ΣτΕ 1085/2016, Α τμ. 7μ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ 105, ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΖΗΜΙΑΣ ΚΕΡΔΟΥΣ, ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ 930ΑΚ , ΝΟΜΙΜΟΣ Ο ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΛΟΓΟ, ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΕ ΕΦΑΠΑΞ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΚΟΓΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΕ

ΣΤΕ

Αριθμός 1085/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Τ. Κόμβου, Δ. Εμμανουηλίδης, Σύμβουλοι, Β. Ανδρουλάκης, Στ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 8 Ιουνίου 2006 αίτηση:

της Ελένης Μπάκα του Χρήστου, κατοίκου Αθηνών (Καλλιδρομίου 92), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπάκα (Α.Μ. 24492), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με το Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 250/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. Καλογεροπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (2194231-3/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 250/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4493/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και του Ελληνικού Δημοσίου που είχαν ασκηθεί κατά της ως άνω 4493/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει τα ποσά που αναγράφονται στην απόφαση αυτή ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας που είχε υποστεί η αναιρεσείουσα λόγω της στερήσεως διατροφής και υπηρεσιών εξαιτίας του θανάτου του πατέρα της που προήλθε από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου.

2. Επειδή, στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), ορίζονται τα εξής: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…».

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση όχι μόνο από παράνομες εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και όχι με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

Κατά την έννοια επίσης των ίδιων διατάξεων, ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία και τους οικείους κανονισμούς, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (ΣτΕ 347, 4776/1997, 3632/2001, 1221/2002, 2727/2003, 2146/2004, 2579/2006, 2796/2006 7μελούς, 1019, 2521//2008, 2544/2010, 288/2011, 3333/2012, 1183, 2897, 3113/2013 κ.α.). Περαιτέρω, στο άρθρο 928 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ΄ εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται μ’ αυτά. Έχει επίσης την υποχρέωση να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών», στο δε εδάφιο πρώτο του άρθρου 930 του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής: «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ».

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης του, να αποζημιώσει εκείνον που είχε αξίωση διατροφής έναντι προσώπου που θανατώθηκε εξαιτίας παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του. Η εν λόγω αξίωση αποζημιώσεως, αποσκοπούσα να αποκαταστήσει τον δικαιούχο της διατροφής, ούτως ώστε ο τελευταίος να επανέλθει στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Στους ανωτέρω δικαιούχους περιλαμβάνονται η σύζυγος και το τέκνο του θανόντος, ως προς τα πρόσωπα δε αυτά η απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 928 του Α.Κ. εδ. β΄ αξίωση αποζημιώσεως έχει άμεση σχέση με την εκ του νόμου αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γένεση του δικαιώματός τους προς αποζημίωση, όσο και το οφειλόμενο ποσό προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ. για τη διατροφή ανιόντων, κατιόντων ή συζύγων (άρθρα 1389 επομ., 1442 επομ., 1485 επομ. του Α.Κ., βλ. ΣτΕ, 3785/2012, 544/2009, πρβ. ΑΠ 788/2010, 2331/2009, 925/2004, 1136/2003, 933/2002, Ολομ. 39/1977). Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 1 και 1489 παρ. 2 του ΑΚ, δικαίωμα διατροφής έχει και το ενήλικο τέκνο, εφ’ όσον δεν μπορεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, εν όψει και των αναγκών εκπαιδεύσεώς του. Η διατροφή αυτή περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 1493 ΑΚ, όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του, υπό την προϋπόθεση ότι στερείται επαρκών περιουσιακών στοιχείων για να εξασφαλίσει την εκπαίδευση αυτή, ενώ αδυνατεί να μετέλθει κατάλληλη εργασία που να του επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του. Οι ανάγκες εκπαιδεύσεως εξαρτώνται από τις λοιπές βιοτικές συνθήκες του δικαιούχου, ως εκπαίδευση δε νοείται όχι μόνο η κατώτερη, αλλά και η μέση και η ανώτερη ή ανώτατη. Σχετικώς λαμβάνονται υπόψη οι επιδόσεις του δικαιούχου, ήτοι η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου βαθμού και επιπέδου σπουδών (πρβ. ΑΠ 471/2005, 212/1999). 

3. Επειδή, εξ άλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ και 298 του Αστικού Κώδικα, η αποζημίωση, την οποία οφείλει το Δημόσιο, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Τέτοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει όταν ζημία και ωφέλεια στηρίζονται σε διαφορετική η καθεμία αιτία (βλ. ΣτΕ 3732/2012, 866/2011 7μ., 2803/2000 7μ., πρβ. ΑΠ 537/2006, 34/2003, 523/1995, 1236/1993, 2163/1986). Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΣτΕ 3732/2012, 866/2011 7μ., ΑΠ 537/2006, 523/1995, 89/1983, 298/1974, 807/1973 Ολομ.).

Από την ανωτέρω γενική αρχή περί συνυπολογισμού ωφέλειας και ζημίας εισάγει εξαίρεση η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 930 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποία: «Η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε».

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ιδίως για τις περιπτώσεις θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας κάποιου προσώπου, η υποχρέωση προς αποζημίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος είναι υπόχρεος να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον ζημιωθέντα, υπό την έννοια ότι ο ζημιωθείς δικαιούται να απαιτήσει, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αμφότερες τις παροχές , δηλαδή και την αποζημίωση και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ζημιογόνο γεγονός. Περαιτέρω, ειδικώς στην περίπτωση, κατά την οποία, ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεoς να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση, κατά την οποία, το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση λόγω διατροφής στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, συγχρόνως δε οφείλει και σύνταξη λόγω θανάτου, είναι μεν δυνατόν, από τις γενικές διατάξεις του δικαίου, να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός εν όλω ή εν μέρει της ωφέλειας στη ζημία, όπως όταν η καλή πίστη δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός, εκτιμωμένων των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΣτΕ 3732/2012, ΑΠ 89/1983, 298/1974, 807/1973 Ολομ.) αλλά μπορεί η καλή πίστη να επιτρέπει ή ακόμα και να επιβάλλει , ενόψει πάντοτε των συγκεκριμένων συνθηκών, κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω διατροφής που καταβάλλει το Δημόσιο κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, να χωρήσει συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει με την καταβαλλόμενη από το ίδιο το Δημόσιο σύνταξη λόγω θανάτου, ενόψει, άλλωστε, και των παρόμοιων σκοπών (πρβ. ΣτΕ 3732/2012) τους οποίους αποβλέπει να εξυπηρετήσει και των αναγκών τις οποίες επιδιώκει να ικανοποιήσει τόσο η αποζημίωση λόγω διατροφής όσο και η σύνταξη λόγω θανάτου, έτσι ώστε το ζημιογόνο γεγονός να μην οδηγήσει τελικώς στον πλουτισμό του ζημιωθέντος.

Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ταξιαρχία Κόμβου και Δημήτρης Εμμανουηλίδης στην άποψη των οποίων προσχώρησε και ο Πάρεδρος Βασίλης Ανδρουλάκης κατά τη γνώμη των οποίων, στην περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος σε αποζημίωση λόγω διατροφής είναι το Δημόσιο, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, συγχρόνως δε το Δημόσιο (και όχι «τρίτος») οφείλει, εκτός από αποζημίωση λόγω διατροφής, και σύνταξη στον ζημιωθέντα λόγω θανάτου του υποχρέου να τον διατρέφει, ο ζημιωθείς δικαιούται να απαιτήσει, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αμφότερες τις παροχές , δηλαδή και την αποζημίωση και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ζημιογόνο γεγονός. Στην τελευταία, δηλαδή, αυτή περίπτωση, ο ζημιωθείς θα εισπράξει αμφότερες τις παροχές και δεν χωρεί συμψηφισμός της οφειλόμενης αποζημιώσεως λόγω διατροφής με τη σύνταξη λόγω θανάτου, για την οποία, άλλωστε, ο θανατωθείς έχει υποβληθεί σε θυσίες κατά τη διάρκεια της ζωής του, καταβάλλοντας εισφορές, δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός ότι η ιδιότητα του υποχρέου σε αποζημίωση συμπίπτει με την ιδιότητα του οφείλοντος τη σύνταξη – ωφέλεια.

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Την 1η Απριλίου του έτους 1993 στην αίθουσα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου στην περιοχή του Ρουφ, διεξήγετο η κατ’ έφεση δίκη του υποσμηναγού Δημητρίου Κουρούπη, κατηγορούμενου για ανθρωποκτονίες εξ αμελείας κατά συρροή και ειδικότερα, διότι στις 27.7.1991, οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος το ιδιωτικής χρήσεως (Ι.Χ.) αυτοκίνητό του στην περιοχή Σχηματαρίου, παρέσυρε και προκάλεσε το θάνατο πέντε ατόμων ηλικίας 15-18 ετών. Συνήγοροι υπερασπίσεως ήταν ο Δημοσθένης Αβράμης και ο Χρήστος Μπάκας, πατέρας της αναιρεσείουσας. Η ακροαματική διαδικασία εξελισσόταν ομαλά όταν γύρω στις 19.15΄ ο πατέρας ενός από τα θύματα προχώρησε προς την έδρα του δικαστηρίου και με την απειλή όπλου δημιούργησε συνθήκες φόβου και πανικού, όταν δε αντιλήφθηκε τη συγκέντρωση στο χώρο αστυνομικής δυνάμεως, άρχισε να πυροβολεί με αποτέλεσμα να φονεύσει τους συνηγόρους υπερασπίσεως, μεταξύ των οποίων και τον πατέρα της αναιρεσείουσας, να τραυματίσει τον κατηγορούμενο και τρεις στρατοδίκες, τέλος δε να αυτοπυροβοληθεί και να τραυματιστεί θανάσιμα. Με την 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψαν νόμιμη υποχρέωσή τους, αφού η μεν Ελληνική Αστυνομία δεν παρέστη στην ως άνω τακτική και γνωστή συνεδρίαση του ανωτέρω δικαστηρίου με εντεταλμένα όργανα για την τήρηση της τάξεως, ο δε Επίτροπος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, παρά τη σοβαρότητα της υποθέσεως, παρέλειψε να ειδοποιήσει την Αστυνομία, προκειμένου να ληφθούν τα προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις αυξημένα μέτρα ασφαλείας, ώστε να διασφαλιστούν οι όροι της ευταξίας και ασφάλειας, τόσο των παραγόντων της δίκης, όσο και των πολιτών που παρακολουθούσαν, με συνέπεια να μην καταστεί δυνατή η αποτροπή της δολοφονίας των ως άνω συνηγόρων υπερασπίσεως. Εν όψει τούτων, κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ότι υπήρχε υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να αποζημιώσει, μεταξύ άλλων, και την αναιρεσείουσα, θυγατέρα του θανόντος συνηγόρου Χρήστου Μπάκα, μέχρι τις 29.6.2002, οπότε και θα συμπλήρωνε το 18ο έτος της ηλικίας της. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο θανών πατέρας της, εν όψει της ηλικίας του κατά το χρόνο του θανάτου του (43 ετών), του επαγγέλματός του (αναπληρωτής καθηγητής του ποινικού δικαίου και δικηγόρος) και της φήμης του, θα συνέβαλλε αναλόγως στη διατροφή της οικογένειάς του, επιδικάστηκαν δε στη σύζυγό του, για λογαριασμό της τότε ανήλικης αναιρεσείουσας με την ως άνω 2795/2001 τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, α) από 2.4.1993 έως 31.3.1998 τα κατωτέρω ποσά κατά μήνα: το έτος 1993 68.450 δρχ., το έτος 1994 71.873 δρχ., το 1995 75.500 δρχ., το έτος 1996 79.300 δρχ., το έτος 1997 83.200 δρχ. και το έτος 1998 87.400 δρχ. και β) από 1.4.1998 έως την ενηλικίωσή της (29.6.2002) τα κατωτέρω ποσά κατά μήνα: το έτος 1998 87.400 δρχ., το έτος 1999 91.000 δρχ., το έτος 2000 95.000 δρχ., το έτος 2001 98.000 δρχ. και το έτος 2002 101.000 δρχ. (292,40 ευρώ). Προκειμένου να υπολογίσει τα ανωτέρω ποσά αποζημιώσεως το ως άνω δικαστήριο, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνυπολόγισε (συμψήφισε), στο ποσό της αποζημιώσεως λόγω στερήσεως της διατροφής της αναιρεσείουσας, ως ωφέλεια, το ήμισυ της κοινής συντάξεως των 23.100 δρχ. (11.600 δρχ. ή 34 ευρώ) που ελάμβανε η αναιρεσείουσα το μήνα μαζί με τον αδελφό της, λόγω του θανάτου του πατέρα της.

5. Επειδή, ύστερα από την ενηλικίωσή της και το πέρας του χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο ελάμβανε την ανωτέρω αποζημίωση, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 18.7.2002 νέα αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να της επιδικαστεί αποζημίωση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για την ίδια αιτία (λόγω διατροφής από το θάνατο του πατέρα της) για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από την ενηλικίωσή της μέχρι τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας της, εν όψει και της εισαγωγής της στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ύστερα από τη συμμετοχή της σε πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις, καθ’ όσον, κατά τους ισχυρισμούς της, η αξίωσή της για διατροφή έναντι του θανόντος πατέρα της θα διαρκούσε, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όσο χρόνο θα διαρκούσαν οι σπουδές της, συμπεριλαμβανομένων και των μεταπτυχιακών, λαμβανομένων υπόψη της μορφώσεως των γονέων της και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεώς τους, αλλά και των πνευματικών προσόντων και επιδόσεων της ίδιας με βάση τις οποίες πιθανολογείτο ότι θα ολοκλήρωνε τις σπουδές αυτές. Σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να συνεχίσει να της καταβάλλει και μετά την ενηλικίωσή της ως αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής εξ αιτίας του θανάτου του πατέρα της το ποσό των 292,40 ευρώ μηνιαίως για το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002 – ποσό, στο οποίο είχε διαμορφωθεί, κατά τα προεκτεθέντα, η αποζημίωση της αναιρεσείουσας για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002 με την 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών-, διαμορφούμενο περαιτέρω, ύστερα από αναπροσαρμογή, μηνιαίως σε 311,22 ευρώ για το έτος 2003, σε 326,78 ευρώ για το έτος 2004, σε 343,12 ευρώ για το έτος 2005, σε 360,28 ευρώ για το έτος 2006, σε 378,29 ευρώ για το έτος 2007, σε 397,20 ευρώ για το έτος 2008 και σε 417,06 ευρώ για το έτος 2009. Με την ίδια αγωγή η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το συνολικό ποσό της ως άνω αποζημιώσεως, ύψους 29.683,44 ευρώ, εφάπαξ και νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην επωφελέστερη αξιοποίηση του κεφαλαίου για τις πανεπιστημιακές και μεταπτυχιακές της σπουδές, άλλως να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει την αντίστοιχη μηνιαία δόση την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση της δόσεως και μέχρι την εξόφλησή της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, κρίνοντας ότι υπήρχε δεδικασμένο από την 2795/2001 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών τόσο ως προς την ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, όσο και ως προς την κρίση ότι ο θανών πατέρας της αναιρεσείουσας θα συνεισέφερε στη διατροφή της κατά ποσοστό 50%, το οποίο αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τα κριθέντα με την 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σε 296,40 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002. Περαιτέρω, έκρινε ότι και κατά δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002 και μέχρι τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας της αναιρεσείουσας, ο θανών πατέρας της θα συνεισέφερε από κοινού κατά το ίδιο ποσοστό με τη σύζυγό του στη διατροφή της αναιρεσείουσας και ότι η συνεισφορά του αυτή θα αντιστοιχούσε στο ποσό των 296,40 ευρώ, κατά το το χρονικό διάστημα από 1.7.2002 έως 31.12.2002, αναπροσαρμοζόμενο λόγω αυξήσεως του κόστους ζωής για το μέλλον, ανά έτος, κατά 5% και οριζόμενο κατ’ έτος, μέχρι την ενηλικίωσή της στις 29.6.2009, στα ανωτέρω αναφερόμενα μηνιαία ποσά που αυτή είχε ζητήσει με την αγωγή της. Έκρινε, ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι από τα ποσά αυτά, δικαιολογείτο, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστεως, να αφαιρεθεί ποσό ύψους 150 ευρώ μηνιαίως κατά συνυπολογισμό του μέρους αυτού της ζημίας προς ισόποσο κέρδος (ωφέλεια) από μέρος της μηνιαίας συντάξεως που ελάμβανε η αναιρεσείουσα λόγω του θανάτου του πατέρα της, καθορίζοντας έτσι την τελικώς οφειλόμενη αποζημίωση στο ποσό των 146,40 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.7.2002 έως 31.12.2002, σε 161,22 ευρώ για το έτος 2003, σε 176,78 για το έτος 2004, σε 193,12 για το έτος 2005, σε 210,28 για το έτος 2006, σε 228,29 για το έτος 2007, σε 247,20 για το έτος 2008 και σε 267,06 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 29.6.2009. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και από τα δύο διάδικα μέρη, οι οποίες απορρίφθηκαν από το δικάσαν δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τον οποίο, από την αποζημίωση που θα επιδικαζόταν για την αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσείουσας από τη στέρηση της διατροφής της θα έπρεπε να αφαιρείτο το σύνολο της συντάξεως ύψους 422,89 ευρώ, την οποία πλέον η αναιρεσείουσα εισέπραττε από το Δημόσιο ολόκληρη (όχι κατά το ήμισυ) λόγω της συμπληρώσεως του 24ου έτους της ηλικίας του αδελφού της. Συγκεκριμένα, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι, κατά την ενώπιόν του δίκη, επί της αρχικής αγωγής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η 2795/2001 απόφασή του, το Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλει την ένσταση συνυπολογισμού κέρδους -ζημίας, ειδικότερα δε είχε ζητήσει στο τελικώς προσδιοριζόμενο ποσό αποζημιώσεως λόγω διατροφής να συνυπολογιζόταν η ωφέλεια της αναιρεσείουσας από τη σύνταξη των 23.100 δρχ., την οποία ελάμβανε μαζί με τον αδελφό της κάθε μήνα από το Δημόσιο, λόγω του θανάτου του πατέρα της και ότι η ένσταση αυτή είχε γίνει δεκτή με την ως άνω 2795/2001 τελεσίδικη απόφαση. Απέρριψε όμως ως αβάσιμο λόγο εφέσεως του Δημοσίου, σύμφωνα με τον οποίο, η ως άνω 2795/2001 εφετειακή απόφαση αποτελούσε δεδικασμένο ως προς το συνυπολογισμό κέρδους και ζημίας κατά την εκδίκαση και της δεύτερης αγωγής της, με τη σκέψη ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις που άγονταν ήδη, επ΄ ευκαιρία της δεύτερης αγωγής, σε συνυπολογισμό αφορούσαν αφ’ ενός μεν σε διαφορετικό χρονικό διάστημα από εκείνο στο οποίο αφορούσε η προγενέστερη ένσταση συμψηφισμού κέρδους- ζημίας, που προεβλήθη κατά την εκδίκαση της πρώτης αγωγής επί της οποίας έκρινε τελικώς η ως άνω 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και αφ’ ετέρου σε πολύ διαφορετικό (μεγαλύτερο) ποσό συντάξεως, το οποίο, εάν συνυπολογιζόταν ολόκληρο, θα υπερκάλυπτε το ποσό της αποζημιώσεως. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ότι ο συμψηφισμός στην αποζημίωση λόγω διατροφής, την οποία είχε ζητήσει η αναιρεσείουσα με τη δεύτερη αγωγή της, ολόκληρου του ποσού της συντάξεως, που αυτή ελάμβανε, ήταν αντίθετος με την καλή πίστη και το κοινό περί δικαίου αίσθημα λόγω της βαρύτητας του πταίσματος των οργάνων του Δημοσίου και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας. Εξ άλλου, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί συνυπολογισμού στην αποζημίωση της αναιρεσείουσας λόγω διατροφής μέρους της συντάξεως που αυτή ελάμβανε από το Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 150 ευρώ, παραβίαζε το δεδικασμένο που παρήχθη από την 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε συνυπολογιστεί στην αποζημίωσή της λόγω διατροφής κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002 το ήμισυ της συντάξεως που ελάμβανε μαζί με τον αδελφό της, ύψους 11.600 δρχ. (34 ευρώ), είχε δε προσδιοριστεί η μηνιαία αποζημίωσή της κατά το ως άνω εξάμηνο με την ανωτέρω απόφαση στο ποσό των 296,40 ευρώ, με τη σκέψη ότι, όπως προέκυπτε από το 39831/14.3.2003 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η αναιρεσείουσα ελάμβανε από 1.1.2002, λόγω της συμπληρώσεως του 24ου έτους της ηλικίας του αδελφού της, ολόκληρη τη σύνταξη λόγω θανάτου του πατέρα της, η οποία ανερχόταν πλέον όχι στο ποσό των 11.600 δρχ. που την είχε υπολογίσει η 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αλλά στο ποσό των 422,89 ευρώ (144.000 δρχ.), το ποσό δε αυτό ήταν ασυγκρίτως μεγαλύτερο από αυτό που είχε λάβει υπόψη και είχε συνυπολογίσει το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών στην προαναφερθείσα 2795/2001 απόφασή του για το πριν από την ενηλικίωσή της χρονικό διάστημα και δεν καλυπτόταν από το δεδικασμένο της ως άνω εφετειακής αποφάσεως. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του πταίσματος των οργάνων του Δημοσίου, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της αναιρεσείουσας, η οποία στερείτο άλλων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και το ύψος της ωφέλειας (συντάξεως) που αυτή ελάμβανε και θα εξακολουθούσε να λαμβάνει από το Ελληνικό Δημόσιο λόγω του θανάτου του πατέρα της, έκρινε ως αιτιολογημένη την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί συνυπολογισμού στην αποζημίωσή της λόγω διατροφής μέρους της συντάξεως και συγκεκριμένα ποσού ύψους 150 ευρώ, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και το κοινό περί δικαίου αίσθημα, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, η οποία ζητούσε να μην συνυπολογιστεί καθόλου στην επιδικαστέα σε αυτήν αποζημίωση η χορηγούμενη σε αυτήν σύνταξη. 

6. Επειδή, η ως άνω κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ως προς τον συμψηφισμό μέρους της συντάξεως, ύψους 150 ευρώ, την οποία η αναιρεσείουσα λαμβάνει από το Δημόσιο, λόγω του θανάτου του πατέρα της, με την οφειλόμενη, επίσης από το Δημόσιο, αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, αυτής λόγω διατροφής για την ίδια αιτία, εξ αιτίας, δηλαδή, του ζημιογόνου γεγονότος του θανάτου του πατέρα της, κατ΄ επίκληση των αρχών της καλής πίστεως, είναι νόμιμη, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη. Εφόσον, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση υπόχρεος να καταβάλει τόσο αποζημίωση όσο και σύνταξη στην αναιρεσείουσα λόγω του θανάτου του πατέρα της είναι το Ελληνικό Δημόσιο, (γεγονός που διαφοροποιεί την περίπτωση αυτή από τις περιπτώσεις όπου υπόχρεος να καταβάλει τη συνταξιοδοτική παροχή είναι όχι ο καταβάλλων την αποζημίωση αλλά άλλος φορέας- «τρίτος» -βλ. άρθρο 930 εδ. τρίτο Α.Κ.), ο συμψηφισμός στην υπό κρίση περίπτωση της αποζημιώσεως που η αναιρεσείουσα δικαιούται λόγω του ζημιογόνου γεγονότος του θανάτου του πατέρα της εξ αιτίας παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου με ένα μέρος της συντάξεως που αυτή δικαιούται λόγω του ίδιου ως άνω ζημιογόνου γεγονότος, είναι σύμφωνος με τις αρχές της καλής πίστεως (πρβ. ΑΠ 298/1974, 89/1983 ). Τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση ότι εν προκειμένω το δικάσαν δικαστήριο κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298, 930 παρ. 3 ΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ αλλά και της αρχής της ισότητας και του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, σε σχέση με τα ισχύοντα όταν τρίτος (οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως) υποχρεούται να καταβάλει τη σύνταξη, συμψήφισε στο ποσό της αποζημιώσεως που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα με μέρος της συντάξεως του θανόντος πατέρα της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας η ως άνω κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου δεν είναι νόμιμη, η δε αναιρεσείουσα θα έπρεπε να δικαιωθεί από το Δημόσιο τόσο ολόκληρη τη σύνταξή της λόγω θανάτου του πατέρα της, όσο και αποζημίωση λόγω διατροφής, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ., διότι στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω τρίτη σκέψη, δεν νοείται συμψηφισμός της αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας λόγω διατροφής με την χορηγούμενη από το Δημόσιο σύνταξη σε αυτήν, ανεξαρτήτως του αν ο υπόχρεος να καταβάλει τη σύνταξη είναι ίδιος φορέας, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει και την αποζημίωση. Σύμφωνα δε με τη γνώμη αυτή ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να γίνει δεκτός.

7. Επειδή, εξάλλου, με την έφεσή της, όπως αυτή αναπτύχθηκε με τα από 16.11.2005 υπομνήματα ενώπιον του εφετείου, η αναιρεσείουσα, είχε αμφισβητήσει ειδικότερα τον καθορισμό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ύψους της μηνιαίας αποζημιώσεως αυτής λόγω διατροφής για τα χρονικά διαστήματα που αφορούσαν τη δεύτερη αγωγή της (δηλαδή, για το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002 μέχρι και το έτος 2009), είχε δε προβάλει συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα το ποσό των 150 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος της μηνιαίας συντάξεως που αυτή θα εισέπραττε λόγω θανάτου του πατέρα της, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, είχε αφαιρεθεί, ύστερα από συμψηφισμό, αφενός από το ποσό των 296,40 ευρώ, που αφορούσε το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002, αφετέρου από τα ποσά που προέκυψαν για τα έτη 2003 έως 2009, ύστερα από την αναπροσαρμογή του ως άνω ποσού κατά 5%, δεδομένου ότι το ποσό των 296,40 ευρώ, το οποίο είχε αποτελέσει τη βάση υπολογισμού της μηνιαίας αποζημιώσεως που είχε επιδικάσει στην αναιρεσείουσα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το ως άνω χρονικό διάστημα, το χρονικό, δηλαδή, διάστημα μετά την ενηλικίωσή της, δεν αντιπροσώπευε ποσό διατροφής της αναιρεσείουσας κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά, σύμφωνα με την 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ποσό αποζημιώσεως, τα οποίο είχε προκύψει ύστερα από αναπροσαρμογή του ποσού αποζημιώσεως που είχε καθορίσει η ως άνω 2795/2001 εφετειακή απόφαση, ύστερα από αφαίρεση (συμψηφισμό) ως ωφέλειας ολόκληρου του ποσού της συντάξεως, ύψους 11.600 δρχ. (34 ευρώ), την οποία ελάμβανε η αναιρεσείουσα πριν από την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του αδελφού της, με τη διατροφή που θα εδικαιούτο αυτή κατά το έτος 1993. Η αναιρεσείουσα είχε προβάλει, δηλαδή, ότι το ποσό των 150 ευρώ θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί όχι από το ποσό της αποζημιώσεως που είχε προκύψει ύστερα από την αφαίρεση από το ποσό της διατροφής που αυτή εδικαιούτο το έτος 1993, του ποσού της συντάξεως που αυτή ελάμβανε το έτος εκείνο (34 ευρώ) και σχετική αναπροσαρμογή του ποσού αυτού για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002, αλλά από το ποσό της διατροφής της κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με αυτό τον τρόπο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προβεί σε διπλό συμψηφισμό της συντάξεώς της με τη διατροφή της, σε διπλή, δηλαδή, μείωση της διατροφής λόγω της απονεμηθείσας σε αυτήν συντάξεως (αρχικά είχε αφαιρέσει 11.600 δρχ., ήτοι 34 ευρώ και στη συνέχεια αφαίρεσε επιπλέον 150 ευρώ). Το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε σιωπηρώς τον ως άνω λόγο εφέσεως. ΄Ηδη, με την υπό κρίση αίτηση η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει τον ανωτέρω λόγο εφέσεώς της, προβάλλοντας ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο μη νομίμως τον απέρριψε σιγή, παρά το ότι ήταν ουσιώδης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος, διότι ο ως άνω λόγος εφέσεως της αναιρεσείουσας, ο οποίος αφορούσε το ύψος, στο οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαμόρφωσε την αποζημίωση λόγω διατροφής που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα, ήταν ουσιώδης και έχρηζε ειδικής αντιμετωπίσεως. Πράγματι, όπως προκύπτει από την 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα ποσά που επιδικάστηκαν στην αναιρεσείουσα με την απόφαση αυτή ως αποζημίωση, μεταξύ των οποίων και το ποσό των 296,40 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση που επιδικάστηκε με την ως άνω απόφαση στην αναιρεσείουσα κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002 και εφεξής, διαμορφώθηκαν ύστερα από συνυπολογισμό (συμψηφισμό) ως ωφέλειας του ποσού της συντάξεως ύψους 11.600 δρχ. (34 ευρώ) που ελάμβανε μέχρι τότε η αναιρεσείουσα από το Δημόσιο λόγω του θανάτου του πατέρα της. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το δικάσαν διοικητικό εφετείο, επικύρωσε την κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία το ποσό των 150 ευρώ που αντιστοιχούσε σε μέρος της συντάξεως συνολικού ύψους 422,89 ευρώ, που ελάμβανε η αναιρεσείουσα κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002, είχε αφαιρεθεί από το ποσό των 296,40 ευρώ που αντιστοιχούσε όχι στη δικαιούμενη από την αναιρεσείουσα διατροφή κατά την περίοδο εκείνη αλλά στο ποσό της αποζημιώσεως που της είχε επιδικάσει η 2795/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, για τον καθορισμό του οποίου είχε ήδη συνυπολογιστεί ως ωφέλεια και η απονεμηθείσα σε αυτήν μέχρι το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002 σύνταξη ύψους 34 ευρώ, δεν καθίσταται σαφές αν κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως που επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002 και εφεξής συνυπολογίστηκε ως ωφέλεια από την καταβαλλόμενη σε αυτήν σύνταξη λόγω θανάτου του πατέρα της ποσό 150 ευρώ, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ή, τελικώς, ποσό 184 (150 +34) ευρώ συνολικά. Θα πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σχετικό κεφάλαιο, προκειμένου το διοικητικό εφετείο να κρίνει με σαφήνεια, απαντώντας στο σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, αν η αποζημίωση που θα επιδικαστεί στην αναιρεσείουσα θα καθορισθεί με συνυπολογισμό ποσού 150 ευρώ από τη σύνταξή της, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και φαίνεται, κατ΄ αρχήν, να δέχεται το δικάσαν δικαστήριο, με αιτιολογημένη κρίση σε σχέση με την αρχή της καλής πίστεως, ή με συνυπολογισμό ποσού 184 ευρώ από τη σύνταξη αυτή, όπως προκύπτει, κατ’ αρχήν, ότι έγινε κατ’ αποτέλεσμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως να υπάρχει κρίση στην εφετειακή απόφαση σε σχέση με την αρχή της καλής πίστεως για το τελευταίο αυτό ποσό.

8. Επειδή, περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς απορρίφθηκε το αίτημα της αναιρεσείουσας περί καταβολής του ποσού της αποζημιώσεως όχι σε μηνιαίες δόσεις αλλά σε κεφάλαιο εφάπαξ (άρθρο 930, πρώτο εδάφιο ΑΚ), καθ’ όσον τα προβληθέντα από αυτήν περί επωφελέστερης εκμεταλλεύσεως της αποζημιώσεως αυτής και χρησιμοποιήσεώς της για τις προπτυχιακές και τις μεταπτυχιακές της σπουδές, δεν αποτελούσαν σπουδαίο λόγο που καθιστούσε επιβεβλημένη την εφάπαξ καταβολή της αποζημιώσεως. Η κρίση αυτή του δικάσαντος διοικητικού εφετείου είναι, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, νόμιμη, ο περί του αντιθέτου δε λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 930 ΑΚ κρίθηκε ότι δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο για την επιδίκαση του ποσού της αποζημιώσεως εφάπαξ η ανάγκη καλύψεως των πανεπιστημιακών και μεταπτυχιακών της σπουδών, αφού οι μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, τις οποίες η αναιρεσείουσα θα επιδιώξει μετά βεβαιότητας εν όψει των επιδόσεών της, απαιτούν την άμεση καταβολή σημαντικού ποσού, είναι, όπως προβάλλεται, απορριπτέος ως αβάσιμος.

9. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 21 του κανονιστικού (κωδικοποιητικού) διατάγματος της 26.6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (Α΄ 139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα εξής: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής…». Κατά την έννοια της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου του ως άνω άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως (απόφαση 7/2011 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου). Περαιτέρω, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, ειδικώς στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει ενιαία αξίωση κατά του Δημοσίου για την καταβολή αποζημιώσεως προκειμένου να αποκατασταθεί μελλοντική ζημία, η οποία εξοφλείται, κατά νομοθετική πρόβλεψη, τμηματικά (άρθρο 930 παρ. 1 εδαφ. α΄, βλ. ΑΠ 660/2001, 732/2015) και συγκεκριμένα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, για την τοκογονία απαιτείται αλλά και αρκεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ, η επίδοση στο Δημόσιο αγωγής με αίτημα την αναγνώριση ή την επιδίκαση της αποζημιώσεως αυτής, νομιμοτόκως. Δεν ασκεί δε επιρροή για την κατά τα ανωτέρω τοκογονία το γεγονός ότι η τοκογονία της σχετικής οφειλής, ειδικώς στην περίπτωση αυτή, ως εκ της φύσεως της αξιώσεως σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανάγεται στην αποκατάσταση μελλοντικής ζημίας και ικανοποιείται με την καταβολή χρηματικών δόσεων στο μέλλον, κατά μήνα, επέρχεται εν τοις πράγμασι όχι από το χρονικό σημείο της επιδόσεως της αγωγής με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα αλλά σε μεταγενέστερα της επιδόσεως της αγωγής χρονικά σημεία και συγκεκριμένα κατά τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μιας απαιτητής – ληξιπρόθεσμης μηνιαίας παροχής (δόσεως), από την παρέλευση της οποίας και θα επιδικαστούν τόκοι, εφόσον κατά την ημέρα εκείνη δεν καταβληθεί η απαιτητή δόση. Δεν απαιτείται δε, ειδικώς στην ως άνω περίπτωση, ο αιτών να ασκεί και να επιδίδει στο Δημόσιο αγωγή για καταβολή τόκων κάθε φορά που η απαίτησή του για την καταβολή της χρηματικής αυτής δόσεως καθίσταται ληξιπρόθεσμη με την πάροδο της δήλης ημέρας κατά την οποία η δόση αυτή είναι απαιτητή, αλλά αρκεί η επίδοση αγωγής για την κύρια οφειλή με αίτημα την καταβολή της οφειλής αυτής νομιμοτόκως, από τo χρονικό δε σημείο της επιδόσεως της αγωγής για την καταβολή της κύριας οφειλής, γεννιέται και η παρεπόμενη αυτής υποχρέωση καταβολής τόκου (πρβ. ΑΠ 1362/2013).

 

10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση της καταβολής τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής κάθε μέλλουσας μηνιαίας δόσεως αποζημιώσεως λόγω διατροφής, με τη σκέψη ότι οι περί υπερημερίας διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 340-345) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής κάθε μέλλουσας μηνιαίας δόσεως που πηγάζει από αξίωση δημοσίου δικαίου. Η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν είναι νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, ως εκ της φύσεως της αποζημιώσεως που ζήτησε η αναιρεσείουσα από το Δημόσιο, αναγομένης στην αποκατάσταση μελλοντικής ζημίας και καταβλητέας σε μελλοντικές χρηματικές δόσεις. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο, όταν η επιδικασθείσα απαίτηση αφορά την αποκατάσταση μελλοντικής ζημίας που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής και που θα εξοφληθεί στο μέλλον τμηματικά και συγκεκριμένα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, τότε η τοκογονία αυτών άρχεται από την παρέλευση εκάστης μελλοντικής δήλης ημέρας, κατά την οποία εκάστη χρηματική δόση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και ότι αρκεί για την τοκογονία η επίδοση αγωγής για την αποκατάσταση της μελλοντικής αυτής ζημίας και την καταβολή της ανάλογης αποζημιώσεως να περιέχει και αίτημα για καταβολή τόκων, χωρίς να χρειάζεται στην ειδική αυτή περίπτωση η άσκηση και η επίδοση αγωγής προς το Δημόσιο με την πάροδο εκάστης δήλης ημέρας κατά την οποία η χρηματική δόση καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη με αίτημα την καταβολή τόκων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σχετικό της κεφάλαιο.

11. Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα, αφενός μεν ως προς το κεφάλαιο που αφορά στον υπολογισμό της αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας με συνυπολογισμό της καταβαλλόμενης σε αυτήν συντάξεως λόγω θανάτου του πατέρα της, κατά τα εκτιθέμενα στην 8η σκέψη, αφετέρου δε ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την τοκογονία της ως άνω αποζημιώσεως που είναι καταβλητέα σε χρηματικές δόσεις στο μέλλον, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη και η υπόθεση , η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, να παραπεμφθεί, ως προς τα ως άνω κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, για νέα κρίση στο δικάσαν διοικητικό εφετείο.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση. 

Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το αιτιολογικό και παραπέμπει κατά το αναιρεθέν μέρος στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση, κατά το αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Μαΐου 2016.

Ο Πρόεδρος του Α´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Α´ Τμήματος

Αν. ΓκότσηςΒ. Ραφαηλάκη

./.