ΣτΕ 1420/2016, Γ τμ. 7μ, ΙΣΟΤΗΤΑ ΦΥΛΩΝ, ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΛΌΓΩ ΥΨΟΥΣ ΣΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟ ΔΕΕ

ΣΤΕ

ΣτΕ Γ΄ Τμ. 1420/2016 επταμ.
Αρχή της ισότητας – Ισότητα των φύλων κατά την πρόσβαση στην απασχόληση (Οδηγίες76/207/ΕΟΚ και 2006/54/ΕΚ)– Πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις – Ζήτημα έμμεσης διάκρισης λόγω φύλου – Απαίτηση ελάχιστου ύψους 1.70 μ. για την εισαγωγή στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομίας
Διατυπώνεται προς το ΔΕΕ το εξής προδικαστικό ερώτημα, χωρίς να λαμβάνεται θέση επ’ αυτού: Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 4/1995 και ορίζεται ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει, μεταξύ άλλων προσόντων, «να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70μ.», είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ, οι οποίες απαγορεύουν κάθε έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας στον δημόσιο τομέα (εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, δεν βαίνει δε πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρου);

Αριθμός 1420/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2014 με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Δ. Μακρής, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 2 Ιανουαρίου 2009 έφεση:

των: 1) Υπουργού Εσωτερικών και 2) Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ήδη Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της Μαρίας – Ελένης Καλλίρη, κατοίκου Κοκκωνίου Νομού Κορινθίας, η οποία δεν παρέστη,

και κατά της υπ’ αριθμ. 734/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. – Μ. Παπαδημητρίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αρ. 734/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης και ακυρώθηκαν α) η άρνηση της Διοίκησης να της επιτρέψει τη συμμετοχή στον προκηρυχθέντα με την 6000/2/1930-νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. διαγωνισμό για την κατάταξη σπουδαστών στις αστυνομικές σχολές, επειδή δεν είχε το απαιτούμενο, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003 (Α΄ 82) και κατά τον αντίστοιχο όρο της προκήρυξης, ελάχιστο ανάστημα (1 μ. και 70 εκ.), άρνηση η οποία εκδηλώθηκε με την υπ’ αρ. 6000/2/677-α΄/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Βραχατίου Κορινθίας περί επιστροφής στην εφεσίβλητη των υπ’ αυτής υποβληθέντων δικαιολογητικών συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό, β) η υπ’ αρ. 253.4/94769/Β6/31-8-2007 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων περί κυρώσεως των πινάκων εισαγομένων και επιλαχόντων (Σύστημα Ενιαίου Απολυτηρίου) σε ποσοστό 90% με εξετάσεις στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008, κατά το μέρος αυτής, κατά το οποίο δεν περιελήφθη σε αυτούς η αιτούσα-εφεσίβλητη, και γ) η υπ’ αρ. 6000/2/1930-ρο/25-9-2007 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, βάσει της οποίας καλούνται προς φοίτηση στην ως άνω Σχολή επιτυχόντες και επιλαχόντες υποψήφιοι Γενικής Σειράς και Ειδικών Κατηγοριών του ν. 1481/1984, επίσης καθ’ ο μέρος παρελείφθη δι’ αυτής η εν λόγω υποψήφια.

3. Επειδή, η υπόθεση συζητείται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος κατόπιν παραπομπής με την υπ’ αριθμ. 18/2014 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως.

4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 3. …». Εξ άλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6-4-2011 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής: «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών».

Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι «αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος».

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζονται τα εξής: « 1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». 

5. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος θεσπίζει, μεταξύ άλλων, και την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, υποχρεώνει τον νομοθέτη, κοινό ή κανονιστικό, αλλά και τα λοιπά όργανα του Κράτους, όταν διαπιστώνουν ότι εις βάρος ενός φύλου έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις, ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, να καταλήγει σε μία κατ’ επίφαση μόνο ισότητα, ενώ ουσιαστικά παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση υπέρ του ενός μόνο φύλου, να θεσπίζουν υπέρ του υποαντιπροσωπευόμενου φύλου και ιδίως των γυναικών θετικά μέτρα, που είναι πρόσφορα και αναγκαία για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες, μέχρις ότου εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα μεταξύ των φύλων στη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την πρόσβαση σε αυτή. Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης, με σκοπό την αποκατάσταση μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, θέλησε να θεσπίσει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών και, γενικότερα, να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και πρόσβασής τους στα διάφορα επαγγέλματα και, συνεπώς, αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των φύλων. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την ως άνω αρχή της ισότητας των φύλων. Μια απόλυτη απαγόρευση θα έπρεπε να ορίζεται ρητά ή τουλάχιστον να συνάγεται σαφώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις. Ενόψει των ανωτέρω, αποκλίσεις από την αρχή αυτή, εκτός από την περίπτωση των θετικών μέτρων, είναι, κατ’ εξαίρεση, συνταγματικά θεμιτές μόνον εφόσον προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει από τον νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αποκλίσεις αυτές θεσπίστηκαν με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι εισαγόμενες αποκλίσεις δικαιολογούνται πλήρως από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (ΣΕ 1986/2005 Ολομ., 3018/2014 Ολομ. κ.ά.)

6. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 2226/1994 «εισαγωγική εκπαίδευση και μετεκπαίδευση στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και στο Τμήμα Ανθυποπυραγών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 122), όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), ορίζονται τα εξής: «1. Η εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων και στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται με το σύστημα των γενικών εξετάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 1351/1983 (ΦΕΚ 56 Α΄) …, όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα και ισχύουν κάθε φορά και με τις ειδικότερες ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες παραγράφους του παρόντος άρθρου. 2.α. Ο αριθμός των εισαγομένων σε υφιστάμενες κατά το χρόνο αποφοίτησής τους κενές θέσεις σε καθεμιά από τις παραπάνω Σχολές καθορίζεται κατ’ έτος με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με βάση τις ανάγκες κάθε φορά της Ελληνικής Αστυνομίας. Το ποσοστό των εισαγόμενων στις Αστυνομικές Σχολές γυναικών καθορίζεται σε 15% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στον αριθμό του αστυνομικού προσωπικού που ασκεί δραστηριότητες διοικητικής υποστήριξης, διαβατηριακού ελέγχου, τροχαίας, εφαρμογής τουριστικών και αγορανομικών διατάξεων και ορισμένες ανακριτικές δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων ο παράγων φύλο δεν ασκεί επιρροή, ενώ το λοιπό αστυνομικό προσωπικό, λόγω της φύσης της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτελεί, κάτω από δυσμενείς τοπικές και χρονικές συνθήκες, δραστηριότητες που αφορούν στην αντιμετώπιση πράξεων βίας, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στη δίωξη και σύλληψη επικίνδυνων κακοποιών, στην εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών, στη φύλαξη και μεταγωγή ανδρών κρατουμένων, στην προστασία υψηλών προσώπων, στη δίωξη ζωοκλοπής, στην επαναπροώθηση λαθρομεταναστών και σε ορισμένες τεχνικές εφαρμογές, οι οποίες για την άσκησή τους απαιτούν αυξημένο επίπεδο μυϊκής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής, κριτήρια τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διαθέτουν, λόγω βιολογικών ιδιαιτεροτήτων, οι άνδρες. … Από τον αριθμό των εισακτέων που καθορίζεται για τη Σχολή Αξιωματικών, ποσοστό 50% προέρχεται υποχρεωτικά, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, από Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες, που εισάγονται στο Γ΄ εξάμηνο. Το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται κατά 5% κατ’ έτος και μέχρι να φθάσει τελικά στο 20%. β. … ε. … 3. … 4. Οι υποψήφιοι για τις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας πρέπει να έχουν τα προβλεπόμενα προσόντα, που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου και τους οικείους κανονισμούς. 5. Οι υποψήφιοι ιδιώτες υποβάλλονται επιπλέον σε “προκαταρκτικές εξετάσεις” (αθλητικές, υγειονομικές και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες) … Στις εξετάσεις αυτές ο υποψήφιος πρέπει να κριθεί ικανός κατά το έτος υποβολής της υποψηφιότητας για να έχει δικαίωμα συμμετοχής στην επιλογή. … 6. … 7. …». Με την υπ’ αριθμ. 1917/1998 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 2226/1994, «κατά το μέρος που θεσπίζουν ποσοτικούς περιορισμούς, υπό τη μορφή των ποσοστώσεων, στην είσοδο των γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς να λάβουν υπόψη και να εκτιμήσουν συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, συναρτώμενα με την ύπαρξη αποχρώντων λόγων, που θα δικαιολογούσαν τις διακρίσεις αυτές σε βάρος των γυναικών, παραβιάζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκησή τους και είναι για το λόγο αυτό ανίσχυρες». Ακολούθως, με το άρθρο 20 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) ορίσθηκε ότι: «Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2226/1994 …, όπως τροποποιήθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999 …, αντικαθίστανται ως εξής : «Στις εν λόγω Σχολές εισάγονται άνδρες και γυναίκες. Τα προσόντα των υποψηφίων και οι προκαταρκτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται, είναι κοινές και για τα δύο φύλα». Με την ως άνω διάταξη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του του ν. 3103/2003, «επιχειρείται η κατάργηση των ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και η θεσμοθέτηση ενιαίων κριτηρίων (σωματικών προσόντων και αθλητικών, υγειονομικών και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών) εισαγωγής των υποψήφιων (ανδρών και γυναικών) στις εν λόγω Σχολές».

7. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 11 παρ. 1 εδ. στ΄ και η΄ και 53 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 149), και του άρθρου 1 παρ. 4 και 5 του ν. 2226/1994, εκδόθηκε το π.δ. 4/1995 «προσόντα ιδιωτών υποψηφίων αξιωματικών και αστυφυλάκων» (Α΄ 1), το οποίο ορίζει στο άρθρο 2 τα εξής: «1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει να έχουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να μην υπερβαίνουν το 26ο έτος της ηλικίας τους κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των εξετάσεων. β. Να είναι κάτοχοι τίτλου σπουδών που τους επιτρέπει τη συμμετοχή σε εξετάσεις για την εισαγωγή στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας. γ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση, διαπιστούμενη από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή κατάταξης σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τη σωματική ικανότητα υποψήφιων των Σχολών Στρατού Ξηράς. δ. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. ε. … στ. Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. οι άνδρες και 1,65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0,83 μ.». Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003 (Α΄ 82) η περίπτωση στ΄ αντικαταστάθηκε ως εξής: «Να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα». Στο άρθρο 4 του αυτού π.δ. 4/1995 ορίζεται ότι «1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι υποβάλλουν αυτοπροσώπως στα Αστυνομικά Τμήματα του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους τα δικαιολογητικά του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, μέσα στις προθεσμίες που ορίζει η προκήρυξη. 2. Το Αστυνομικό Τμήμα που δέχεται τα δικαιολογητικά : α. … β. Μετράει το ανάστημα κάθε υποψηφίου και συντάσσει σχετική βεβαίωση που επισυνάπτει στα δικαιολογητικά. γ. Επιστρέφει, χωρίς άλλη διατύπωση, τα δικαιολογητικά στους υποψήφιους, που δεν έχουν το απαιτούμενο ανάστημα ή το όριο ηλικίας, πλην αυτών που συνέταξε η Υπηρεσία. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως του υποψηφίου, το Αστυνομικό Τμήμα διαβιβάζει στις Υπηρεσίες του εδαφίου δ΄ του παρόντος άρθρου τα δικαιολογητικά, μαζί με τη βεβαίωση που συνέταξε για το ανάστημα του υποψηφίου. Οι Υπηρεσίες αποφαίνονται με πράξη τους οριστικώς επί της αμφισβητήσεως. δ. Υποβάλλει τα ανωτέρω δικαιολογητικά στην προϊσταμένη Αστυνομική Διεύθυνση ή Διεύθυνση Αστυνομίας». 

8. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη και τα στοιχεία του φακέλου, με την 6000/2/1930-νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ προκηρύχθηκε διαγωνισμός, κατά τις διατάξεις του π.δ. 4/1995, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του π.δ. 90/2003, για την κατάταξη σπουδαστών στις Αστυνομικές Σχολές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008. Σύμφωνα με τον όρο ΙΙ 6 της ως άνω προκήρυξης, που επανελάμβανε αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. στ΄ του π.δ. 4/1995, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, οι υποψήφιοι (άνδρες και γυναίκες) έπρεπε να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα. Η ήδη εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στις προκαταρκτικές εξετάσεις της Σχολής Αστυφυλάκων, πλην τα δικαιολογητικά της τής επεστράφησαν με την υπ’ αρ. 6000/2/677-α΄/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Βραχατίου Κορινθίας επειδή δεν είχε το κατά τις ως άνω διατάξεις απαιτούμενο ελάχιστο ανάστημα του 1,70 μ. (αλλά 1,68 μ.). Αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσης κατά των αναφερομένων στην δεύτερη σκέψη πράξεων, κατά το μέρος αυτών με το οποίο εκδηλώθηκε ο αποκλεισμός της από την προβλεπόμενη για την εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων κατά το έτος 2007-2008 διαγωνιστική διαδικασία, έγινε δεκτή με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ. 90/2003 και της προκήρυξης, που καθιερώνουν ενιαίο ελάχιστο ύψος 1,70 μ. ως υποχρεωτικό προσόν για την εισαγωγή, αδιακρίτως, ανδρών και γυναικών υποψηφίων στις αστυνομικές σχολές, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες.

 

9. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση το Δημόσιο προβάλλει ότι η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, διότι η καθιέρωση, με τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003, ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους σπουδαστές των αστυνομικών σχολών δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει την ίση πρόσβαση όλων, ανδρών και γυναικών, στις δημόσιες υπηρεσίες με βάση τα ίδια προσόντα και μέσω των αυτών δοκιμασιών, αποτελεί δε (το εν λόγω προσόν) προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι όλοι οι σπουδαστές, ανεξαρτήτως φύλου, θα κληθούν στη συνέχεια να ανταποκριθούν στα ίδια επαγγελματικά καθήκοντα -αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις, προστασία υψηλών προσώπων, επαναπροώθηση λαθρομεταναστών κ.ά.-, η άσκηση των οποίων απαιτεί αυξημένο επίπεδο φυσικής και μυϊκής δύναμης, ταχύτητα, αντοχή και, επομένως, και ιδιαίτερα σωματικά προσόντα, μεταξύ δε αυτών, κατά την κοινή πείρα, περιλαμβάνεται και το ικανό ανάστημα. Η εφεσίβλητη προβάλλει, αντιθέτως, με το υπόμνημά της ότι, κατά τα ορθώς κριθέντα με την εκκαλουμένη απόφαση, η καθιέρωση ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους των αστυνομικών σχολών συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία παραβιάζει αφενός τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, αφετέρου τις διατάξεις του άρθρου 2 της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ. Τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το μέσο ανάστημα ανδρών και γυναικών διαφέρει άνω των 12 εκατοστών, σύμφωνα δε με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες το μέσο ύψος των Ελλήνων ανδρών ηλικίας 18 ετών είναι 1,77 μ., ενώ των γυναικών αντίστοιχης ηλικίας 1,63 μ. και, επομένως, η θέσπιση ενιαίου ελαχίστου ύψους, και μάλιστα σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο (1,70 μ.), στερεί, κατ’ αποτέλεσμα, τη δυνατότητα πρόσβασης στις αστυνομικές σχολές από τις γυναίκες σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από το αντίστοιχο αποκλειόμενο, για τον ίδιο λόγο, ποσοστό ανδρών, δεδομένου ότι μόλις το 19% του γυναικείου πληθυσμού ηλικίας 18-24 ετών πληροί την εν λόγω προϋπόθεση, σε αντίθεση με τον ανδρικό πληθυσμό αντίστοιχης ηλικίας, που έχει το εν λόγω ελάχιστο απαιτούμενο ύψος σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό. Η εφεσίβλητη υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το Δημόσιο οφείλει να αποδείξει ότι η θέσπιση του ως άνω ενιαίου ελαχίστου αναστήματος ως απαραίτητου προσόντος για την εισαγωγή στις αστυνομικές σχολές δικαιολογείται από την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και τις ειδικές συνθήκες άσκησης των καθηκόντων του προσωπικού αυτής, καθώς και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος συντρέχει περίπτωση υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

10. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ. 2 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ C321E της 29.12.2006, σ. 37 επ.) [νυν άρθρα 2 και 3 παρ. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)], αλλά και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης. Οι ανωτέρω διατάξεις ανακηρύσσουν την ισότητα ανδρών και γυναικών ως «καθήκον» και «στόχο» της Ένωσης και επιβάλλουν θετική υποχρέωση προαγωγής της στο πλαίσιο όλων των δραστηριοτήτων αυτής. Με την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ «περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (ΕΕ L 39 της 14-2-1976, σελ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2002/73/ΕΚ (ΕΕ L 269 της 5-10-2002, σελ. 15), ορίσθηκε στο μεν άρθρο 2 ότι «1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα … 2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: – “άμεση διάκριση”: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση, – “έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία, … 3. … 6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και την κατάρτιση με σκοπό την απασχόληση, ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σχετικό με το φύλο δεν συνιστά διάκριση όταν, ως εκ της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή λόγω του πλαισίου στο οποίο ασκούνται, το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί πραγματική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι νόμιμος και η προϋπόθεση ανάλογη. 7. … 8. …», στο δε άρθρο 3 ότι «1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά: α) τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση … ή την επαγγελματική ζωή, περιλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ασχέτως του κλάδου δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, … β) την πρόσβαση σε όλους τους τύπους και τα επίπεδα … επαγγελματικής κατάρτισης, … γ) … δ) … 2. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι: α) οι νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καταργούνται … β) … ». Η Οδηγία 2002/73/ΕΚ μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 3488/2006 «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 191), με το άρθρο 20 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε ότι «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων … εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου». H Οδηγία 76/207/ΕΟΚ καταργήθηκε στη συνέχεια, από 15-7-2009, με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ «για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)» (ΕΕ L 204 της 26-7-2006, σελ. 23), με την οποία οι διατάξεις της πρώτης αντικαταστάθηκαν με νεώτερες αντίστοιχου κατά βάση περιεχομένου. Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 3896/2010 «Εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – Εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ …» (Α΄ 207). 

11. Επειδή, όπως έχει κριθεί, με τις ανωτέρω, αμέσου εφαρμογής, διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω φύλου, άμεση ή έμμεση, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Από το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω Οδηγιών δεν εξαιρούνται τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη – μέλη σχετικά με την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και τις συνθήκες εργασίας στις ένοπλες δυνάμεις (ή άλλα στρατιωτικώς οργανωμένα σώματα), με σκοπό τη διασφάλιση του αξιόμαχου αυτών χάριν της δημόσιας ασφάλειας, εξωτερικής και εσωτερικής (C-273/97 Sirdar), η δε υιοθέτηση παρεκκλίσεων από την ως άνω αρχή είναι επιτρεπτή μόνον σε ειδικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις απειλής κατά της δημόσιας ασφάλειας, τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλει τέτοιου είδους παρεκκλίσεις να μην βαίνουν πέραν του καταλλήλου και αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού μετρου (C-222/84 Johnston, C-273/97 Sirdar, C-285/98 Kreil). Εξάλλου, έμμεση διάκριση λόγω φύλου υφίσταται σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η θέσπιση ενός κριτηρίου ή προσόντος, καίτοι διατυπωμένη κατά τρόπο ουδέτερο, περιάγει στην πραγματικότητα σε μειονεκτική θέση πολύ μεγαλύτερο ποσοστό -ή καταλήγει σε παντελή αποκλεισμό- των εκπροσώπων του ενός φύλου, όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης σε επαγγελματική εκπαίδευση και απασχόληση, την επαγγελματική προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (C-100/95 Kording, C-243/95 Hill, C-187/00 Kutz-Bauer, C-196/02 Νικολούδη κατά ΟΤΕ).

12. Επειδή, στην παρούσα υπόθεση, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον οι εφαρμοστέες διατάξεις του π.δ. 90/2003, με τις οποίες θεσπίζεται, ως απαραίτητο προσόν για την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και, μέσω αυτής, στην απασχόληση στην Ελληνική Αστυνομία, ενιαίο, για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους, ελάχιστο ανάστημα 1,70 μ., αντιβαίνουν στις διατάξεις των ως άνω Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ ως ενέχουσες έμμεση διάκριση λόγω φύλου, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, σύμφωνα με το υπόμνημα της εφεσίβλητης και τα υπ’ αυτής προσκομισθέντα στοιχεία επιστημονικών ερευνών, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι γυναίκες υποψήφιοι πληρούν την εν λόγω απαίτηση σε συντριπτικά μικρότερο ποσοστό από τους άνδρες υποψηφίους. Ενόψει του ότι το εν λόγω ζήτημα δεν έχει διευκρινισθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει αναγκαίο να υποβάλει στο εν λόγω Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 4/1995 και ορίζεται ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει, μεταξύ άλλων προσόντων, «να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70 μ.», είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ, οι οποίες απαγορεύουν κάθε έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας στον δημόσιο τομέα (εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, δεν βαίνει δε πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρου);».

Δ ι ά τ α ύ τ α

Διατυπώνει προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 4/1995 και ορίζεται ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει, μεταξύ άλλων προσόντων, «να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70μ.», είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ, οι οποίες απαγορεύουν κάθε έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας στον δημόσιο τομέα (εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, δεν βαίνει δε πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρου);».

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως, μέχρις ότου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφανθεί επί του ως άνω ερωτήματος. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2014 και στις 30 Μαρτίου 2015 

Η Πρόεδρος του Γ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Γ´ Τμήματος

Αικ. ΣυγγούναΔ. Τετράδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Ιουνίου 2016.

Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας του Γ´ Τμήματος

Αικ. ΣακελλαροπούλουΔ. Τετράδη

./.

Επιστροφή

Τέλος φόρμας