεων Η πραγματική τομή στη μετεξέλιξη του δόγματος περί εννόμου αγαθού θα σημειωθεί στη δεύτερη περίοδο της μεταπολεμικής εποχής, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όπου σχεδόν ταυτόχρονα οι μονογραφίες του Amelungκαι Hassemer, θα καθορίσουν ένα νέο ιδιαίτερο στίγμα προσεγγίσεως και θα οδηγήσουν σε μία νέα εκφορά του επιστημονικού λόγου αναφορικά με το μεί- ζον αυτό θεωρητικό ζήτημα. Ο Amelungστη θεωρία του συστήματος, προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη λειτουργία και τους σκοπούς του ποινικού δικαίου προτάσσοντας μία κοινωνιολογική θεωρία. Δεν απομακρύνεται όμως από τη θεωρία νομιμοποιήσεως των ποινικών διατάξεων στις συνταγματικές αρχές του νομικού συστήματος. Στο θεσμικό πλαίσιο του συνταγματικού δικαίου βρίσκεται ο σκοπός της προαγωγής της ζωής του κοινωνικού συστήμα- τος[19].
Άρχιζε όμως ήδη στη μεταπολεμική γερμανική θεωρία να διαφαίνεται η τάση για μία κοινώς αποδεκτή βάση στην απόπειρα οριοθετήσεως του εννόμου αγαθού: κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα της λειτουργίας όλων των εννόμων αγαθών είναι ένα ουσιώδες κανονιστικό στοιχείο, η ενιαία προέλευσή τους από μία αξιολογική κρίση του νομοθέτη. Μέσα από την κρίση αυτή ένα μέρος της «κοινωνικής πραγματικότητας» αναγορεύεται σε δικαιικά προστατευόμενο έν- νομο αγαθό. Ήδη δηλαδή διαφαίνεται η τάση για τη θετικιστική σύλληψη του εννόμου αγαθού. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι τα αντικείμενα προστασίας- οριζόμενα πλέον από το νομοθέτη- θα μορφοποιούνται και σε ενσώματα αντικείμενα .
Υπό την επίδραση της διδασκαλίας των Rudolphiκαι Amelung, το κεντρικό σημείο που οριοθετεί την έννοια του εννόμου αγαθού είναι η ίδια η κοινωνική συμβίωση. Αυτή δεν λαμβάνεται ως ένα στατικό, εμπειρικό, νατου- ραλιστικό μέγεθος, αλλά ένα σύστημα, ένα σύνολο θεσμών σε εξέλιξη, διαρκώς αναπαραγόμενο και μεταλλασσόμενο. Υπό την έννοια αυτή τα δικαιικά προστατευόμενα αντικείμενα, είτε αναφέρονται στην σφαίρα της ατομικής ζωής, είτε στο πεδίο της κοινωνικής αλληλόδρασης, συλλαμβάνονται στα όρια της δυναμικής λειτουργίας τους στο χώρο της κοινωνικής πραγματικότητας[21]. Με την παραπάνω εκδοχή, βλάβη του εννόμου αγαθού υπό δικαιική έννοια δεν σημαίνει μία «νατουραλιστικά» νοούμενη μεταβολή της καταστάσεως ενός αντικειμένου- τούτο αφορά ενδεχομένως στο inconcretoυλικό αντικείμενο του εγκλήματος. Βλάβη του εννόμου αγαθού σημαίνει κατά τα ανωτέρω τον περιορισμό ή την εκμηδένιση της δυνατότητας χρησιμοποιήσεώς του, τη διατάραξη τελικά της αναγνωρισμένης αυτού λειτουργικής ουσίας.
Έτσι το περιεχόμενο της έννοιας του εννόμου αγαθού, δεν συνιστά μία «ιδεατή στατική αυταξία», αποκλεισμένη από κάθε κοινωνική συνιστώστα, και πολύ περισσότερο δεν συνιστά ένα αποτιμούμενο αριθμητικά σύνολο στοιχείων «αντικειμένων», η προσβολή εκάστου από τα οποία, θα σημάνει και την μεταβολή στο υλικό εξωτερικό κόσμο. Το έννομο αγαθό συλλαμβάνεται με συγκεκριμένο λειτουργικό περιεχόμενο ενός πλέγματος οικονομικών – δικαιι- κών μεγεθών προς διασφάλιση αναγνωρισμένων δυνατοτήτων οικονομικής – κοινωνικής επενέργειας του φορέως αυτού. Στην σύλληψη αυτή συνετέλεσε η θεώρηση της κοινωνίας ως χώρος αλληλόδρασης υπό την επιρροή των θεωριών των κοινωνιολόγων Luhmanκαι Parsons, δηλαδή ως ένα σύστημα με επίκεντρο αναφοράς τις πράξεις κοινωνικά επενεργούντων ανθρώπων.
Είναι πλέον προφανής η τάση της θεωρίας να αναδείξει μία έννοια για το έννομο αγαθό που αφενός δεν θα απομακρύνεται από τη ιστορική φιλελεύθερη παράδοση αυτού, ώστε να διατηρείται ο λειτουργικός χαρακτήρας αυτού, αφετέρου δεν θα αναζητήσει το περιεχόμενό της σε πεδίο που κείται επέκεινα του αναγνωρισμένου θετικού δικαιικού πλαισίου του συστήματος αξιών.
Το ποινικό δίκαιο δεν νομιμοποιείται να υπερβαίνει τους σκοπούς του Συντάγματος με την ανάδειξη εννόμων αγαθών, η ποινική προστασία των οποίων υπερακοντίζει το πεδίο αναφοράς αυτού. Ποινικές διατάξεις λοιπόν που τυχόν εμπεριέχουν αυθαίρετη απειλή επιβολής ποινών, χωρίς δηλαδή αναφορά σε συγκεκριμένο αντικείμενο προστασίας, ή επιδίωξη στόχων ιδεολογικού ή φρονηματικού χαρακτήρα, καθώς και επιταγή συμμορφώσεως προς πρότυπα «ηθικής» συμπεριφοράς, παραβιάζουν κατάφωρα το συνταγματικό σύστημα αξιών και δεν συναρμόζονται με το ποινικό οικοδόμημα του φιλελεύθερου κράτους δικαίου. Όπως όμως ορθά επισημαίνει ο Δημητράτος[23], το έννομο αγαθό «προκύπτει» από τη ζωντανή ανάγκη της κοινωνίας, γεννιέται και εξελίσσεται κατά το περιεχόμενό του μέσα σ’ αυτήν, ενώ νέες αξίες έρχονται συχνά να αναδειχθούν ως δικαιικά αγαθά, γι’ αυτό άλλωστε αυτό που σήμερα φαίνεται ανορθολογικό ήταν στην εποχή του αυτονόητα προστατεύσιμο ποινικά.
Είναι προφανές ότι η διδασκαλία περί εννόμου αγαθού και η προσέγγιση του περιεχομένου της έννοιας του, ίσως τελικά δεν μπορεί να αποδώσει έναν ακριβή κατάλογο δικαιούμενων ποινικής προστασίας αγαθών σε δεδομένη μάλιστα χρονική στιγμή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η έννοια αυτή δεν αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του συστήματος του ποινικού δικαίου. Αντίθετα η ιστορικότητα αυτής, οι θεωρητικές προσεγγίσεις που επιχειρήθηκαν, το πέρασμα από την πνευματικοποίηση στον θετικιστική αντίληψη, το ερώτημα ποιος τελικά καθορίζει κάτι ως αγαθό άξιο ποινικής προστασίας, δεν είναι παρά σημεία της επιστημονικής διαδρομής που μπορούν να αποτελέσουν οδηγούς στη χάραξη μίας ορθολογικής αντεγκληματικής πολιτικής, στο πλαίσιο των αρχών του κράτους δικαίου. Αίτημα του κράτους δικαίου είναι η απονομή ουσιαστικής κοινωνικής δικαιοσύνης, γιατί όπως επισημαίνει και ο Rudolphi, η απονομή τυπικής δικαιοσύνης μπορεί να πραγματώνεται και σε ένα κράτος αδίκου.
Αλλιώς να το πούμε το κράτος δικαίου δεν μπορεί να αποβλέπει παρά στην πραγμάτωση της ελευθερίας σε καθεστώς κοινωνικά συμβιούντων ανθρώπων. Αποστολή λοιπόν μίας ορθολογικής αντεγκληματικής πολιτικής είναι η θέσπιση των κανόνων εκείνων δικαίου (ποινικών διατάξεων) που κατά την μεγαλειώδη έκφραση του Noll«θα δημιουργούν περισσότερη ελευθερία απ’ όση καταστρέφουν» .
- Το προστατευόμενο έννομο αγαθό στις διατάξεις του αντιρατσιστικού νόμου και η συνταγματική θεμελίωσή του
Από την παραπάνω καταγραφή προέκυψε ότι το έννομο αγαθό ως κομβι- κή έννοια νομιμοποίησης των ποινικών διατάξεων έχει ως όριο το κράτος δικαίου όπως αυτό καθορίζεται από τις συνταγματικές διατάξεις.
Ήδη υπό την ισχύ του άρ. 1 παρ. 1 ν. 927/1979 και πριν την τροποποίησή του με το ν. 4285/2014, η θεωρία συνέκλινε ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται από την ανωτέρω διάταξη είναι αυτό της δημόσιας τάξης, αλλά και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στο άρ. 5 παρ. 2, κάθε Έλληνα (και μη πολίτη, που βρίσκεται πάντως στην Ελλάδα) για ισότητα μεταχειρίσεως και αποφυγή φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, ή αλλιώς το δικαίωμα να διαβιώνει κανείς στην Ελλάδα χωρίς διακρίσεις εξ’ αιτίας της φυλής, της εθνικότητας ή της θρησκείας τουΑπό τις μελέτες για το ζήτημα: Γ. Αποστολάκη, «Η ποινική καταστολή των φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων», ΠοινΔικ, 11/2002, σελ. 1184 επ., Χ. Ανθόπουλου «Η απαγόρευση του ρατσιστικού λόγου ως συνταγματικό πρόβλημα» ΕΕΕυρΔ 2001, σελ. 31, Ι. Μο- ροζίνη «Απαγόρευση διακρίσεων και ελευθερία της έκφρασης. Ερμηνευτική προσέγγιση των άρ. 1 παρ. 1, 2 ν. 927/1979 de lege lata και de lege ferenda με αφετηρία την ΟλΑΠ 3/2010 και την απόφαση πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ αντίστοιχα», ΠοινΧρ Ξ 2010, σελ. 446, και η μελέτη του Χ. Παπαστυλιανού, «Η δημόσια τάξη ως συνταγματικά αποδεκτός περιορισμός της ελευθερίας του λόγου: Προϋποθέσεις μιας σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας των σχετικών διατάξεων του ΠΚ», η οποία αναφέρεται ειδικά στα εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης, που τυποποιούνται στο ΣΤ Κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα και όχι ειδικά στο αντιρατσιστικό νομοθέτημα.
Από τους παραπάνω συγγραφείς ο Γ. Αποστολάκης, θεωρεί ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι το δικαίωμα για ισότητα μεταχειρίσεως και για αποφυγή φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, ενώ ο Ι. Μοροζίνης, θεωρεί σωστή κατ’ αρχήν την θέση εκκίνησης, πλην όμως παρατηρεί ότι η παραπάνω διάταξη δεν αποσκοπεί απλώς στην αποφυγή διακρίσεων, αλλά στην απόλυτη προστασία ατομικών έννομων αγαθών της ζωής, της τιμής και ελευθερίας, χωρίς διακρίσεις.
Ο Χ. Ανθόπουλος στην μελέτη του θεωρεί, ότι αυτού του είδους τα εγκλήματα αν και «εγκλήματα γνώμης», όπως τα χαρακτηρίζει, «προσβάλλουν κατά πρώτο λόγο (αν και όχι μόνο) ατομικά έννομα αγαθά και όχι κρατικά ή κοινωνικά, όπως στα κλασικά εγκλήματα γνώμης. Δεν αναγνωρίζει επίσης ότι θα ήταν αρκετό για τη συνταγματικότητα της ποινικοποίησης του ρατσιστικού λόγου, η θεμελίωσή της στο άρ. 2 παρ. 1 δηλαδή στην προστασία και τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, για το λόγο ότι έτσι ευνοείται η εκδοχή ότι όλες οι συνταγματικές ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένης και της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, θα βρίσκονται σε μία θέση υποδεέστερη από εκείνη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η οποία θα αποτελεί και τον τελικό σκοπό, που θα πρέπει να υπηρετούν σε κάθε εκδήλωσή τους. Η θέση βέβαια αυτή θα μπορούσε να υιοθετηθεί, μόνο αν λάμβανε κανείς εξ’ αρχής ότι υφίσταται ένα σύστημα ιεράρχησης των συνταγματικών αρχών και δικαιωμάτων, στην οποία η «αξία του ανθρώπου» θα είναι στην κορυφή, και οι υπόλοιπες ελευθερίες θα ακολουθούν, υπαγόμενες σε αξιολογικούς κανόνες συμφωνίας με την αρχή της αξίας του ανθρώπου. Ο ίδιος όμως ο συνταγματικός νομοθέτης δεν έχει προβεί σε ιεράρχηση των συνταγματικών δικαιωμάτων, ούτε η ελληνική έννομη τάξη αντιλαμβάνεται τη συνταγματική τάξη ως ένα σύστημα αξιών με ιεραρχική δομή.
Στην μελέτη του ο Χ. Παπαστυλιανός που αναφέρεται ειδικά στα εγκλήματα που αφορούν την επιβουλή της δημόσιας τάξης και που τυποποιούνται στο ΣΤ’ κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, θεωρεί ότι η ρήτρα «τηρώντας τους νόμους του Κράτους» η οποία συνοδεύει την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης στο ελληνικό σύνταγμα, με βάση την οποία η δημόσια τάξη εισάγεται στο σύστημα των περιορισμών, υποχρεώνει στην τήρηση όσων κανόνων είναι αναγκαίοι για να αποκτήσουν μια σαφή διάσταση το νομικό status των δικαιωμάτων των άλλων μελών του κοινωνικού συνόλου, και οι όροι της ειρηνικής συμβίωσης και επικοινωνίας των ανθρώπων».
Η ανωτέρω θεώρηση πηγάζει από την αντίληψη του συγγραφέα σχετικά με τις θέσεις του J. Habermas για τη σχέση μεταξύ δικαιωμάτων και λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή των πολιτών πρέπει να επεκτείνεται στη δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών σ’ ένα ευρύτερο δημόσιο χώρο ανταλλαγής και διαμόρφωσης απόψεων, στον οποίο δημόσιο χώρο οι πολίτες πρέπει να έχουν ελεύθερη και με ίσους όρους πρόσβαση, έτσι ώστε να έχουν και τις ίδιες
Η δε νομολογία που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ερμηνευτική προσέγγιση των ζητημάτων αυτών, είναι εντελώς πενιχρή. Ο ν. 927/1979 (λεγόμενος και αντιρατσιστικός), είχε μηδαμινή επιρροή στην πραγματική κοινωνική ζωή και έχει απασχολήσει στην πράξη πολύ περισσότερο τους νομοθέτες παρά τους δικαστές και την αστυνομία* [26].
Θεωρώ όμως, ότι και το άρ. 2 παρ. 1 που κατοχυρώνει τον σεβασμό και την προστασία την αξίας του ανθρώπου έναντι και διά της Πολιτείας, θα μπορούσε να στηρίξει συνταγματικά την ανωτέρω διάταξη.
Και τούτο γιατί ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, έχει ήδη ερμηνευ- θεί ως ένα ατομικό αμυντικό δικαίωμα στο περιεχόμενο του οποίου περιλαμβάνεται η ανθρώπινη προσωπικότητα ως εσωτερικό συναίσθημα τιμής και ως κοινωνική αναγνώριση και υπόληψη[28] [30]. Οι ατομικές ελευθερίες δεν μπορεί λοιπόν να φτάνουν έως του σημείου εκείνου όπου θα παρατηρείται διασάλευση αυτής της τάξης. Το δημοκρατικό κράτος αποτελεί αυτοσκοπό. Το καθεστώς ελευθερίας δεν μπορεί να φτάνει στο σημείο που να αλλοιώνει το πρωταρχικό σκοπό της οργανώσεώς του που είναι η προστασία της υπάρξεώς του. Μέσω αυτής της ίδιας της υπάρξεώς του δύναται να αναγνωρίζει την ελευθερία των προσώπων και των δικαιωμάτων τους. Η ελευθερία αυτή λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι σχετική. Καμία ελευθερία ή άσκηση ατομικού δικαιώματος δεν φθάνει ως το σημείο που θα θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του Κράτους[32]. Οι νόμοι που πρέπει να τηρούνται, είναι αυτοί που ρυθμίζουν και προστατεύουν άλλα συνταγματικά δικαιώματα. Οπότε το πεδίο της έντασης μετατίθεται στους κανόνες για τη σύγκρουση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Η σύγκρουση σε αυτές τις περιπτώσεις ρυθμίζεται μόνο με βάση μία adhocσχέση προτίμησης ανάμεσά τους με γνώμονα τη βέλτιση δυνατή έκβαση στη σύγκρουση των διακυβευόμενων δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών[34].
Ωστόσο, ο παραπάνω συγγραφέας, εισφέρει και μία παρατήρηση αναφε- ρόμενος στη διατριβή της Homle, «GrobanstoBigesVerhalten» (Βαριά Ανήθικη Συμπεριφορά), ότι δηλαδή, το περιεχόμενο του υπερατομικού έννομου αγαθού «δημόσια ειρήνη», δεν είναι η κοινωνική αναταραχή καθ’ εαυτή, η οποία γεννά την απαξία του ρατσιστικού λόγου και πρέπει να αποτραπεί διά ποινικών κυρώσεων. Είναι ο κίνδυνος που εγκυμονεί για τα ατομικά έννομα αγαθά των μελών των πληθυσμιακών ομάδων, τις οποίες στοχοποιεί ο λόγος του μίσους. Η πένα ήταν και είναι ισχυρότερη του ξίφους. Με την ποινικοποί- ηση της εξωτερίκευσης και διάδοσης των συγκεκριμένων στοχασμών, επιδιώκεται η μετάθεση προς τα εμπρός της ποινικής προστασίας των ατομικών εν- νόμων αγαθών (ιδίως της ζωής, υγείας, τιμής αλλά και ανθρώπινης αξίας) των μελών ευαίσθητων πληθυσμιακών ομάδων, (προ-) προστατεύονται δηλαδή ατομικά έννομα αγαθά, υπό την έννοια της συνολικής προστασίας «τάξεων» ατομικών εννόμων αγαθών όλων των θιγόμενων. Συνεπώς η δημόσια τάξη συ- νιστά ένα κατ’ επίφαση έννομο αγαθόΚοινωνία κινδύνου και κράτος πρόληψης. Οι διατάξεις του αντιρατσιστικού νόμου ως ένα δικαίωμα στην ασφάλεια
Ο όρος «δημόσια τάξη», δεν μπορεί παρά να έχει ως εννοιολογικό περιεχόμενο πρωτίστως την δημόσια ασφάλεια[37].
Η θεωρία του Κράτους πρόληψης αναπτύσσεται γύρω από μία νέα κοινωνιολογική έννοια της «κοινωνίας της διακινδύνευσης». Η θεωρητική κατοχύρωση του όρου ανήκει στον Γερμανό κοινωνιολόγο UlrichBeck. Στο έργο του «Κοινωνία της διακινδύνευσης. Καθοδόν προς μία διαφορετική Νεωτερικότη- τα», που εξέδωσε το 1986, λίγο μετά το πυρηνικό ατύχημα του Τσέρνομπιλ, υποστήριξε πως η σημερινή εποχή διακρίνεται από έναν κατεξοχήν μεταβατικό χαρακτήρα, καθώς η καλούμενη βιομηχανική κοινωνία τείνει βαθμιαία να υποκατασταθεί από έναν νέο μακροκοινωνιολογικό τύπο, την κοινωνία διακινδύνευσης. Πρόκειται για την κοινωνία που βρίσκεται αντιμέτωπη με διακινδυνεύσεις μοναδικής εμβέλειας, που προέρχονται από την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, δρουν καθολικά και παγκόσμια, και προκαλούν μία κρίσιμη διακλάδωση για το μέλλον της ανθρωπότητας με απρόβλεπτη κατεύθυνση.
Η έννοια της διακινδύνευσης, εμπεριέχει την έννοια του κινδύνου αλλά δεν ταυτίζεται μ’ αυτήν. Ως διακινδύνευση θεωρείται η συνειδητή έκθεση σε κίνδυνο. Πρόκειται συνεπώς, όχι για μία εν δυνάμει επιζήμια φυσική κατάσταση αλλά για μία επιζήμια ανθρώπινη επιλογή που δημιουργεί και ανάλογη κοινωνική ευθύνη. Ο κίνδυνος είναι κατάσταση, ενώ η διακινδύνευση ανθρώπινη επιλογή που λαμβάνεται συνήθως επί τη βάση της ωφελιμότητας[39].
Όπως είναι φυσικό αυτή η προσανατολισμένη στην ασφάλεια λειτουργία του κράτους πρόληψης έχει εισχωρήσει στο σύστημα δικαίου και ιδίως στο ποινικό δίκαιο, όπου πλέον γίνεται λόγος για ποινικό δίκαιο της κοινωνία της διακινδύνευσης[41] [43].
Θεωρώντας λοιπόν ότι τα επιμέρους συνταγματικά αγαθά, όπως η ζωή, η τιμή, η ελευθερία, η ισότητα, η αξιοπρέπεια αλλά και η προσωπικότητα με τα επιμέρους χαρακτηριστικά της, στις “υλικές” και “απτές” τους υποστάσεις ως εννόμων αγαθών, ο ποινικός νομοθέτης θέλει να τα προστατέψει από τους ε- περχόμενους κινδύνους από τον προτρεπτικό σε βία ή μίσος ή διακρίσεις ρατσιστικό λόγο (λόγο που στοχοποιεί το άτομο ή την ομάδα για τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία), ανταποκρινόμενος στην υποχρέωσή του, δυνάμει του άρ. 25 παρ. 1 Σ, καθορίζει και τη νομοτυπική μορφή αυτής της προστασίας.
Στα πλαίσια της κοινωνίας της διακινδύνευσης ενεργοποιείται το ποινικό δίκαιο σε προγενέστερα της βλάβης στάδια, μέσω των εγκλημάτων αφηρημέ- νης διακινδύνευσης, που συνιστούν την πιο διευρυμένη μορφή ποινικής προστασίας, καθώς η σύνδεση ανάμεσα στην εγκληματική συμπεριφορά και το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι ιδιαιτέρως χαλαρή. Και παρά τις επικρίσεις της επιστημονικής κοινότητας για τα συγκεκριμένου τύπου αδικήματα, αυτά φαίνεται υπό τη θεωρία της κοινωνίας της διακινδύνευσης να πολλαπλα- σιάζονται. Όπως αναφέρει και ο Ν. Παρασκευόπουλος, αυτό που κυριαρχεί στις κοινωνικές σχέσεις, δεν γίνεται να παραγνωριστεί ή να υποβαθμιστεί κατά τη διαμόρφωση των θεσμών[45].
Πλήν όμως επειδή πρόκειται για έγκλημα αφηρημένης- συγκεκριμένης διακινδύνευσης, προϋποθέτει μία συγκεκριμένη επικινδυνότητα συμπεριφοράς (υπό την έννοια ότι μπορεί να προκαλέσει τον κίνδυνο), χωρίς να απαιτείται και η επέλευση αυτού του κινδύνου, δηλαδή μετατίθεται η ποινική προστασία προς τα έμπροσθεν. Επαφίεται λοιπόν στον δικαστή, που, αφού σταθμίσει την κάθε περίπτωση (inconcreto), θα κρίνει από την αποδεικτική διαδικασία αν υπάρχει αντικειμενικά αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του λόγου του δράστη και των οποιονδήποτε συμπεριφορών που αυτός προκάλεσε, ώστε αυτές οι συμπεριφορές να καταλογιστούν ως πρόσφορες για να επέλθει συγκεκριμένος κίνδυνος για τα έννομα και προστατευτέα από τη διάταξη αγαθά, χωρίς να απαιτείται να επέλθει και ο κίνδυνος αυτόςΗ ποινικοποίηση του λεγόμενου αναθεωρητικού λόγου[48].”
Είναι προφανές ότι αυτού του είδους ο λόγος, διαφορετικός από το άρθρο 1 του ν. 927/1979, καθόσον αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, είναι δύσκολο να οδηγήσει στην παραδοχή μίας σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας. Ιδίως στην προηγούμενη μορφή του το άρθρο αυτό προέβλεπε την ποινική τιμώρηση μόνο της έκφρασης προσβλητικών ιδεών, σχετικά με τη φυλή ή την εθνική καταγωγή, ήταν κατάφωρα αντισυνταγματικό αφού περιόριζε τον πυρήνα της ελευθερίας της έκφρασης του άρ. 14 Συντ[50].
- Επίλογος
Η Βουλή των Ελλήνων με ισχνή πλειοψηφία υιοθέτησε στις 10.9.2014 τον ν. 4285/2014, που τροποποίησε τις διατάξεις του ήδη ισχύοντος ν. 927/ 1979, με σκοπό την προσαρμογή του στην απόφαση – πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ της 28ης Νοεμβρίου 2008[52].
[2] Χ. Ανθόπουλος, «Πληροφόρηση και Ρατσισμός», Περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 63, Απρίλι- ος-Ιούνιος 1998. Επίσης ο Αριστόβουλος Μάνεσης σε «Όψεις και αντιμετώπιση του ρατσισμού», Το Σύνταγμα 1/2000, αναφέρεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι στην εποχή μας η ρατσιστική ιδεολογία έχει μετατοπισθεί στην πολιτισμική ταυτότητα, η οποία συντίθεται από στοιχεία εθνικά, πολιτικά, θρησκευτικά, εθίμων, παραδόσεων, τρόπου ζωής κοκ, του κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού, και στην προάσπιση της αυθεντικότητας και της «καθαρότητάς» της από την εισδοχή στοιχείων άλλων πολιτισμικών οντοτήτων που θα την αλλοίωναν, έστω και αν αυτές δεν αξιολογούνται κατ’ ανάγκην ως ποιοτικά κατώτερες. Αυτός ο νέου τύπου ρατσισμός φαίνεται να οικειοποιείται για λογαριασμό του το «δικαίωμα στη διαφορά», τονίζοντας ότι μία δεδομένη κοινωνία δικαιούται να προστατεύσει την πολιτισμική της ιδιαιτερότητα, δικαιολογώντας έτσι τον αποκλεισμό της ετερότητας.
[4] Στο προοίμιο της διεθνούς σύμβασης, ορίζεται ότι «κάθε θεωρία για ανωτερότητα που βασίζεται σε φυλετική διάκριση είναι επιστημονικώς εσφαλμένη, ηθικώς κατακριτέα και κοινω- νικώς άδικη και επικίνδυνη».
[6] Εθνική Επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου, έκθεση της 17ης Μαίου 2012, με τίτλο «Ρατσιστική Βία».
[8] Το πρώτο άρθρο του ν. 4285/2014, στοχεύει στην τιμωρία της δημόσιας υποκίνησης σε συμπεριφορές διάκρισης και βίας σε βάρος προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τη «φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό ή την αναπηρία», και μάλιστα «κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα» των προσώπων αυτών. Προσθέτει δε επιπλέον με πρωτοποριακό τρόπο στον παραπάνω κατάλογο λόγων διάκρισης την «ταυτότητα φύλου» κάνοντας έτσι δεκτό πιεστικό αίτημα πολλών ΛΟΑΤ οργανώσεων. Πρέπει δε να επισημανθεί η πρόβλεψη ειδικών κυρώσεων για τα νομικά πρόσωπα στα οποία συμμετέχουν οι δράστες ή που ωφελούνται από τη δράση τους, η ειδική αναφορά στα εγκλήματα μίσους δια του διαδικτύου και η διευκόλυνση της υποβολής εγκλήσεων από τα θύματα.
[10] Η πρόσληψη της έννοιας του εννόμου αγαθού ως αντικειμένου προστασίας του ποινικού δικαίου, συνδέεται με τη γερμανική ποινική παράδοση, οι απαρχές της οποίας βρίσκονται στις θεωρητικές κατευθύνσεις που αναπτύχθηκαν εντός του κλίματος του διαφωτισμού και του ορθού λόγου του 18°“ και των αρχών του 19ου αιώνα. Οι θεωρητικές αυτές κατασκευές αναζήτησαν τη νομιμοποίηση του ποινικού δικαίου και συνακόλουθα την επιβολή της ποινής στον ορθό λόγο πέρα από μεταφυσικές αντιλήψεις. Στη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, βρίσκεται η βάση μιας ιδεολογικοπολιτικής κατεύθυνσης σύμφωνα με την οποία, αφενός η κοινωνία εγγυάται την προστασία των δικαιωμάτων εκάστου κοινωνού, αφετέρου απαιτεί απ’ αυτόν σεβασμό των δικαιωμάτων των συγκοινωνών του. Κεντρικό σημείο αναφοράς στο «κοινωνικό συμβόλαιο», αποτελεί ο όρος δικαίωμα. Απ’ αυτό ακριβώς το σημείο ο κορυφαίος ποινικολόγος της εποχής εκείνης AnselmvonFeuerbach, χαρακτήρισε ως θεμέλιο των ποινικών νόμων την προστασία των δικαιωμάτων και ως ουσιαστικό περιεχόμενο του εγκλήματος την προσβολή αυτών (Δ. Σπννέλης ΠοινΧρ ΚΑ σελ. 722, Δ. Σπυράκος, Η κριτική λειτουργία της έννοιας του εννόμου αγαθού, σελ. 41, Ν. Δημητράτος, Έννομο αγαθό και διδασκαλία περί εγκλήματος στο ποινικό δίκαιο, σελ. 32). Η έννοια του δικαιώματος απέκτησε ένα φιλελεύθερο από λειτουργικής απόψεως περιεχόμενο, καθόσον ορίσθηκε για πρώτη φορά μία ουσιαστική έννοια του περιεχομένου του εγκλήματος και οριοθετήθηκε η προστασία του ατόμου από την κρατική αυθαιρεσία. Στο έργο του Feuerbachαποτυπώνονται οι συνέπειες του διαφωτισμού για το ποινικό δίκαιο. Προϋπόθεση κάθε εγκλήματος είναι η προσβολή των δικαιωμάτων που είτε προϋπάρχουν ως έμφυτα στη φύση, είτε θεμελιώθηκαν ως τέτοια για τον άνθρωπο και το κράτος με το κοινωνικό συμβόλαιο.
Το 1834 ο Birnbaumδημοσίευσε στο περιοδικό ArchivdesCriminalrechtsμία μελέτη, η οποία στο επίκεντρο της διδασκαλίας για το περιεχόμενο του εγκλήματος εισήγαγε μία νέα έννοια την έννοια του αγαθού (Gut). Ο Birnbaumαξιώνει μέσα από τη θεωρία των εννόμων αγαθών, χωρίς ωστόσο να δώσει συγκεκριμένο ορισμό, την εμπειρική συγκεκριμενοποίηση της προσβολής, θέλοντας ν’ αποφύγει την φυσιοκρατική αντίληψη περί δικαιωμάτων που επικρατούσε μέχρι τότε.
Ο Bindingθεωρεί ως έννομο αγαθό, εκείνο το οποίο στα μάτια του νομοθέτη εμφανίζει αξία, καθώς συνιστά προϋπόθεση υγιούς διαβιώσεως της εννόμου κοινωνίας και για την απρόσκοπτη διατήρηση του οποίου η έννομη κοινωνία έχει συνεπώς ενδιαφέρον, έτσι ώστε ο νομοθέτης επιζητεί μέσω των κανόνων δικαίου να διασφαλίσει αυτό από ανεπιθύμητες προσβολές ή διακινδυνεύσεις του. (BindingK., DieNormenundihreObertretung, BdI, εκδ. 1872).
OBindingως υπέρμαχος του νομικού θετικισμού παραδίδει στην αποκλειστική εκτίμηση του νομοθέτη την ανάδειξη εκείνων των εννόμων αγαθών, τα οποία αυτός και μόνο θα ορίσει ως σημαντικά για την εδραίωση της υγιούς και απρόσκοπτης ζωής μιας εννόμου κοινωνίας.
Ακολούθησαν οι θεωρίες του Liszt, σύμφωνα με τον οποίο, τα έννομα αγαθά δεν είναι αγαθά του δικαίου αλλά του ανθρώπου. Τα ενδιαφέροντα αυτά συνεπώς προϋπάρχουν του δικαίου, δεν τα δημιουργεί η έννομη τάξη αλλά η ίδια η ζωή.
Την κυριαρχία της φυσιοκρατικής σκέψεως στη γερμανική δικαιική φιλοσοφία θα υποκαταστήσει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα το πνεύμα του νεοκαντιανισμού. Απέναντι στον εμπειρισμό ο νεοκαντιανισμός θα αντιτάξει τώρα μία θεωρία της γνώσεως. Ο κλασικός διπολισμός μεταξύ “ιδέας” και “πραγματικότητας” που κατά την ιστορική σκέψη πολλών καντιανών περιγράφεται ως αντίθεση μεταξύ “δέοντος” και “όντος” μορφοποιείται στη διδασκαλία του Rickert ως αντιδιαστολή ανάμεσα σε αξία (Wert) και πραγματικότητα (Wirklichkeit). Για τον Rickert μία ενιαία εννοιολογική σύνθεση των δύο αυτών όρων πραγματοποιείται ωστόσο μόνο στο χώρο των αγαθών (Outer), καθώς αυτά τα αγαθά καθορίζονται ως οι “εμπεριέχουσες αξία πραγματικότητες”.
Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Wolf, η ποινική επιστήμη είναι επιστήμη πνευματικού πολιτισμού. Αντικείμενό της είναι ο χώρος όπου λειτουργεί η ηθική, ο χώρος του κοινωνικού πολιτισμού. Οι εκάστοτε ισχύουσες κοινωνικοηθικές αξίες μορφοποιούνται ως αγαθά, όπως είναι η οικογένεια το κράτος κλπ, η προστασία των οποίων συνιστά τον σκοπό του δικαίου.
Παρά τις θεωρίες του Wolf, όπου το έννομο αγαθό φτάνει να πνευματικοποιείται έντονα, ως σύλληψης μιας άυλης πλέον αξίας, το θεμέλιο της φιλοσοφικοδικαιικής θεωρίας του Rickert παραμένει σταθερό: στον πυρήνα κάθε αξίας υπάρχει ένα υλικό υπόβαθρο, στο οποίο πάλι ενσωματώνεται ένα ιδεατό έννομο αγαθό.
- Ν. Δημητράτος, Έννομο αγαθό και διδασκαλία περί εγκλήματος στο ποινικό δίκαιο, σελ. 23, W. Hassemer, Theorie und Soziologie des Verbrecherns, 1973 σελ. 19 επ.
[14] Ο Δ. Σπννέλλης στην εργασία του «Το έννομο αγαθό και η σημασία του στη σύγχρονη διδασκαλία του ποινικού δικαίου», ΠοινΧρΚΑ, σελ. 805 επ. διακρίνει τις εξής κατηγορίες α) α- ναλόγως εάν ως αγαθά νοούνται δεδομένα προϋφιστάμενα της νομοθετικής προστασίας ή εάν α- ντιθέτως αυτά είναι όλα όσα ο νομοθέτης αποφασίζει να προστατεύσει μιλούμε περί εννόμου αγαθού υπό ουσιαστική ή υπό τυπική έννοια. Β) αναλόγως εξάλλου εάν έννομα αγαθά θεωρούνται δεδομένα από την εμπειρική πραγματικότητα ή αφηρημένες έννοιες ή αξίες, ιδέες ή σκοποί, τότε μιλούμε για εμπειρική -νατουραλιστική ή αφηρημένη έννοια του εννόμου αγαθού.
[16] Δ. Σπινέλλη, ό.π. σελ. 721, 801 επ.
[18] Ο KnutAmelung, μαθητής του Roxin, σηματοδοτεί μία νέα κατεύθυνση στην πορεία της περί εννόμου αγαθού διδασκαλίας. Σ’ ένα επιβλητικό έργο όπου παρουσιάζονται οι μέχρι την εποχή του θεωρίες περί εννόμου αγαθού, (RechtsguterschutzundSchutzderGesellschaft, 1972), επισημαίνεται η ανάγκη για μία νέα κοινωνική και συστημική περί εγκλήματος και εννόμου αγαθού θεωρία. Στην ενδελεχή του ιστορική ανάλυση θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δόγμα περί προστασίας εννόμου αγαθού είναι τελείως διάφορο με το εγκληματοπολιτικό αίτημα των αρχών του διαφωτισμού.
Για τον Amelungπρωταρχική σημασία έχει η έννοια της κοινωνίας ως συστήματος, με επίκεντρο αναφοράς τις πράξεις κοινωνικά επενεργούντων ανθρώπων. Βασική προϋπόθεση διατη- ρήσεως αυτού του συστήματος είναι η κοινωνική λειτουργία. Ως θετική κοινωνική λειτουργία ενός στοιχείου του συστήματος (π. χ. ενός κανόνα δικαίου) εννοείται η συνεισφορά αυτού στη διατήρηση του κοινωνικού συστήματος, ενώ κοινωνικά δυσλειτουργικό είναι εκείνο το φαινόμενο, ύπαρξη του οποίου απειλεί περαιτέρω τη διατήρηση του συστήματος. Το έγκλημα συνιστά μία ειδική περίπτωση δυσλειτουργικού φαινομένου, νοούμενου ως εναντιώσεως σ’ ένα θεσμοποιημέ- νο κανόνα δικαίου, ο οποίος συντείνει στην σταθερότητα του κοινωνικού συστήματος. Ο σκοπός του ποινικού δικαίου, ο οποίος προσδιορίζει και το εννοιολογικό περιεχόμενο των εννόμων αγαθών δεν έχει χαρακτήρα ιδεατό ή αιώνιο, αλλά αμιγώς κοινωνικό. Η διδασκαλία του Amelungεισάγει ως θεμελιακό το στοιχείο της κοινωνιολογικής θεωρήσεως. Η αποστολή του ποινικού δικαίου ανάγεται σ’ ένα ορθολογικό, λειτουργικό πυρήνα. Η διακρίβωση της inconcretoλειτουρ-
γίας μιας ποινικής διατάξεως εκφεύγει των ορίων της αφηρημένης θεωρητικής διαδικασίας και επιτελείται πλέον στο ασφαλές πεδίο των κοινωνικών επιστημών, γεγονός που διασφαλίζει άλλωστε και τη διαρκή και εναργή εποπτεία των κοινωνικών μεταβολών.
Η θεωρία του συστήματος δεν διερευνά κατ’ αρχήν τις ανάγκες του μεμονωμένου ανθρώπου, αλλά τους όρους αλληλοδράσεως πλειόνων ανθρώπων. Το άτομο δεν προστατεύεται χάριν εαυτού, αλλά χάριν της κοινωνίας. Υπό μία εκδοχή αυτή η αντίληψη οδηγεί στην κοινωνική σύν- θλιψη του ατόμου, το οποίο εξαφανίζεται από τον αυτόνομα λειτουργούντα κοινωνικό μηχανισμό.
Η κριτική όμως της παραπάνω θέσης προβάλλει το ερώτημα πως είναι δυνατό η νομιμότητα ενός συστήματος να προκύπτει από ένα υποσύστημά του όπως είναι το Συνταγματικό Δίκαιο. Αναγκάζεται λοιπόν ο Amelungνα δικαιολογήσει την παραπάνω αντινομία, προσφεύγοντας στην υπερθετική κατασκευή των θεμελιωδών οργανωτικών μεθόδων της κοινωνικής διαβίωσης. Τα θεμελιώδη δηλαδή ζητήματα της διαβίωσης είναι υπερθετικά δηλαδή δεδομένα γνωστά εκ των προτέρων στο νομοθέτη. Συνεπώς το Σύνταγμα καθορίζει ως ένα μεγάλο βαθμό μόνο την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.
[20] Δημητράτος, ό.π. σελ. 304, «Το αντικείμενο προστασίας της διατάξεως του άρ. 299 ΠΚ δεν είναι βέβαια η αφηρημένη έννοια «ο Α πολίτης ή ο Β», αλλά το σύνολο των στοιχείων εκείνων, τα οποία συναπαρτίζουν το φαινόμενο της ζωής του Α ή του Β κλπ».
[22] Ν. Δημητράτος, ό.π. σελ. 313.
[25] Έτσι στην έκθεση των Αντώνη Γαζάκη, Δέσποινα Συρρή, Ανδρέα Τάκη «Ρατσισμός και Διακρίσεις στην Ελλάδα σήμερα», HeinrichBollStiftungΕλλάδα, Θεσσαλονίκη 2014.
[27] ΑΠ 40/1998 Ολ, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Εκδ. Αντ Σάκ- κουλα 2002, σελ. 105.
[29] Ι. Μοροζίνη ό.π. σελ. 447, υπ. 12. Επίσης η απόφαση της ΟλΑΠ 3/2010, θεωρεί την ανθρώπινη αξία ως αυτοτελές έννομο αγαθό «Η άσκηση των συνταγματικών αυτών δικαιωμάτων πρέπει να κρίνεται σε συνδυασμό με την απορρέουσα από τη συνταγματική επιταγή του άρ. 2 πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας για σεβασμό και προστασία της αξίας του ατόμου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η φυλετική και εθνική καταγωγή του, στην οποία ανταπο- κρίθηκε με το ν. 927/1979.
[31] Αρ. Μάνεση, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Το πρόβλημα της ασφάλειας του Κράτους και η Ελευθερία, Τ. Α’, 1980, σελ. 390.
[33] Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2η έκδοση, 2002, σελ. 103.
[35] Σε Ι. Μοροζίνη, ο.π. σελ. 448 και τις εκεί παραπομπές σε Homle, GrobanstoBigesVerhalten, σελ. 90 επ. 2005.
- Χ. Ανθόπουλος, Κράτος πρόληψης και δικαίωμα στην ασφάλεια, σε «Ασφάλεια και Δικαιώματα στην κοινωνία της Διακινδύνευσης», Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, σελ.109 επ., με αναφορά στον E. Denninger, Π. Μαντζούφας, Ασφάλεια και πρόληψη στην εποχή της διακινδύνευσης, σε Τόμος Τιμητικός του Συμβουλίου της Επικρατείας, 75 χρόνια Αθήνα Θεσσαλονίκη, Ι. Μανωλεδάκης, Ασφάλεια και ελευθερία.
Μανωλεδάκης Ι., Κοινωνία της διακινδύνευσης: Μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, σε Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, ό.π. σελ. 183-194, σελ. 184-185.
[40] Α. Παπανεοφύτου, Ποινικό Δίκαιο, Κράτος και Τεχνολογικοί κίνδυνοι, τόμος Α’, 1997, σελ. 201.
[42] Κ. Χρυσόγονος, Το θεμελιώδες δικαίωμα στην ασφάλεια, ό.π. σελ. 145.
[44] Ν. Παρασκευόπουλος, Η διάκριση κινδύνου και βλάβης στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ ΝΑ 2001, σελ. 482, Επίσης για την διακινδύνευση σε: Ι. Μανωλεδάκης, Το έννομο αγαθό, 1996, Δ. Σπυράκος, Αφηρημένη Διακινδύνευση Μία επικίνδυνη κατασκευή για το ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 1993, σελ. 360, Ν. Δημητράτος, Προβλήματα ποινικής δογματικής στο κατώφλι της τρίτης χιλιετίας, ΠοινΧρ 2000, σελ. 382, του ίδιου, Αντεγκληματική πολιτική και συμβολικό ποινικό δίκαιο, Νομικό Βήμα 1993, σελ. 1045, W. Hassemer, Προβλεπόμενες εξελίξεις στη δογματική του ποινικού δικαίου και την αντεγκληματική πολιτική, Υπεράσπιση 2000, 4, με την παρατήρηση ότι η τυπική μορφή του εγκλήματος στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο είναι το έγκλημα αφη- ρημένης διακινδύνευσης.
[46] Έτσι Ι. Μοροζίνης, ό.π. σελ. 449 επ., και ιδίως υπ. 27 για τις υποδιαιρέσεις των εγκλημάτων αφηρημένης διακινδύνευσης με τις εκεί περαιτέρω παραπομπές στη ελληνική και γερμανική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας θεωρεί το αδίκημα ως συγκεκριμένης -αφηρημένης διακινδύ- νευσης, ως υποδιαίρεση των εγκλημάτων της αφηρημένης διακινδύνευσης και κατά στα οποία μετατίθεται η πρόγνωση έλευσης του κινδύνου στον δικαστή, ο δε κίνδυνος να προβάλλεται ως τόσο εγγύς, ώστε η μη επέλευση να οφείλεται στην τύχη.
[48] Η απόφαση της Ολ. ΑΠ 3/2010, έκρινε σωρευτικά τις αντικειμενικές υποστάσεις και των δύο άρθρων του ν. 927/1979, και κρίνοντας αν υπόκειται ο κατηγορούμενος, θεώρησε ότι οι αναφορές του βιβλίου του, δεν είναι προσβλητικές για μία φυλή (Εβραίοι, καθόσον αναφέρεται στους Εβραιοσιωνιστές), ή ότι συνδέονται με τη θρησκεία τους, η οποία μάλιστα δεν συμπερι- λαμβανόταν στο κατηγορητήριο.
[50] Από τη δεκαετία του 1960 γίνεται λόγος για μία μη δεδηλωμένη αλλά παράλληλη και εξίσου σημαντική λειτουργία του δικαίου. Πρόκειται εδώ για τη συμβολική λειτουργία όρο που διατύπωσε η πολιτική επιστήμη (Σχετικά οι μελέτες των T. W. Arnold, TheSymbolsofGovernment, 1962 και M. Edelman, PolitikalsRitual, 1976) και ο οποίος προέκυψε από την ερμηνεία του ρόλου των θεσμικών συμβόλων και μηχανισμού τους στο ευρύτερο πεδίο ενασκήσεως της πολιτικής εξουσίας. Στον χώρο των ποινικών επιστημών ο ανωτέρω όρος απέκτησε σημαίνουσα βαρύτητα.
Ήδη αποτέλεσε αξονικό σημείο αναφοράς στο πλαίσιο της διδασκαλίας της συμβολικής αλληλεπιδράσεως (SymbolisherInteraktionismus), η οποία εμφανίστηκε στο χώρο της λεγόμενης Σχολής της «κριτικής εγκληματολογίας» ως βασική εκδοχή της «θεωρίας της ετικέτας» (labelingapproach). Συγκεκριμένα οι θεωρητικοί της διδασκαλίας της συμβολικής αλληλεπιδράσεως διατυπώνουν τη γενικότερη θέση ότι η εγκληματικότητα δεν συνιστά ένα αντικειμενικό προϋπάρχον, προσδιορίσιμο κοινωνικό φαινόμενο, αντίθετα αυτή εμφανίζεται ως η συνισταμένη μιας διαλεκτικής πορείας αλληλεπιδράσεως, στην οποία συμμετέχει παραγωγικά και ο νομοθέτης, με την αναγωγή δηλαδή κάποιων μορφών κοινωνικής συμπεριφοράς σε μορφές εγκληματικότητας και τη συνακόλουθη θέσπιση μέτρων προς αντιμετώπισή τους, διαδικασίας ωστόσο που από τη σκοπιά της διδασκαλίας αυτής αναγνωρίζεται ως μηχανισμός επιβολής ετικέτας και στιγματισμού μορφών ανεπιθύμητης κοινωνικής συμπεριφοράς.
Ένα απαλλαγμένο από συμβολικά στοιχεία ποινικό δίκαιο είναι προφανώς αδύνατο να υπάρξει. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο καθώς όποιος επιδιώκει το διαχωρισμό του συμβολικού δικαίου από το μη συμβολικό θα έπρεπε να αποδείξει ότι η πρόσβασή μας στην πραγματικότητα συντελείται πέρα από τον συμβολικό κόσμο των εννοιών. (Δ. Σπυράκος, ό.π. σελ. 92).
Ο όρος «συμβολικό» αποσυνδέθηκε από την θεωρία της ετικέτας και άρχισε να εμπλουτίζεται βαθμιαία με διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο, που στο χώρο της κοινωνιολογίας του δικαίου αποτελεί δεδομένο, το γεγονός δηλαδή ότι ακόμη και στις πιο εξελιγμένες σήμερα μορφές δικαιικής τάξης οι μη δηλωμένες και συμβολικές λειτουργίες του δικαίου είναι εξαιρετικά διαδεδομένες, και τούτο ισχύει κατ’ εξοχήν στο χώρο του ποινικού δικαίου. (Ν. Δημητράτος, Αντε- γκληματική πολιτική και συμβολικό ποινικό δίκαιο, Νομικό Βήμα 1993, σελ. 1045, με τις εκεί παραπομπές σε Hassemer, SymbolischesStrafrechtundRechtsguterschutz, NStZ, 1989, σελ. 553, M. Voss, SymbolischeGesetzgebung, 1989, σελ. 79 επ. και Κ. Σπννέλλη, Ανήλικοι εγκληματίες ή νεαροί παραβάτες; Το πρόβλημα υπό το πρίσμα «της θεωρίας της ετικέτας», ΠοινΧρ 1976 σελ. 785).
Επίσης σε Ι. Μοροζίνη, ό.π. σελ. 454 με τις αναφορές σε Roxinκαι Hornle. Στην Γερμανία οι διατάξεις της “διέγερσης του λαού” καταλαμβάνουν εξέχουσα θέση μεταξύ των διατάξεων εκείνων που ανήκουν στο λεγόμενο συμβολικό ποινικό δίκαιο και ιδίως η διάταξη της παρ. 130 ΙΙΙ StGB. Στη θεωρία υποστηρίζεται με ισχυρά και πειστικά επιχειρήματα η έλλειψη της νομιμοποιητικής βάσης των ανωτέρω διατάξεων βάσει της θεωρίας του εννόμου αγαθού.
Επίσης σε υποσ. 73, για το ισχύον δίκαιο στις ΗΠΑ, όπου η ελευθερία του ρατσιστικού λόγου είναι σχεδόν απόλυτη, καθόσον η εθνικοσοσιαλιστική και αντισημητική προπαγάνδα υπάγεται στην συνταγματική προστασία της ελευθερίας της γνώμης διά της πρώτης συμπλήρωσης του Συντάγματος (firstamendment). Εξάλλου το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε στην υπόθεση Texasv. Johnson491 U.S. At 414, ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαγορεύσει την έκφραση μιας ιδέας απλώς επειδή η κοινωνία θεωρεί την ιδέα καθ’ εαυτή προσβλητική ή διαφωνεί”. Μόνο οι λεγόμενες “fightingwords” αποκλείονται από την συνταγματική εγγύηση, όταν προκαλούν επικείμενο κίνδυνο διατάραξης της κοινωνικής ειρήνης (immediatebreachofpiece) SupremeCurt, σε Chaplinskyv. NewHampshire 315 U.S. 568, 571-572, (1942).
[52] Έτσι σε Αντώνη Γαζάκη, Δέσποινα Συρρή, Ανδρέα Τάκη, Ρατσισμός και διακρίσεις στην Ελλάδα σήμερα, Θεσσαλονίκη 2014, HeinrichBollStiftungΕλλάδα.
