Αριθμός 1287/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Κ. Φιλοπούλου, Αντ. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Ε. Μελισσαρίδης, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.
Για να δικάσει την από 17 Μαρτίου 2006 αίτηση:
του Σωτηρίου Μπαλή του Κωνσταντίνου, κατοίκου εν ζωή Νεστάνης Αρκαδίας, ο οποίος απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του, οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Β. Σκορδάκη (Α.Μ. 11217), που την διόρισαν με πληρεξούσιο.
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3671/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας Παρέδρου Τ. Βαρουφάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσιο των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ΄αριθμ. 963307, 965042-3, 965045/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 3671/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν εν μέρει αποδοχής εφέσεως του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, υποχρεώθηκε, τελικώς, αυτό να καταβάλει, ως αποζημίωση, στον αναιρεσείοντα, υπάλληλο του ΕΚΑΒ Τρίπολης, το ποσό των 10.260 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.1.1999 έως 22.8.2001, που αυτός θα ελάμβανε αν διοριζόταν στο ΕΚΑΒ από 1.1.1998, χωρίς τη μεσολάβηση παράνομης και μετέπειτα ακυρωθείσης αποφάσεως του ΑΣΕΠ, με την οποία αυτός είχε αποκλεισθεί από διαγωνισμό για την πλήρωση θέσεων του ΕΚΑΒ.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. 33/21.7.2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Μαντινείας, Νομού Αρκαδίας, ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 20.7.2006, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως (17.3.2006). Κατόπιν αυτού, νομίμως συνεχίζουν τη δίκη η σύζυγός του, Χριστίνα Γκαμίλη, ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Μπαλής, η μητέρα του, Γεωργία Μπαλή, ο αδελφός του, Θεοδόσιος Μπαλής, και η αδελφή του, Κωνσταντίνα Μπαλή, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (βλ. το 4940/22.9.2006 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Μαντινείας), ύστερα από σχετική δήλωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της υπογράφουσας το κρινόμενο δικόγραφο δικηγόρου, την οποία και νομιμοποίησαν οι εν λόγω κληρονόμοι με τα προσκομισθέντα κατά τη συζήτηση ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι περαιτέρω εξεταστέα.
3. Επειδή, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως, αν και το αναιρεσίβλητο Δημόσιο δεν παρέστη κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την 8827/13.9.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δημητρίου Παπαβασιλείου, αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως και της πράξης του Προέδρου περί ορισμού εισηγητού και δικασίμου, κοινοποιήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο.
4. Επειδή, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει χάριν του γενικού συμφέροντος. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 του Αστικού Κώδικα, η αποζημίωση, την οποία οφείλει το Δημόσιο, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της παρούσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα τελούσε, εάν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Οσάκις από το εν λόγω γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Τέτοιος σύνδεσμος, όμως, δεν υπάρχει όταν ζημία και ωφέλεια στηρίζονται σε διαφορετική η καθεμία αιτία (βλ. ΣτΕ 3606/2012, 866/11 επτ., 3358/03, 2803/2000 επτ., ΑΠ 880/1982).
5. Επειδή, το άρθρο 90 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) ορίζει ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2…3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 2362/1995: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο…οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου…β)…». Κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ του ανωτέρω άρθρου 93 του ν. 2362/1995, η παραγραφή αξίωσης αποζημίωσης κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως της διοικητικής πράξης, της οποίας η παρανομία αποτελεί τη βάση της αξίωσης (βλ. ΣτΕ 2152/2010 επτ., 411/2010, 1214/2002 επτ.). Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 93 συνάγεται ότι, εάν η παραγραφή χρηματικής αξίωσης κατά του Δημοσίου διακόπηκε με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, ευθύς από το χρόνο άσκησης του ενδίκου βοηθήματος αρχίζει νέα παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη προς τη διακοπείσα, η νέα δε παραγραφή δύναται να διακοπεί με την επιχείρηση περαιτέρω διαδικαστικής πράξης των διαδίκων ή του δικαστηρίου, έτσι ώστε, εάν δεν μεσολαβήσει διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής, να είναι δυνατόν να συμπληρωθεί η παραγραφή της αξίωσης πριν περατωθεί τελεσιδίκως ή δίκη. Όμως, η ανωτέρω αρχή της συμπλήρωσης της παραγραφής εν επιδικία, η οποία διατυπώνεται και στο άρθρο 261 του Αστικού Κώδικα, επειδή προϋποθέτει την αδράνεια των διαδίκων, ισχύει μόνον επί δικαιοδοσιών, όπου η διαδικασία κινείται με πρωτοβουλία των διαδίκων και όχι αυτεπαγγέλτως, όπως στη διοικητική δίκη, κατά την οποία ο διάδικος καθ΄ου τρέχει η παραγραφή, δεν έχει τη δυνατότητα να τη διακόψει, επιχειρώντας διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή πράξεις οι οποίες προβλέπονται ειδικώς στο νόμο και επάγονται νομικές συνέπειες στην κίνηση και την πρόοδο της διαδικασίας. (ΣτΕ βλ. 849/2003, 4139/1999 κ.α.).
6. Επειδή, η κατά το άρθρο 94 του ν. 2362/1995 υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παραγραφή της αξίωσης κατά του Δημοσίου, εκτείνεται στο σύνολο των σχετικών με την παραγραφή ζητημάτων και, επομένως, λόγος διακοπής της παραγραφής, ο οποίος προκύπτει από τα στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από αυτό (βλ. ΣτΕ 2152/2010 επτ.).
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, ο αναιρεσείων συμμετείχε σε διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την 2/1997 προκήρυξη του ΑΣΕΠ (ΦΕΚ 18/10.4.1997 Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ), για την πλήρωση, με σειρά προτεραιότητας, θέσεων του κλάδου ΔΕ Πληρωμάτων Ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ Αρκαδίας. Με την 76/1997 απόφαση του ΑΣΕΠ, ο αναιρεσείων αποκλείσθηκε από το σχετικό με το διαγωνισμό πίνακα κατάταξης υποψηφίων για την πλήρωση των ως άνω θέσεων. Ακολούθως, με την 83/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 2701/2000 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρώθηκε, κατ΄αποδοχή της από 29.1.1998 αιτήσεως ακυρώσεως του αναιρεσείοντος, η ανωτέρω 76/1997 απόφαση του ΑΣΕΠ. Σε συμμόρφωση προς την παραπάνω ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η Ελάσσων Ολομέλεια του ΑΣΕΠ, με την 2/16.1.2001 απόφασή της (ΦΕΚ 27/31.1.2001 τ.Π.ΑΣΕΠ), ενέταξε τον αναιρεσείοντα στον πίνακα κατάταξης υποψηφίων για την πλήρωση θέσεων του κλάδου ΔΕ πληρωμάτων ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ νομού Αρκαδίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 56/31.12.1997 τ.Π. ΑΣΕΠ. Στη συνέχεια, με απόφαση του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 157/17.7.2001, ο αναιρεσείων διορίσθηκε δόκιμος υπάλληλος σε οργανική θέση του κλάδου ΔΕ πληρωμάτων ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ Τρίπολης, με βαθμό Δ΄, ορκίσθηκε δε και ανέλαβε υπηρεσία στις 22.8.2001. Με αγωγή του που ασκήθηκε στις 20.12.2001, ο αναιρεσείων ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 42.693,62 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στις αποδοχές που θα ελάμβανε, αν είχε διορισθεί κανονικά από 1.1.1998, χωρίς τη μεσολάβηση της ως άνω ακυρωθείσης αποφάσεως του ΑΣΕΠ. Με την 8006/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσείων αποκλείσθηκε παρανόμως από τον ως άνω διαγωνισμό, έπρεπε να αποζημιωθεί, λαμβάνοντας το σύνολο των αποδοχών που θα ελάμβανε αν είχε διορισθεί εξ αρχής στην ανωτέρω θέση, υποχρεώθηκε δε το Δημόσιο να του καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 22.8.2001 (οπότε ανέλαβε τελικώς υπηρεσία), το ποσό των 36.799,39 ευρώ, αφού αφαιρεθούν από αυτό οι νόμιμες κρατήσεις, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Για τον υπολογισμό αυτό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το 6663/17.3.2004 έγγραφο του ΕΚΑΒ, από το οποίο προέκυπτε, μεταξύ άλλων, ότι, αν ο αναιρεσείων είχε διορισθεί κανονικά, σύμφωνα με τον αρχικό πίνακα κατάταξης που περιείχε τους συνυποψηφίους του, θα αναλάμβανε υπηρεσία από 16.2.1998, εφόσον οι υπόλοιποι επιτυχόντες διορίσθηκαν στη Νομαρχία Αρκαδίας με την ΔΥ13β/2186/22.1.1998 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 16/4.2.1998. Εξάλλου, με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε ότι δεν τίθεται ζήτημα συνυπολογισμού ζημίας-κέρδους από το εισόδημα ύψους 13.334,08 ευρώ, που έλαβε ο αναιρεσείων από παροχή μισθωτών υπηρεσιών, ως υπάλληλος, στην κλινική «ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ Ε.Α.Ε.». Με την αναιρεσιβαλλόμενη, όμως, απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του Δημοσίου και κρίθηκε ότι οι μεν επίδικες αξιώσεις για το έτος 1998 είχαν παραγραφεί, ενώ για τις αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα (1.1.1999 έως 22.8.2001), έπρεπε να γίνει συνυπολογισμός του οφέλους που αποκόμισε ο αναιρεσείων από την παραπάνω απασχόλησή του στην κλινική «ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ». Και τούτο, διότι, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, η ωφέλεια του αναιρεσείοντος από το εισόδημα που έλαβε από την εν λόγω απασχόληση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επιζήμιο γεγονός του μη διορισμού του, αφού, «λόγω ακριβώς του μη διορισμού του, εξαναγκάσθηκε σε εξεύρεση άλλης εργασίας, από την οποία είχε προσπορισμό ωφέλειας». Κατόπιν αυτού, μεταρρυθμίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και υποχρεώθηκε, τελικώς, το αναιρεσίβλητο Δημόσιο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 10.260 ευρώ.
8. Επειδή, το δικάσαν Εφετείο έσφαλε, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για το έτος 1998 είχαν παραγραφεί, κατά την άσκηση (στις 20.12.2001) της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 5, η διετής (κατ΄άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995) παραγραφή των επίδικων αξιώσεων είχε, εν πάση περιπτώσει, διακοπεί με την άσκηση από τον αναιρεσείοντα της από 29.1.1998 αιτήσεως ακυρώσεως κατά του παράνομου (κατά την έννοια του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ) αποκλεισμού του από το διαγωνισμό για πρόσληψη στο ΕΚΑΒ (με την 76/97 απόφαση του ΑΣΕΠ), από όπου απέρρευσε η ζημία αυτού, η δίκη δε επί της αιτήσεως αυτής, η οποία έγινε δεκτή, κατά τα ανωτέρω, με την 83/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, περατώθηκε, τελικώς, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με την 2701/2000 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία επικυρώθηκε η ως άνω 83/1999 ακυρωτική απόφαση. Για το ζήτημα δε αυτό, ο αναιρεσείων είχε προβάλει ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας σχετικό ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής, ο οποίος, όμως, δεν αντιμετωπίσθηκε από το δικάσαν Εφετείο. Επομένως, για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, πρέπει να αναιρεθεί, κατά το μέρος αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
9. Επειδή, περαιτέρω, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 4, το δικάσαν Εφετείο έσφαλε κατά την κρίση του ότι το κέρδος που αποκόμισε ο αναιρεσείων από την εργασία του στην κλινική «ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ», έπρεπε να συνυπολογισθεί στη ζημία που αυτός υπέστη. Τούτο δε, διότι η ωφέλεια από τους μισθούς που έλαβε ο αναιρεσείων από την εργασία του στην ως άνω κλινική, δεν προήλθε από το ζημιογόνο αποκλεισμό του από το διαγωνισμό, εξαιτίας του οποίου δεν διορίσθηκε από 1.1.1998, αλλά οφείλεται στη δική του αυτόνομη δραστηριότητα, η οποία πηγάζει από την ελευθερία δράσης του, υπερβαίνοντας την κατ΄ άρθρο 300 του ΑΚ υποχρέωσή του για περιορισμό της έκτασης της ζημίας (πρβλ. ΑΠ 1278/2005), και, ως εκ τούτου, συνιστά αυτοτελή λόγο κτήσης και διατήρησης του κέρδους από αυτόν, εκτός του δικαίου της αποζημίωσης. Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο καταλογισμός του προκύψαντος οφέλους στη ζημία αντίκειται στην καλή πίστη, δεδομένου ότι, με τον τρόπο αυτό, η Διοίκηση θα επωφελείτο από την επιμέλεια εκείνου, κατά του οποίου είχε εκδοθεί η κριθείσα ως παράνομη πράξη της, με αποτέλεσμα να περιορίζονται, από ενέργειες του ζημιωθέντος, οι συνέπειες της παρανομίας της. Επομένως, για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να αναιρεθεί και κατά το κεφάλαιό της αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΣτΕ 3606/2012).
10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου δε ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, το Δικαστήριο πρέπει να την κρατήσει και να την δικάσει κατ΄ ουσίαν. Δικάζοντας δε την υπόθεση, κρίνει ότι η έφεση του αναιρεσιβλήτου/εκκαλούντος Δημοσίου πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, να απορριφθεί.
11. Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ότι το αναιρεσίβλητο Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της κατ’ έφεση δίκης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97).
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 3671/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για την κατ΄ αναίρεση δίκη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση του αναιρεσιβλήτου /εκκαλούντος Δημοσίου κατά της 8006/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την έφεση και
Απαλλάσσει το αναιρεσίβλητο/εκκαλούν Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της κατ’ έφεση δίκης, κατά το αιτιολογικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 και 25 Φεβρουαρίου 2013
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Ο Γραμματέας
Θ. Παπαευαγγέλου Δ. Λαγός
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2013.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Στ’ Τμήματος
Θ. Παπαευαγγέλου Ελ. Γκίκα
1
-1-
Αριθμός 1287
