Αριθμός 1057/2017
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αικ. Χριστοφορίδου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Μιχ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Π. Χαμάκος, Ηλ. Μάζος, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Δ. Εμμανουηλίδης, Ολ. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Ι. Παπαγιάννης, Ελ. Μελισσαρίδης, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μιχ. Πικραμένος και Δ. Εμμανουηλίδης καθώς και η Πάρεδρος Θ. Ζιάμου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 8ης Νοεμβρίου 2012 αίτηση:
του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιά, ο οποίος παρέστη με τη Χριστίνα Διβάνη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους,
κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «BP HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (Λεωφόρος Κηφισίας 26 και Παραδείσου 23), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αντώνιο Αντωνόπουλο (Α.Μ. 11920), ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας σε «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθ. 1690/2015 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Διευθυντής επιδιώκει να αναιρεθούν οι υπ’ αριθ.: α) 1021/2012 και β) 5109/2010 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από την εισηγήτρια, Σύμβουλο Ε. Νίκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Διευθυντή, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1021/2012 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και της υπ’ αριθμ. 5109/2010 αναβλητικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου. Με την προαναφερθείσα οριστική απόφασή του το ως άνω δικαστήριο, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε, κατ’ αποδοχή εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, την υπ’ αριθμ. 74/2004 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, και δίκασε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης, την οποία και έκανε δεκτή. Με την προσφυγή της η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει α) την τροποποίηση της από 26.5.2000 πράξεως του Διευθυντού του Ζ’ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιώς, κατά το μέρος που με την πράξη αυτή χρεώθηκε κατά τον εκτελωνισμό βενζίνης που δεν περιείχε μόλυβδο, με τον συντελεστή του ειδικού φόρου καταναλώσεως (Ε.Φ.Κ.) της μολυβδούχου βενζίνης και β) την επιστροφή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, μέρους του καταλογισθέντος με την ως άνω πράξη ποσού φόρου, ανερχομένου σε 5.568,42 ευρώ.
2. Επειδή, η παρούσα υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1690/2015 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία παραπέμφθηκε προς επίλυση στην Ολομέλεια, κατά το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος της διατάξεως της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν. 2836/2000 (ΦΕΚ Α΄ 168/24.7.2000), με την οποία επιβλήθηκε αυξημένος φόρος καταναλώσεως επί του νέου τύπου αμόλυβδης βενζίνης (με κωδικούς Σ.Ο. 27.10.00.27, 27.10.00.29 και 27.10.00.32), αναδρομικώς από 18.3.2000, ήτοι πριν από την ημερομηνία καταθέσεως του σχετικού νομοσχεδίου.
3. Επειδή, λόγω κωλύματος κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (ΦΕΚ Α´ 214) της Συμβούλου Σπ. Χρυσικοπούλου, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την ανωτέρω υπόθεση, στην διάσκεψη έλαβε μέρος αντ’ αυτού, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Μ. Πικραμένος, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως (βλ. ΣτΕ 29/2014, 2062/2013 και Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομέλειας 25/2013).
4. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου.
5. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213), «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας, ή έφεση, αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά…».
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον δημόσιο προβάλλει ότι «… με τον μόνο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται το κεφάλαιο των 1021/2012 και 5109/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με τις οποίες κρίθηκε ρητά ότι η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 2826/2000 … αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος, ζήτημα το οποίο δεν έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου σας». Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αναιρεσίβλητη, με το από 9.3.2015 υπόμνημά της, περί αοριστίας του, καθώς και περί υπάρξεως συναφούς νομολογίας κατ’ επίκληση των αποφάσεων 4714 και 4699/1983 του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες, όμως, αναφέρονται σε αναδρομική κύρωση κανονιστικών αποφάσεων βάσει διατάξεων διαφόρων της επίμαχης εν προκειμένω είναι απορριπτέα. Συνεπώς, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010 ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 1021/2012 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, στην οποία ενσωματώθηκε η απαραδέκτως προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 5109/2010 αναβλητική απόφαση του αυτού δικαστηρίου.
7. Επειδή, στο άρθρο 78 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. 3. Κατ’ εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από την λήξη της συνόδου. 4. … 5. …».
Εξ άλλου, το αντίστοιχο άρθρο 59 του Συντάγματος του 1952 είχε ως εξής: «Ουδείς φόρος επιβάλλεται ουδ’ εισπράττεται άνευ νόμου. Εξαιρετικώς επί επιβολής ή αυξήσεως εισαγωγικού δασμού, η είσπραξις αυτού επιτρέπεται από της ημέρας της εις την Βουλήν καταθέσεως της περί αυτού προτάσεως νόμου, υπό τον ρητόν όρον της δημοσιεύσεως του νόμου το βραδύτερον εντός δέκα ημερών από της λήξεως της βουλευτικής συνόδου…».
8. Επειδή, με την ως άνω παράγραφο 3 του άρθρου 78 του ισχύοντος Συντάγματος, που ρυθμίζει ειδικά τα της επιβολής ή αυξήσεως εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού ή φόρου καταναλώσεως, εισάγεται εξαίρεση όχι μόνο στον κανόνα της παραγράφου 1, (όπως υπό το καθεστώς του άρθρου 59 παρ. 1 του Συντάγματος του 1952), αλλά και στον κανόνα της παραγράφου 2, υπό τους οποίους η παράγραφος 3 τέθηκε. Έτσι, επί επιβολής ή αυξήσεως ενός τέτοιου δασμού ή φόρου καταναλώσεως, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στην Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, χωρίς να χρειάζεται τυπικός νόμος, προκειμένου να αποφεύγεται η ωφέλεια των εισαγωγέων εις βάρος του Δημοσίου και των καταναλωτών, διά της, μετά την αναγγελία της επικειμένης φορολογίας, αθρόας εισαγωγής εμπορευμάτων χωρίς επιβάρυνση, και της διαθέσεώς τους μετά την έκδοση του νόμου σε τιμή προσαυξημένη κατά τον μη καταβληθέντα δασμό ή φόρο καταναλώσεως (βλ. ΣτΕ 1454/1967 Ολομ.). Παράλληλα, όμως, ένας τέτοιος εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος καταναλώσεως, προορισμένος να επιβαρύνει προϊόντα που διατίθενται στην κατανάλωση, δεν μπορεί να επιβάλλεται ή να αυξάνεται με νόμο αναδρομικής ισχύος [που θα έφθανε, μάλιστα, το προηγούμενο οικονομικό έτος εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε], καθώς η επίρριψή του στην κατανάλωση, που τόση σημασία έχει για τον ως άνω χαρακτηρισμό του, δεν θα είναι κατ’ αρχήν δυνατή.
9. Επειδή, το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2127/1993 (ΦΕΚ Α΄ 48), το οποίο ορίζει τους συντελεστές του ειδικού φόρου καταναλώσεως κατ’ είδος πετρελαιοειδών προϊόντων, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 του ν. 2743/1999 (ΦΕΚ Α΄ 211), προέβλεπε στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ τα εξής: «β) βενζίνη με μόλυβδο [Κωδικός Σ.Ο.] 27.10.00.34 και 27.10.00.36 [ποσό φόρου σε δραχμές] 114.000 [Μονάδα επιβολής] χιλ/τρο γ) βενζίνη χωρίς μόλυβδο –με αριθμό οκτανίων μέχρι και 96,5 [Κωδικός Σ.Ο.] 27.10.00.27 και 27.10.00.29 [ποσό φόρου σε δραχμές] 98.000 [Μονάδα επιβολής] χιλ/τρο…». Με το άρθρο 22 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2836/2000 (ΦΕΚ Α’ 168/24.7.2000) προστέθηκε στο ως άνω άρθρο 20 παρ. 1 περίπτωση ιγ’ ως εξής: «ιγ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνη των κωδικών της Σ.Ο. 27.10.00.34 και 27.10.00.36. [Κωδικός Σ.Ο.] 27.10.00.27 27.10.00.29 και 27.10.00.32 [ποσό φόρου σε δραχμές] 114.000 [Μονάδα επιβολής] χιλιόλιτρο». Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου 22 του ν. 2836/2000, η ισχύς της ως άνω περιπτώσεως γ΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από 18.3.2000.
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Στις 24.3.2000 ο Προϊστάμενος της Διευθύνσεως Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών εξέδωσε την υπ’ αριθμ. Φ.264/165 πράξη με θέμα «Φορολογική μεταχείριση αμόλυβδης βενζίνης με προσθήκη απορρυπαντικού πρόσθετου που την καθιστά κατάλληλη για χρήση στους κινητήρες των συμβατικής τεχνολογίας αυτοκινήτων», η οποία κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στο Ζ’ Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (ΤΕΤΣ) Πειραιώς. Στις 26.5.2000, η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών κατέθεσε στο προαναφερθέν τελωνείο την υπ’ αριθμ. 34453/2000 δήλωση ειδικού φόρου καταναλώσεως προκειμένου να εκτελωνίσει ποσότητα 100.000 λίτρων αμόλυβδης βενζίνης, προελεύσεως Γαλλίας, 96,5 οκτανίων, με προσθήκη προσθέτου απορρυπαντικού, προς χρήση στους συμβατικής τεχνολογίας κινητήρες αυτοκινήτων. Η αναιρεσίβλητη κατέβαλε, μεταξύ άλλων επιβαρύνσεων, και τον ειδικό φόρο καταναλώσεως, ο οποίος υπολογίσθηκε με συντελεστή 114.000 δραχμών ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή με τον συντελεστή που ορίζετο στο άρθρο 20 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2127/1993, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 του ν. 2743/1999 (ΦΕΚ Α΄ 211), για την βενζίνη με μόλυβδο (κωδικός Σ.Ο. 27.10.00.34 και 27.10.00.36). Ακολούθως, στις 22.6.2000, η αναιρεσίβλητη εταιρεία κατέθεσε προσφυγή, με την οποία υποστήριξε ότι ο υπολογισμός του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως. έπρεπε να γίνει με συντελεστή 98.000 δραχμών ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή επί τη βάσει του συντελεστή για την βενζίνη χωρίς μόλυβδο (μέχρι 96,5 οκτάνια), που προεβλέπετο στην περ. γ΄ του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2127/1993, όπως τότε ίσχυε, και όχι βάσει του συντελεστή στον οποίο παρέπεμπε η προαναφερθείσα από 24.3.2000 πράξη του Διευθυντή Ε.Φ.Κ. του Υπουργείου Οικονομικών, ζήτησε δε να γίνει δεκτή η ανάκληση της προηγουμένης δηλώσεώς της Ε.Φ.Κ., να τροποποιηθεί η αντίστοιχη από 26.5.2000 πράξη χρεώσεως και να της επιστραφεί η προκύπτουσα διαφορά του ειδικού φόρου καταναλώσεως, ύψους 5.568,42 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. Στις 24.7.2000 δημοσιεύθηκε ο ν. 2836 με το περιεχόμενο που εκτέθηκε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο), με την υπ’ αριθμ. 74/2004 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία, ακολούθως, άσκησε έφεση. Το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 5109/2010 προδικαστική απόφασή του, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως προκειμένου το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο να διευκρινίσει: α) πότε κατατέθηκε το νομοσχέδιο του μετέπειτα ψηφισθέντος ν. 2836/2000 και β) πότε κατατέθηκε η «τροπολογία», με την οποία, όπως υποστήριξε η αναιρεσίβλητη, εισήχθη η διάταξη περί αναδρομικής (από 18.3.2000) ισχύος της ρυθμίσεως του άρθρου 22 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 2836/2000. Σε εκτέλεση της ως άνω προδικαστικής αποφάσεως το Δημόσιο προσκόμισε ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου την υπ’ αριθμ. 949/15.4.2011 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Νομοθετικού Έργου της Βουλής των Ελλήνων, σύμφωνα με την οποία «… το νομοσχέδιο … κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων στις 12.6.2000, ψηφίστηκε στην συνεδρίαση Α’ του Τμήματος Διακοπής των Εργασιών της Βουλής (Θέρος 2000) και έγινε ο ν. 2836/2000…». Κατόπιν τούτων, με την ήδη παραδεκτώς προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1021/2012 οριστική απόφασή του, το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την σκέψη ότι «… εφόσον το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στην Βουλή των Ελλήνων την 12.6.2000, … η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ως άνω νόμου, … αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 3 του Συντάγματος…».
11. Επειδή, η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου είναι ορθή, διότι, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν ανωτέρω, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 3 του Συντάγματος επιβλήθηκε με την διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 22 του ν. 2836/2000 αναδρομικώς, από 18.3.2000, φόρος καταναλώσεως επί του νέου τύπου αμόλυβδης βενζίνης (με κωδικούς Σ.Ο. 27.10.00.27, 27.10.00.29 και 27.10.00.32), του φόρου τούτου δυναμένου να εισπραχθεί το νωρίτερον από τις 12.6.2000, ήτοι από την ημερομηνία καταθέσεως του σχετικού νομοσχεδίου το οποίο, στη συνέχεια, κατέστη ο ν. 2836/2000. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως λόγος είναι απορριπτέος.
12. Επειδή, μετά την επίλυση του παραπεμφθέντος ζητήματος, το Δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπό κρίσιν αιτήσεως, την οποία και απορρίπτει, δοθέντος ότι δεν προβάλλεται με αυτή άλλος λόγος αναιρέσεως.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Επιλύει το παραπεμφθέν ζήτημα.
Δικάζει και απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης για την παράσταση αυτής ενώπιον του Β΄ Τμήματος και της Ολομελείας, που ανέρχεται στο ποσό εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2017
