ΣτΕ 1018/2008, Α τμ. ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΡΙΤΟΣ ΑΛΛΑ Ο ΖΗΜΙΩΣΑΣ, ΣΥΝΕΠΩΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟ 930§3 ΑΚ ΕΑΝ ΗΔΗ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΣΤΟΥΣ ΤΡΙΤΟΥΣ ΤΑ ΠΟΣΑ ΤΩΝ ΝΟΣΗΛΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΞΙΩΣΕΙ ΕΚ ΝΕΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΟ Η ΠΑΘΟΥΣΑ

ΣΤΕ

Αριθμός 1018/2008 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2007, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ι. Ζόμπολας, Β. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Ταξ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου. 
Για να δικάσει την από 15 Μαρτίου 2005 αίτηση: 
της Χρυσούλας συζύγου Γεωργίου Ξανθάκου, η οποία παρέστη ως δικαστική συμπαραστάτρια της θυγατέρας της Ναυσικάς Ξανθάκου, με τη δικηγόρο Φωτ. Ντάλλα (Α.Μ. 14458), που τη διόρισε με πληρεξούσιο, 
κατά του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο παρέστη με την Εμμ. Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3131/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Β. Γρατσία. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1334965 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου), ζητείται από την αναιρεσείουσα ως δικαστική συμπαραστάτη της θυγατέρας της Ναυσικάς, ανίκανης να επιμεληθεί του εαυτού και της περιουσίας της (βλέπε την 5.793/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η αναίρεση της 3131/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και έγιναν εν μέρει δεκτές, μεταρρυθμίσθηκε η 6352/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο : α) Να καλύψει καταβάλλοντας στον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου τη συμμετοχή της Ναυσικάς Ξανθάκου, έμμεσα ασφαλισμένης, καθ΄ οιοδήποτε ποσοστό στις δαπάνες νοσηλείας της στο εξωτερικό από 18-7-1999 έως 11-12-2000. β) Να καταβάλει το ποσό που δαπανήθηκε για την αγορά ειδικού αυτοκινήτου εντόκως από 12-6-2002 έως της εξοφλήσεως και γ) Να διενεργήσει δια των αρμοδίων οργάνων του νέα εκκαθάριση και να καταβάλει τα οφειλόμενα και μη καταβληθέντα ποσά με βάση την απόφαση αυτή και την πρωτόδικη κατά το μέρος που δεν μεταρρυθμίσθηκε. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα γα λογαριασμό της θυγατέρας της τα εξής ποσά : α) 659.146,54 ευρώ νομιμοτόκως από 3-9-2001. β) 3.495,50 ευρώ κατά την πρώτη ημέρα κάθε μήνα για το διάστημα από την κοινοποίηση στο Ελληνικό Δημόσιο της απόφασης αυτής μέχρι τις 2-9-2003, με συμψηφισμό ποσού 906,54 ευρώ κατά μήνα για το χρονικό διάστημα από 6-9-2001 μέχρι την επίδοση της απόφασης του. γ) Τους νόμιμους τόκους που αναλογούν στα κατά μήνα καταβλητέα ποσά των 3.495,50 ευρώ για το διάστημα από 6-9-2001 μέχρι 30-4-2002 και δ) 29.347 ευρώ κατά την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την κοινοποίηση προς αυτό της εν λόγω απόφασης. 
2. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος . . . .». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (βλ. Α.Ε.Δ. 5/1995, ΣτΕ 2607/2006). Περαιτέρω, τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν να επιδικάσουν σε βάρος του Δημοσίου που ευθύνεται προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ. Ν.Α.Κ., πέραν από την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, και χρηματική ικανοποίηση υπέρ του προσώπου που υπέστη βλάβη του σώματος ή της υγείας του, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή επιδικάζεται εύλογη κατά την ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, χρηματική ικανοποίηση, η κρίση δε του δικαστηρίου για το ύψος αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ελέγχεται, όμως κατ΄ αναίρεση η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, ελήφθησαν υπόψη γεγονότα που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσης αυτής ή αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να συνεκτιμήσει γεγονότα που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, όπως λ.χ. το συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΣτΕ 2796/2006, 2100/2006 7μελές, Α.Π. 13/2002, Ολομ.). 
3. Επειδή, ο Αστικός Κώδικας ορίζει στο άρθρο 929 εδάφιο πρώτο ότι « σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του» και στο άρθρο 930 παρ. 3 ότι « η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων οργάνων του Δημοσίου, η κατά του Δημοσίου αξίωση για αποκατάσταση της επελθούσης περιουσιακής ζημίας δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι τρίτος υποχρεούται εκ του νόμου να καλύψει τις σχετικές δαπάνες του ζημιωθέντος (ΣτΕ 2528/2002). 
4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : Η Ναυσικά Ξανθάκου, ηλικίας 19 ετών, σπουδάστρια ΤΕΙ, έμμεσα ασφαλισμένη του Δημοσίου ως θυγατέρα της αναιρεσείουσας και του Γεωργίου Ξανθάκου, στρατιωτικού συνταξιούχου του Δημοσίου, εισήχθη στις 4-4-1999 στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση για επανόρθωση ασυμμετρίας των μαζικών αδένων (μαστών) άμφω. Η εγχείρηση έγινε με τη συμμετοχή στη διενέργεια αυτής αναισθησιολόγου ιατρού και βοηθού νοσοκόμας. Ο ίδιος όμως αναισθησιολόγος είχε ορισθεί υπεύθυνος χειρουργείου σε μία ακόμα χειρουργική αίθουσα. Η χειρουργική επέμβαση διεξήχθη ομαλώς, ενώ δε βρισκόταν στο τέλος της και οι βοηθοί χειρουγείου συνέρραπταν το τραύμα, η βοηθός αναισθησιολόγου διαπίστωσε από ένδειξη του σχετικού οργάνου ελέγχου, βραδυκαρδία και πτώση της πίεσης της ασθενούς, η οποία εξελίχθηκε σε καρδιακή παύση (ανακοπή). Αμέσως, η εν λόγω βοηθός γνωστοποίησε το συμβάν στους παρισταμένους βοηθούς χειρουργείου και ειδοποίησε σχετικά τον ιατρό αναισθησιολόγο που είχε μεταβεί στην άλλη χειρουργική αίθουσα. Μετά πάροδο 1-2 λεπτών εισήλθε στην αίθουσα άλλος ιατρός αναισθησιολόγος στη συνέχεια δε εισήλθε στην αίθουσα και ο αναισθησιολόγος που παρίστατο κατά την επέμβαση. Διενεργήθηκαν πέντε προσπάθειες ανανήψεως της ασθενούς μέχρι δε της ανανήψεως παρήλθε χρόνος δέκα λεπτών. Στη συνέχεια, η ασθενής περιήλθε σε βαθύ κώμα και μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου διασωληνώθηκε. Κατά τις πρώτες ημέρες παραμονής της στην Εντατική η ασθενής ενεφάνισε βαρύτατη νευρολογική συνδρομή (βαθύ κώμα, τετραπληγία), ενώ, αργότερα παρουσίασε επιπλοκές του αναπνευστικού συστήματος και θρομβοφλεβίτιδα. Οι τελευταίες αντιμετωπίσθηκαν επιτυχώς, όχι όμως και η εγκεφαλική ανεπάρκεια. Μετά από ιατρικό συμβούλιο η ασθενής μεταφέρθηκε και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο WELLINGTON του Λονδίνου από 18-7-1999 έως 11-12-2000, οπότε και επέστρεψε στην Ελλάδα. Έκτοτε η ασθενής νοσηλεύεται στην οικία της υποβαλλόμενη σε διάφορες θεραπείες, όπως φυσιοθεραπεία, εργασιοθεραπεία και λογοθεραπεία. Στην από 16-3-2000 γνωμάτευση του αναισθησιολόγου ιατρού Dr. Aubrey Bristow, που προσκομίσθηκε νομίμως μεταφρασμένη, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ασθενής παρουσίαζε σοβαρή βλάβη εγκεφάλου, η οποία δεν αναμενόταν να αποκατασταθεί σημαντικά, προβλεπόταν δε ότι θα υπέκειτο σε πλήρη νοσηλευτική περίθαλψη για το υπόλοιπο της ζωής της, με εξαιρετικά περιορισμένη ποιότητα ζωής. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα ήγειρε κατά του Ελληνικού Δημοσίου αγωγή με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η βλάβη της υγείας της θυγατέρας της οφειλόταν στις παράνομες πράξεις και παραλείψεις των ιατρών του Ναυτικού Νοσοκομείου, καθώς και των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τα οποία δεν είχαν διαθέσει στο ως άνω Νοσοκομείο τον αναγκαίο αριθμό ιατρών. Με την ίδια αγωγή η αναιρεσείουσα ζήτησε, περαιτέρω, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει διάφορα κονδύλια συνολικού ύψους 4.392.504 ευρώ, από τα οποία το ποσό των 2.934.703 ευρώ αφορούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της παθούσας. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποδεχθέν το βάσιμο της αποδιδομένης ως άνω ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση επιδίκασε στην αναιρεσείουσα 14 επιμέρους κονδύλια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ποσό των 586.940,57 ευρώ που αφορούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της παθούσας. Το Πρωτοδικείο εξετίμησε την βαρύτητα της βλάβης που υπέστη η θυγατέρα της αναιρεσειούσης, το νεαρόν της ηλικίας της, την κοινωνική και οικονομική της κατάσταση, το γεγονός ότι πρό της εγχειρήσεως ήταν απολύτως υγιής και κατέληξε, κατά πλειοψηφίαν, στην μείωση του ποσού της αιτηθείσης αποζημιώσεως για την ηθική βλάβη. Το μειοψηφίσαν μέλος του Δικαστηρίου υπεστήριζε ότι το Δημόσιο έπρεπε για τον λόγο αυτό να καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 1.467.351,43 ευρώ. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησαν αντίθετες εφέσεις η αναιρεσείουσα και το Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες έγιναν εν μέρει δεκτές με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριον έκρινε ότι : α) Η αναιρεσείουσα δεν υπέστη ζημία και άρα δεν θεμελιωνόταν αξίωση της προς αποζημίωση κατά το ποσό των νοσηλείων και της αμοιβής των ιατρών Green Wood και Bristow (1.300.522,5 ευρώ). Τούτο δε, διότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί από το Δημόσιο απευθείας στους δικαιούχους, το δε Δημόσιο δεν ήταν τρίτο πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 930 παρ. 3 του Αστικού Κώδικα, αλλά αυτό τούτο το πρόσωπο του ζημιώσαντος και περαιτέρω, οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής της θυγατέρας της ως ασφαλισμένης στην ανωτέρω δαπάνη θα έπρεπε να καλυφθεί από το Δημόσιο ως αποζημίωση της. β) Τα αιτήματα της αναιρεσείουσας για καταβολή ποσού 1734,41 ευρώ, προς κάλυψη δαπανών φυσιοθεραπειών, υδροθεραπειών και εργασιοθεραπειών, το οποίο είχε καταβάλει πριν από την άσκηση της αγωγής, καθώς και του ποσού των 2.112,98 ευρώ κατά μήνα που θα κατέβαλλε για τις ίδιες θεραπείες για χρονικό διάστημα δύο ετών μετά την άσκηση της αγωγής, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτα κατά το άρθρο 71 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 του β. δ/τος 665/1962 διοικητικής ικανοποιήσεως των σχετικών απαιτήσεων. γ) Το ποσό των 586.940,57ευρώ της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης της θυγατέρας της αναιρεσείουσας ήταν εύλογο, ενόψει της ιδιαιτέρως βαρειάς σωματικής και εγκεφαλικής βλάβης που υπέστη σε νεαρή ηλικία, της παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου, της υπερέχουσας οικονομικής ισχύος του Δημοσίου έναντι της παθούσας και της εφ΄ όρου ζωής διατάραξης της οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής της. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες εφέσεις και υποχρέωσε το Δημόσιο, να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα τα μνημονευόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσης αποφάσεως ποσά. 
5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το δικάσαν δικαστήριο δεν επεδίκασε ολόκληρο το ποσό το οποίο κατεβλήθη για την νοσηλεία κατά το χρονικό διάστημα από 18/7/1999 έως 11/12/2000, (ανερχόμενο σε 829.343,48 λίρες Αγγλίας) αλλά μόνον το 10% αυτού, θεωρώντας ότι μονόν κατά το ποσό αυτό θα απεβαρύνετο η αναιρεσείουσα. Σύμφωνα με τον εξεταζόμενο λόγο θα έπρεπε να υποχρεωθεί το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 930 παρ. 3 του Α.Κ. να καταβάλει ολόκληρο το ανωτέρω ποσό. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη ζημία ίση προς το ανωτέρω ποσό εφόσον το Δημόσιο κατέβαλε το ποσό αυτό απευθείας στους δικαιούχους του ποσού αυτού (Νοσοκομείο, ιατροί) στην Αγγλία, το δικάσαν δε δικαστήριο έκρινε ότι το Δημόσιο όφειλε να καταβάλει και το ποσοστό αυτό (το 10%) των νοσηλίων του εξωτερικού, συνεπώς δε η αναιρεσείουσα δεν επιβαρύνθηκε ούτε κατά το ποσό αυτό. Ο ειδικότερος δε ισχυρισμός ότι έπρεπε να αποζημιωθεί κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ. είναι απορριπτέος, διότι η διάταξη αυτή αφορά περίπτωση κατά την οποία πλείονες του ενός είναι υπόχρεοι προς αποζημίωση περί του οποίου εν προκειμένω δεν πρόκειται. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι μη νομίμως απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ανωτέρω αιτήματα της προς απόδοση των δαπανών για φυσιοθεραπείες, λουτροθεραπείες και εργασιοθεραπείες, στις οποίες υπεβλήθη και θα υπεβάλλετο στο μέλλον κατά τα ανωτέρω. Τούτο δε δεδομένου ότι ετήρησε τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 14 του β. δ/τος 665/1962 με την υποβολή στο αρμόδιο διοικητικό όργανο σχετικής αιτήσεως περί αποδόσεως των ανωτέρω δαπανών, χωρίς όμως να εγκριθεί η απόδοση των δαπανών αυτών, προσκομίζει δε το από 1-6-2004 έγγραφο απάντησης του αρμοδίου οργάνου. Ο λόγος αυτός προβαλλόμενος το πρώτο κατ΄ αναίρεση και βασιζόμενος σε στοιχεία, τα οποία δεν προσκομίσθηκαν στο δικάσαν δικαστήριο, προβάλλεται απαραδέκτως. Τέλος, προβάλλεται ότι μη νομίμως το δικάσαν δικαστήριο περιόρισε το καταβλητέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς να προβεί σε ανάλογη εκτίμηση του είδους της προσβολής που υπέστη η θυγατέρα της αναιρεσείουσας με τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, της έκτασης της βλάβης αυτής, των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας κλπ. Ο λόγος αυτός, καθ’ ο μέρος αφορά το ύψος της καταβλητέας χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το ζήτημα τούτο ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία κατ΄ αρχήν, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Περαιτέρω, ως προς τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικάσαν δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στη τέταρτη σκέψη, έλαβε υπόψη όλα τα κατά νόμο στοιχεία, δεν προβάλλεται δε ότι για το θέμα αυτό είχαν προβληθεί ειδικότεροι ισχυρισμοί που έμειναν αναπάντητοι. 
6. Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 
Διά ταύτα 
Απορρίπτει την αίτηση. 
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. 
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007 
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας 
  
  
Σωτ. Ρίζος  Α. Κολιοπούλου 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 2008. 
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος 
  
  
Γ. Ανεμογιάννης    Μ. Παπασαράντη