ΣτΕ 1514/2007 Τμ. ΣΤ΄
Πρόεδρος: Ν. Ντούβας, Προεδρεύων Σύμβουλος ΣτΕ
Εισηγήτρια: Κ. Φιλοπούλου, Πάρεδρος ΣτΕ
Δικηγόρος: Α. Γρηγορίου, Πάρεδρος ΝΣΚ
Η διάταξη του άρθρου 12 του Ν 2470/1997 , με την οποία προβλέπεται, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η χορήγηση του απλώς μετονομασθέντος σε παροχή οικογενειακού επιδόματος σε έναν μόνο από αυτούς και αποκλείεται η καταβολή του και στους δύο, εισάγει ρύθμιση ταυτόσημη με την κριθείσα ως αντισυνταγματική με την υπ’ αριθ. 3/2001 απόφαση του ΑΕΔ, ρύθμιση του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν 1505/1984 , καθότι καθιερώνει διακρίσεις μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, βάσει ειδικών προϋποθέσεων που δεν συνδέονται με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία αλλά είτε με την παροχή ή όχι εργασίας του συζύγου του υπαλλήλου είτε με το καθεστώς εργασίας του τελευταίου αυτού στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η στέρηση της απόληψης στο ακέραιο του οικογενειακού επιδόματος από υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της διάταξης αυτής με κριτήριο το τυχαίο γεγονός ότι ο υπάλληλος αυτός έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της διάταξης αυτής, ενώ, αντίθετα, συνάδελφοί τους που οι σύζυγοί τους δεν εργάζονται ή εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα πλην των ιδιωτικών νομικών προσώπων της ως άνω διάταξης, το δικαιούνται στο ακέραιο. Ως εκ τούτου είναι και αυτή αντίθετη προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 21 παρ.1 του Συντάγματος .
Διατάξεις: άρθρα 4 [παρ.1] και 21 [παρ.1] Σ, 12 του Ν 2470/1997 , 11 [παρ. 6] του Ν 1505/1984
[…] 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 5237/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν μερικής αποδοχής εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μεταρρυθμίσθηκε η 901/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, ακολούθως, κατά μερική παραδοχή αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης, δικαστικής αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, υποχρεώθηκε το Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτήν το ποσό των 8.408 ευρώ ως οικογενειακό επίδομα και αναλογούσα επ’ αυτού ΑΤΑ, για το χρονικό διάστημα από 2.10.1992 μέχρι 31.12.2001.
3. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος , η οποία προσετέθη με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α΄, 84) ορίζεται ότι: «5. Όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικό το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού. Η ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματισμό και αποφαίνεται οριστικά, όπως νόμος ορίζει …». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, δεν επιβάλλεται η παραπομπή από Τμήμα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, όταν η Ολομέλεια ή το ΑΕΔ έχει ήδη κρίνει για την αντισυνταγματικότητα άλλης μεν διατάξεως τυπικού νόμου πλην ταυτόσημης κατά περιεχόμενο με την εφαρμοστέα, ώστε στην περίπτωση αυτή να πρόκειται αναμφιβόλως για το αυτό κατ’ ουσίαν νομικό ζήτημα (ΣτΕ Ολ 3476/2004 , 1579/2004, 2765/2005 κ.ά.).
4. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 1 ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο δε άρθρο 21 παρ. 1 ότι «η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους». Εξ άλλου, ο Ν 1505/1984 «Αναδιάρθωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 194), στις διατάξεις του οποίου υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί της δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως (άρθρο 1) και το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των γραμματειών των δικαστηρίων (άρθρο 22 παρ. 1), ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «Πέραν του κατά το προηγούμενο άρθρο μηνιαίου βασικού μισθού παρέχονται και τα επιδόματα χρόνου υπηρεσίας, εξομάλυνσης διαφορών μισθολογίου, οικογενειακών βαρών, μεταπτυχιακών σπουδών, εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα, άδειας, ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, όπως ορίζεται στα επόμενα άρθρα». Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου και υπό τον τίτλο «Επίδομα οικογενειακών βαρών» ορίζεται, στη μεν παράγραφο 1, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί από την παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν 1810/1988 (ΦΕΚ Α΄ 223), ότι «το οικογενειακό επίδομα ορίζεται για όλους τους υπαλλήλους, σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 20 ως εξής: α) Έγγαμος χωρίς παιδιά 10%. β) Για κάθε παιδί το επίδομα αυτό προσαυξάνεται …», στη δε παράγραφο 6, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί από το εδάφιο γ΄ της παρ. 11 του άρθρου 52 του Ν 1591/1986 (ΦΕΚ Α΄ 50), ότι: «Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο, κατά περίπτωση επίδομα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των υπηρεσιών του προηγουμένου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος: α) Του υπολοίπου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρο 1 του Ν 1256/1982 (ΦΕΚ Α΄ 65). β) Των ΝΠΙΔ που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του Δημόσιου Τομέα της προηγούμενης περίπτωσης πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή Κρατικής επιχείρησης. γ) Των Ιδιωτικών Τραπεζών εν γένει και δ) Είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογαριασμό οικογενειακών επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ, ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον έναν απ’ αυτούς κατ’ επιλογή τους».
5. Επειδή, με την 3/2001 απόφασή του το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, επιλύοντας σχετική αμφισβήτηση, έκρινε ότι η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν 1505/1984 είναι αντισυνταγματική. Ειδικότερα, το ΑΕΔ δέχθηκε ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπει το εν λόγω άρθρο «παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή λόγω της εργασίας τους ως μέρος της αντιπαροχής για την προσφερόμενη εργασία τους και αποτελεί προσαύξηση του λαμβανόμενου μισθού τους για την αντιμετώπιση των πρόσθετων οικογενειακών βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας. Η ευμενέστερη αυτή μισθολογική μεταχείριση των έγγαμων υπαλλήλων είναι επιτρεπτή συνταγματικά λόγω της προβλεπόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης εξουσιοδοτείται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει πρόσθετη αμοιβή για τους εργαζομένους που συνάπτουν γάμο και δημιουργούν οικογένεια. Η καθιέρωση όμως διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, βάσει ειδικών προϋποθέσεων που δεν συνδέονται με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία αλλά είτε με την παροχή ή όχι εργασίας του συζύγου του υπαλλήλου είτε με το καθεστώς εργασίας του τελευταίου αυτού στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η στέρηση με τη διάταξη αυτή (άρθρο 11 παρ. 6 Ν 1505/1984 ) της απόληψης στο ακέραιο του οικογενειακού επιδόματος από υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της διάταξης αυτής με κριτήριο το τυχαίο γεγονός ότι ο υπάλληλος αυτός έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της διάταξης αυτής, ενώ, αντίθετα, συνάδελφοί τους που οι σύζυγοί τους δεν εργάζονται ή εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα πλην των ιδιωτικών νομικών προσώπων της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν 1505/1984 , το δικαιούνται στο ακέραιο, είναι αντίθετη με τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Περαιτέρω οι διακρίσεις αυτές αντιστρατεύονται και τους στόχους του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος , το οποίο αντιλαμβάνεται ως ισότιμη τη συμμετοχή των εργαζομένων συζύγων στη δημιουργία της οικογένειας. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν 1505/1984 , η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή οικογενειακού επιδόματος σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή μέρους του ιδιωτικού, αντίκειται στις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν 1505/1984 , κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρο το οικογενειακό επίδομα, προσαυξανόμενο ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική, κατά τα εκτεθέντα, παράγραφος».
6. Επειδή, περαιτέρω με το Ν 2470/1997 (ΦΕΚ Α΄ 40) περί ενιαίου μισθολογίου του Προσωπικού Δημόσιας Διοικήσεως ορίζεται, στο άρθρο 12, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν 2515/1997 (ΦΕΚ Α΄ 154) και ισχύει από 1.1.1997, ότι: «1. Για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) Για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων, χωρίς ή με ενήλικα τέκνα, δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές. β) Για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση, βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η ανωτέρω παροχή προσαυξάνεται κατά έξι χιλιάδες (6.000) δραχμές για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα, κατά δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές για το τρίτο, κατά δεκαέξι χιλιάδες (16.000) δραχμές για το τέταρτο και κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές για καθένα από το πέμπτο τέκνο και άνω. Η κατά τα ανωτέρω προσαύξηση χορηγείται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισμένα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 19ο έτος, εφόσον φοιτούν στη Μέση Εκπαίδευση. 2… . 3. Για τη διακοπή της προσαύξησης της παροχής αυτής, λόγω συμπλήρωσης των ανωτέρω, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των παιδιών θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκου ή σπουδαστικού έτους. 4. Στην περίπτωση που ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του Δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής: α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Στους περιορισμούς των προηγούμενων διατάξεων δεν εμπίπτουν παροχές που χορηγούνται από διανεμητικούς λογαριασμούς οικογενειακών επιδομάτων εν γένει. 5. Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν από αυτούς, κατ’ επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του Ν 1599/1986 (ΦΕΚ Α΄ 75), που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές των αποδοχών και των δύο συζύγων …».
7. Επειδή, και η νεώτερη ως άνω διάταξη, με την οποία προβλέπεται και πάλι, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η χορήγηση του απλώς μετονομασθέντος σε παροχή οικογενειακού επιδόματος σε έναν μόνον από αυτούς και αποκλείεται η καταβολή του και στους δύο, εισάγει ρύθμιση ταυτόσημη προς την κριθείσα κατά τα άνω από το ΑΕΔ ως αντίθετη προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν 1505/1984 και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και αυτή, ως αντίθετη στις ίδιες συνταγματικές διατάξεις (ΣτΕ 1579/2004 , πρβλ. ΑΠ 6/2001 , ΕΣ 1591/2002 Ολομ.), χωρίς να παρίσταται, κατά τα προεκτεθέντα, ανάγκη παραπομπής στην Ολομέλεια και τυ συγκεκριμένου αυτού θέματος της συνταγματικότητας του ανωτέρω άρθρου 12 του Ν 2470/1997 (ΣτΕ 1579/2004 , 2765/2005 κ.ά.).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και με την πρωτόδικη, η ήδη αναιρεσίβλητη, δικαστική αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έγγαμη και μητέρα τριών τέκνων, δεν ελάμβανε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2.10.1992 μέχρι 31.12.2001) το προβλεπόμενο από τις προπαρατεθείσες διατάξεις οικογενειακό επίδομα (οικογενειακή παροχή) λόγω του ότι το επίδομα αυτό ελάμβανε ο σύζυγός της, αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Με αγωγές της (κύρια και παρεμπίπτουσα) ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να της καταβληθεί για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το αντίστοιχο ποσό του επιδόματος οικογενειακών βαρών καθώς και η αναλογούσα επ’ αυτού ΑΤΑ (ειδικώς η τελευταία αυτή για το μέχρι 31.12.1996 χρόνο), ισχυριζόμενη ότι η εξαίρεσή της από τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος . Οι αγωγές αυτές έγιναν εν μέρει δεκτές από το Πρωτοδικείο, επί εφέσεως δε του Δημοσίου το Διοικητικό Εφετείο, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, κατέληξε στην κρίση ότι οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 6 του Ν 1505/1984 και, κατά την προφανή έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως, 12 παρ. 5 του Ν 2470/1997 , κατ’ εφαρμογή των οποίων εξαιρέθηκε η αναιρεσίβλητη από τη χορήγηση του οικογενειακού επιδόματος, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος . Η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ορθή, ο πρώτος δε λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
9. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 90 παρ. 3 του Ν 2362/1995 (ΦΕΚ Α΄ 247) περί Δημοσίου Λογιστικού ορίζεται ότι: «Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της». Εξάλλου, στο άρθρο 91 του προαναφερομένου νόμου ορίζεται ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαίωσης αυτών», ενώ, κατά το άρθρο 94 εδ. δ΄ του ιδίου ως άνω νόμου, «η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια».
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό, μεταξύ των άλλων, ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης των ετών 1996 και 1998 δεν έχουν παραγραφεί, με τη σκέψη ότι η κατά το ανωτέρω άρθρο 90 παρ. 3 του Ν 2362/1995 διετής παραγραφή αυτών, η οποία, κατά τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 91 του ιδίου νόμου, άρχισε την 1η.1.1997 και την 1η.1.1999 αντιστοίχως, διεκόπη με την υποβολή από την αναιρεσίβλητη προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σχετικών περί αναγνωρίσεως των αξιώσεων αυτών αιτήσεών της στις 21.12.1998 για το έτος 1996 και στις 15.12.2000 για το έτος 1998, χωρίς να έχε αρχίσει εκ νέου, δοθέντος ότι, κατά την κρίση του Πρωτοδικείου, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων του φακέλου και πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με το οποίο οι αιτήσεις αυτές να έχουν εγκριθεί ή απορριφθεί από τον Υπουργό Οικονομικών, ούτε, άλλωστε, υπήρξε επίκληση τέτοιου στοιχείου από μέρους του Δημοσίου. Στο δικόγραφο της εφέσεώς του, όμως, το ήδη αναιρεσείον Δημόσιο δεν περιέλαβε καμία αιτίαση κατά της συγκεκριμένης αυτής αιτιολογίας της πρωτόδικης αποφάσεως, αντιστοίχως δε, δεν περιελήφθη σχετική σκέψη ούτε στην προσβαλλομένη απόφαση. ΄Ηδη, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι εσφαλμένα το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη ότι οι σχετικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης των χρονικών διαστημάτων 1.1.1996 μέχρι 21.12.1996 και 1.1.1998 μέχρι 15.12.1998 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, η οποία, έχουσα αρχίσει, κατά την αληθή έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων, από της γενέσεως των εν λόγω αξιώσεων, είχε συμπληρωθεί προ της υποβολής των σχετικών αιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά τα άνω. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, ναι μεν, κατά το ανωτέρω άρθρο 94 του Ν 2362/1995 , η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, πλην, εν προκειμένω, εφόσον το Διοικητικό Πρωτοδικείο διέλαβε στην απόφασή του ειδική κρίση περί του ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβητης, τυχόν πλημμέλειες της κρίσεως αυτής δεν μπορούσαν να ελεγχθούν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αλλά μόνο μετά από προβολή, διά του δικογράφου, σχετικού λόγου εφέσεως, έστω και αν η συγκεκριμένη αυτή κρίση αφορά ζήτημα αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο (βλ. ΣτΕ 3525/2005 , 3064/2005, 3739/1999 επτ., ΣτΕ Ολ 1389/1994 , 4664/1984 κ.ά.).
11. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
