ΣτΕ 1349/13, 7μ., ΕΣΡ, ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΜΕΝΤΙΟΥΜ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ το α.4παρ.2 κανονισμού 3/1991 ΕΣΡ

ΣΤΕ

Η διαφήμιση των δραστηριοτήτων των αστρολογικών προβλέψεων και της μαντείας με χρήση ειδικώς ραδιοτηλεοπτικών μέσων απαγορεύεται από την σαφή διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Κανονισμού 3/1991 του ΕΣΡ, η δε απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που η διαφημιζόμενη δραστηριότητα συνιστά υπηρεσίες αστρολογικών προβλέψεων ή μαντείας.
Αριθμός 1349/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Σπ. Χρυσικοπούλου, Διομ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Ι. Μιχαλακόπουλος, Ν. Μαρκόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Παπαδοπούλου, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 15 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση:
της εταιρείας με την επωνυμία «ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Ρούσου 4 και Λ. Μεσογείων), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Αναστάσιο Κωνσταντινίδη (Α.Μ. 14460), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, που εδρεύει στην Αθήνα (Αμερικής 5), το οποίο παρέστη με την Αθηνά Αλεφάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. 352/23.9.2003 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Μιχαλακόπουλου.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1 .   Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά γραμμάτια παραβόλου υπ’ αριθμούς 1287828, 1171912/2003 Σειράς Α).
2. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ΄ αριθμόν 352/2003 (από 23.9.2003) πράξεως του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως, με την οποίαν επιβλήθηκε εις βάρος της αιτούσης, η οποία εκμεταλλεύεται τον τηλεοπτικό σταθμό «Mega Channel», η διοικητική κύρωση του προστίμου ύψους 40.000 ευρώ.
3. Επειδή, η υπόθεση λόγω της σπουδαιότητός της εισάγεται κατ΄ άρ. 14 παρ. 5 κωδ. π. δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως ύστερα από την 4275/2012 παραπεμπτική απόφαση του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση, αφού κρίθηκαν με την απόφαση αυτήν απορριπτέοι δι’ οριστικών διατάξεων ορισμένοι λόγοι ακυρώσεως.
4. Επειδή, κατά τον κρίσιμο χρόνο ίσχυε η Οδηγία 89/552 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου «για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων» (ΕΕ L 298), όπως είχε τροποποιηθεί από την Οδηγία 97/36 (ΕΚ) του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 202) και προτού τροποποιηθεί εκ νέου από την όμοια Οδηγία 2007/65 (L 65). Στα άρθρα της 10 και 12-17 η Οδηγία 89/552 θέσπιζε διαφόρους κανόνες για το περιεχόμενο των τηλεοπτικών διαφημίσεων, στους οποίους δεν περιλαμβανόταν και η ειδική απαγόρευση εκμεταλλεύσεως των προλήψεων ή των δεισιδαιμονιών των τηλεθεατών. Το άρθρο 12, ειδικότερα, όριζε τα εξής: «Η τηλεοπτική διαφήμιση δεν πρέπει: α) να απάδει προς το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας∙ β) να εισάγει διακρίσεις λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας ή ιθαγένειας∙ γ) να προσβάλλει θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις∙ δ) να ενθαρρύνει τρόπους συμπεριφοράς επιζήμιους για την υγεία ή την ασφάλεια∙ ε) να ενθαρρύνει τρόπους συμπεριφοράς επιζήμιους για την προστασία του περιβάλλοντος. Όμως, το άρθρο 3 παρ. 1 αυτής προέβλεψε τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να προβλέπουν αυστηρότερους ή λεπτομερέστερους κανόνες στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία».
5. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 2 παρ. περιπτ. α) – ε) του υπ΄ αριθμόν 3/1991 Κανονισμού του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως περί «Κώδικος Δεοντολογίας Ραδιοτηλεοπτικών Διαφημίσεων» (Β΄ 538), ορίζονται τα εξής: «2. Ο ραδιοτηλεοπτικός σταθμός οφείλει να μη μεταδίδει διαφημίσεις οι οποίες: α. απάδουν προς τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. β. εισάγουν διακρίσεις ιδίως λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας ή ιθαγενείας. γ. προσβάλλουν θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις. δ. ενθαρρύνουν τρόπους συμπεριφοράς επιζήμιους για την υγεία ή την ασφάλεια. ε. ενθαρρύνουν τρόπους συμπεριφοράς επιζήμιους για την προστασία του περιβάλλοντος». Στις επόμενες περιπτώσεις (στ) – (θ), τίθενται από τον Κανονισμό του Ε.Σ.Ρ. [επιτρεπτώς εν όψει του άρθρου 3 παρ.1 της Οδηγίας] περαιτέρω απαγορεύσεις μεταδόσεως για όσες διαφημίσεις «στ. εκμεταλλεύονται χωρίς λόγο τους φόβους του κοινού, ζ. εκμεταλλεύονται τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες των ανθρώπων, η. περιέχουν στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν άμεσα ή έμμεσα σε πράξεις βίας. θ. καπηλεύονται εθνικά θέματα, ιερά κείμενα, την εθνική πολιτιστική και πνευματική κληρονομιά, εθνικά μειονεκτήματα, θρησκευτικές δοξασίες κ.λπ.».
6. Επειδή, επακολούθησε η έκδοση του κατά χρόνον εφαρμοστέου π. δ/τος 100/2000 (Α΄. 98), το οποίο επανέλαβε στο άρ. 5 παρ. 6 αυτού ρυθμίσεις για το περιεχόμενο των διαφημίσεων πανομοιότυπες προς τις ανωτέρω περιπτώσεις (α) – (ε) του άρ. 4 παρ. 2 του Κανονισμού 3/1991. Το αυτό π. δ., στο άρ. 5 παράγραφοι 7 – 9 αυτού, διέλαβε απαγορεύσεις τηλεοπτικών διαφημίσεων φαρμάκων και θεραπευτικών αγωγών, τσιγάρων, καθώς και περιορισμούς διαφημίσεων των αλκοολούχων ποτών.
7. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 4096/2012) κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο (και μετά, δηλαδή, την θέση σε ισχύ του π. δ/τος 100/2000) εξακολοθούσαν να ισχύουν οι ρυθμίσεις του Κανονισμού 3/1991 του Ε.Σ.Ρ. κατά το μέρος που απαγορεύουν την εκμετάλλευση δεισιδαιμονιών και προλήψεων των ανθρώπων.
8. Επειδή, περαιτέρω, ναι μεν η νομοθεσία δεν απαγορεύει κατ΄ αρχήν την άσκηση των δραστηριοτήτων των αστρολογικών προβλέψεων και της μαντείας ως επαγγελμάτων, πλήν όμως η διαφήμιση των δραστηριοτήτων αυτών με χρήση, ειδικώς, ραδιοτηλεοπτικών μέσων απαγορεύεται από την σαφή διάταξη της περιπτώσεως (ζ) του άρθρου 4 παρ. 2 του Κανονισμού 3/1991 του Ε.Σ.Ρ. Περαιτέρω, η απαγόρευση αυτή, για την ταυτότητα του λόγου, καταλαμβάνει όχι μόνον την εκμετάλλευση των δεισιδαιμονιών κλπ. για την προώθηση άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών, αλλά και -κατά μείζονα λόγο- την περίπτωση που αυτή η ίδια η διαφημιζομένη από ραδιοτηλεοπτικό μέσο δραστηριότητα συνιστά τέτοιαν εκμετάλλευση, όπως συμβαίνει με τις υπηρεσίες αστρολογικών προβλέψεων ή μαντείας. Δεν είναι δε δυνατόν να συναχθεί αντίθετο επιχείρημα από το γεγονός ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν εμπίπτουν ρητώς σε κάποιαν από τις καθ’ ύλην απαγορευόμενες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, κατηγορίες διαφημίσεων. Κατά την γνώμη, όμως, του Παρέδρου Ν. Μαρκόπουλου, η παροχή υπηρεσίας μελλοντολογικών ή αστρολογικών προβλέψεων, συνιστά οικονομική δραστηριότητα που δεν απαγορεύεται, καταρχήν, ρητώς από το νόμο. Περαιτέρω, η διαφήμιση της δραστηριότητας αυτής, δεν εμπίπτει σε κατηγορία καθ΄ ύλην απαγορευόμενης διαφημίσεως (όπως π.χ. η τηλεοπτική διαφήμιση καπνού, φαρμάκων-βλ. άρθρο 5 παρ. 7, 8 του π.δ. 100/2000). Με τα δεδομένα αυτά, η κρίση του Ε.Σ.Ρ. , με μοναδικό νομικό έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 περ. ζ΄ του υπ’ αριθμ. 3/1991 Κανονισμού του, ότι εκ της προβολής και μόνο των ως άνω διαφημιστικών μηνυμάτων αστροπροβλέψεων έγινε εκμετάλλευση των δεισιδαιμονιών των θεατών, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και περαιτέρω αξιολόγησή τους, καθιστά την προσβαλλόμενη πράξη νομικώς πλημμελή λόγω αόριστης και συμπερασματικής αιτιολογίας. Τούτο, διότι, υπό τα συντρέχοντα πραγματικά περιστατικά, η αποδιδόμενη στον αιτούντα τηλεοπτικό σταθμό εκμετάλλευση της δεισιδαιμονίας των τηλεθεατών δεν επιχειρήθηκε με την ίδια την προβληθείσα διαφήμιση, η οποία περιοριζόταν στην προβολή των ιδιοτήτων που συνήθως αποδίδουν στην εν λόγω δραστηριότητα όσοι θεωρούν ότι πρέπει να προσφεύγουν στις υπηρεσίες της, αλλά αποτελούσε αυτό τούτο το αντικείμενο της εν λόγω διαφημιζόμενης οικονομικής δραστηριότητος – υπηρεσίας, η οποία, κατά τα εκτεθέντα, δεν απαγορεύεται από το νόμο ούτε απαγορεύεται η διαφήμισή της. Είναι δε άλλο ζήτημα αν η προβολή διαφημίσεων με το ανωτέρω περιεχόμενο εμπίπτει τυχόν, λόγω του είδους της διαφημιζόμενης δραστηριότητος και όχι λόγω του περιεχομένου της διαφημίσεως, σε άλλες απαγορευτικές διατάξεις, τις οποίες, πάντως, το εκδόν όργανο δεν επικαλείται εν προκειμένω.
9. Επειδή, σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, από καταγραφή του περιεχομένου της εκπομπής του σταθμού προέκυψε ότι την 7η Μαΐου 2003 «προβλήθηκαν ωροσκόπια και μέντιουμ» σε δύο χρονικά σημεία (από 5.45 έως 5.48 και από 6.07 έως 6.09 ώρας), γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αιτούσα. Όπως προκύπτει, περαιτέρω (βλ. το από 21-22.7.2003 υπόμνημα της αιτούσης προς το Ε.Σ.Ρ.), επρόκειτο για μηνύματα τηλεηχοπληροφορήσεως μέσω τηλεφωνικών γραμμών με αυξημένη χρέωση. Κατόπιν αυτού με την ήδη προσβαλλομένη πράξη του (υπ’ αρ. 352/23.9.2003) το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεοράσεως (Ε.Σ.Ρ.), αφού θεώρησε ότι υπ’ αυτές τις συνθήκες «προβλήθηκαν ωροσκόπια και μέντιουμ, τα οποία με βεβαιότητα εκμεταλλεύονται τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες των ανθρώπων», έκρινε ότι συνέτρεξε κατά τούτο παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν για τους τηλεοπτικούς σταθμούς από την περίπτωση (ζ) του άρθρου 4 παρ. 2 του Κανονισμού 3/1991 («Κώδικας Δεοντολογίας Ραδιοτηλεοπτικών Διαφημίσεων»), τον οποίον είχε το ίδιο θεσπίσει. Επέβαλε δε εις βάρος της αιτούσης την κύρωση του προστίμου ύψους 40.000 ευρώ για την παράβαση αυτή.
10. Επειδή, κατόπιν αυτών πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως περί πλημμελούς αιτιολογίας της πράξεως του Ε.Σ.Ρ., σύμφωνα με τον οποίον έπρεπε να κριθεί αν υπάρχει εκμετάλλευση δεισιδαιμονιών και προλήψεων λόγω του περιεχομένου του διαφημιστικού μηνύματος όχι δε και από την ίδια την διαφημιζομένη δραστηριότητα. Το ίδιο ισχύει και για τα προβαλλόμενα σχετικά με τον «σύννομο» (μη απαγορευόμενο κατ’ αρχήν από την έννομη τάξη) χαρακτήρα των δραστηριοτήτων αυτών. Τέλος, είναι αβάσιμος και ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι είναι πλημμελώς αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη πράξη, καθ΄ όσον δεν απητείτο ν΄ αναφέρει επί πλέον πραγματικά περιστατικά για να τεκμηριώσει την κρίση της για εκμετάλλευση κλπ. Κατά την προεκτεθείσα όμως γνώμη του Παρέδρου Ν. Μαρκόπουλου, ο περί πλημμελούς αιτιολογίας λόγος παρίσταται βάσιμος.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως,
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου και
Επιβάλλει εις βάρος της αιτούσης την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου η οποία ανέρχεται σε (460 + 460) εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2013.
Ο Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος   Η Γραμματέας του Δ’ Τμήματος