12/2010 ΣΤΕ ( 520542)
Αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων. Υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται όχι μόνο για την απαλλοτριούμενη έκταση, αλλά και για την μη απαλλοτριούμενη έκταση, όταν το απομένον στον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, για την οποία προορίζεται. Στην τελευταία περίπτωση παρέχεται στον ιδιοκτήτη ιδιαίτερη αποζημίωση, η οποία δεν ταυτίζεται με την πλήρη, αφού το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας παραμένει στην κυριότητα του ιδιοκτήτη. Δεν υφίσταται υποχρέωση των οργάνων του Δημοσίου να αποτυπώσουν ακριβώς και τα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων, τα οποία απομένουν εκτός της απαλλοτριουμένης εκτάσεως. Στον ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων ότι το τμήμα του ακινήτου του που απομένει υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο και ότι δικαιούται ιδιαιτέρας αποζημιώσεως. Αν ο ιδιοκτήτης δεν προβάλει τη σχετική αξίωσή του, τούτο δεν δύναται να καταλογισθεί στα όργανα του Δημοσίου και δεν δημιουργείται θέμα ευθύνης του κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.. Δεν παραβιάζεται το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Ορθά απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθ. 41/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων). Η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στη επταμελή σύνθεση με την υπ΄ αριθμ. 1217/2009 απόφαση του Α` Τμήματος.
Αριθμός 12/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Αναπληρωτής Πρόεδρος, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, Δ. Μαρινάκης, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Β. Ανδρουλάκης, Σ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου.
Για να δικάσει την από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση:
των: 1) ……………. και 2) …….. ……., κατοίκων ……. Αττικής (… ….. .), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Π. Λαζαράτο (Α.Μ. 14350), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Αρταίων, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 41/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μαρινάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (1523997 έτους 2006 ειδικό έντυπο παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 12.2.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 41/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 46/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή αυτών [άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.)] κατά του Δήμου Αρταίων. Με την εν λόγω αγωγή είχε ζητηθεί από τους αιτούντες να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αρταίων να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, νομιμοτόκως από την επίδοση αυτής έως την εξόφληση, το ποσό των 9.250,92 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστησαν από τη μείωση της αξίας που προκλήθηκε στο εναπομείναν τμήμα απαλλοτριωθέντος το έτος 1985 ακινήτου τους, το οποίο ευρίσκεται στο Δήμο Άρτας, για το λόγο ότι το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου τούτου παρανόμως δεν αποτυπώθηκε στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα.
3. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στη 7μελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, με την 1217/2009 απόφαση του ίδιου Τμήματος με 5μελή σύνθεση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989.
4. Επειδή, το Ν.Δ. 797/1971 (ΦΕΚ Α΄ 1) το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κηρύξεως της επιδίκου απαλλοτριώσεως (1985) ορίζει στο άρθρο 2 ότι: «1. Διά την έκδοσιν αποφάσεως κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως απαιτούνται: α) Κτηματολογικόν διάγραμμα, εικονίζον την απαλλοτριωτέαν και τας περιλαμβανομένας επί μέρους ιδιοκτησίας. β) Κτηματολογικός πίναξ, εμφαίνων τους εικαζομένους ιδιοκτήτας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, το εμβαδόν εκάστου τούτων, ως και πάντα τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία των επ’ αυτών υφισταμένων κατασκευών. 2. …3. …». Στο άρθρο 13, όπως η παρ. 3 του άρθρου αυτού καταργήθηκε και η παρ. 4 αναριθμήθηκε ως «3» με το άρθρο 47 παρ. 8 του Ν. 814/1978 (ΦΕΚ Α΄ 144) ορίζεται ότι: «1. Η αποζημίωσις καθορίζεται συμφώνως προς την πραγματικήν αξίαν του απαλλοτριουμένου κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. … 3. Εν περιπτώσει αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτην τμήμα υφίσταται σημαντικήν υποτίμησιν της αξίας αυτού, ή καθίσταται άχρηστον διά την δι’ ην προορίζεται χρήσιν, διά της αυτής περί καθορισμού της αποζημιώσεως αποφάσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαιτέρα δι’ αυτήν αποζημίωσις εις τον ιδιοκτήτην. Η ιδιαιτέρα αυτή αποζημίωσις καταβάλλεται εις τον ιδιοκτήτην ομού μετά της καταβαλλομένης διά το απαλλοτριούμενον τμήμα». Στο άρθρο 18 παρ. 1 ότι: «Αρμόδιον να προσδιορίση προσωρινώς την αποζημίωσιν είναι το Μονομελές Πρωτοδικείον, εν τη περιφερεία του οποίου κείται το απαλλοτριούμενον ή το μείζον μέρος αυτού …», στο δε άρθρο 19 ότι «1. Αρμόδιον να προσδιορίση οριστικώς την αποζημίωσιν είναι το Εφετείον, εν τη περιφερεία του οποίου κείται το απαλλοτριούμενον ή το μείζον μέρος αυτού. …» Περαιτέρω, στο άρθρο 24 ότι: «1. Ο έλεγχος, η διόρθωσις και η τυχόν αναγκαία συμπλήρωσις του κατά το άρθρον 2 παρ. 1 του παρόντος κτηματολογικού διαγράμματος της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως …. ενεργείται υπό διπλωματούχου μηχανικού, υπηρετούντος εν τη περιφερεία του νομού, εν η το απαλλοτριούμενον ή το μείζον μέρος τούτου … 2. … 3. Ο έλεγχος, η διόρθωσις, η συμπλήρωσις ή η εξ αρχής κατάρτισις του κτηματολογίου και του κτημοτολογικού πίνακος, γίνονται βάσει των τίτλων και διαγραμμάτων ιδιοκτησίας ή των υποδειχθησομένων υπό της δημοτικής ή κοινοτικής αρχής ή της υπηρεσίας αγροφυλακής ορίων ή οριοδεικτών. Ο μηχανικός έχων υπ’ όψιν την απόφασιν κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, το κτηματολογικόν διάγραμμα, τον κτηματολογικόν πίνακα και άπαντα τα υπό των ενδιαφερομένων υποβληθέντα στοιχεία, προβαίνει, προσκαλών εν ανάγκη επί τόπου τούτους, εις επιτόπιον έρευναν και εφαρμογήν των τίτλων και καταρτίζει, εντός της ταχθείσης προθεσμίας εις τριπλούν: α) το κτηματολογικόν διάγραμμα της απαλλοτριουμένης εκτάσεως, εις το οποίον αποτυπούνται διά χαρακτηριστικών στοιχείων, αι επί μέρους ιδιοκτησίαι, καθ’ ό μέρος απαλλοτριούνται, ως και αι τυχόν αμφισβητήσεις δικαιωμάτων επί τούτων, β) τον σχετικόν κτηματολογικόν πίνακα, εις ον αναγράφεται ο αύξων αριθμός της ιδιοκτησίας, το ονοματεπώνυμον και πατρώνυμον εκάστου ιδιοκτήτου, το συνολικόν εμβαδόν της ιδιοκτησίας, ο όγκος των κτισμάτων ταύτης κεχωρισμένως, αναλόγως του είδους της κατασκευής και της ποιότητος αυτών, τα λοιπά επικείμενα, κατ’ είδος και κατηγορίαν, ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια, χρήσιμος διά την κατά μονάδα εκτίμησιν των απαλλοτριουμένων και γ) λεπτομερή έκθεσιν περί εκάστου απαλλοτριουμένου κατά κεχωρισμένην ιδιοκτησίαν και της επί τούτου γενομένης εργασίας επιτοπίου εφαρμογής των προσαχθέντων τίτλων ιδιοκτησίας». Τέλος δε, στο άρθρο 26 ότι: «1. Η αναγνώρισις των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται διά δικαστικής αποφάσεως, κατά την υπό των διατάξεων του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν. 2. Αρμόδιον διά την αναγνώρισιν των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το Μονομελεές Πρωτοδικείον, εν τη περιφερεία του οποίου κείται το απαλλοτριούμενον ή το μείζον μέρος αυτού».
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν.Δ. 797/1971, το οποίο, μέσα στα πλαίσια του άρθρου 17 του Συντάγματος, εισάγει ενιαίο και αποκλειστικό σύστημα προσδιορισμού αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, προκύπτει ότι υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται όχι μόνο για την απαλλοτριούμενη έκταση, όπου μάλιστα η αποζημίωση είναι πλήρης, όπως άλλωστε απαιτείται από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά και για την μη απαλλοτριούμενη έκταση, όταν το απομένον στον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, για την οποία προορίζεται. Στην τελευταία αυτή περίπτωση με την απόφαση καθορισμού της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται στον ιδιοκτήτη ιδιαίτερη για τη ζημία αυτή αποζημίωση, η οποία δεν ταυτίζεται με την πλήρη, αφού το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας παραμένει, πάντως, στην κυριότητα του ιδιοκτήτη. Από τις ίδιες διατάξεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη, και ιδίως του άρθρου 24 παρ. 3 περ. α΄, προκύπτει περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται υποχρέωση των οργάνων του Δημοσίου, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, να αποτυπώσουν ακριβώς και τα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων, τα οποία απομένουν εκτός της απαλλοτριουμένης εκτάσεως. Τούτο, διότι το Δημόσιο ούτε οφείλει αλλ’ ούτε και δύναται, κατά κανόνα, να γνωρίζει την ύπαρξη μη απαλλοτριουμένων τμημάτων της ιδιοκτησίας, που υφίστανται την ιδιαίτερη αυτή ζημία, αλλ’ ούτε και το είδος και την έκταση της ζημίας αυτής, αφού αυτή συναρτάται με στοιχεία και δεδομένα που δεν είναι πάντοτε αντικειμενικά, αλλά μπορεί να συνάπτονται με άλλα εκτός της απαλλοτριώσεως στοιχεία, αναγόμενα σε ιδιαίτερες πολεοδομικές ή άλλες συνθήκες, στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη ή την τυχόν ιδιαίτερη χρήση ή, ενδεχομένως, προορισμό της ιδιοκτησίας. Εκ τούτων παρέπεται ότι δεν υπόκεινται σε αποζημίωση με την έγερση αγωγής του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., παράνομες πράξεις, που αφορούν τα μη απαλλοτριούμενα τμήματα ιδιοκτησίας, οι σχετικές δε διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. Α.Ε.Δ. 13/1992, ΣτΕ 1318/2007, 2835/2002, 3139/2002, 700/2003). Με τα ανωτέρω δεδομένα, στον ιδιοκτήτη ακινήτου που απαλλοτριώνεται, απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων ότι το τμήμα του ακινήτου του που απομένει εκτός της απαλλοτριώσεως υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο και ότι, κατά συνέπεια δικαιούται ιδιαιτέρας, κατά τα εκτεθέντα, για το τμήμα αυτό αποζημιώσεως, με τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που θέτει η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4*** του Ν.Δ. 797/1971. Αν δε ο ιδιοκτήτης δεν προβάλει για οποιοδήποτε λόγο, τη σχετική αξίωσή του, με την προβλεπόμενη από τον νόμο αποκλειστική διαδικασία, τούτο δεν δύναται να καταλογισθεί στα όργανα του δημοσίου, ούτως ώστε να δημιουργηθεί θέμα ευθύνης του κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφόσον κατά τα εκτεθέντα, οι σχετικές αξιώσεις δύνανται να προβληθούν στα πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 1318/2007, Α.Π. 24/1994, 1227/2003, πρβλ. 1127/2003).
6. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Με την από 10.5.2002 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του Δήμου Αρταίων ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ιστορήθηκε ότι οι ανωτέρω τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου έκαστος μιας διώροφης, κεραμοσκεπούς παλαιάς οικίας, η οποία ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Άρτας (επί της συμβολής των οδών …………. και …………). Η οικία αυτή αποτελείται από ένα ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 51,88 τ.μ. και ένα διαμέρισμα στο πρώτο μετά το ισόγειο όροφο εμβαδού 90,12 τ.μ.. Η εν λόγω οικοδομή έχει ανεγερθεί με βάση την 58/1933 οικοδομική άδεια επί οικοπέδου συνολικού εμβαδού 236,29 τ.μ., τμήμα του οποίου (119,54 τ.μ.), όπως αναφέρεται στο σχετικό συμβόλαιο και εμφανίζεται στο προσαρτημένο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, ήταν ρυμοτομούμενο, σύμφωνα με το από 6.2.1961 β.δ. «Περί εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Άρτης» (ΦΕΚ Δ΄ 23) και το από 25.8.1973 π.δ. «Περί τροποποιήσεως του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Άρτης», όπως επανεγκρίθηκε με το από 23.1.1985 π.διάταγμα. Με την Π1/1997 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως ακινήτων του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Αρταίων, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση του παραπάνω β.δ. και επικυρώθηκε με την 1616/1997 απόφαση του Νομάρχη Άρτας, καθορίσθηκαν οι εδαφικές εκτάσεις (ιδιοκτησίες) που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως στις δημοτικές οδούς …….. (Β΄ Τμήμα), ……. και …. ……. από το οικοδομικό τετράγωνο 70 έως το οικοδομικό τετράγωνο 90. Μεταξύ των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων τα οποία αποτυπώνονται στο από 31.11.1997 τοπογραφικό διάγραμμα και τον συνοδεύοντα αυτόν πίνακα, ο οποίος συνετάγη από τον τοπογράφο μηχανικό …….. ……….. και θεωρήθηκε από τα αρμόδια όργανα του Δήμου Αρταίων, περιλαμβάνονται και τμήματα της φερόμενης στο εν λόγω κτηματολογικό διάγραμμα ιδιοκτησίας με αριθμό 4, η κυριότητα της οποίας ανήκει κατά το ½ εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, με την ως άνω αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι, εξ αιτίας της πιο πάνω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η οποία έγινε, κατά τα εκτεθέντα, για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως της Άρτας στη συγκεκριμένη περιοχή, υπέστησαν ζημία συνισταμένη στη μείωση της αξίας του ακινήτου τους, καθόσον: α) σύμφωνα με τον ΓΟΚ η κάλυψη του εναπομείναντος τμήματος του οικοπέδου τους είναι 70,05 τ.μ. και η δόμηση 142 τ.μ., ενώ η ήδη υπάρχουσα κάλυψη είναι 90,12 τ.μ. και η ήδη υπάρχουσα δόμηση είναι 142 τ.μ., με αποτέλεσμα 20,07 τ.μ. κτίσματος να υφίστανται καθ’ υπέρβαση του ποσοστού καλύψεως, πράγμα το οποίο υποβαθμίζει την αξία της οικοδομής τους, β) περιορίστηκε η αυλή της οικοδομής τους, η οποία αποτελούσε αναγκαίο και λειτουργικό χώρο αυτής, σε 12 τ.μ., μετά δε τη διάνοιξη της νέας δημοτικής οδού ……., η κύρια είσοδος ευρίσκεται 1,25 μ. χαμηλότερα από το οδόστρωμα και γ) το ανώγειο διαμέρισμα που έχει πρόσοψη στην οδό …………….. κατέστη ημιυπόγειο, λόγω δε της επαφής του στη βορειοανατολική γωνία απώλεσε το φωτισμό και τη θέα. Περαιτέρω, οι αιτούντες ισχυρίσθηκαν ότι, ενόψει του ότι το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου τους δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του, τα αρμόδια όργανα του αναιρεσίβλητου Δήμου παρέλειψαν να διενεργήσουν τις οφειλόμενες νόμιμες ενέργειες και συγκεκριμένα είτε να προβούν σε απαλλοτρίωση ολοκλήρου του ισογείου διαμερίσματος μαζί με τον εκ 12 τ.μ. αύλειο χώρο αυτού είτε να λάβουν κάθε ενδεδειγμένο και κατάλληλο μέτρο, ώστε να μη ζημιωθούν από την απαλλοτρίωση του πιο πάνω τμήματος της ιδιοκτησίας τους. Για την αποκατάσταση δε της ζημίας τους λόγω των ανωτέρω παρανόμων, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να τους καταβληθεί ως αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., συνολικά το ποσό των 18.501,03 ευρώ. Το διοικητικό πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη του τα στοιχεία του φακέλου, καθώς και αυτά που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους σε εκτέλεση της 27/2003 προδικαστικής αποφάσεώς του, έκρινε ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες υπέστησαν ζημία από τις πιο πάνω πράξεις οι παραλείψεις και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε την αγωγή τους. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο, αφού έλαβε υπόψη του τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι η αγωγή αυτών δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. με την σκέψη ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες προδιαληφθείσα πράξη αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, λόγω ρυμοτομίας για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, για τη θεμελίωση της ανωτέρω αγωγής τους, δεν είναι παράνομη, αντιθέτως δε είναι νόμιμη, δεδομένου, μάλιστα, ότι εκδόθηκε κατά συνταγματική επιταγή. Εξ άλλου, στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειωθείται παράνομη παράλειψη των οργάνων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, συνισταμένη στη μη λήψη μέτρων ώστε να μη ζημιωθούν οι αναιρεσείοντες, καθώς και στη μη κήρυξη αναγκαστικώς απαλλοτριωτέου και του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου τους, του οποίου μειώθηκε σημαντικά η αξία, διότι από καμιά διάταξη νόμου δεν θεσπίζεται τέτοια υποχρέωση για τον αναιρεσίβλητο Δήμο. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το δικάσαν πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και επικύρωσε την απόφασή του, απορρίπτοντας τοιουτοτρόπως τον περί αντιθέτου προβληθέντα λόγο εφέσεως. Με την έφεσή τους οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει, περαιτέρω, ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αποζημιώσεώς τους με βάση τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., και δια τον λόγον ότι τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου παρέλειψαν να συμπεριλάβουν κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού διαγράμματος όλα τα στοιχεία που οδηγούν στο καθορισμό πλήρους αποζημιώσεώς τους, δηλαδή δεν συμπεριέλαβαν στο εν λόγω διάγραμμα τα μη απαλλοτριωθέντα, αλλά απομειούμενα κατά την αξία τους τμήματα του ακινήτου τους. Ο λόγος αυτός της εφέσεως απορρίφθηκε από το διοικητικό εφετείο ως απαράδεκτος διότι προβλήθηκε το πρώτο κατ’ έφεση, η προβολή του δε συνιστούσε ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 εδ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς στο δεύτερο βαθμό.
7. Επειδή, ενόψει όσων έχουν εκτεθεί στην πέμπτη σκέψη, δεν υφίσταται ευθύνη των οργάνων του Δημοσίου, και δη του αρμοδίου μηχανικού, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. εάν παραλείψουν να αποτυπώσουν στο κτηματολογικό διάγραμμα τα τμήματα των ακινήτων που απομένουν εκτός της απαλλοτριουμένης εκτάσεως και των οποίων η αξία μειούται ή εκμηδενίζεται εξαιτίας της απαλλοτριώσεως, σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα στις ίδιες σκέψεις μόνα αρμόδια να αποφανθούν για την εν λόγω ιδιαίτερη αποζημίωση είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, ορθώς το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, ανεξαρτήτως της ορθότητας των επί μέρους αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα περί του αντιθέτου δε παράπονα των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Με την κρίση, εξ άλλου αυτή δεν παραβιάζεται το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου ότι, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα από τους αιτούντες, όχι μόνον δεν αποκλείεται αλλά και ρητώς καταφάσκεται η υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή της ειδικής αυτής αποζημιώσεως, με την διαδικασία, όμως, που ειδικώς προβλέπει και οργανώνει ο νόμος και όχι με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.
8. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Και,
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2010.
Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Αθ. Ράντος Α. Κολιοπούλου Π.Β.
