ΣτΕ 1093/1987, ολομ. , ΟΙΚΕΙΟΘΕΛΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ, τυχόν πλημμέλειές της δεν επιδρούν επι του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης (πάγια νομολογία).

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

Αριθμός 1093/1987 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συγκείμενον εκ των μελών αυτού Θ. Κουρουσοπούλου, Προέδρου, T. Δημητρακάκη, Μ. Δεκλερή, Χ. Φατούρου, Β. Μποτοπούλου, Δ. Μαργαρίτη, Σ. Γιάγκα, Χ. Μακρίδη, Γ. Κοσμά, Σ. Σαρηβαλάση, Γ. Δεληγιάννη, Ν. Παπαδημητρίου, Ηλ. Παπαγεωργίου, Συμβούλων της Επικρατείας, Κ. Μενουδάκου, Αικ. Συγγούνα, Παρέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
Συνεδριάσαν δημοσία εν τω ακροατηρίω του τη 12η Δεκεμβρίου 1986, παρούσης και της Γραμματέως Ειρ. Καλλιούλη, διά να δικάση την κατωτέρω εκτιθεμένην υπόθεσιν επί τη από 22ας Μαϊου 1984 αιτήσεως: 
τ ω ν 1. Αλεξάνδρου Κ. Κεφάλα, κατοίκου Κηφισίας Αττικής (Εκύρου και Μαυρομιχάλη, Κεφαλάρι), 2. Βασιλείου Κ. Κεφάλα, κατοίκου Κηφισίας (Χαριλάου Τρικούπη 38 Κεφαλάρι), 3. Αντωνίου Γ. Γιαννουλάτου, κατοίκου Π. Ψυχικού Αττικής (Χρυσανθέμων 63), 4. Γεωργίου Γ. Γιαννουλάτου, κατοίκου Π. Ψυχικού Αττικής (Χρυσανθέμων 63) και 5. Αθανασίου Γ. Γιαννουλάτου, κατοίκου Π. Ψυχικού Αττικής (Χρυσανθέμων 63), παραστάντων διά των πληρεξουσίων των δικηγόρων 1. Σπ. Γασπαρινάτου (ΑΜ 1129/86) και 2. Ηλ. Παρασκευά (ΑΜ 36/86), δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, 
κ α τ ά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, παραστάντος διά των Πέτρου Κυριαζή και Παν. Καμαρινέα, Συμβούλων της Διοικήσεως, και Λ. Γεωργακοπούλου (ΑΜ 1056/86), Καθηγητού Πανεπιστημίου, 
κ α ι των παρεμβαινόυσών 1. Ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΕΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (τΑΕ), εδρευούσης εις Αθήνας, Λεωφόρος Συγγρού αριθμός 234, παραστάσης διά των πληρεξουσίων της δικηγόρων Κωνσταντίνου Γιαννοπούλου (ΑΜ 1365/86) και Ανδρέου Τσουδερού (ΑΜ 1480/86), δυνάμει πληρεξουσίου, 2. της εν Αθήναις, οδός Αιόλου αριθμός 86, εδρευούσης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν “Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε.”, παραστάσης διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αργ. Αργυριάδη (ΑΜ 1107/86), δυνάμει πληρεξουσίου, 
π ε ρ ί ακυρώσεως της υπ’ αριθμός 2544 από 30ης Μαρτίου 1984 (ΦΕΚ 198/1984 Β’) αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ως και πάσης ετέρας, αμέσως ή εμμέσως συναφούς πράξεως της Διοικήσεως. 
Α κ ο ύ σ α ν του Εισηγητού, Συμβούλου της Επικρατείας, Μ. Δεκλερή, αναγνόντος και αναπτύξαντος την έκθεσιν αυτού. 
Ακούσαν των πληρεξουσίωυ των αιτούντων, αναπτυξάντων και προφορικώς τους λόγους της υπό κρίσιν αιτήσεως και αιτησαμένων την παραδοχήν αυτής και των πληρεξουσίων των παρεμβαινρυσών εταιρειών και των αντιπροσώπων του Υπουργού αιτησαμένων την απορριψιν ταύτης 
Ι δ ό ν τ ά σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σκέφθέν κατά τον Νόμον 
1. Επειδή έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη και το παράβολον (αριθ. γραμμ. 1988577-9, 1036981, 541022/84). Το καταβληθέν, όμως, συμπληρωματικόν παράβολον (αριθ. γραμμ. 1329786, 528857, 515008/84), μη απαιτούμενον κατά νόμον, πρέπει να επιστραφή ανεξαρτήτως της εκβάσεως της δίκης. Οι αιτούντες, μέτοχοι της Α. Ε. “Αθηναϊκή Χαρτοποιία”, ζητούν εμπροθέσμως και νομοτύπως την ακύρωσιν της υπ’ αριθ. 2544/30.3.1984 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (φεκ 198 β), με την οποίαν η επιχείρησις αυτή υπήχθη εις τας ρυθμίσεις του Ν. 1386/1983. 
2. Επειδή εις την δίκην παρεμβαίνουν παραδεκτώς, υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως και με χωριστά δικόγραφα, αφ’ ενός μεν ο Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων (ΟΑΕ),εις τον οποίον ανετέθη η προσωρινή διοίκησις της ανωτέρω επιχειρήσεως, αφ’ ετέρου η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν αιτήσεως της οποίας, ως πιστωτρίας της ιδίας επιχειρήσεως, εξεδόθη η προσβαλλομένη πράξις. 
3. Επειδή με τον νόμον 1386/1983 ιδρύθη ανώνυμος εταιρεία με την επωνύμίαν “Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων, ανήκουσα εξ ολοκλήρου εις το κράτος και τελούσα υπό την εποπτείαν του Υπουργού Εθν. Οικονομίας (άρθρ. 1). Μεταξύ των σκοπών του Οργανισμού τούτου είναι και η οικονομική εξυγίανσις επιχειρήσεων (άρθρ. 2 παρ. 2 α), που εμπίπτουν εις τας κατηγορίας που απαριθμούνται εις το άρθρον 5 παρ. 1 του νόμου. Από τας κατηγορίας αυτάς κρίσιμος διά την υπό κρίσιν υπόθεσιν είναι εκείνη του εδ. (δ) που περιλαμβάνει επιχειρήσεις, των οποίων το σύνολον οφειλών είναι πενταπλάσιον του αθροίσματος του εταιρικού κεφαλαίου και των εμφανών αποθεματικών των και αι οποίαι παρουσιάζουμ έκδηλον οικονομικήν αδυναμίαν πληρωμής των οφειλών των. Κατά την ρητήν διευκρίνησιν του νόμου (άρθρ. 5 παρ. 2 γ), έκδηλος οικονομική αδυναμία πληρωμής οφειλών σημαίνει α) μείωσιν της παραγωγής και του αριθμού των εργαζομένων οφειλομένη εις έλλειψιν ρευστότητος, β) σώρευσιν ληξιπροθέσμων οφειλών, και γ) επιδείνωσιν των δεικτών ρευστότητος. Η κατάστασις αυτή δύναται να αποδεικνύεται και από δήλωσιν μιάς ή περισσοτέρων τραπεξών, που κυρίως χρηματοδοτούν την επιχείρησιν, ότι δεν θα συνεχίσουν την χρηματοδοτικήν τους στήριξιν. Η οικονομική εξυγίανσις των επιχειρήσεων συντελείται ως εξής: Κατ’ αρχήν υπάγονται αύται εις τας ρυθμίσεις του νόμου 1386/83 με απόφασιν του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που εκδίδεται κατόπιν γνώμης ειδικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής λειτουργούσης εις την Γραμματείαν Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων του ιδίου Υπουργείου (άρθρ. 5 παρ. 1, 6 παρ. 2, 11 παρ. 7). Η απόφασις αυτή προκαλείται με αίτησιν, μεταξύ άλλων, και των πιστωτών της επιχειρήσεως, οι οποίοι εκπροσωπούν το 20% τουλάχιστον των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων της επιχειρήσεως κατά την ημέραν της υποβολής της αιτήσεως, πάντως, όμως, όχι μικροτέραν ποσοστού του 10% του συνόλου των οφειλών της. (άρθρ. 6 παρ. 1 δ). Μεταξύ των μεθόδων εξυγιάνσεως που δύναται να εφαρμόση ο Υπουργός, κατά το άρθρον 7 του νόμου, είναι και η ανάληψις της διοικήσεως της επιχειρήσεως από τον ειρημένον Οργανισμόν, οπότε παύει η εξουσία των οργάνων διοικήσεως της επιχειρήσεως (άρθρ. 8 παρ. 1 του ν. 1386/83, ως αντικατεστάθη με το άρθρον 17 του Ν. 1472/1984). Προκειμένου περί ανωνύμων εταιρειών, η γενική συνέλευσις των μετόχων διατηρείται, χωρίς αυτή όμως να δύναται, να ανακαλή τα μέχρη της διορισθείσης διοικήσεως, ενώ δια την διάθεσιν των κερδών και την οημιουργίαν αποθεματικών απαιτείται έγκρισις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. Η διορισθείσα διοίκησις ενεργεί όλας τας διαχειριστικάς πράξεις και συνεχίζει την λειτουργίαν της επιχειρήσεως κατά το σύνολον ή κατά τα κρινόμενα ως παραγωγικά της τμήματα, προβαίνουσα παραλλήσως εις απογραφήν, σύνταξιν ισολογισμού και διαπίστωσιν της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως. Κατά την διάρκειαν της τοιαύτης διοικήσεως, δύνανται με απόφασιν του Υπουργού Εθν. Οικονομίας, να αναστέλλωνται η πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών της επιχειρήσεως, τα μέτρα ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτελέσεως κατ’ αυτής, οι τόκοι παντός είδους απαιτήσεων και αι εκκρεμείς διαδικασίαι ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτελέσεως (άρθρ. 8 παρ. 4). Η διάρκεια της διοικήσεως της επιχειρήσεως από τον Οργανισμόν δεν καθορίζεται εις τον νόμον με ωρισμένην χρονικήν προθεσμίαν. Πάντως, η διοίκησις αύτη χαρακτηρίζεται ως “προσωρινή” (άρθρ. 8 παρ. 5, 6, 8) και λήγει είτε με την επίτευξιν συμφωνίας μετόχων-πιστωτών και ΟΑΕ δια την επιβίωσιν της επιχειρήσεως (άρθρ. 8 παρ. 5) είτε, εν αποτυχία συμφωνίας, με την ειδικήν εκκαθάρισιν της επιχειρήσεως (άρθρ. 8 παρ. 7, 9). Σημειωτέον, όμως, ότι κατά την διάρκειαν της προσωρινής διοικήσεως ο ΟΑΕ δύναται με απόφασίν του, εγκρινομένην από τον Υπουργόν Εθν. Οικονομίας, να προβαίνη εις αύξησιν του κεφολαίου της ανωνύμου ετιρείας, κατά παρέκκλισιν των διατάξεων του ν. 2190, αλλά οι παλαιοί μέτοχοι διατηρούν δικαίωμα προτιμήσεως (: άρθρ. 8 παρ. 8). 
4. Επειδή ναι μεν το άρθρον 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα συμμετοχής εις την οικονομικήν ζωήν της Χώρας και εις την οικονομικήν αυτήν ελευθερίαν περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του επιχειρηματίου (φυσικού ή νομικού προσώπου) να διοική την επιχείρησίν του. Αλλά, κατά την παγίαν νόμολογίαν του Δικαστηρίου τούτου, η ελευθερία αυτή υπόκειται εις τους περιορισμούς που επιβάλλει ο νόμος με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια χάριν του δημοσίου συμφέροντος (βλ. 598/53. 434/59). Εξ άλλου, κατά το άρθρον 106 παρ. 2 του Συντάγματος, η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να ασκείται κατά τρόπον επιζήμιον δια την εθνικήν οικονομίαν. 
5. Επειδή από τας προεκτεθείσας διατάξεις του Ν. 1386/83, ερμηευομίνας εν όψει και των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, προκύπτει ότι εις τας ρυθμίσεις του νόμου τούτου δεν εμπίπτει οιαδήποτε επιχείρησις που εμφανίζει έκδηλον οικονομικήν αδυναμίαν πληρωμής των οφειλών της, με την έννοιαν και τας προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δ’, αλλά μόνον εκείνη που έχει ιδιαιτέραν οικονομικήν και κοινωνικήν συμασίαν. Τούτο δηλούται ρητώς εις την Εισηγητικήν Έκθεσιν τού ν. 1386/83, αλλά και προκύπτει σαφώς εκ της όλης ρυθμίσεως και του πνεύματος του νόμου αυτού, που αποβλέπει εις την διάσωσιν των επιχειρήσεων αυτών “οίκονομικά και κοινωνικά ιδιαίτερης σημασίας” χάριν του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας. Η διάσωσις δε επιχειρήσεων, των οποίων η λειτουργία επηρεάξει την εθνικήν οικονομίαν, αποτελεί λόγον δημοσίου συμφέροντος προς επιβολήν περιορισμών εις το δικαίωμα διοικήσεως της επιχειρήσεως και ειδικώτερον εις το δικαίωμα των μετόχων ανωνύμου εταιρείας προς ανάδειξιν της διοικήσεως της εταιρείας, αφού μάλιστα οι περιορισμοί αυτοί είναι προσωρινοί και συνδέοται αποκλειστικώς με την προσπάθειαν οικονομικής εξυγιάνσεως της επιχειρήσεως. Ούμω ερμηνευόμενος ο ν. 1386/83, ήτοι επιτρέπων με τα άρθρα 5-8 την προσωρινήν κρατικήν παρέμβασιν εις την διοίκησιν των ανωτέρω επιχειρήσεων και μάλιστα, άν πρόκειται περί ανωνύμων εταιρειών, κατά παρπέκκλισιν από τας διατάξεις του ν. 2190, χάριν της οικονομικής των εξυγιάνσεως και του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας, δεν αντίκειτα, από της απόψεως αυτής, εις το άρθρον 5 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι δε απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως. 
6. Επειδή ναι μεν η υπαγωγή επιχειρήσεως εις τας διατάξεις του ν. 1386/83 συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, κατά τα προεκτεθέντα, και την δυνατότητα αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου κατά την διάρκειαν της προσωρινής διοικήσεως. Η πραγματοποίησις, όμως, της αυξήσεως αυτής αποτελεί αντικείμενον άλλης, αυτοτελούς, νομικής πράξεως, δυναμένης να εκδοθή μεταγενεστέρως κατ’ άρθρον 8 παρ. 8. Επομένως η αμφισθήτησις της συνταγματικότητος του τελευταίου τούτου άρθρου ούτε δύναται να προβληθή και εξετασθή κατά την προκειμένην δίκην περί της κατ’ αρχήν υπαγωγής επιχειρήσεως εις τας διοτάξεις του ν. 1386/83 ούτε δύναται να στηρίξη αμφισβήτησιν της προεκτεθείσης εννοίας της υπαγωγής αυτής. Όθεν, είναι απορριπτέα τα αντίθετα υποστηρίζόμενα. 
7. Επειδή η προεκτεθείσα κρατική παρέμβασις εις την διοίκησιν επιχειρήσεων υπαγομένων εις τον ν. 1386/83, συνεπάγεται πράγματι, προκειμένου περί ανωνύμου εταιρείας, αντίστοιχον περιορισμόν των δικαιωμάτων των μετόχων. Εξ αυτού, όμως, δεν έπεται ότι αντίκειται εις το άρθρον 17 παρ. του Συντάγματος, ως αβασίμως υποστηρίζεται με την κρινομένην αίτησιν. Διότι, κατά την παγίαν νομολογίαν του Δικαστηρίου τούτου, το άρθρον τούτο κατοχυρώνει μόνον εμπράγματα δικαιώματα, τοιούτον δε δικαίωμα, προκειμένου περί μετοχής, είναι μόνο το επί του χαρτίου αυτής ως κινητής αξίας δικαίωμα και όχι το εκ της μετοχής δικαιωμα του μετόχου προς συμμετοχήν, μεταξύ άλλων, και εις την λήψιν αποφάσεως διά την ανάδειξιν της διοικήσεως της εταιρείας, το οποίον είναι ενοχικόν υπό ευρείαν έννοιαν και ως εκ τούτου δεν προστατεύεται έναντι του κοινού νομοθέτου. Αν και, κατά την γνώμην ενός μέλους του δικαστηρίου με αποφασιστικήν ψηφον, αι ρυθμίσεις του ν. 1386/83 αντίκεινται εις το άρθρον 17 του Συντάγματος. Η παραδεδομένη ερμηνεία του άρθρου τούτου εκφράζει μεν παγίαν νομολογίαν του Δικαστηρίου, καταγομένην όμως από παρωχημένην δομήν οικονομίας, εις την οποίαν εδέσποζεν η έγγειος ιδιοκτηρία. Η αναπροραρμογή της ερμηνείας αυτής επιβάλλεται όχι μόνον από την ουσιώδη μεταβολήν των οικονομικών δεδομένων, η οποία προσέδωκε έκτοτε μείζονα σπουδαιότητα εις άλλα περιουσιακά δικαιώματα και ιδίως εις τας κινητάς αξίας, αλλά και από τας συγχρόνους αντιλήψεις περί της προστασίας των δικαιωμάτων τούτων, όπως έχουν εκφρασθή ιδίως εις τας Διεθνείς Συμβάσεις περί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μάλιστα ρητώς εις το Πρώτον Πρωτόκολλον της Συμβάσεως της Ρώμης (1950). 
8. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, η κρατική παρέμβασις εις την διοίκησιν των επιχειρήσεων που υπάγονται εις τας ρυθμίσεις του ν. 1386/83 συντελείται μέσω της Διοικήσεως (Υπουργού Εθν. Οικονομίας) και με την έκδοσιν εκτελεστής διοικητικής πράξεως, οία και η προσβαλλομένη. Υποστηρίζεται δε με την υπό κρίσιν αίτησιν ότι τούτο αποτελεί ή ισοδυναμεί προς επίλυσιν ιδιωτικής διαφοράς, αντισυνταγματικώς αναλαμβανομένην από την Διοίδησιν, η οποία, με την απόφασίν της, διορίζει προσωρινήν διοίκησιν και τέμνει ζητήματα ιδιωτικού καθαρώς δικαίου, κρίνουσα άν η επιχείρησις έχη το υπό του νόμου προβλεπόμενον συνολικόν ύψος οφειλών και αν αδυνατή να εξοφλήση αυτάς. Και ναι μεν από την θεμελιώδη αρχήν της διακρίσεως των εξουσιών του κράτους και τα άρθρα 8, 26 και 94 του Συντάγματος προκύπτει ότι η επίλυσις ιδιωτικών διαφορών ανήκει εις την δικαιοδοσίαν των πολιτικών δικαστηρίων. Αλλ’ η υπαγωγή επιχειρήσεως εις τας διαδτάξεις του ν. 1386/83 και ο διορισμός προσωρινής διοικήσεως με διοικητικήν πράξιν δεν αποτελεί επίλυσιν ιδιωτικής διαφοράς. Διότι η μεν οκτίμησις του δυμοσίου συμφέροντος που καθιστά επιβεβλημένην την υπαγωγήν επιχειρήσεως εις τον ν. 1386, ήτοι της ανάγκης διασώσεως επιχειρήσεως με ιδιαιτέραν οικονομικήν και κοινωνικήν σημασίαν προς το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και ο διορισμός της προσωρινής διοικήσεως, ανήκουν εις την διακριτικήν ευχέρειαν της Διοικήσεως, αύτη δε δύναται να κρίνη παρεμπιπτόντως τας λοιπάς προύποθέσεις της υπαγωγής, ως ορίζονται εις το άρθρον 5 παρ. 1 εδ. δ’ έστω και άν αύται αφορούν εις εννόμους σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου. Ούτε δε η τοιαύτη παρεμπίπτουσα κρίσις ζητημάτων του ιδιωτικού δικαίου, δηλ. του ύψους των οφειλών της επιχειρήσεως και της αδυναμίας εξοφλήσεως των, δύναται να θεωρηθή επίλυσις ιδιωτικής διαφοράς. Διότι, επιτρεπομένη εις πάσαν περίπτωσιν κατά την έκδοσιν διοικήτικών πράξεων, δεν έχει δεσμευτικόν αποτέλεσμα και δεν εμποδίζει τον θιγόμενον να ασκήση τα κατάλληλα ένδικα μέσα (λ.χ. αναγνωριστικήν αγωγήν) ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων προς οριστικήν κρίσιν των ζητημάτων αυτών, οπότε η απόφασις αυτών, οψέποτε εκδιδομένη, βάν είναι αντίθετος με την παρεμκπίπτουσαν κρίσιν της Διοκήσεως, κλονίζει την βάσιν της διοικητικής πράξεως και επιβάλλει την ακύρωσιν ή ανάκλησιν αυτής, κατά περίπτωσιν. Κατά την γνώμην, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου με αποφασιστικήν ψήφον, η κρατική παρέμβασις εις την διοίκησιν ιδιωτικών επιχειρήσεων, όπως μεθοδεύεται εις τον ν. 1386/83 με την έκδοσιν διοικητικής πράξεως, συνιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτον παράκαμψιν της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Πράγματι δε, η αρχή της διασώσεως καταχρέου επιχειρήσεως δεν προσιδιάξει μόνον εις τον ανωτέρω νόμον, αλλά διατρέχει το σύγχρονον πτωχευτικόν δίκαιον και έχει υπερισχύσει της παλαιοτέρας αρχής της συλλογικής και συμμέτρου ικανοποιήσεως των πιστωτών, διέπουσα ήδη τον θεσμόν της αναγκαστικής διαχειρίσεως της επιχειρήσεως. Αύτη, όμως, λόγω της φύσεως των προϋποθέσεων και του αντικειμένου της, ανήκει, κατά το Σύνταγμα, εις την δικαιοδοσίαν των πολιτικών δικαστηρίων. Διότι η κρίσις περί των ενοχικών σχέσεων της επιχειρήσεως προς τους πιστωτάς της και της ομαλής ή ανωμάλου εξελίξεως αυτών, συνοδευομένη από σύμφυτος αμφισβήτησιν και αβεβαιότητα και συνφεπαγομένη στέρησιν ιδιωτικού δικαιώματος (διοικήσεως επιχειρήσεως) αποτελεί κατά περιεχόμενον και αποτέσεσμα επίγυσιν ιδιωτικής διαφοράς που πρέπει να γίνεται με τας εγγυήσεις ανεξαρτησίας και την κατάλληλον αποδεικτικήν διαδικασίαν των πολιτικών δικαστηρίων. Το κράτος μόνον μέσω των δικαστηρίων τούτων δύναται να παρέμβη εις την διοίκησιν ιδιωτικής επιχειρήσεως. Εις την Διοίκησιν δε απαγορεύεται όχι απλώς να αφετερίζεται αναφανδόν ενδίκους διαφοράς, αλλά και να μεταμφιέζη, ως εν προκειμένω, ιδιωτικάς διαφοράς ως διοικητικάς υποθέσεις. Το ζήτημα τούτο είναι εντελώς διάφορον της γενικώ, αναγνωριζομένης ευχερείας της Διοικήσεως προς παρεμπίπτουσα κρίσιν ιδιωτικών δικαιωμάτων, διότι, όπου αύτη επιτρέπεται, πρόκειται κατ’ αρχήν γνησία διοικητική υποθέσις, προς ρύθμισιν της οποίας αρμοδίως εκδίδεται διοικητική πράξις, ενώ τούτο δεν συμβαίνει εις την κρινομένην περίπτωσιν. 
9. Επειδή, κατά το άρθρον 106 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος, νόμος δύναται να προβλέψη και ρυθμίση την υποχρεωτικήν εξαγοράν επιχειρήσεων από το κράτος ή την αναγκαστικήν συμμετοχήν εις αυτάς του κράτους ή άλλων δημοσίων φορέων, εφ’ όσον α) αι επιχειρήσεις αυταί έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου ή ζωτικήν συμασίαν δια την αξιοποίησιν των πηγών του εθνικού πλούτου ή έχουν ως κύριον σκοπόν την παροχήν υπηρεσιών εις το κοινωνικόν σύνολον, β) καθορίζεται δικαστικώς πλήρες τίμημα της εξαγοράς ή αντάλλαγμα της συμμετοχής, δηλ. ανταποκρινόμενον εις την αξίαν της επιχειρήσεως ή της συμμετοχής, Η υπογωγή, όμως, επιχειρήσεως εις τας διατάξεις του Ν. 1386/83 και δη η ανάληψις της προσωρινής διοικήσεως αυτής από τον ΟΑΕ προς τον σκοπόν της οικονομικής της εξυγιάνσεως, δεν δύναται να θεωρηθή ότι αποτελεί εξαγοράν αυτής από το κράτος ή αναγκαστικήν συμμετοχήν ουτού ή τρίτου δημοσίου φορέως εις αυτήν, χωρούσαν κατά παράβασιν ή καταστρατήγησιν των ανωτέρω συνταγματικώς διατάξεων. Απλώς, ο ν. 1386/83 προβλέπει και ρυθμίζει άλλου είδους κρατικήν παρέμβασιν εις την ιδιωτικήν επιχείρησιν, η οποία, πάντως, δεν αποκλείεται εκ του ότι αι ανωτέρω συνταγματρικαί διατάξεις προβλέπουν την εξαγοράν της από το κράτος ή την συμμετοχήν του εις αυτήν. Όθεν, είναι απορριπτέος ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως. 
10. Επειδή ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίον αι επίμαχοι ρυθμίσεις του ν. 1386/1983 αντιβαίνουν εις το άρθρον 37 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, εχούσης υπερνομοθετικήν ισχύν, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι από τας διατάξεις του ν. 1386/83 δεν προκύπτει ούτε ότι ο ΟΑΕ ή αι υπ’ αυτού ιδρυόμεναι ή διοικούμεναι επιχειρήσεις αποκτούν DE JURE η DE FACTΟ μονοπώλιον ωρισμένου κλάδου ούτε ότι μέσω του οργανισμού τούτου το ελληνικόν κράτος νομικώς ή πραγματικώς ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητώς, αμέσως ή εμμέσως τας είσαγωγάς ή εξαγωγάς μεταξύ των κράτων-μελών της Κοινότητος. 
11. Επειδή απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος περί παραβάσεως του άρθρου 86 της ιδίας Συνθήκης, διότι ούτε εκ του ν. 1386/83 ούτε εξ άλλων στοιχείων προκύπτει ότι ο ΟΑΕ κατέχει δεσπόζουσαν θέσιν εις συγκεκριμένην αγοράν και διά ότι της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της θέσεως ταύτης δύναται να επηρεασθή το εμπόριον μεταξύ των κρατών-μελών της Κοινότητος. 
12. Επειδή ο λόγος περί παραβάσεως του άρθρου 92 της ιδίας Συνθήκης που απαγορεύει τας κρατικάς ενισχύσεις αι οποίαι δύνανται να νομοθεύσουν τον ανταγωνισμόν εις το δικοινοτικόν εμλπόριον, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Διότι αι διατάξεις του άρθρου τούτου δεν είναι δεκτικαί αμέσου εφαρμογής υπό του Δικαστηρίου, αλλ’ εφαρμόζονται με την τήρησιν της διαδικασίας του άρθρου 93, αφορώντος εις διακρατικάς σχέσεις των κρατών-μελών της Κοινότητος. 
13. Επειδή υπερνομοθετικήν ισχύν, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχουν μόνον οιγενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου και αι διεθνείς συνθήκαι που έχουν κύρωθεί με νόμον. Ούτε δε εκ των πρώτων ούτε εκ των διατάξεων της Συνθήκης Ε.Ο.Κ., τας οποίας επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι τα δικαιώματα των μετόχων ανωνύμου εταιρείας απολαύουν προστασίας μείζονος εκείνης που παρέχει, κατά τα προεκτεθέντα, το άρθρον 17 του Συντάγματος. Όθεν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα πάντα τα περί του εναντίου προβαλλόμενα. 
14. Επειδή, όπως προκύπτει από τον φάκελλον, ο πρώτος των αιτούντων, ως προς τον οποίον και μόνον είναι εξεταστέος ο κρινόμενος λόγος, κληθείς, παρέστη ενώπιον της Γνωμοδοτικής Επιτροπής και ανέπτυξε τας απόψες του προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Επομένως, είναι απορριπτόος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος
15. Επειδή, όπως προκύπτει από τον φάκελλον, η περί ης πρόκειται επιχείρησις (Αθηναϊκή Χαρτοποιία) υπήχθη εις τον ν. 1386/83 κατόπιν της από 27.3.1984 αιτήσεως της πιστωτρίας της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, αρμοδίως υποβληθείσης από τον Διοικητήν ως νόμιμον, κατά το Καταστατικόν, εκπρόσωπον αυτής. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι της περί ελλείψεως και αναρμοδίας υποβολής της αιτήσεως ταύτης. 
16. Επειδή, κατά το άρθρον 12 του ν. 1386/83 μέχρις ότου ολοκληρωθή η οργάνωσις της Γραμματείας Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων και λειτουργήσεις ο ΟΑΕ, ο Υπξουργός Εθν. Οικονομίας δύναται και μόνος του να αποφασίζη την υπογωγήν επιχειρήσεως εις τας διατάξεις του νόμου τούτου. Δύναται, όμως, επίσης, όπως κάθε διοικητική αρχή, να λαμβάνη οικειοθελώς υπ’ όψιν του την συμβουλευτικήν γνώμην ατομικού ή συλλογικού οργάνου της εκλογής του, οπότε πλημμέλειαι εις την συγκρότησιν ή λειτουργίαν ή γνωμοδότησιν του οργάνου τούτου δεν επηρεάζουν το κύρος της αποφάσεως του Υπουργού (Σ.τ.Ε. 1705/691063/59266/48). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τον φάκελλον, κατά τον χρόνον εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (30.3.1984) δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί εις σώμα το διοικητικόν συμβούλιον του ΟΑΕ (5.4.1984) και ούτω δεν είχεν ούτος αρχίσει εν τη πράξει να λειτουργή. Επομένως, αρμοδίως με μόνην την απόφασιν ατυτήν διωρίσθη το διοικητικόν συμβούλιον της επιχειρήσεως, της οποίας μέτοχοι είναι οι αιτούντες. Εξ άλλου, έλαβε μεν υπ’ όψιν του ο Υπουργός δια την υπογωγήν της επιχειρήσεως ταύτης εις τας διατάξεις του ν. 1386/83, την από 28.3.1984 συμβουλευτικήν γνώμην Γνωμοδοτικής Επιτροπής την οποίαν είχε προηγουμένως συγκροτήσει με την υπ’ αριθ. 1282/22.8/23.8.1983 αποφασίν του (φεκ β’ 489). Αλλ’ η Επιτροπή αύτη δεν είναι πράγματι η Γνωμοδοτική Επιτροπή που προβλέπεται από το άρθρον 11 παρ. 7 του ν. 1386/83, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να διορισθή και δεν διωρίσθη το μέλος της που υποδεικνύεται από τον ΟΑΕ, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε ακόμη αρχίσε να λειτουργή εν τη πράξει. Εφ’ όσον, κατά ταύτα, πρόκειται περί οικειοθελώς ληφθείσης γνωμοδοτήσεως επιτροπής, διορισθείσης αυτοβούλως από τον Υπουργόν, όλοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προτείνονται πλημμέλειαι εις την συγκρότησιν, λειτουργίαν και γνωμοδότησιν της επιτροπής αυτής είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Κατά την γνώμην, όμως, τριών μελών του Δικαστηρίου με αποφασιστικήν ψήφον, απο του διορισμού του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΕ, γενομένου με την υπ’ αριθ. 599/22.3.84 (Φ. 183/Β/27.3.84) απόφασιν του Υπουργου Εθν. Οίκονομίας είχε αρχίσει νόμικώς η λειτουργία του ΟΑΕ και επομένως είχε παύσει η εκ του ανωτέρω άρθρου 12 του ν. 1386/83 ευχέρεια του Υπουργού να αποφασίζη μόνος του. Έδει, άρα, έκτοτε να τηρηθή πιστώς η διαδικασία υπαγωγής του άρθρου 6 του νόμου τούτου, και τούτου μη γενομένου, η προσβαλλομένη απόφασις είναι ακυρωτέα. 
17. Επειδή απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος ότι κατά παράβασιν νόμου δεν ωρίσθη δια της προσβκαλλομένης πράξεως συγκεκριμένη χρονική διάρδεια δια την ανάληψιν της διοικήσεως της περί ης πρόκειται επιχειρήσεως από τον ΟΑΕ, διότι το άρθρον 8 του ν. 1386/83, ως αντικατεστάθη με το άρθρον 17 του ν. 1472/1984, δεν απαιτεί τούτο, ως στοιχείον αναγκαίον της σχετικής πράξεως. 
18. Επειδή από τα στοιχεία του φακέλλου προκύπτει ότι η ανώνυμος εταιρεία “Αθηναϊκή Χαρτοποιία” είναι η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία χάρτου με δυο συγκροτήματα εργοστασίων, ένα εις τας Αθήνας και έτερον εις την Δράμα. Το δεύτερον εργοστάσιον τούτο είναι το πλέον σύγχρονον εις την Χώραν και το μόνον που χρησιμοποιεί ξυλείαν ως πρώτην ύλην. Η επιχείρησις απσχολεί περί τους 2.500 εργαζομένους. Κατά την εκτίμησιν της Διοικήσεως, αν η επιχείργσις εξυγιανθή, δύναται να επιβιώση και να συμβάλη εις την ανάπτυξιν της εθνικής οικονομίας. Υπό τα δεδομένα ταύτα η υπαγωγή της επιχειρήσεως αυτής εις τον ν. 1386/83 είναι νμίμως και επαρκώς ητιολογημένη από της πλευράς της ιδιαιτέρας οικονομικής και κοινωνικής σημασίας της, απόρριπτέος δ’ ως αβάσιμος ελέγχεται ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως. Κατά την γνώμην, όμως ενός μέλους του Δικαστήρίου με αποφασιστικήν ψήφον, θα έδει να προκύπτη εκ του φακέλλου, ειδικώτερον, πως και ποία κρίσμα μεγέθη της εθνικής οικονομίας επιρεάζει η λειτουργία της περί ης πρόκειται επιχειρήσεως. 
19. Επειδή αι ανωτέρω εκτεθείσαι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρον 5 παρ. 1 εδ. δ’ του ν. 1386/83 δια την υπαγωγήν επιχειρήσεως εις τας διατάξεις του νόμου τούτου, ήτοι οφειλαί πενταπλάσιαι του αθροίσματος του εταιρικού κεφαλαίου και των εμφανών αποθεματικών αφ’ ενός και έκδηλος οικονομική αδυναμία πληρωμής αφ’ ετέρου, τάσσονται σωρευτικώς. Κατά την έννοιαν δε του νόμου, η οικονομική αδυναμία της επιχειρήσεως δύναται να αποδεικνύεται και από δήλωσιν τραπέζης που κυρίως χρηματοδοτεί την επιχείρησιν , ότι δεν θα συνεχίση την χρηματοδότησιν. Προδήλως, όμως, η δήλωσις αύτη εμπεριέχεται εις την αίτησιν που υποβάλλει η τράπεζα αύτη ως πιστώτρια διά την υπαγωγήν της επιχειρήσεως εις τας διατάξεις του ν. 1386/83. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου, το σύνολον των οφειλών της Α.Ε. “Αθηναϊκή Χαρτοποία” προς την Εθνικήν Τράπεζα της Ελλάδος ανήρχετο, την 31.12.1983, εις 7.546.400.000 δρχ. και ήτο, συνεπώς, πενταπλάσιον του αθροίσματος του εταιρικού κεφαλαίου και των εμφανών αποθεματικών της ιδίας επιχειρήσεως, ανερχομένου εις 1.100.000.000 δρχ. Εξ άλλου, κατά τά προεκτεθέντα, ή επιχείρησις αύτη υπήχθη εις τας διατάξεις του ν. 1386/83 κατόπιν της από 27.3.1984 αιτήσεως της ως άνω πιστωτρίας της Τραπέζης, από την οποίαν αποδεικνύεται και η έκδηλος οικονομική αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω οφειλών. Συνεπώς και από των ανωτέρω απόψεων είναι νομίμως και επαρκώς ητιολογημένη η προσβαλλομένη απόφασις, απορριπτέος δ’ ως αβάσιμοι ελέγχονται οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως. Κατά την γνώμην, όμως, εξ (6) μελών του Δικαστηρίου με αποφασιστικήν ψήφον, ως εκ της φύσεώς της, η δήλωσις της τραπέζης περί μη συνεχίσεως της χρηματοδοτήσεως δεν αποδεικνύει ει μη μόνον την επιδείνωσιν των δεικτών ρευστότητος της επιχειρήσεως, ήτοι την συνδρομήν μιάς μόνον εκ των τριών προϋποθέσεων που αξιούνται σωρευτικώς από το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. γ’ του ν. 1386/83 δια την στοιχειοθέτησιν εκδήλου οικονομικής αδυναμίας πληρωμής. Επομένως, έδει, εν προκειμένω, να ερευνηθή και η συνδρομή των ετέρων δυο, ήτοι της μειώσεως της παραγωγής και του αριθμού των εργαζομένων, οφειλομένης εις έλλειψιν ρευστότητος, και της σωρεύσεως ληξιπροθέσμων οφειλών. 

Διά ταύτα 
Απορρίπτει την υπό κρίσιν αίτησιν. 
Δέχεται τας παρεμβάσεις. 
Διατάσσει την κατάπτωσιν του τακτικού παραβόλου και την επιστροφήν του συμπληρωματικού. 
Επιβάλλει εις βάρος των αιτούντων την δικαστικήν δαπάνην του Δημοσίου εκ δραχμών εννέα χιλιάδων (9.000), του Οργανισμού Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων εκ δραχμών δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων (12.600) και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εκ δραχμών δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων (12.600). 
Εκρίθη και απεφασίσθη εν Αθήναις τη 8η, 9η, 10η, 12, 17η, και 22α Ιανουαρίου 1987. 

Ο Πρόεδρος Η Γραμματεύς 

Εδημοσιεύθη δ’ αυτόθι τη 13η Μαρτίου 1987. 

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς 
??