Αριθμός 1284/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Φρ. Γιαννακού, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.
Για να δικάσει την από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Π. Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του Νικολάου Παναγιώτη Χαραλαμπόπουλου, κατοίκου Πετρούπολης Αττικής (Σκουφά 58), ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 962/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Φρ. Γιαννακού.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 962/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθ’ ο μέρος απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 12127/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 6.12.2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να του καταβάλει ποσό 8.752,20 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 9.11.1998, εξαιτίας της παράνομης παραλείψεως του Δημοσίου να τον καλέσει προς κατάταξη από 30.12.1996 σε θέση δόκιμου πυροσβέστη.
3. Επειδή, με την 1/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η θέσπιση με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247) βραχύτερης (διετούς) παραγραφής για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού από αποδοχές αντί της πενταετούς παραγραφής, στην οποία υπόκεινται οι λοιπές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 90 του ανωτέρω νόμου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Εξάλλου, με την 32/2008 απόφαση του ΑΕΔ κρίθηκε ότι με την ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Όπως δε γίνεται περαιτέρω δεκτό (ΣτΕ 2998/2012), στο συγκεκριμένο ζήτημα, το Σύνταγμα δεν έχει στενότερη έννοια από την Ε.Σ.Δ.Α. και, επομένως, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 2362/1995 δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256).
4. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος συμμετείχε στο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την 20860/Φ.300.2/4.7.1996 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, για την κατάταξη πεντακοσίων (500) ιδιωτών ως δοκίμων πυροσβεστών, δεν συμπεριελήφθη όμως στους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού. Η παράλειψη αυτή της Διοικήσεως ακυρώθηκε ως παράνομη με την 43/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, γενομένης δεκτής αιτήσεως ακυρώσεως του αναιρεσιβλήτου. Κατόπιν τούτου, με την 39284/Φ.300.2/8.10.1998 απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως ο αναιρεσίβλητος εκλήθη προς κατάταξη στο Πυροσβεστικό Σώμα στις 10.11.1998. Στη συνέχεια, σε συμμόρφωση προς την ως άνω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την 50690/Φ.300.2/4.11.1999 απόφαση του ίδιου Υπουργού ανακλήθηκε η προαναφερθείσα απόφασή του και ο αναιρεσίβλητος κατατάχθηκε στο Πυροσβεστικό Σώμα μαζί με τους αρχικώς συμμετέχοντες στο διαγωνισμό του 1996 πυροσβέστες της 62ης εκπαιδευτικής σειράς, από 30.12.1996, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με το αιτιολογικό της ως άνω αποφάσεως, μη νόμιμα δεν είχε προσληφθεί, χωρίς, όμως, δικαίωμα λήψεως αναδρομικών αποδοχών. Ακολούθως, με την 11540/Φ.301.2/16.3.2000 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος ανακλήθηκε η 13820/Φ.301.2/29.3.1999 απόφαση του Ανωτάτου Πυροσβεστικού Συμβουλίου, μόνον σε ό,τι αφορά στην ημερομηνία κατά την οποία προήχθησαν και οι υπόλοιποι της 62ης εκπαιδευτικής σειράς (από το βαθμό του Δόκιμου Πυροσβέστη στο βαθμό του Πυροσβέστη) και εντάχθηκε ο αναιρεσίβλητος στον πίνακα επιτυχόντων Δοκίμων Πυροσβεστών της ως άνω σειράς, χωρίς δικαίωμα λήψεως αναδρομικών αποδοχών. Με τα ως άνω δεδομένα ο αναιρεσίβλητος, με την από 17.5.2000 αίτησή του προς τη Διοίκηση, ζήτησε την καταβολή αναδρομικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 30.12.1996 έως την κατάταξή του, στην οποία δεν έλαβε απάντηση. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος, με την από 6.12.2000 αγωγή του, ζήτησε, μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει, ως αποζημίωση, το ποσό που θα εισέπραττε ως αποδοχές εάν είχε καταταγεί νομίμως από 30.12.1996 και, ειδικότερα, τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.1.1997 έως 9.11.1998, οι οποίες ανέρχονταν, σύμφωνα με τις οικείες βεβαιώσεις του Τμήματος Β΄ Μισθολογίου της Διαχείρισης Χρηματικού του Πυροσβεστικού Σώματος, στο συνολικό ποσό των 8.752,20 ευρώ. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό. Το Διοικητικό Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, εκδοθείσα επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται εις βάρος των υπαλλήλων του Δημοσίου ειδική βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και για το λόγο αυτό έκρινε ότι εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι η διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου που καθιερώνει πενταετή παραγραφή. Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι από την έκδοση της ως άνω ακυρωτικής αποφάσεως στις 23.1.1998, οπότε άρχισε νέα παραγραφή, μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 13.12.2000 δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή και απέρριψε το λόγο εφέσεως περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων. Η κρίση αυτή είναι ορθή αν και με διαφορετική αιτιολογία. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, οι επίδικες αξιώσεις, ως αξιώσεις υπαλλήλου του Δημοσίου εξ αποδοχών, υπόκεινται στη διετή παραγραφή της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η διάταξη δε αυτή δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Εξάλλου, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τη γένεση της αξιώσεως, ήτοι, εν προκειμένω, από 4.11.1999, οπότε η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς το περιεχόμενο της 43/1998 ακυρωτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αποφάσισε την αναδρομική κατάταξη του αναιρεσιβλήτου στο Πυροσβεστικό Σώμα, χωρίς, όμως, δικαίωμα λήψεως αναδρομικών αποδοχών (πρβλ. ΣτΕ 4016/2012, 300/2010). Με τα ως άνω δεδομένα, μέχρι την κατάθεση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου στις 13.12.2000 δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω διετής παραγραφή. Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η παραγραφή των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως 9.11.1998, είναι διετής, άρχισε να τρέχει κάθε πρώτη και δεκαπέντε εκάστου μηνός (χρονικά σημεία γεννήσεως της αξιώσεως περί καταβολής του μισθού του), άλλως από 23.1.1998, που δημοσιεύθηκε η 43/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και, ως εκ τούτου, είχε συμπληρωθεί πριν από την κατάθεση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
5. Επειδή, περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε το λόγο της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου ότι εσφαλμένα αναγνωρίσθηκε το αίτημα περί καταβολής τόκων επί του ως άνω ποσού των 8.752,20 ευρώ, κρίνοντας ότι τόκοι οφείλονται και επί αναγνωριστικής αγωγής, ως παρέχουσας ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου είναι νόμιμη, διότι, όπως έχει κριθεί με την 7/2011 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6/10.7.1944, Α΄ 139), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 9 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, οφείλονται τόκοι και στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, ως εν προκειμένω. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η ως άνω κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, 195 παρ. 1 και 197 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), και 340, 345 και 346 του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 461, 603, 2406/2012).
6. Επειδή, κατ’ ακολουθία, μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2013
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Ο Γραμματέας
Θ. Παπαευαγγέλου Δ. Λαγός
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2013.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Στ’ Τμήματος
Θ. Παπαευαγγέλου Ελ. Γκίκα
1
-1-
Αριθμός 1284/2013
./.
Κ.Π. (m)
./.
./.
