Αριθμός 1242/2008
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2006 με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Α. Θεοφιλοπούλου, Ν. Ρόζος, Α. Ράντος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Σύμβουλοι, Θ. Αραβάνης, Ρ. Γιαννουλάτου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Γ. Σακελλαρίου, Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 20 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση :
των : 1. Εμμανουήλ Θεοδωρακόπουλου του Ιωάννη, κατοίκου Αγ. Δημητρίου Αττικής (οδός Ξάνθης αρ. 87α), 2. Θεοδώρου Μποζά του Γεωργίου, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου (οδός Τρίτωνος αρ. 140), 3. Γουέντυ (Wendy) Μπούχλα του Παναγιώτη, κατοίκου Αλίμου Αττικής (οδός Έλλης αρ. 30) και 4. Αθηνάς Οικονομοπούλου του Νικολάου, κατοίκου Ηλιούπολης Αττικής (οδός Ορφέως αρ. 16), ο οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ο οποίος παρέστη με την Αθηνά Αλεφάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η παράλειψη του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων να απαντήσει στην από 15.7.2003 και με αριθμό πρωτοκόλλου 5705/24.7.2003 αίτησή τους.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Αικ. Σακελλαροπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 727666, 587328 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία συμπληρώνεται με το από 14.2.2004 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση παράλειψης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., εκδηλωθείσης με τη σιωπηρή απόρριψη της υπ’ αριθ. πρωτ. 5705/24.7.2003 σχετικής αίτησης των αιτούντων, α) να ανακαλέσει, τροποποιήσει και επανεγκρίνει τα ισχύοντα γενικά πολεοδομικά σχέδια και τα ρυμοτομικά σχέδια των Δήμων Παλαιού Φαλήρου, Αλίμου, Αγίου Δημητρίου και Ηλιούπολης του Νομού Αττικής κατά το μέρος που τα σχέδια αυτά αφορούν τις περιοχές των ανωτέρω δήμων, από τις οποίες διέρχεται το ρέμα της Πικροδάφνης και οι κλάδοι του, β) να εκδώσει απόφαση περί αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών στις παραρεμάτιες ζώνες και γ) να οριοθετήσει πλήρως το «ρεματικό σύστημα» της Πικροδάφνης.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται προς συζήτηση μετά την υπ’ αριθ. 3648/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία διατάχθηκε η Διοίκηση να αποστείλει στο Δικαστήριο τον πλήρη φάκελο της υποθέσεως, στον οποίο να συμπεριλαμβάνονται απαραιτήτως και κυρωμένα φωτοαντίγραφα των πινακίδων των πάσης φύσεως ισχυουσών πράξεων πολεοδομικού σχεδιασμού στις περί το ρέμα Πικροδάφνης περιοχές, καθώς και την έκθεση των απόψεών της επί της υποθέσεως. Παρά το γεγονός ότι η ως άνω απόφαση κοινοποιήθηκε προς τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. στις 22.11.2005 (αποδεικτικό επιδόσεως δικαστ. επιμελήτριας Ειρ. Γιαννούτσου), η Διοίκηση δεν εκπλήρωσε την ανωτέρω υποχρέωσή της.
4. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 23 παρ. 1 και 2, 24 και 33 του π.δ. 18/1989 με τίτλο «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α΄ 8), οι οποίες ερμηνεύονται στο πλαίσιο των συνταγματικών επιταγών των άρθρων 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος, όταν η Διοίκηση δεν αποστέλλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας τον φάκελλο υποθέσεως, παρά την έκδοση σχετικής προδικαστικής αποφάσεως που την υποχρεώνει προς τούτο, η στάση της αυτή δεν έχει ως μόνη συνέπεια τη δυνατότητα να κινηθεί πειθαρχική δίωξη κατά των υπευθύνων υπαλλήλων, αλλά επιτρέπει επιπλέον στο Δικαστήριο να συναγάγει σχετικό κριτήριο και να θεωρήσει ακριβή την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος. Τούτο, διότι, άλλως, η αδράνεια αυτή της Διοικήσεως θα οδηγούσε σε αδυναμία το Συμβούλιο της Επικρατείας να ασκήσει την κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητά του και να παράσχει στο διοικούμενο την έννομη προστασία, την οποία εγγυάται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 1278, 1756/2005, 1692/1999 κ.ά.).
5. Επειδή, οι αιτούντες, φερόμενοι, κατά τα προσκομιζόμενα από αυτούς στοιχεία, ως κάτοικοι των Δήμων Αγίου Δημητρίου, Παλαιού Φαλήρου και Αλίμου και επιδιώκοντες την προστασία του ρέματος Πικροδάφνης σε όλη την έκτασή του, ως στοιχείου του φυσικού περιβάλλοντος, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος σχετικού δικαιώματός τους, ασκούν την υπό κρίση αίτηση με έννομο συμφέρον, ομοδικούν δε παραδεκτώς, προβάλλοντες κοινούς λόγους ακυρώσεως.
6. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως την 59η ημέρα από την παρέλευση απράκτου τριμήνου από την κατάθεση της ως άνω υπ’ αριθ. 5705/24.7.2003 αιτήσεως των αιτούντων προς τη Διοίκηση.
7. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989 (Α 8) είναι δυνατή η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως και κατά παραλείψεως της αρμόδιας αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, όπως και κατά ρητής αρνήσεώς της να προβεί στην ενέργεια αυτή. Τέτοια παράλειψη ή άρνηση οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας υπάρχει όταν ο νόμος επιβάλλει στη διοίκηση την υποχρέωση να επιχειρήσει ενέργεια ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, όχι όμως και όταν παρέχει σε αυτήν την εξουσία να ρυθμίζει με κανονιστικές πράξεις σχέσεις ή καταστάσεις μέσα στα όρια της παρεχόμενης εξουσιοδότησης, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση κανονιστικής πράξης δεν είναι ελεγκτή από τον ακυρωτικό δικαστή. Θεμιτή περίπτωση εξαίρεσης από τη γενική αυτή αρχή συντρέχει όταν με την ίδια τη νομοθετική εξουσιοδότηση, ερμηνευόμενη υπό το φως και των κανόνων υπέρτερης ισχύος, οι οποίοι ενδεχομένως διέπουν την υπό ρύθμιση έννομη σχέση, επιβάλλεται στη διοίκηση, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις, η έκδοση ή τροποποίηση ή η κίνηση της διαδικασίας για την έκδοση ή τροποποίηση κανονιστικής πράξης (βλ. ΣτΕ 1399/2000, 1709/1998, 1391/1990 επτ., 300/1989 επτ., 1490/1982, 1430/1981 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 24 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά το οποίο η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός, για δε τη διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, καθίσταται υποχρεωτική για μεν τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση η λήψη των αναγκαίων κανονιστικών, γενικών ατομικών ή ατομικών μέτρων, προληπτικού ή κατασταλτικού χαρακτήρα, για δε τα δικαστήρια η παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο περιβάλλον. Συνεπώς, η παράλειψη της διοίκησης προς λήψη των μέτρων τούτων, που μπορεί να συνίστανται ακόμη και στην έκδοση ή τροποποίηση κανονιστικών διοικητικών πράξεων, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας υποκείμενη σε ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά το άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989, διότι διαφορετικά η συνταγματική επιταγή θα μετέπιπτε σε απλή θεωρητική διακήρυξη αρχής με αποτέλεσμα να παραμένει το περιβάλλον χωρίς ουσιαστική προστασία, παρά την σαφώς αντίθετη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη (ΣτΕ 1978/2002, 2818/1997 επτ.).
8. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 188 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Β.Π.Ν. (Δ΄ 580), όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 5 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 153 και 349 του Κ.Β.Π.Ν., τα ρέματα, διά των οποίων συντελείται η απορροή των πλεοναζόντων υδάτων, αποτελούν επιπλέον φυσικούς αεραγωγούς και με τη χλωρίδα και την πανίδα τους συνιστούν ιδιαίτερα οικοσυστήματα. Για τους λόγους αυτούς έχουν ζωτική σημασία για το προστατευόμενο από το άρθρο 24 του Συντάγματος οικιστικό και φυσικό περιβάλλον, ιδίως μάλιστα αυτά που διασχίζουν οικισμούς, και προστατεύονται καθ’ όλη τους την έκταση και ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους, ώστε να διατηρείται η φυσική τους κατάσταση και να διασφαλίζεται η επιτελούμενη από αυτά λειτουργία της απορροής των υδάτων (ΣτΕ 3849/2006, 1126/2004, 319/2002, 2669/2001, 2656/1999, κ.ά., Π.Ε. Ολομ. 262/2003). Το Κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα πάσης φύσεως υδατορέματα στη φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας τους ως οικοσυστημάτων, επιτρεπομένης μόνο της εκτέλεσης των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθέτησης της κοίτης και των πρανών τους προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, απαγορεύεται δε καταρχήν κάθε άλλη αλλοίωση της φυσικής τους καταστάσεως (ΣτΕ 2873/2004, 2215/2002). Η ένταξή τους σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή μόνο όταν τούτο επιβάλλουν οι ανάγκες ενός ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και μόνο εφόσον διασφαλίζεται η επιτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας. Πρωταρχικός όρος για την ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι η προηγούμενη αποτύπωσή τους και ο καθορισμός της οριογραμμής τους για το σύνολο του υδατορέματος. Η οριοθέτηση γίνεται με την επί τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος αποτύπωση του ρέματος σε κατάλληλη κλίμακα, κατόπιν ειδικής μελέτης, (τεχνική έκθεση κατά το άρ. 5 ν. 3010/2002), υδρογεωλογικής και υδραυλικής, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τη λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος. Σε καμιά περίπτωση η αποτύπωση αυτή δεν αφορά μόνο στην πραγματική κατάσταση της κοίτης, η οποία έχει ενδεχομένως διαμορφωθεί και από αυθαίρετες επιχώσεις ή άλλες επεμβάσεις (ΣτΕ 3849/2006 7/λούς, 2656/1999, 4654/1996).
9. Επειδή όπως έχει επίσης κριθεί, κατά την έννοια των άρθρων 43 παρ. 2, 24 παρ. 1, 2 και 101 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, η οριοθέτηση υδατορεμάτων, τα οποία βρίσκονται σε οικισμούς και περιοχές (εντός ή εκτός σχεδίου), που λόγω του χαρακτήρα τους χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, (αρχαιολογικοί χώροι, αρχιτεκτονικά ή παραδοσιακά σύνολα, παραδοσιακοί οικισμοί, παραλιακές περιοχές, τουριστικοί τόποι, δάση, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, ευαίσθητα οικοσυστήματα, περιοχές ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, περιοχές υπαγόμενες σε ειδικό καθεστώς προστασίας κ.λπ.) δεν επιτρέπεται να ανατεθεί σε άλλο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανο της εκτελεστικής εξουσίας. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 εδ. β΄ του ν. 3010/2002, κατά το μέρος που αναθέτουν την επικύρωση οριοθέτησης ρεμάτων που εμπίπτουν σε οικισμούς της παραπάνω κατηγορίας στον Υπουργό ή το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, είναι αντίθετες προς το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος (ΣτΕ 3849/2006, Π.Ε. Ολομ. 262/2003).
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, το ρέμα της Πικροδάφνης ξεκινά από τον Υμηττό και, αφού διασχίζει τους Δήμους Ηλιουπόλεως, Αγίου Δημητρίου, Παλαιού Φαλήρου και Αλίμου, εκβάλλει στο Σαρωνικό Κόλπο. Αποτελεί τον κύριο συλλεκτήρα δικτύων ομβρίων αστικής περιοχής 1.386 εκταρίων και έχει κατά θέσεις ισχυρές κλίσεις και μεγάλο βάθος κοίτης. Με τροποποίηση του Γ.Π.Σ. Αγίου Δημητρίου (Δ΄ 277/1999) καταργήθηκε η αρχικώς προβλεφθείσα επί του ρέματος, με το από 23.9.1985 π.δ/γμα (Δ΄ 553), λεωφόρος Πικροδάφνης και, σύμφωνα με ρητή διάταξη της απόφασης αυτής, επιβλήθηκε η προστασία του ρέματος της Πικροδάφνης και διευθέτηση της κοίτης αυτού με ανοικτή διατομή λαμβάνοντας υπόψη το οικοσύστημα του ρέματος και της παράκτιας ζώνης αυτού. Πράξη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για τη διευθέτηση τμημάτων του ρέματος Πικροδάφνης διερχομένου από το Δήμο Αγ. Δημητρίου ακυρώθηκε με την απόφαση 1126/2004 του Συμβουλίου της Επικρατείας, για πλημμέλειες της σχετικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εξάλλου, το ρέμα Πικροδάφνης περιλαμβάνεται μεταξύ των ρεμάτων της Αττικής που έχουν χαρακτηρισθεί ως «ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» με την 9173/1642/3.3.1993 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ΄ 281/1993), ενώ η διαδικασία που είχε κινηθεί για το χαρακτηρισμό του ως «προστατευόμενου φυσικού σχηματισμού» κατά το άρθρο 21 ν. 1650/1986, και στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε η από Ιανουαρίου 1997 «ειδική περιβαλλοντική μελέτη για την προστασία και ανάδειξη του ρέματος Πικροδάφνης ν. Αττικής και της ευρύτερης περιοχής», δεν ολοκληρώθηκε με την έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος, αλλά με υπουργικές αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν στα ΦΕΚ Δ΄ 99 και 725/1995, 287/1997 είχαν ληφθεί μέτρα προστασίας του ρέματος, κατ’ επίκληση της παρ. 6 του άρθρου αυτού. Σχετικά, στα υπ’ αριθ. 92382/2852/19.9.2000 και 91057/1323/3.4.1998 έγγραφα της Γεν. Δ/σης Προγραμματισμού και Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. επισημαίνεται ότι η πρόταση που είχε υποβληθεί από την ΕΥΔΑΠ για τη διευθέτηση του ρέματος ήταν εσφαλμένη, διότι θα είχε ως συνέπεια να παύσει πλέον η λειτουργία του ως φυσικού σχηματισμού, από γνωμοδοτήσεις δε των οικείων δημοτικών συμβουλίων και του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. προκύπτει ότι στο επίμαχο ρέμα έχουν πραγματοποιηθεί εκτεταμένες επεμβάσεις κυρίως δομήσεως, ενώ έχει προταθεί η άρση απαλλοτριώσεων σε κάποια Ο.Τ. Όπως ειδικότερα προκύπτει από την ανωτέρω ειδική περιβαλλοντική μελέτη, η υδρολογική λεκάνη του ρέματος της Πικροδάφνης βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας. Το ρέμα πηγάζει από τις δυτικές υπώρειες του Υμηττού στην περιοχή του Καρέα και εκτείνεται μαζί με τους παραποτάμους του (ρέματα Αγίου Δημητρίου και Καλογραιών (Κοψαχείλα) στο Δήμο Αγίου Δημητρίου και ρέμα Καλογήρων στα όρια του Δήμου Π. Φαλήρου), μέσα στα όρια των Δήμων Βύρωνα, Ηλιούπολης, Αγίου Δημητρίου, Παλαιού Φαλήρου και Αλίμου, με το μήκος της κύριας μισγάγγειάς του να φθάνει τα 9,31 χλμ. και τη λεκάνη απορροής του να καταλαμβάνει έκταση 22,57 τετραγωνικών χιλιομέτρων με μέσο υψόμετρο 226 μέτρα. Το ρέμα Πικροδάφνης δεν έχει μόνιμη ροή, αλλά κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων έχουν παρατηρηθεί σημαντικές παροχές, καθώς και πλημμυρικά φαινόμενα, είναι δε το μόνο που παρέμενε, κατά την ανωτέρω μελέτη, ακόμη ανοικτό παρότι στα ισχύοντα ρυμοτομικά σχέδια προβλεπόταν η μετατροπή του σε οδό. Η βλάστηση στα περισσότερα σημεία του ρέματος και της παραρεμάτιας περιοχής είναι πυκνή, με εναλλαγές από πεύκα, ευκαλύπτους, θάμνους, πικροδάφνες και καλαμιές. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, το ανωτέρω ρέμα «αποτελεί τον τελευταίο χώρο μιας πυκνοδομημένης έκτασης, στον οποίο κυριαρχεί ακόμη ο χαρακτήρας του φυσικού περιβάλλοντος, τελευταίο ενθύμιο μιας άλλοτε εκτεταμένης καταπράσινης ζώνης, συντελώντας καθοριστικά σε καλύτερες συνθήκες ζωής», διατηρείται δε ακόμη στο μεγαλύτερο μήκος του ανοικτό, διερχόμενο από περιοχές των Δήμων Ηλιούπολης, Αγίου Δημητρίου, Παλαιού Φαλήρου και Αλίμου. Κλειστό είναι μόνο το αρχικό τμήμα του στα όρια του Δήμου Ηλιούπολης, ενώ ως κλειστός αγωγός έχει διαμορφωθεί η Παλαιά Κοίτη Καρέα που διέρχεται κάτω από την οδό Καλαβρύτων (Δ. Ηλιούπολης). Η ζώνη, την οποία καταλαμβάνει ο χείμαρρος (κοίτη και πρανή) έχει κατά θέσεις αλλοιωθεί από ανθρώπινες επεμβάσεις με αποτέλεσμα το πλάτος της να εμφανίζεται κατά τόπους εμφανώς περιορισμένο. Στη μελέτη αναφέρονται χαρακτηριστικά ορισμένα τεχνικά έργα (γέφυρες, οχετοί) που έχουν κατασκευασθεί σε διάφορα σημεία του ρέματος, και επισημαίνεται η ανέγερση πολλών κτισμάτων, δεδομένου ότι η περιοχή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως «αγνοώντας το ρέμα» (σελ. 4, 5 και 6 της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης). Εξάλλου, με τις υπ’ αριθμ. 5400/7.2.2005 (ΦΕΚ Δ΄ 152) και 5661/10.2.2003 (ΦΕΚ Δ΄ 207) αποφάσεις του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής σε πλείονα Ο.Τ. και επικυρώθηκε ο καθορισμός των οριογραμμών του ρέματος Πικροδάφνης σε συγκεκριμένα τμήματα αυτού διερχόμενα από τον πιο πάνω Δήμο, οι αποφάσεις όμως αυτές ακυρώθηκαν με την υπ’ αριθ. 3849/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από αιτήσεις ακυρώσεως που άσκησαν οι ήδη αιτούντες, για το λόγο ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις αναρμοδίως εγκρίθηκαν με υπουργικές αποφάσεις και όχι με προεδρικό διάταγμα. Με την υπ’ αριθ. 5705/24.7.2003 αίτηση που υπέβαλαν οι ήδη αιτούντες, μέλη της «Διαδημοτικής Πρωτοβουλίας Κατοίκων Π. Φαλήρου, Αλίμου, Αγ. Δημητρίου, Ηλιούπολης για τη διάσωση του ρέματος Πικροδάφνης», στην Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ζήτησαν α) την ανάκληση και ορθή επανέγκριση των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων και των ρυμοτομικών σχεδίων, κατά το μέρος που αφορούν και επηρεάζουν τις παραρεμάτιες περιοχές από την Ηλιούπολη μέχρι το Δέλτα του ρεματαιού συστήματος στο Σαρωνικό, β) την αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών και τη διακοπή εργασιών στις περιοχές αυτές στο απαιτούμενο βάθος, και, συγκεκριμένα, σε βάθος δύο οικοδομικών τετραγώνων από τις όχθες του ως άνω ρεματικού συστήματος και γ) τη συνολική οριοθέτηση του ρεματικού συστήματος Πικροδάφνης, προκειμένου να διασφαλισθεί η ασφαλής πολυεπίπεδη λειτουργία του.
11. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί σε προηγούμενες σκέψεις, υπήρχε υποχρέωση της Διοικήσεως να εκδώσει διάταγμα οριοθετήσεως του ρέματος Πικροδάφνης στο σύνολό του, τεκμηριωμένης με τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία και μελέτες, προκειμένου να διασφαλισθεί η ακώλυτη λειτουργία του ως οικοσυστήματος. Συνεπώς, πρέπει να ακυρωθεί η σχετική παράλειψη της Διοικήσεως, τεκμαιρόμενη με την πάροδο απράκτου τριμήνου από την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, την οποία υπέβαλαν οι και ήδη αιτούντες επικαλούμενοι και την ανωτέρω ειδική περιβαλλοντική μελέτη, και η υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί στην ως άνω οριοθέτηση και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την απρόσκοπτη λειτουργία του ρέματος, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τροποποιήσεων του σχεδίου πόλεως, ώστε να διασφαλίζεται η ως άνω λειτουργία του.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την διαπιστωθείσα παράλειψη της Διοικήσεως, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να προβεί στις κατά το σκεπτικό επιβαλλόμενες ενέργειες.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2007
Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος
Κ. Μενουδάκος Γ. Σακελλαρίου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Απριλίου 2008.
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας
Α. Θεοφιλοπούλου Π. Μερτζανάκη
