ΣτΕ 1470/2016, Ολομ., Επαγγελματική ελευθερία και κοινωνικός περιορισμός υπερ αγωνιστών εθνικής αντίστασης, Ισότητα, αντισυνταγματικός Ν 2643/98 διότι υποχρεώνει πρόσληψη οχι παθόντος αγωνιστή αλλά απλώς αγωνιστή σε επιχείρηση, contra ΑΠ παραπ. σε ΑΕΔ

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

  1. 1.Αντιμετώπιση θεμάτων περιορισμών επαγγελματικής ελευθερίας.

ΙΣΟΤΗΤΑ + ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ+ ΕΙΔΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.

4§1 +5§1 + 21§2 Σ.

Άρθρο 4 § 1Σ.

ΙΣΟΤΗΤΑ :  Το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση.

ΠΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ;

  • είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια .
  • είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης,
  • είτε την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων
  • είτε  την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό  διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (βλ. αντί πολλών ΣτΕ 986/2014 Ολομ.).

Άρθρο 5 §1 Σ. Επαγγελματική ελευθερία και περιορισμοί.

Το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος προστατεύει μεν την οικονομική ελευθερία, δεν αποκλείει όμως τη θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη περιορισμών της ελευθερίας αυτής που δικαιολογούνται :

  1. Από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος (ΣτΕ 1980/2000, 4776/1998), λαμβανομένης υπόψη και της παραγράφου 2 του άρθρου 106 του Συντάγματος, η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της εθνικής οικονομίας (ΣτΕ 1094/1987 Ολομ.).

 Από  το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος δυνάμει του οποίο λαμβάνεται πρόνοια για τις πολύτεκνες οικογένειες, τους ανάπηρους πολέμου και ειρηνικής περιόδου, τα θύματα πολέμου, τις χήρες και τα ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και για όσους πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο και παρέχεται υπόδειξη προς τον κοινό νομοθέτη για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων φροντίδας (ΣτΕ 2822/1992, 2778/1991 ΣτΕ 3675/1996). Όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, οι οποίες έχουν κατευθυντήριο χαρακτήρα, αφήνουν στον νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει κατά την εκτίμησή του το είδος και την έκταση της ειδικής αυτής φροντίδας (ΣτΕ 986/2014 Ολομ., 2738/2010, 1141/1999 επταμ., 2100/1998 επταμ.). Η σχετική εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια με βάση την αρχή της αναλογικότητας, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας (ΣτΕ 986/2014 Ολομ., 2738/2010, 2822/1992, 2778/1991) σε συνδυασμό με την προστασία της οικονομικής ελευθερίας υπο την έννοια ότι δεν υπερακοντίζει τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη ή εισάγει προνόμια που δεν δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού ή παραβιάζει την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των σκοπών της αρχής της ισότητας και της ελευθερίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας αφενός, και της ανάγκης προστασίας των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης αφετέρου

Η λαμβανόμενη κατά τα ανωτέρω μέριμνα, που σκοπό έχει να αντισταθμίσει την εξ ορισμού μειονεκτική θέση, στην οποία περιήλθαν ή ευρίσκονται τα πρόσωπα αυτά στο πλαίσιο της συνεισφοράς τους προς την πατρίδα, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποσκοπεί μόνον στην κάλυψη οικονομικών, εν στενή εννοία, αναγκών τους, αλλά και στην παροχή διευκολύνσεων, προκειμένου να αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν, ως προς αυτούς, η ισότητα ευκαιριών.

 

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ ΤΟΥΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΝΟΜΟ 2643/1998

Αριθμός 1470/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Κουσούλης, Αντ. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Β. Κίντζιου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Χρ. Λιάκουρας, Ε. Σκούρα, Ελ. Μουργιά, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Φ. Ντζίμας, καθώς και η Πάρεδρος Ε. Σκούρα, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε με την 2825/2014 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010), σχετικά με την από 1η Δεκεμβρίου 2005 προσφυγή:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ROBERT BOSCH Ανώνυμη Εταιρία», που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής (Κηφισού 162), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Δήμο – Δημήτριο Παπαναστασίου (Α.Μ. 19888), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Πασαμιχάλη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 16 Ιουνίου 2015 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή η προσφεύγουσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 261/2005 απόφαση της Α΄ Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του ν. 2643/1998 του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά της 515/24.6.2004 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 9 του ίδιου ν. 2643/1998 της Περιφερειακής Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Δ. νομού Αττικής και κάθε άλλη σχετική πράξη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Κ. Κουσούλη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της προσφεύγουσας εταιρείας, ο οποίος τοποθετούμενος επί του προδικαστικού ερωτήματος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία διατύπωσε την άποψή της επί του ερωτήματος και των λόγων προσφυγής και ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 2825/2015 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, επιληφθέντος κατόπιν της 19355/2009 παραπεμπτικής αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, υποβλήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, προδικαστικό ερώτημα, στο πλαίσιο δίκης επί προσφυγής της Α.Ε. «ROBERT BOSCH ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ» υπό τον διακριτικό τίτλο «ROBERT BOSCH S.A.» κατά της 261/5.9.2005 αποφάσεως της Α΄ Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του ν. 2643/1998 του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ήδη Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης). Με την πράξη αυτή απορρίφθηκε ενδικοφανής προσφυγή της εταιρείας κατά της 515/24.6.2004 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής (άρθρου 9 ν. 2643/1998) της Περιφερειακής Διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Δ. νομού Αττικής, με την οποία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου, είχε τοποθετηθεί αναγκαστικώς υπάλληλος στην ανωτέρω εταιρεία, ως τέκνο αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης.

2. Επειδή, η παρούσα υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομελείας με την από 16.6.2015 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρo 14 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ. 18/1989, λόγω σπουδαιότητος.

3. Επειδή, έχουν διενεργηθεί νομίμως οι κατά νόμο (άρθρο 1 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο και άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010) δημοσιεύσεις.

4. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (Α 213), εισήχθη ο θεσμός της «δίκης – πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, όπως ισχύουν, η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από τακτικό διοικητικό δικαστήριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας για «ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος» προϋποθέτει ότι το διοικητικό δικαστήριο, ως αρμόδιο κατ’ αρχήν επί της συγκεκριμένης διαφοράς, έχει ασκήσει πράγματι την αρμοδιότητά του και έχει διαγνώσει ότι η επίλυση του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Περαιτέρω, ο χαρακτήρας του ζητήματος ως «γενικοτέρου ενδιαφέροντος» πρέπει να αναδεικνύεται με την απαραίτητη σαφήνεια, έτσι ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά, σύμφωνα με το σκοπό της, την αντίστοιχη δική του αρμοδιότητα ελέγχοντας ευχερώς ποιά από τα ζητήματα που του παραπέμπονται παρουσιάζουν πραγματικά γενικότερο ενδιαφέρον και συμβάλλοντας, με την επίκαιρη επίλυσή τους, στην ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου. Συνεπώς, το τακτικό διοικητικό δικαστήριο που υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα πρέπει, στην απόφαση του, αφ’ ενός μεν να παραθέτει και να τεκμηριώνει τους λόγους, για τους οποίους το ζήτημα ή τα ζητήματα που ανέκυψαν στην αχθείσα ενώπιόν του διαφορά και αποτελούν το αντικείμενο του ερωτήματος είναι, όπως ορίζει ο νόμος, «γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων», αφ’ ετέρου δε να αναδεικνύει επαρκώς, με την παράθεση των -νομίμως αποδειχθέντων- πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως καθώς και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου ότι το ζήτημα, για το οποίο υποβάλλεται το ερώτημα, ανακύπτει πράγματι στην ενώπιόν του διαφορά, δηλαδή ότι είναι κρίσιμο και λυσιτελές για την επίλυσή της (ΣτΕ Ολομ. 1841-3/2013), χωρίς να απαιτείται να λαμβάνει, και μάλιστα αιτιολογημένα, θέση επί του νομικού ζητήματος που τίθεται με αυτό, αν και κάτι τέτοιο είναι σκόπιμο, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης (ΣτΕ 2182/2015 επταμ., 761, 2282/2014 επταμ.). Το Συμβούλιο της Επικρατείας, επιλαμβανόμενο προδικαστικού ερωτήματος, δεν υποκαθίσταται στην κρίση του κατ’ αρχήν αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου και δεν αποφαίνεται πρωτογενώς για την φύση του ζητήματος για το οποίο υποβάλλεται το προδικαστικό ερώτημα ως «γενικοτέρου ενδιαφέροντος», πλην προδήλων περιπτώσεων, ούτε και για την λυσιτέλεια του διατυπωθέντος προδικαστικού ερωτήματος, αλλά, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, απέχει της απαντήσεως στο υποβληθέν ερώτημα (ΣτΕ Ολομ. 1841-3/2013).

5. Επειδή, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς με την προαναφερθείσα απόφασή του υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, το (προδικαστικό) ερώτημα «εάν η παρεχόμενη από το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος προστασία καταλαμβάνει και τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, χωρίς άλλη περαιτέρω προϋπόθεση και, συγκεκριμένα, αναπηρία ή ανικανότητα αυτών οποιασδήποτε μορφής, καθώς και τα τέκνα αυτών, ώστε εξ αυτού του λόγου να δικαιολογείται η υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 2643/1998, που εκδόθηκε προς υλοποίηση των επιταγών της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης. Περαιτέρω, και σε συνάρτηση προς την προηγούμενη διατυπούμενη κρίση, εάν η προνομιακή αντιμετώπιση των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, που δεν κατέστησαν ανάπηροι ή ανίκανοι λόγω της δράσης τους, και των τέκνων αυτών, που τους επεφύλαξε η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. α΄ του ν. 2643/1998, αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας καθώς και στην προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία» [ενόψει και του ότι κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του προγενέστερου ν. 1648/1986 «Στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται: α) … και όσοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την έννοια του ν. 1285/1982 (ΦΕΚ 115), εφόσον κατέστησαν ανάπηροι ή κατέστησαν ανίκανοι από τις κακουχίες της στράτευσης ή τραυματίστηκαν, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της υπηρεσίας τους, καθώς και τα τέκνα των αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης … β) …»]. Προκειμένης της υποβολής του εν λόγω προδικαστικού ερωτήματος (δηλ. ως προς το χαρακτήρα του τιθεμένου ως άνω ζητήματος συνταγματικότητας ως «γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων») το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι α) «η υπαγωγή [των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των τέκνων αυτών, ανεξαρτήτως άλλης προϋποθέσεως (αναπηρίας, ανικανότητας κ.λπ.),] στην προστασία που επιφυλάσσει το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος επάγεται συνέπειες τόσο για τη συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων όσο και για τα λοιπά προστατευόμενα άτομα, τα οποία θα μπορούσαν, ενδεχομένως, σε περίπτωση αποκλεισμού των προηγούμενων από τις προστατευτικές ρυθμίσεις του νόμου, να διεκδικήσουν τις αντίστοιχες θέσεις εργασίας», και β) ενόψει της κρίσης του Αρείου Πάγου ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις, με τις οποίες υλοποιούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν αντίκεινται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (βλ. ΑΠ 1643/2012), «η διατύπωση τυχόν αντίθετης άποψης του Συμβουλίου της Επικρατείας σε ανάλογη υπόθεση, η οποία, ενδεχομένως, καταλήξει στην παραπομπή του θέματος στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, αναμένεται να προκαλέσει σημαντικό αριθμό αντίστοιχων διαφορών». Περαιτέρω, έκρινε ότι «η επίλυση του ως άνω ζητήματος είναι αναγκαία για την διάγνωση της ένδικης διαφοράς και αποτελεί πρόκριμα για τη διερεύνηση από το Δικαστήριο των λοιπών προβαλλόμενων με την προσφυγή λόγων, η εξέταση των οποίων θα αποβεί αλυσιτελής, εάν κριθεί ότι η παρεχόμενη από το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος προστασία δεν καταλαμβάνει τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, που δεν έχουν υποστεί αναπηρία από τη δράση τους, και τα τέκνα αυτών, και ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. α΄ του ν. 2643/1998 αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος».

ΚΑΘΥΛΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΣ ΔΙΟΙΚ. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ Α. 7 Ν702/77

6. Επειδή, με την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογία, παραδεκτώς, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην σκέψη 4, υπεβλήθη το συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο της ανωτέρω υποθέσεως. Εξ άλλου η υπόθεση, ως αφορώσα την κατ’ άρθρο 1 ν. 2643/1998 (Α΄ 220) επαγγελματική αποκατάσταση αγωνιστών εθνικής αντιστάσεως και των τέκνων τους με την αναγκαστική τοποθέτησή τους σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εμπίπτει στις κατηγορίες διαφορών που μνημονεύονται στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268) και, επομένως, υπάγεται στην αρμοδιότητα του δικάσαντος Διοικητικού Πρωτοδικείου.

7. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Oι Έλληνες και οι Eλληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, «Kαθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Xώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος «Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Kράτος».

8. Επειδή, ήδη με τις διατάξεις του α.ν. της 10/13 Οκτωβρίου 1925 «περί υποχρεωτικής προσλήψεως εφέδρων ως υπαλλήλων ιδιωτικών επιχειρήσεων» (Α΄ 301) επιβλήθηκε στις ανώνυμες εταιρείες με προσωπικό άνω των δέκα ατόμων να προσλαμβάνουν αναγκαστικά διατελέσαντες εφέδρους αξιωματικούς και οπλίτες. Διατάξεις περί υποχρεωτικών προσλήψεων παλαιών πολεμιστών (τραυματιών πολέμου, αναπήρων, εφέδρων πολεμιστών, νοσοκόμων στρατιωτικών νοσοκομείων κ.λπ.) στις δημόσιες υπηρεσίες και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου περιελήφθησαν και στον α.ν. 28/31 Οκτωβρίου 1935 «περί προστασίας εφέδρων παλαιών πολεµιστών» (Α΄ 507). Με το ν.δ. 1040/1942 «Περί μέτρων προστασίας των αναπήρων πολέμου οπλιτών εν γένει» (Α΄ 33) προβλέφθηκε η υποχρεωτική πρόσληψη αναπήρων πολέμου σε δημόσιες και κοινοτικές υπηρεσίες, οργανισμούς δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και σε κάθε φύσεως ιδιωτικές επιχειρήσεις (άρθρο 10, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. δ/τος 1799/1942, Α΄ 245). Ανάλογη προστασία θεσπίστηκε με το ν. 751/1948 (Α΄ 201). Ακολούθως στο άρθρο 30 του α.ν. 1324/1949 (Α΄ 326), όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1043/1980 (Α΄ 87), ορίσθηκε ότι: «1. … αι δημόσιαι υπηρεσίαι, οι Δήμοι και Κοινότητες, τα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα δημοσίου δικαίου, αι Τράπεζαι, τα νοσηλευτικά εν γένει ιδρύματα και αι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, ως και τοιαύται ασκούσαι εκμετάλλευσιν κατά παραχώρησιν προνομίου υπό της Αρχής, υποχρεούνται όπως συμπληρώνωσι τας κενάς ή κενωθησομένας θέσεις κλητήρων, νυκτοφυλάκων και καθαριστριών δι’ αναπήρων και θυμάτων πολέμου ή τέκνων αυτών ως και αναπήρων ειρηνικής περιόδου του Ν. 1370/1944 … 2. Εις κενάς ή κενωθησομένας θέσεις επιστατών ή επιστατριών Σχολείων και πάσης φύσεως εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Δημοσίων, Δημοτικών, Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου προσλαμβάνονται υποχρεωτικώς ανάπηροι ή θύματα πολέμου… 3. Εις κενάς ή κενουμένας θέσεις θυρωρών πολυκατοικιών προσλαμβάνονται υποχρεωτικώς ανάπηροι ή θύματα πολέμου της απολύτου εκλογής του ιδιοκτήτου. 4. …». Στη συνέχεια στον α.ν. 1836/1951 (Α΄ 164) [καταργήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1648/1986] ορίσθηκε ότι: «1. Από της ισχύος του παρόντος Νόμου προστατεύονται, υπαγόμενοι εις τας διατάξεις αυτού, οι από του Οκτωβρίου 1940 και μέχρι λήξεως των γενομένων επιστρατεύσεων … οπωσδήποτε υπηρετήσαντες ή υπηρετούντες εις τας τάξεις των ενόπλων δυνάμεων της χώρας (ξηράς, θαλάσσης, αέρος και χωροφυλακής) και μη προερχόμενοι εκ των μονίμων στελεχών αυτών, εφ’ όσον ανήκουν εις τινά των κάτωθι κατηγοριών: α) ανάπηροι και οι κριθέντες ανίκανοι εκ των κακουχιών της στρατεύσεώς των ασχέτως χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. β) Οι τραυματίαι ή οι προαχθέντες επ’ ανδραγαθία, ασχέτως χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. γ) Οι τιμηθέντες δι’ αριστείου ανδρείας ή πολεμικού σταυρού, εφ’ όσον έχουν 10μηνον τουλάχιστον στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Εις τας ανωτέρω υπ’ εδαφ. α΄, β΄ γ΄ περιπτώσεις υπάγονται και οι υπηρετήσαντες ή υπηρετούντες εις τας οργανώσεις Μ.Α.Υ., Μ.Ε.Α., Μ.Α.Δ., Κ.Ν.Ε.Α. και Τ.Ε.Α. και συνεπεία της υπηρεσίας των καταστάντες ανάπηροι, τραυματίαι ή τιμηθέντες δι’ αριστείου ανδρείας. δ) Το τέκνον,… των αποθανόντων ή αποθνησκόντων εκ των τραυμάτων ή των κακουχιών του πολέμου…, εν οις συμπεριλαμβάνονται και οι υπηρετήσαντες ή υπηρετούντες εις τας κατά το προηγούμενον εδάφιον οργανώσεις. Η παρ’ ενός εκάστου εκ των άνω προσώπων άσκησις του δικαιώματος αποκλείει τους λοιπούς… ε) Οι έχοντες τεσσαράκοντα δύο (42) μηνών συνολικήν πραγματικήν στρατιωτικήν υπηρεσίαν, εξ ων απαραιτήτως πέντε (5) μηνών τοιαύτην εις μάχιμον μονάδα κατά τον πόλεμον 1940-41 ή εν Μέση Ανατολή ή από της απελευθερώσεως της χώρας και εντεύθεν και λαβόντες μέρος εις μάχας ή συγκρούσεις …» (άρθρο 1). «Πάσα επιχείρησις ή εκμετάλλευσις ημεδαπή ή αλλοδαπή οιασδήποτε μορφής ή τύπου ως και αι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις κοινής ωφελείας μη επιχορηγούμεναι υπό του Δημοσίου, έστω και αν αύται έχουν την μορφήν Νομ. Προσώπου Δημ. Δικαίου, εφόσον απασχολούν κατά την έκδοσιν της περί τοποθετήσεως αποφάσεως προσωπικόν πλέον των 15 υποχρεούνται όπως προσλαμβάνωσι δυνάμει του παρόντος Νόμου πολεμιστάς εκ των του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού κατά ποσοστόν 7% (…) του παρ’ εκάστης τούτων απασχολουμένου προσωπικού, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη κενών θέσεων…» (άρθρο 3, όπως η παρ. 1 αυτού είχε τροποποιηθεί με την παρ. 1 άρθρου 4 ν.δ/τος 2657/1953, Α΄ 299). Το άρθρο 1 του α.ν. 1836/1951 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 61/1968 (Α΄ 302) με την προσθήκη και άλλων κατηγοριών προστατευομένων προσώπων, όπως οι πολεμιστές οι προερχόμενοι εκ των μονίμων στελεχών (βλ. παρ. 1 εδ. α΄), οι «υπηρετήσαντες εις τας κατά τον Α.Ν. 971/1949 ανεγνωρισμένας εθνικάς ανταρτικάς ομάδας … ως και οι αγωνισταί μέλη των οργανώσεων εθνικής αντιστάσεως, οίτινες ανεγνωρίσθησαν επισήμως είτε υπό του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής είτε υπό των εν τω εξωτερικώ Ελληνικών Κυβερνήσεων ή των εν Ελλάδι αντιπροσώπων αυτών ή των Γενικών Αρχηγών των Ομάδων Εθνικής Αντιστάσεως, εφόσον πάντες ούτοι συνεπεία της υπηρεσίας των κατέστησαν ανάπηροι ή τραυματίαι ή ετιμήθησαν δι’ αριστείου ανδρείας» (βλ. παρ. 1 περ. γ΄), «το τέκνον, … των εκτελεσθέντων ως και των αποθανόντων ή αποθνησκόντων εκ των τραυμάτων ή των κακουχιών του Πολέμου 1940-1944 …» (βλ. παρ. 1 περ. δ΄). Εξάλλου, με το άρθρο 19 του ν.δ/τος 179/1969 «Περί Εθνικής Αντιστάσεως» (Α΄ 73), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 ν.δ/τος 936/1971 (Α΄ 147), ορίσθηκε ότι: «11. Εις τας ευεργετικάς διατάξεις περί εισαγωγής τέκνων αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου εις σχολάς πάσης φύσεως και βαθμίδας περιλαμβάνονται και τα τέκνα των συνταξιοδοτηθέντων ως αναπήρων και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως. Αι ισχύουσαι υπέρ των πολεμιστών ευεργετικαί διατάξεις αι αφορώσαι εις την καθ’ οιονδήποτε τρόπον πλήρωσιν θέσεως εις δημοσίας, δημοτικάς και κοινοτικάς υπηρεσίας, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, πάσης φύσεως επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής οιασδήποτε μορφής ή τύπου, ως και τα πάσης φύσεως τραπεζικά ή κοινωφελή ιδρύματα, εφαρμόζονται και υπέρ των αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως και των τέκνων αυτών».

9. Επειδή, με το ν. 1285/1982 «Για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού Λαού εναντίον των στρατευμάτων κατοχής 1941-1944» (Α΄ 115) καταργήθηκε το ν.δ. 179/1969 (άρθρο 13 περ. 1 α΄). Όμως, στο άρθρο 5 του π.δ/τος 379/1983 «Επέκταση ευεργετημάτων Α.Ν. 971/1949 σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και λοιπούς δικαιούχους» (Α΄ 136) ορίσθηκε ότι: «Μέλη των Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων και των Εθνικών Οργανώσεων που κατέστησαν ανάπηροι από τραύμα που προξενήθηκε σ’ αυτά κατά την εκτέλεση υπηρεσίας και ένεκα αυτής ή στις φυλακές και στρατόπεδα του κατακτητή ή εξαιτίας νόσου αποτόκου των κακουχιών του ένοπλου αγώνα κατά του κατακτητή ή της διαβιώσεώς τους σε φυλακές και στρατόπεδα καθώς και οι οικογένειες εκείνων από αυτά που πέθαναν ή εκτελέστηκαν ή υπήρξαν θύματα αντιποίνων των κατακτητών απολαμβάνουν κάθε δικαιώματος και ευεργετήματος που απολαμβάνουν τα θύματα και οι ανάπηροι του πολέμου 1940 – 41…».

10. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 1648/1986 «Προστασία πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων» (Α΄ 147) ορίσθηκαν τα εξής: «1. Στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται: α) Όσοι υπηρέτησαν με οποιαδήποτε ιδιότητα στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1940 έως 31 Δεκεμβρίου 1950 … και όσοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση … εφόσον κατέστησαν ανάπηροι ή κατέστησαν ανίκανοι από τις κακουχίες της στράτευσης ή τραυματίστηκαν, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της υπηρεσίας τους, καθώς και τα τέκνα των αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης ή θανόντων αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης. β) Όσοι έχουν 24 μήνες τουλάχιστον συνολική πραγματική στρατιωτική υπηρεσία, από την οποία απαραιτήτως 5 μήνες τουλάχιστο σε μάχιμη μονάδα κατά τον πόλεμο 1940-1941 και στη Μέση Ανατολή και έλαβαν μέρος σε μάχες ή ένοπλες συγκρούσεις. γ) Τα μέλη των αντάρτικων ομάδων που έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την έννοια του ν. 1285/1982, εφόσον έχουν 12μηνη τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στις ομάδες αυτές, … δ) Τα τέκνα ή η σύζυγος ή η χήρα μητέρα προσώπων που εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή κακουχίες στη χρονική περίοδο 1940-50 …, εφόσον υπηρετούσαν με οποιαδήποτε ιδιότητα στις Ένοπλες Δυνάμεις ή στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και προσώπων που εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τραύματα ή κακουχίες συνεπεία της συμμετοχής τους στην Εθνική Αντίσταση… 3. Η άσκηση του δικαιώματος προστασίας από έναν από τους δικαιούχους της περιπτώσεως (δ) αποκλείει τους υπολοίπους. 4…». Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. (όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2224/1994, Α΄ 112) Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις κοινής ωφέλειας, όπως προσδιορίζονται στις περιπτώσεις (γ) και (ε) της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α΄), καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες, εφόσον απασχολούν κατά την έκδοση της απόφασης για την τοποθέτηση προσωπικό πάνω από 50 άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν πρόσωπα που προστατεύονται από το προηγούμενο άρθρο, σε ποσοστό συνολικά 8%, κατανεμόμενο από τις αποφάσεις τοποθέτησης κατά κατηγορία ως εξής : α) από πολύτεκνους (γονείς και τέκνα) σε ποσοστό 2%, β) από άτομα ειδικών αναγκών 2%, γ) από παιδιά αναπήρων πολέμου, αναπήρων ειρηνικής περιόδου και αναπήρων πολέμου αμάχου πληθυσμού 1%, δ) από αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και τ[α] τέκν[α] τους 1%, ε) … Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν καθόλου προστατευόμενοι καθεμιάς εκ των άνω κατηγοριών, …, το ποσοστό τους μεταφέρεται στην επόμενη κατηγορία. 5. Ο αρμόδιος νομάρχης με απόφασή του, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 8, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους. … 6. Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, οι τράπεζες και οι λοιποί φορείς του δημόσιου τομέα κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, εκτός από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα ν.π.δ.δ. και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), υποχρεούνται να συμπληρώνουν: α) … β) Τις κενές θέσεις κλητήρων, νυχτοφυλάκων, καθαριστών – καθαριστριών, θυρωρών, κηπουρών και τραπεζοκόμων με θύματα πολέμου, αναπήρους πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου και αναπήρους της παρ. 4 του άρθρου 1 ή τέκνα των αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης ή θανόντων αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης σε αναλογία ενός (1) προστατευόμενου ατόμου για κάθε πέντε (5) θέσεις, …» και στο άρθρο 3 ότι: «1. Δημόσιες υπηρεσίες, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α. υποχρεούνται, στις περιπτώσεις που κατά την κείμενη νομοθεσία η πρόσληψη γίνεται με διαγωνισμό, να προσλαμβάνουν χωρίς διαγωνισμό και σε αναλογία πέντε (5) στις εκατό (100) κενές θέσεις άτομα των παρ. 1 περ. δ΄ και 4 του άρθρου 1, καθώς και αναπήρους πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου και τέκνα αναπήρων και θυμάτων πολέμου και τέκνα αναπήρων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης του ν. 1285/1982 (ΦΕΚ 115) [όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 της Υ.Α. ΔΙΠΠΠ/Φ.1/9390 (ΠΡΟΕ)/4.10.1988, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 26 ν. 1876/1990, Α΄ 27]. 2. Την ίδια υποχρέωση έχουν και όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα κατά την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 στις περιπτώσεις που η πλήρωση θέσεων ή η πρόσληψη προσωπικού γίνεται με το ενιαίο μηχανογραφικό σύστημα του ν. 1320/1983 (ΦΕΚ 6)…».

11. Επειδή, εν συνεχεία εκδόθηκε ο ν. 2643/1998 «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 220/28.9.1998) , ο οποίος, από την έναρξη της ισχύος του, κατήργησε, σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού, το ν. 1648/1986, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 2643/1998. Στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου λαμβάνεται μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται οι πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηρα άτομα, αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, καθώς και τα θύματα, οι ανάπηροι και οι τραυματίες πολέμου. Σημαντική είναι η προστασία που παρασχέθηκε στα πρόσωπα των κατηγοριών αυτών στο πλαίσιο του ν. 1648/1986,… Ήδη όμως οι κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις καθιστούν επιβεβλημένη τη διαμόρφωση ενός νέου νομικού πλαισίου, … Στον πυρήνα των νέων ρυθμίσεων βρίσκεται αφ’ ενός η ανάγκη προστασίας των προσώπων των ως άνω ειδικών κατηγοριών και αφ’ ετέρου η εξίσου επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και φορέων. Προς την κατεύθυνση αυτή εισάγονται με το προτεινόμενο νομοσχέδιο οι ακόλουθες κυρίως ρυθμίσεις: 1. … 2. Για τον καθορισμό της υπόχρεης σε αναγκαστικές προσλήψεις επιχείρησης προϋπόθεση είναι να απασχολεί προσωπικό πάνω από 50 άτομα και να βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση. Με τις καινοτόμες αυτές ρυθμίσεις ενισχύεται ο βαθμός ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και καθίσταται αποδοτικότερη η απασχόληση των προστατευόμενων προσώπων…». Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: «1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων: α. Οι πολύτεκνοι γονείς με τέσσερα τέκνα και άνω, ένα από τα τέκνα πολύτεκνης οικογένειας … β. Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, … γ. Όσοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την έννοια του ν. 1285/1982 (ΦΕΚ 115 Α΄) και τα τέκνα τους. Επίσης προστατεύονται: αα) τα μέλη των αντάρτικων ομάδων που έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την έννοια του ν. 1285/1982, εφόσον έχουν δωδεκάμηνη τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στις ομάδες αυτές, ββ) … δ. Οι ανάπηροι και οι τραυματίες πολέμου και πολεμικών γεγονότων, όσοι κατέστησαν ανίκανοι από τις κακουχίες της στράτευσης, εφόσον υπηρέτησαν με οποιαδήποτε ιδιότητα στις Ένοπλες Δυνάμεις ή στα Σώματα Ασφαλείας και τα τέκνα τους, τα θύματα πολέμου και οι ανάπηροι πολέμου άμαχου πληθυσμού και τα τέκνα τους, … ε) Γονείς με τρία ζώντα τέκνα και ένα από τα τρία τέκνα. [όπως η περ. ε΄ προστέθηκε με την παρ. 3 γ΄ ά. 1 ν. 3454/2006, Α΄ 75] 2. Όπου με τις διατάξεις του νόμου αυτού παρέχεται προστασία σε περισσότερους από ένα δικαιούχους μιας οικογένειας (γονείς, τέκνα, συζύγους, αδελφούς) η άσκηση του δικαιώματος προστασίας από ένα δικαιούχο αποκλείει τους υπολοίπους. … 3. …», στο δε άρθρο 2, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ότι: «1. Επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή και οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης, της εκμετάλλευσης ή του φορέα. Εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς οι οποίοι εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος πρόσληψης χρήσεις. Το ποσοστό αυτό οκτώ τοις εκατό (8%) κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1 με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α) Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) στα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Προκειμένου για τοποθετήσεις στους φορείς του δημόσιου τομέα της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου στα πρόσωπα της κατηγορίας αυτής αντιστοιχεί ποσοστό 2%. β) Ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Προκειμένου για τοποθετήσεις στους φορείς του δημόσιου τομέα της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου στα πρόσωπα της κατηγορίας αυτής αντιστοιχεί ποσοστό 3% και προτάσσεται των προσώπων της περίπτωσης α΄. γ) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα πρόσωπα της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. δ) Ποσοστό 1% στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. ε) Ποσοστό 1% στα πρόσωπα της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1… 4. Ο αρμόδιος περιφερειακός διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., με απόφασή του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να επιτρέπεται στις παραπάνω επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς να απολύουν όλους ή ορισμένους από τους προστατευομένους, που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές αναγκαστικά με οποιονδήποτε νόμο, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας τους… Κατά των αποφάσεων αυτών του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. χωρεί προσφυγή ενώπιον της δευτεροβάθμιας επιτροπής του άρθρου 10, η οποία ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Δικαίωμα προσφυγής έχουν οι ανωτέρω εργοδότες, τα προστατευόμενα πρόσωπα και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον. 5. Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, οι τράπεζες και οι φορείς του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 υποχρεούνται, επιπλέον από τα προστατευόμενα πρόσωπα που οι φορείς αυτοί προσλαμβάνουν σύμφωνα με την παράγραφο 1, να προσλαμβάνουν: α] Στο 80% των κενών θέσεων τηλεφωνητών οικιακών τηλεφωνικών κέντρων, τυφλούς πτυχιούχους των σχολών εκπαίδευσης τυφλών τηλεφωνητών, οι οποίες εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων… β) Στο ένα πέμπτο (1/5) των κενών θέσεων κλητήρων, νυχτοφυλάκων, καθαριστών – καθαριστριών, θυρωρών, κηπουρών και τραπεζοκόμων, θύματα πολέμου, αναπήρους πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου και αναπήρους της παρ. 4 του άρθρου 1 ή τέκνα των αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης ή θανόντων αναπήρων πολέμου ή της Εθνικής Αντίστασης…». Σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου «Για τους προστατευόμενους του παρόντος άρθρου, ως κατώτατο όριο για την τοποθέτηση ή πρόσληψη ορίζεται το εικοστό πρώτο (21ο) έτος και ως ανώτατο το τεσσαρακοστό πέμπτο (45ο) έτος…». Όπως, όμως, έχει κριθεί με την 1898/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η τελευταία αυτή διάταξη περί ανωτάτου ορίου ηλικίας συνιστά μη επιτρεπτή, κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, διάκριση λόγω ηλικίας και δεν είναι εφαρμοστέα. Στο επόμενο άρθρο 3 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των δύο βαθμών υποχρεούνται να διορίζουν ή να προσλαμβάνουν πρόσωπα προστατευόμενα από το άρθρο 1, χωρίς διαγωνισμό ή επιλογή, σε εγκεκριμένες θέσεις που αντιστοιχούν στο πέντε τοις εκατό (5%) του συνόλου των προς προκήρυξη θέσεων του οικείου φορέα. … Ο αριθμός των θέσεων που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσοστό κατανέμεται στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων του άρθρου 1, με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας: α. αναλογία 3/8 στα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. β. αναλογία 2/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. γ. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. δ. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. ε. αναλογία 1/8 στα πρόσωπα της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2643/1998…» (όπως το εδ. α΄ της παρ. 1 αντικ. με την παρ. 1 ά. 11 ν. 3051/2002, Α΄ 220). Στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Η τοποθέτηση των προστατευομένων προσώπων, … γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη. 2. … 6. Κάθε εργοδότης, στον οποίο τοποθετείται προστατευόμενος του νόμου αυτού, έχει δικαίωμα να ζητήσει οποτεδήποτε από την Επιτροπή που έκανε την τοποθέτηση, την αντικατάστασή του για υπαίτια ή ανυπαίτια ακαταλληλότητα, αφού τον απασχολήσει τουλάχιστον δύο (2) μήνες… Ο προστατευόμενος χάνει την προστασία, αν αντικατασταθεί δύο φορές με απόφαση της Επιτροπής, για υπαίτια ακαταλληλότητα». Περαιτέρω, στο άρθρο 9 του ως άνω ν. 2643/1998 ορίζεται ότι: «1. Στην έδρα κάθε περιφερειακής διεύθυνσης του Ο.Α.Ε.Δ. συνιστάται Πρωτοβάθμια Πενταμελής Επιτροπή… 3. Κατά των αποφάσεων των Πρωτοβάθμιων Πενταμελών Επιτροπών χωρεί ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον των δευτεροβάθμιων επιτροπών του άρθρου 10. Δικαίωμα προσφυγής έχουν οι υπόχρεοι εργοδότες, τα προστατευόμενα πρόσωπα και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον…» (όπως η παρ. 3 αντικ. με την παρ. 19 άρθρου 31 ν. 2956/2001), στο δε άρθρο 10 ότι: «1. Στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστώνται δύο (Α΄ και Β΄) Δευτεροβάθμιες Επιτροπές προστατευομένων. …. 2. …». Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2643/1998 ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται: α) Αυτοδικαίως μόλις συμπληρώσουν το όριο ηλικίας, … β) Με καταγγελία της σχέσης εργασίας χωρίς αποζημίωση, εφόσον ο προστατευόμενος έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα … γ) Με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή για ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή, δ) Με καταγγελία της σχέσης εργασίας αν έχει εκδοθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2, απόφαση του αρμόδιου περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. ε) Με καταγγελία της σχέσης εργασίας μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για πλήρη σύνταξη γήρατος,…».

12. Επειδή, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (βλ. αντί πολλών ΣτΕ 986/2014 Ολομ.). Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος προστατεύει μεν την οικονομική ελευθερία, δεν αποκλείει όμως τη θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη περιορισμών της ελευθερίας αυτής που δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος (ΣτΕ 1980/2000, 4776/1998), λαμβανομένης υπόψη και της παραγράφου 2 του άρθρου 106 του Συντάγματος, η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της εθνικής οικονομίας (ΣτΕ 1094/1987 Ολομ.). Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος λαμβάνεται πρόνοια για τις πολύτεκνες οικογένειες, τους ανάπηρους πολέμου και ειρηνικής περιόδου, τα θύματα πολέμου, τις χήρες και τα ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και για όσους πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο και παρέχεται υπόδειξη προς τον κοινό νομοθέτη για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων φροντίδας (ΣτΕ 2822/1992, 2778/1991 ΣτΕ 3675/1996). Όπως έχει κριθεί, οι διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, οι οποίες έχουν κατευθυντήριο χαρακτήρα, αφήνουν στον νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει κατά την εκτίμησή του το είδος και την έκταση της ειδικής αυτής φροντίδας (ΣτΕ 986/2014 Ολομ., 2738/2010, 1141/1999 επταμ., 2100/1998 επταμ.). Η σχετική εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας (ΣτΕ 986/2014 Ολομ., 2738/2010, 2822/1992, 2778/1991) σε συνδυασμό με την προστασία της οικονομικής ελευθερίας.

13. Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 41/1993 επταμ., 3474/1989), οι κατά την παρ. 1 του άρθρου 30 του ν.δ. 1324/1949, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1043/1980, αναγκαστικές τοποθετήσεις αναπήρων και θυμάτων πολέμου ή τέκνων τους ως και των αναπήρων της ειρηνικής περιόδου σε θέσεις κλητήρων, νυκτοφυλάκων και καθαριστριών των αυτόθι αναφερομένων δημοσίων υπηρεσιών, υπηρεσιών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κ.λπ. δικαιολογούνται επαρκώς από λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι επιβάλλουν είτε αμέσως είτε εμμέσως, (όπως για τα τέκνα), την ευμενή μεταχείριση εκείνων που υπέστησαν θυσίες για την πατρίδα, και για τον λόγο αυτό δεν προσκρούει στην κατοχυρουμένη από το άρθρο 4 του ισχύοντος Συντάγματος ισότητα των Ελλήνων πολιτών, διότι δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια, πέρα από τα οποία το παρεχόμενο από το νόμο προνόμιο θα εμφανιζόταν ως καταδήλως αδικαιολόγητο. Το προνόμιο αυτό συνάδει άλλωστε προς τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες ορίζουν ότι οι ανάπηροι και τα θύματα πολέμου, καθώς και οι χήρες και τα ορφανά των πεσόντων στον πόλεμο, δικαιούνται της ειδικής φροντίδας του Κράτους. Στην γενική κατηγορία αυτή εντάσσονται οι ανάπηροι, τα θύματα πολέμου και οι οικογένειές τους (βλ. ΣτΕ 41/1993 επταμ., 3474/1989), αλλά και οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, εφόσον κατέστησαν ανάπηροι ή ανίκανοι ή τραυματίστηκαν, καθώς και οι οικογένειές τους (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 α΄ ν. 1648/1986, πρβλ. ΣτΕ 2860/1993 επταμ., 2778/1991). Η λαμβανόμενη κατά τα ανωτέρω μέριμνα, που σκοπό έχει να αντισταθμίσει την εξ ορισμού μειονεκτική θέση, στην οποία περιήλθαν ή ευρίσκονται τα πρόσωπα αυτά στο πλαίσιο της συνεισφοράς τους προς την πατρίδα, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποσκοπεί μόνον στην κάλυψη οικονομικών, εν στενή εννοία, αναγκών τους, αλλά και στην παροχή διευκολύνσεων, προκειμένου να αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν, ως προς αυτούς, η ισότητα ευκαιριών, την οποία αποστερήθηκαν συνεπεία της συγκεκριμένης συνεισφοράς τους. Επομένως, η προς αυτούς ειδική φροντίδα του Κράτους μπορεί, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να συνίσταται στην παροχή ποικίλων άλλων διευκολύνσεων, που θεμιτώς κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτές είναι συναφείς και πρόσφορες προς τούτο (πρβλ. υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1952, ΣτΕ 1463-4/1978). Οι σχετικές ρυθμίσεις, όταν αποσκοπούν ειδικότερα στην διευκόλυνση της επαγγελματικής αποκαταστάσεως διά της αναγκαστικής προσλήψεως σε ιδιωτική επιχείρηση, συνιστούν, από την φύση τους, περιορισμό της, συνταγματικώς επίσης κατοχυρουμένης, οικονομικής ελευθερίας (ως ελευθερίας του επιχειρηματία να προσλαμβάνει και να απολύει προσωπικό κατ’ εκτίμηση των αναγκών της επιχειρήσεώς του και να επιλέγει τα πρόσωπα που επιθυμεί να προσλάβει). Ο περιορισμός αυτός, εν όψει των ειδικών διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος, είναι καταρχήν ανεκτός (εν είδει υποχρεωτικής «κοινωνικής ευθύνης» των επιχειρήσεων· βλ. ΣτΕ 1980/2000, 4776/1998· βλ. και ΑΠ 990/1995), εφόσον δεν υπερβαίνει τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας. Υπέρβαση συντρέχει όταν ο περιορισμός υπερακοντίζει τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη ή εισάγει προνόμια που δεν δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού ή παραβιάζει την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των σκοπών της αρχής της ισότητας και της ελευθερίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας αφενός, και της ανάγκης προστασίας των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης αφετέρου.

14. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 γ΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2643/1998, προβλέπεται η αναγκαστική πρόσληψη ή τοποθέτηση σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, τόσο των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, όσο και των τέκνων τους.

Σε αντίθεση, όμως, με όλες τις προϊσχύουσες διατάξεις, όπως αυτές εκτέθηκαν στις σκέψεις 8, 9 και 10, δεν απαιτείται, για την άμεση ή έμμεση υπαγωγή στις εν λόγω προστατευτικές ρυθμίσεις, η ιδιότητα του καθ’ οιονδήποτε τρόπο παθόντος, αλλ’ αρκεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ιδιότητα του συμμετασχόντος.

Με το περιεχόμενο αυτό οι εν λόγω διατάξεις οδηγούν στην εισαγωγή υπέρ των ανωτέρω κατηγοριών προσώπων προνομίου, το οποίο πλήττει τόσο την αρχή της ισότητας μεταξύ των ελλήνων πολιτών, όσο και την οικονομική ελευθερία, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος, υπό τις οποίες θα καθίστατο θεμιτή η ανωτέρω ευμενής μεταχείριση. Τούτο δε διότι ως κριτήριο θεσπίζεται η απλή, – χωρίς καμία ειδικότερη προϋπόθεση είτε ιδιαίτερης συμβολής είτε, συνεπεία της συμμετοχής στην εθνική αντίσταση, συνδρομής οποιασδήποτε μορφής αναπηρίας ή ανικανότητας του ενδιαφερομένου-, ιδιότητα του αγωνιστή της εθνικής αντίστασης, η οποία μάλιστα συνάπτεται με λίαν παρωχημένες καταστάσεις (απώτατο χρονικό σημείο λήξεως της εθνικής αντίστασης 28.5.1945, βλ. άρθρο 1 παρ. 2 ν. 1285/1982), με βάση το χρόνο θέσπισης του ν. 2643/1998, και, πολύ περισσότερο, με βάση το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης. Η μη δικαιολογημένη, κατά τα ως άνω, ευμενής μεταχείριση, συντρέχει πολλώ μάλλον επί ατόμου που έχει μόνο την ιδιότητα του τέκνου αγωνιστή εθνικής αντίστασης, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται ούτε άμεση σύνδεση του ιδίου του δικαιούχου με την εθνική αντίσταση. Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 2643/1998, καθ’ ο μέρος με αυτές ορίζεται ότι στις διατάξεις του ν. αυτού υπάγονται «Όσοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την έννοια του ν. 1285/1982 (ΦΕΚ 115 Α), και τα τέκνα τους» αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν αρκεί δε για να τις καταστήσουν ανεκτές οι προβλέψεις του ιδίου νόμου για εξαίρεση επιχειρήσεων με ζημίες ή για δυνατότητα απαλλαγής επιχειρήσεων με αναστολή εργασιών.

Μειοψήφησαν ο προεδρεύων Αντιπρόεδρος Α. Ράντος, ο Αντιπρόεδρος Ν. Μαρκουλάκης και οι Σύμβουλοι Α. Χλαμπέα και Α.Μ. Παπαδημητρίου, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Η θεσπιζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 γ΄ του ν. 2643/1998 ευνοϊκή μεταχείριση των αγωνιστών εθνικής αντίστασης και των τέκνων τους με την αναγκαστική πρόσληψη ή τοποθέτησή τους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις δικαιολογείται λόγω της ιδιαίτερης προσφοράς των αγωνιστών εθνικής αντίστασης και της οικογένειάς τους στην πατρίδα και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Περαιτέρω, κατά την ίδια γνώμη, οι παραπάνω ρυθμίσεις δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι οι προϋποθέσεις αναγκαστικής προσλήψεως σε ιδιωτική επιχείρηση καθορίζονται από το νομοθέτη με αντικειμενικά κριτήρια και λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα του εργοδότη να τηρήσει την υποχρέωση αυτή χωρίς κίνδυνο να κλονισθεί η επιχείρησή του (όπως, ο αριθμός του απασχολούμενου προσωπικού, τα οικονομικά αποτελέσματα της επιχειρήσεως, η ουσιαστική αναστολή των εργασιών της επιχειρήσεως).

15. Επειδή, με την 1643/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (Δημοτικής Επιχειρήσεως Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως), σε δίκη, η οποία αφορούσε τη νομιμότητα αναγκαστικής, κατά τις διατάξεις του ν. 2643/1998, τοποθετήσεως στην εν λόγω επιχείρηση φυσικού προσώπου ως τέκνου αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, κρίθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 1 περ. γ εδ. α του άρθρου 1 του ν. 2643/1998 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και, ειδικότερα, με το άρθρο 4 παρ. 1, που καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Υπό τα δεδομένα αυτά υφίσταται, κατά την έννοια του άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του ν. 345/1976 (ΦΕΚ Α 141), αντίθεση μεταξύ της γνώμης που επικράτησε στην παρούσα υπόθεση και της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της ίδιας διάταξης τυπικού νόμου, ήτοι του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. α΄ του ν. 2643/1998. Το γεγονός ότι ο Άρειος Πάγος, με την ανωτέρω απόφασή του, έκρινε ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς να διατυπώνεται ρητή σκέψη ως προς τη συμφωνία τους ή όχι με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν ασκεί επιρροή, διότι, όπως έχει κριθεί (ΑΕΔ 14/2013), χάριν της ασφαλείας του δικαίου, το κρίσιμο, για την ύπαρξη σχετικής αμφισβήτησης, ζήτημα, ως προς το οποίο πρέπει να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, είναι αν συγκεκριμένη, θεσπιζόμενη με διάταξη τυπικού νόμου, ρύθμιση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και άρα εφαρμοστέα ή αντιθέτως αντισυνταγματική και, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα, χωρίς να απαιτείται επί πλέον η αντίθετη κρίση των ανωτάτων δικαστηρίων να αφορά την ίδια ή τις ίδιες συνταγματικές διατάξεις. Εν όψει των ανωτέρω, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινομένης υποθέσεως και να παραπεμφθεί το ζήτημα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και το άρθρο 48 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, προς άρση της αμφισβητήσεως.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Παραπέμπει στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο την επίλυση του αναφερομένου στο αιτιολογικό ζητήματος της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. α΄ του ν. 2643/1998.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2015

Ο Προεδρεύων ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας

Αθ. ΡάντοςΜ. Παπασαράντη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου 2016.

 Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

 Νικ. Σακελλαρίου Μ. Παπασαράντη

./.