Ν.Σ.
Αριθμός 215/2016
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 19 Αυγούστου 2016, με την εξής σύνθεση: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Διακοπών, Ευθ. Αντωνόπουλος, Δ. Κυριλλόπουλος, Σ. Βιτάλη, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι. Γραμματέας ο Λ. Ρίκος.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 23 Μαρτίου 2016 αίτηση:
της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «CYPRUSPOPULARBANKPUBLICCOLTD.», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου (Λεωφ. Λεμεσού 154), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»,
κατά του Υπουργού Οικονομικών.
Η πιο πάνω αίτηση συζητείται στην Επιτροπή Αναστολώνμετά την 1600/2016 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υποβλήθηκαν προς το Συμβούλιο της Επικρατείας προδικαστικά ερωτήματα.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση: α) της υπ’ αριθμ. 1118-2445/30.12.2015 πράξης καταχώρισης στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.) και β) της υπ’ αριθμ. Α/Α 57/5.2.2016 ατομικής ειδοποίησης καταβολής – υπερημερίας του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Κυριλλόπουλο.
Α φ ο ύμ ε λ έ τ η σ ετ ασ χ ε τ ι κ άέ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ εκ α τ άτ ο νΝ ό μ ο
1. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθ. 4263/28.12.2015 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων καταλογίσθηκε εις βάρος της τραπεζικής εταιρείας «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ορισμένο ποσό ως οφειλή της από φορολογία εισοδήματος οικονομικού έτους 2010. Στη συνέχεια, το ποσό αυτό, με προσαυξήσεις, καταχωρήθηκε στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης με την υπ’ αριθ. 1118-2445/30.12.2015 πράξη καταχώρησης, ακολούθως δε εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 57/2964/5.2.2016 ατομική ειδοποίηση του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, με την οποία η ήδη αιτούσα, προελθούσα, κατόπιν διαδοχικών μεταβολών, από την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, εκλήθη να καταβάλει την προαναφερθείσα οφειλή. Με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της τελευταίας αυτής ατομικής ειδοποίησης, καθώς και της προαναφερθείσας πράξης καταχώρησης, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που άσκησε κατ’ αυτών η αιτούσα. Επί της εν λόγω αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1600/2016 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υπεβλήθησαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν «η προβλεπόμενη από τις νεώτερες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 ΚΕΔΕ καταχώριση στα βιβλία εσόδων των νομίμων τίτλων, ως εκτελεστών, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 4174/2013, στοιχεί προς το νόμιμο τίτλο, όπως αυτός προσδιορίζονταν και υπό το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς του ΚΕΔΕ, ώστε η ανωτέρω καταχώριση να ισοδυναμεί με την πράξη ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, ήτοι η διαφορά είναι απλώς ορολογική, ή, [αν,] μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4174/2013 και του Δημοσίου Λογιστικού, η πράξη καταχώρισης στα βιβλία εσόδων των νομίμων τίτλων, ως αποτελούσα εσωτερική διοικητική διαδικασία παρακολούθησης οφειλών, άγει σε μη εκτελεστότητα της γενομένης καταχώρισης και, συναφώς, αποκλείει την άσκηση ανακοπής και αιτήσεως αναστολής κατ’ αυτής, με περαιτέρω συνέπεια η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας να καθίσταται έγγραφο αμιγώς πληροφοριακού χαρακτήρα» και β) αν «η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, που συνοδεύει επί ποινή απαραδέκτου τις κατατιθέμενες αιτήσεις αναστολής επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, κατ’ άρθρο 203 παρ. 2 ΚΔΔ [Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας], υφίσταται και κατά την κατάθεση αιτήσεων αναστολής επί ανακοπών, κατ’ ανάλογο εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 228 παρ. 2 [του ίδιου Κώδικα]».
2. Επειδή, κατόπιν αυτού, ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Διακοπών του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την από 5.8.2016 πράξη του, εισήγαγε την κρινόμενη αίτηση στην Επιτροπή Αναστολών του Δικαστηρίου, συγκροτούμενη, λόγω σπουδαιότητας, υπό πενταμελή σύνθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει.
3. Επειδή, στο Α΄ Μέρος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013 “Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις” – Α΄ 170) ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 1 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 4223/2013, Α΄ 287) “Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής “ο Κώδικας”) καθορίζει τη διαδικασία προσδιορισμού και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου, που ορίζονται στο άρθρο 2, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τα έσοδα αυτά” Άρθρο 2 “Οι διατάξεις του Κώδικα ισχύουν για τα εξής δημόσια έσοδα: α) Φόρο Εισοδήματος β) […]” Άρθρο 30 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 4223/2013) “1. Πράξη προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη, με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογουμένου για μία ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή για μία ή περισσότερες φορολογικές υποθέσεις. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογουμένου. Η πράξη αυτή καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο ποσό στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται τα βιβλία, στα οποία γίνεται η καταχώριση, το περιεχόμενο, η διαδικασία και οι εξαιρέσεις από αυτή, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. 2. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου: α) […] γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου […]” Άρθρο 37 “[…] Η πράξη προσδιορισμού φόρου κοινοποιείται στο πρόσωπο στο οποίο αφορά ο προσδιορισμός φόρου […]” Άρθρο 41 “1. […] 3. [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 4223/2013] Σε περίπτωση διορθωτικού ή εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης του προσδιορισμού φόρου στον φορολογούμενο […]” Άρθρο 45 “1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα πραγματοποιείται δυνάμει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί τίτλοι από το νόμο είναι: α) […] δ) στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου. ε) […]” Άρθρο 47 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 10, 11, 12 και 13 του ν. 4223/2013) “1. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου […] η Φορολογική Διοίκηση κοινοποιεί στον φορολογούμενο ατομική ειδοποίηση καταβολής των οφειλών του που δεν έχουν καταβληθεί εντός των νομίμων προθεσμιών πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα του Κώδικα. 2. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα. Δεν απαιτείται η κοινοποίηση της ειδοποίησης για την επιβολή κατάσχεσης στις περιπτώσεις κατάσχεσης χρηματικών ποσών ή απαιτήσεων στα χέρια του φορολογουμένου ή τρίτου. 3. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται: α) […] η) ο όρος ότι εφόσον ο φορολογούμενος δεν προβεί σε εξόφληση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης των ποσών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός εάν ο φορολογούμενος υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών εντός τριάντα (30) ημερών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του Κώδικα. 4. […]” Άρθρο 48 “1. Εξαιρουμένων των θεμάτων που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον παρόντα Κώδικα, η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νδ 356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. 2. […]” Άρθρο 51 “1. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα παραγράφεται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου αποκτήθηκε νόμιμος τίτλος εκτέλεσης. Η κοινοποίηση στον φορολογούμενο ατομικής ειδοποίησης και οποιασδήποτε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης διακόπτει την παραγραφή. […]”. Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 356/1974 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων” (Α΄ 90) (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ν. 4224/2013, Α΄ 288) ορίζονται τα εξής: “1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις για το σκοπό αυτόν ή των ειδικών ταμιών, στους οποίους έχει ανατεθεί η είσπραξη ειδικών εσόδων. 2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) […]”.
4. Επειδή, υπό την ισχύ του προγενεστέρου των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) νομοθετικού καθεστώτος (άρθρα 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 7 του ν.δ/τος 356/1974 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων”, ως ίσχυαν), προεβλέπετο, ως όρος νομιμότητος για τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλέτου του Δημοσίου, η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση του χρέους, ήτοι η καταχώρισή του στο οικείο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων, διενεργούμενη μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά του νομίμου τίτλου ή την απόρριψη της ασκηθείσης κατ’ αυτού προσφυγής. Η διαδικασία αυτή αντικαταστάθηκε με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι οποίες εφαρμόζονται αποκλειστικώς για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων που προέρχονται από φορολογικές οφειλές. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σ’ αυτές πράξη καταχώρισης του τίτλου της φορολογικής οφειλής στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης δεν ταυτίζεται, κατά τη νομική της φύση, με την ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση της οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία προεβλέπετο από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΕΔΕ, όπως αυτές ίσχυαν προ της ενάρξεως της ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, αλλά, αποτελούσα, σε αντίθεση με εκείνη, εσωτερική απλώς διοικητική διαδικασία, μη παράγουσα για το διοικούμενο έννομες συνέπειες, δεν φέρει εκτελεστό χαρακτήρα. Τούτο, άλλωστε, αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4174/2013, κατά την οποία η εν λόγω καταχώριση, «υπηρετεί αποκλειστικά σκοπούς εσωτερικής παρακολούθησης της πράξης από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης αλλά και λογιστικής παρακολούθησης της οφειλής που αυτή ενσωματώνει και ουδόλως συνδέεται με το κύρος και τη νομιμότητα της πράξης [προσδιορισμού του φόρου] ή με το σύννομο της εισπρακτικής διαδικασίας· προβλέπεται δε ρητώς και στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν.δ/τος 356/1974 (ΚΕΔΕ), που προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 4224/2013, και στην οποία ορίζονται τα εξής: “Η είσπραξη: α) στην περίπτωση των εκτελεστών τίτλων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) και β) οποιουδήποτε τίτλου, κατ’ εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων επιβολής πολλαπλών τελών, πραγματοποιείται μόνο δυνάμει του τίτλου. Οι τίτλοι του προηγούμενου εδαφίου καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης, αποκλειστικά για λόγους παρακολούθησης της οφειλής, χωρίς η καταχώρηση να αποτελεί όρο της νομιμότητας της εισπρακτικής διαδικασίας ή της εκτέλεσης […]”. Κατ’ ακολουθία τούτων, η τυχόν ασκούμενη ανακοπή κατά της ρηθείσης πράξης καταχώρισης είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά μη εκτελεστής πράξης. Αντιθέτως, η έκδοση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας ατομικής ειδοποίησης, επαγόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, την επέλευση σοβαρών εννόμων συνεπειών σε βάρος του υποχρέου φορολογικής οφειλής, αποτελεί τη μόνη εκτελεστή πράξη, η οποία εκδίδεται κατά το στάδιο που προηγείται της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης προκειμένου να εισπραχθεί η οφειλή και, κατ’ ακολουθία, παραδεκτώς ασκείται κατ’ αυτής η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ανακοπή.
5. Επειδή, στο Κεφάλαιο Α΄ (“Αναστολή εκτέλεσης Διοικητικών Πράξεων”) του υπό τον τίτλο “Προσωρινή Δικαστική Προστασία” Δέκατου Έκτου Τμήματος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζονται, μεταξύ άλλων τα εξής: Άρθρο 200 “Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής διοικητικής πράξης […], μπορεί ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί […] εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής”. Άρθρο 202 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 3659/2008 – Α΄ 77 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 – Α΄ 213) “1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. […] 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) […] γ) (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4051/2012 – Α΄ 40). Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 203 έχει ουσιώδεις παραλείψεις ή ανακρίβειες. 4. […]”. Άρθρο 203 “1. Η αίτηση αναστολής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την αναστολή. 2. (όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 4051/2012 – Α΄ 40 και τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6α της από 30-4-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου – Α΄ 103, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4079/2012 – Α΄ 180). Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, και πρέπει να συνοδεύεται από τρία (3) απλά αντίγραφα. Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, μαζί με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλεται και επικυρωμένο αντίγραφο της προσφυγής. Στις διαφορές του προηγούμενου εδαφίου, η αίτηση αναστολής περιλαμβάνει με ποινή το απαράδεκτο της ασκήσεώς της, κατάσταση στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή […]. Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή συνδεδεμένου νομικού προσώπου με τον αιτούντα, καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές τελωνειακές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου. Ως συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοείται η σύνδεση με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής του αιτούντος νομικού προσώπου στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση του άλλου νομικού προσώπου ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο νομικών προσώπων. Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα […] και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά μεγάλης αξίας. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση, δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης που περιλαμβάνεται στην αίτηση αναστολής, μπορεί να εξειδικεύονται τα περιουσιακά στοιχεία που δηλώνονται και προσδιορίζεται η αξία των εμπράγματων και ενοχικών δικαιωμάτων σε κινητά, πάνω από την οποία τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης. 3. […] “[…] Περαιτέρω, υπό τον γενικότερο τίτλο “Διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων”, ορίζονται στον εν λόγω Κώδικα, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Άρθρο 217 “1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) […]” […] Άρθρο 228 “1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 παρ. 2 του ν. 3900/2010). Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εξαιρουμένης της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 217 […]. Στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2. Καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως”. Τέλος, με την υπ’ αριθ. ΠΟΛ 1182/25-7-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 1816), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 203 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα καθορίσθηκαν ο τύπος και το περιεχόμενο της προβλεπομένης από τη διάταξη αυτή δηλώσεως.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πράξεως προσδιορισμού φόρου, κατά της οποίας έχει ασκηθεί προσφυγή, ο αιτών (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) υποχρεούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 203 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 τουν. 4051/2012, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναστολής, να υποβάλει κατάσταση στην οποία να αναγράφεται το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη. Η εν λόγω ρύθμιση έχει ως σκοπό να παράσχει στο δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει την αίτηση αναστολής, τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν και σε ποιό βαθμό η βεβαίωση του φόρου και η λήψη σχετικών αναγκαστικών μέτρων δύνανται πράγματι να επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα, ο οποίος προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό (βλ. και την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας με την οποία εισήχθη η ρύθμιση). Η ρηθείσα υποχρέωση υποβολής της προβλεπομένης από την ως άνω διάταξη του άρθρου 203 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δηλώσεως, επιβάλλεται στον αιτούντα (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) και στην περίπτωση που αυτός, στο πλαίσιο πάντοτε της φορολογικής διαφοράς, ασκήσει αίτηση αναστολής κατά πράξεως που εκδίδεται κατά την ακολουθούσα την επιβολή του φόρου διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι η κατ’ άρθρο 47 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ατομική ειδοποίηση, κατά της οποίας έχει ασκηθεί ανακοπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Τούτο δε διότι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 228 παρ. 2 του εν λόγω Κώδικα, για την εκδίκαση αιτήσεως αναστολής αντιστοιχούσης σε ασκηθείσα ανακοπή, εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, η διάταξη του άρθρου 203 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή ισχύει κατά τον κρίσιμο εκάστοτε χρόνο· ειδικώς δε προκειμένου περί αναγκαστικής εκτελέσεως επί φορολογικών διαφορών, η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται, όπως ισχύει για τις διαφορές αυτές μετά την ως άνω αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 4051/2012, με την οποία θεσπίσθηκε η υποχρέωση υποβολής της κατά τ’ ανωτέρω δηλώσεως. Τούτο δε εν όψει και του ότι ο ίδιος προαναφερθείς λόγος για τον οποίο θεσπίσθηκε η υποβολή της εν λόγω δηλώσεως στην περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναστολής κατά πράξεως προσδιορισμού φόρου που έχει προσβληθεί με προσφυγή ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο φορολογικής ομοίως διαφοράς, ζητείται η αναστολή εκτελέσεως πράξεως που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία της ακολουθούσης τον προσδιορισμό του φόρου αναγκαστικής εκτελέσεως και κατά της οποίας (πράξεως) έχει ασκηθεί ανακοπή· καθόσον και στο στάδιο της αναγκαστικής εισπράξεως της φορολογικής οφειλής, δεν μεταβάλλεται από την κρίσιμη εν προκειμένω άποψη, ο φορολογικός χαρακτήρας της διαφοράς (πρβλ. Ε.Α. 496/2011).
7. Επειδή, μετά την κατά τα ανωτέρω επίλυση των προδικαστικών ερωτημάτων, η αίτηση αναστολής, πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, να αναπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προς περαιτέρω εκδίκαση.
Δ ι άτα ύ τ α
Επιλύει τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Αναπέμπει την από 23-3-2016 αίτηση αναστολής της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «CYPRUSPOPULARBANKPUBLICCOLTD» στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Αυγούστου 2016 και η απόφαση εκδόθηκε στις 23 του ίδιου μήνα και έτους.
Ο Πρόεδρος
του Β΄ Τμήματος ΔιακοπώνΟ Γραμματέας
Ι. ΓράβαρηςΛ. Ρίκος
./.
Α.Θ.(m)
Αριθμός 216/2016
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 19 Αυγούστου 2016, με την εξής σύνθεση: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Διακοπών, Ευθ. Αντωνόπουλος, Δ. Κυριλλόπουλος, Σ. Βιτάλη, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι. Γραμματέας ο Λ. Ρίκος.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 6 Απριλίου 2016 αίτηση:
του Ευθυμίου Mπουλούτα του Θεοδώρου, κατοίκου Ψυχικού (Καμελίων 19),
κατά του Υπουργού Οικονομικών.
Η πιο πάνω αίτηση συζητείται στην Επιτροπή Αναστολώνμετά την 1601/2016 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υποβλήθηκαν προς το Συμβούλιο της Επικρατείας προδικαστικά ερωτήματα.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση: 1) της υπ’ αριθμ. 158/2016 και με αρ. πρωτ. 7990/21.3.2016 Ατομικής Ειδοποίησης Καταβολής – Υπερημερίας του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.)., 2) της υπ’ αριθμ. 1118/ 2445/Τ.Ο.0940178059001118113150244500001/30.12.2015 ταμειακής βεβαίωσης – πράξης καταχώρησης οφειλής του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), 3) του υπ’ αρ. πρωτ. 8591/1118/28.3.2016 Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), με αριθμό πρωτ. ΓΓΠΣ 1875791/28.3.2016 και α/α 1541/28.3.2016 ηλεκτρονικού κατασχετηρίου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., 4) του υπ’ αρ. πρωτ. 8590/28.3.2016 του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), με αριθμό πρωτ. ΓΓΠΣ 1875783/28.3.2016 και α/α 1540/28.3.2016 ηλεκτρονικού κατασχετηρίου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., 5) του υπ’ αρ. πρωτ. 8589/28.3.2016 του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), και κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Κυριλλόπουλο.
Α φ ο ύμ ε λ έ τ η σ ετ ασ χ ε τ ι κ άέ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ εκ α τ άτ ο νΝ ό μ ο
1. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθ. 4263/28.12.2015 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων καταλογίσθηκε εις βάρος της τραπεζικής εταιρείας «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ορισμένο ποσό ως οφειλή της από φορολογία εισοδήματος οικονομικού έτους 2010, το οποίο μαζί με προσαυξήσεις, καταχωρήθηκε στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης με την υπ’ αριθ. 1118-2445/30-12-2015 πράξη καταχώρησης. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 158/7990/21-3-2016 ατομική ειδοποίηση του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, με την οποία ο ήδη αιτών εκλήθη, με την ιδιότητά του ως εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας να καταβάλει την προαναφερθείσα οφειλή. Ακολούθως, εκδόθηκαν τα υπ’ αριθ. 8589/28-3-2016, 8590/28-3-2016 και 8591/28-3-2016 ηλεκτρονικά κατασχετήρια, με τα οποία το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων προέβη σε κατάσχεση εις χείρας των Ανωνύμων Τραπεζικών Εταιρειών με τις επωνυμίες «EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ», «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ» και «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» των τραπεζικών λογαριασμών, τους οποίους, ο αιτών τηρεί στα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα, έως του ύψους του ποσού της προαναφερθείσας οφειλής. Με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητείται η αναστολή εκτελέσεως των εν λόγω ηλεκτρονικών κατασχετηρίων, της ανωτέρω ατομικής ειδοποίησης και της προαναφερθείσας πράξης καταχώρησης, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που άσκησε κατ’ αυτών ο αιτών. Επί της αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1601/2016 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υπεβλήθησαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3900/2010 τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν «η προβλεπόμενη από τις νεώτερες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 ΚΕΔΕ καταχώριση στα βιβλία εσόδων των νομίμων τίτλων, ως εκτελεστών, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 4174/2013, στοιχεί προς το νόμιμο τίτλο, όπως αυτός προσδιορίζονταν και υπό το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς του ΚΕΔΕ, ώστε η ανωτέρω καταχώριση να ισοδυναμεί με την πράξη ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, ήτοι η διαφορά είναι απλώς ορολογική, ή, [αν,] μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4174/2013 και του Δημοσίου Λογιστικού, η πράξη καταχώρισης στα βιβλία εσόδων των νομίμων τίτλων, ως αποτελούσα εσωτερική διοικητική διαδικασία παρακολούθησης οφειλών, άγει σε μη εκτελεστότητα της γενομένης καταχώρισης και, συναφώς, αποκλείει την άσκηση ανακοπής και αιτήσεως αναστολής κατ’ αυτής, με περαιτέρω συνέπεια η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας να καθίσταται έγγραφο αμιγώς πληροφοριακού χαρακτήρα» και β) αν «η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, που συνοδεύει επί ποινή απαραδέκτου τις κατατιθέμενες αιτήσεις αναστολής επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, κατ’ άρθρο 203 παρ. 2 ΚΔΔ [Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας], υφίσταται και κατά την κατάθεση αιτήσεων αναστολής επί ανακοπών, κατ’ ανάλογο εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 228 παρ. 2 [του ίδιου Κώδικα]».
2. Επειδή, κατόπιν αυτού, ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Διακοπών του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την από 5.8.2016 πράξη του, εισήγαγε την κρινόμενη αίτηση στην Επιτροπή Αναστολών του Δικαστηρίου, συγκροτούμενη, λόγω σπουδαιότητας, υπό πενταμελή σύνθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει.
3. Επειδή, στο Α΄ Μέρος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013 “Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις” – Α΄ 170) ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 1 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 4223/2013, Α΄ 287) “Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής “ο Κώδικας”) καθορίζει τη διαδικασία προσδιορισμού και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου, που ορίζονται στο άρθρο 2, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τα έσοδα αυτά” Άρθρο 2 “Οι διατάξεις του Κώδικα ισχύουν για τα εξής δημόσια έσοδα: α) Φόρο Εισοδήματος β) […]” Άρθρο 30 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 4223/2013) “1. Πράξη προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη, με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογουμένου για μία ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή για μία ή περισσότερες φορολογικές υποθέσεις. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογουμένου. Η πράξη αυτή καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο ποσό στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται τα βιβλία, στα οποία γίνεται η καταχώριση, το περιεχόμενο, η διαδικασία και οι εξαιρέσεις από αυτή, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. 2. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου: α) […] γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου […]” Άρθρο 37 “[…] Η πράξη προσδιορισμού φόρου κοινοποιείται στο πρόσωπο στο οποίο αφορά ο προσδιορισμός φόρου […]” Άρθρο 41 “1. […] 3. [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 4223/2013] Σε περίπτωση διορθωτικού ή εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης του προσδιορισμού φόρου στον φορολογούμενο […]” Άρθρο 45 “1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα πραγματοποιείται δυνάμει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί τίτλοι από το νόμο είναι: α) […] δ) στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου. ε) […]” Άρθρο 47 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 10, 11, 12 και 13 του ν. 4223/2013) “1. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου […] η Φορολογική Διοίκηση κοινοποιεί στον φορολογούμενο ατομική ειδοποίηση καταβολής των οφειλών του που δεν έχουν καταβληθεί εντός των νομίμων προθεσμιών πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα του Κώδικα. 2. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα. Δεν απαιτείται η κοινοποίηση της ειδοποίησης για την επιβολή κατάσχεσης στις περιπτώσεις κατάσχεσης χρηματικών ποσών ή απαιτήσεων στα χέρια του φορολογουμένου ή τρίτου. 3. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται: α) […] η) ο όρος ότι εφόσον ο φορολογούμενος δεν προβεί σε εξόφληση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης των ποσών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός εάν ο φορολογούμενος υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών εντός τριάντα (30) ημερών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του Κώδικα. 4. […]” Άρθρο 48 “1. Εξαιρουμένων των θεμάτων που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον παρόντα Κώδικα, η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νδ 356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. 2. […]” Άρθρο 50 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 19 του ν. 4223/2013) “1. Τα πρόσωπα που είναι πρόεδροι, διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου, τόκων και προστίμων που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. […]. Άρθρο 51 “1. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα παραγράφεται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου αποκτήθηκε νόμιμος τίτλος εκτέλεσης. Η κοινοποίηση στον φορολογούμενο ατομικής ειδοποίησης και οποιασδήποτε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης διακόπτει την παραγραφή. […]”. Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 356/1974 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων” (Α΄ 90) (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του ν. 4224/2013, Α΄ 288) ορίζονται τα εξής: “1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις για το σκοπό αυτόν ή των ειδικών ταμιών, στους οποίους έχει ανατεθεί η είσπραξη ειδικών εσόδων. 2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) […]”.
4. Επειδή, υπό την ισχύ του προγενεστέρου των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) νομοθετικού καθεστώτος (άρθρα 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 7 του ν.δ/τος 356/1974 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων”, ως ίσχυαν), προεβλέπετο, ως όρος νομιμότητος για τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλέτου του Δημοσίου, η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση του χρέους, ήτοι η καταχώρισή του στο οικείο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων, διενεργούμενη μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά του νομίμου τίτλου ή την απόρριψη της ασκηθείσης κατ’ αυτού προσφυγής. Η διαδικασία αυτή αντικαταστάθηκε με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι οποίες εφαρμόζονται αποκλειστικώς για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων που προέρχονται από φορολογικές οφειλές. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σ’ αυτές πράξη καταχώρισης του τίτλου της φορολογικής οφειλής στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης δεν ταυτίζεται, κατά τη νομική της φύση, με την ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση της οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία προεβλέπετο από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΕΔΕ, όπως αυτές ίσχυαν προ της ενάρξεως της ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, αλλά, αποτελούσα, σε αντίθεση με εκείνη, εσωτερική απλώς διοικητική διαδικασία, μη παράγουσα για το διοικούμενο έννομες συνέπειες, δεν φέρει εκτελεστό χαρακτήρα. Τούτο, άλλωστε, αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4174/2013, κατά την οποία η εν λόγω καταχώριση, «υπηρετεί αποκλειστικά σκοπούς εσωτερικής παρακολούθησης της πράξης από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης αλλά και λογιστικής παρακολούθησης της οφειλής που αυτή ενσωματώνει και ουδόλως συνδέεται με το κύρος και τη νομιμότητα της πράξης [προσδιορισμού του φόρου] ή με το σύννομο της εισπρακτικής διαδικασίας· προβλέπεται δε ρητώς και στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν.δ/τος 356/1974 (ΚΕΔΕ), που προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 4224/2013, και στην οποία ορίζονται τα εξής: “Η είσπραξη: α) στην περίπτωση των εκτελεστών τίτλων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) και β) οποιουδήποτε τίτλου, κατ’ εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων επιβολής πολλαπλών τελών, πραγματοποιείται μόνο δυνάμει του τίτλου. Οι τίτλοι του προηγούμενου εδαφίου καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης, αποκλειστικά για λόγους παρακολούθησης της οφειλής, χωρίς η καταχώρηση να αποτελεί όρο της νομιμότητας της εισπρακτικής διαδικασίας ή της εκτέλεσης […]”. Κατ’ ακολουθία τούτων, η τυχόν ασκούμενη ανακοπή κατά της ρηθείσης πράξης καταχώρησης είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά μη εκτελεστής πράξης. Αντιθέτως, η έκδοση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας ατομικής ειδοποίησης, επαγόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, την επέλευση σοβαρών εννόμων συνεπειών σε βάρος του υποχρέου φορολογικής οφειλής, αποτελεί τη μόνη εκτελεστή πράξη, η οποία εκδίδεται κατά το στάδιο που προηγείται της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης προκειμένου να εισπραχθεί η οφειλή και, κατ’ ακολουθία, παραδεκτώς ασκείται κατ’ αυτής η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ανακοπή.
5. Επειδή, στο Κεφάλαιο Α΄ (“Αναστολή εκτέλεσης Διοικητικών Πράξεων”) του υπό τον τίτλο “Προσωρινή Δικαστική Προστασία” Δέκατου Έκτου Τμήματος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζονται, μεταξύ άλλων τα εξής: Άρθρο 200 “Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής διοικητικής πράξης […], μπορεί ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί […] εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής”. Άρθρο 202 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 3659/2008 – Α΄ 77 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 – Α΄ 213) “1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. […] 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) […] γ) (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4051/2012 – Α΄ 40). Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 203 έχει ουσιώδεις παραλείψεις ή ανακρίβειες. 4. […]”. Άρθρο 203 “1. Η αίτηση αναστολής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την αναστολή 2 (όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 4051/2012 – Α΄ 40 και τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6α της από 30-4-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου – Α΄ 103, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4079/2012 – Α΄ 180). Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, και πρέπει να συνοδεύεται από τρία (3) απλά αντίγραφα. Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, μαζί με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλεται και επικυρωμένο αντίγραφο της προσφυγής. Στις διαφορές του προηγούμενου εδαφίου, η αίτηση αναστολής περιλαμβάνει με ποινή το απαράδεκτο της ασκήσεώς της, κατάσταση στην οποία ο αιτών δηλώνει: α) το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή […]. Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων. […]. Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα […] και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά μεγάλης αξίας. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση, δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης που περιλαμβάνεται στην αίτηση αναστολής, μπορεί να εξειδικεύονται τα περιουσιακά στοιχεία που δηλώνονται και προσδιορίζεται η αξία των εμπράγματων και ενοχικών δικαιωμάτων σε κινητά, πάνω από την οποία τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης. 3. […] “[…] Περαιτέρω, υπό τον γενικότερο τίτλο “Διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων”, ορίζονται στον εν λόγω Κώδικα, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Άρθρο 217 “1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) …” … Άρθρο 228 “1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 67 παρ. 2 του ν. 3900/2010). Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, εξαιρουμένης της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 217 […]. Στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ του άρθρου 217 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2. Καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για την εκδίκαση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου, είναι το κατά το άρθρο 218 δικαστήριο, εφόσον σε αυτό εκκρεμεί η ανακοπή, το οποίο και εκδικάζει την αίτηση κατά τη διαδικασία των άρθρων 200 έως και 209, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως”. Τέλος, με την υπ’ αριθ. ΠΟΛ 1182/25-7-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 1816), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 203 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα καθορίσθηκαν ο τύπος και το περιεχόμενο της προβλεπομένης από τη διάταξη αυτή δηλώσεως.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πράξεως προσδιορισμού φόρου, κατά της οποίας έχει ασκηθεί προσφυγή, ο αιτών (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) υποχρεούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 203 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 τουν. 4051/2012, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναστολής, να υποβάλει κατάσταση στην οποία να αναγράφεται το παγκόσμιο εισόδημά του από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη. Η εν λόγω ρύθμιση έχει ως σκοπό να παράσχει στο δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει την αίτηση αναστολής, τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν και σε ποιό βαθμό η βεβαίωση του φόρου και η λήψη σχετικών αναγκαστικών μέτρων δύνανται πράγματι να επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα, ο οποίος προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό (βλ. και την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας με την οποία εισήχθη η ρύθμιση). Η ρηθείσα υποχρέωση υποβολής της προβλεπομένης από την ως άνω διάταξη του άρθρου 203 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δηλώσεως, επιβάλλεται στον αιτούντα (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) και στην περίπτωση που αυτός, στο πλαίσιο πάντοτε της φορολογικής διαφοράς, ασκήσει αίτηση αναστολής κατά πράξεως που εκδίδεται κατά την ακολουθούσα την επιβολή του φόρου διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι η κατ’ άρθρο 47 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ατομική ειδοποίηση, κατά της οποίας έχει ασκηθεί ανακοπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Τούτο δε διότι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 228 παρ. 2 του εν λόγω Κώδικα, για την εκδίκαση αιτήσεως αναστολής αντιστοιχούσης σε ασκηθείσα ανακοπή, εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, η διάταξη του άρθρου 203 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή ισχύει κατά τον κρίσιμο εκάστοτε χρόνο· ειδικώς δε προκειμένου περί αναγκαστικής εκτελέσεως επί φορολογικών διαφορών, η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται, όπως ισχύει για τις διαφορές αυτές μετά την ως άνω αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 4051/2012, με την οποία θεσπίσθηκε η υποχρέωση υποβολής της κατά τ’ ανωτέρω δηλώσεως. Τούτο δε εν όψει και του ότι ο ίδιος προαναφερθείς λόγος για τον οποίο θεσπίσθηκε η υποβολή της εν λόγω δηλώσεως στην περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναστολής κατά πράξεως προσδιορισμού φόρου που έχει προσβληθεί με προσφυγή ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο φορολογικής ομοίως διαφοράς, ζητείται η αναστολή εκτελέσεως πράξεως που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία της ακολουθούσης τον προσδιορισμό του φόρου αναγκαστικής εκτελέσεως και κατά της οποίας (πράξεως) έχει ασκηθεί ανακοπή· καθόσον και στο στάδιο της αναγκαστικής εισπράξεως της φορολογικής οφειλής, δεν μεταβάλλεται από την κρίσιμη εν προκειμένω άποψη, ο φορολογικός χαρακτήρας της διαφοράς (πρβλ. Ε.Α. 496/2011).
7. Επειδή, μετά την κατά τα ανωτέρω επίλυση των προδικαστικών ερωτημάτων, η αίτηση αναστολής, πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, να αναπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προς περαιτέρω εκδίκαση.
Δ ι άτα ύ τ α
Επιλύει τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Αναπέμπει την από 6-4-2016 αίτηση αναστολής του Ευθυμίου Μπουλούτα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Αυγούστου 2016 και η απόφαση εκδόθηκε στις 23 του ίδιου μήνα και έτους.
Ο Πρόεδρος
του Β΄ Τμήματος ΔιακοπώνΟ Γραμματέας
Ι. Γράβαρης Λ. Ρίκος
./.
