ΕΣ 1565/2016 ΤΜΗΜΑ ΙΙ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2014, με την ακόλουθη σύνθεση: Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ασημίνα Σαντοριναίου (εισηγήτρια) και Βασιλική Σοφιανού, Σύμβουλοι, Ασημίνα Σακελλαρίου και Ιωάννα Ρούλια, Πάρεδροι (με συμβουλευτική ψήφο).
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας Ιωάννης Κάρκαλης, που αναπληρώνει νόμιμα τον κωλυόμενο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας.
Γραμματέας: Σταύρος Χρονόπουλος, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας ΤΕ με βαθμό Α΄).
Για να δικάσει την από 5.11.2008 (αριθμός βιβλίου δικογράφων 2957/7.11.2008) έφεση:
Της Ευγενίας Καραγιάννη του Μάριου, κατοίκου Αθηνών (οδός Χατζηκώστα 8Β), η οποία δεν παραστάθηκε.
κ α τ άτου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα. Και
κ α τ ά της ΚΑ-2260/17.9.2008 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε να απορριφθεί η έφεση. Και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της έφεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Με την υπό κρίση έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το 2229350 Σειράς Α΄, ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου) ζητείται, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, η μεταρρύθμιση της ΚΑ- 2260/17.9.2008 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, με την οποία κανονίστηκε στην εκκαλούσα, εικαστική καλλιτέχνη, τιμητική σύνταξη, βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, πληρωτέα από 11.12.2007, ώστε να ορισθεί αυτή πληρωτέα αναδρομικώς από 1.5.2000. Η έφεση αυτή, είναι περαιτέρω εξεταστέα κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 27, 38, 59 και 65 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Α’ 304), καθόσον, παρά την απουσία της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Αθανασίου Κωστίνη, αυτή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
ΙΙ. Α. Το π.δ. 1225/1981 ορίζει στο άρθρο 48, υπό τον τίτλο «Δικαίωμα εφέσεως», προβλέπει ότι: «Η έφεσις ασκείται υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον ή υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικώ Συνεδρίω, απευθύνεται δε κατά του εν τη εκκαλουμένη πράξει ή αποφάσει διαδίκου, του τυχόν εκ ταύτης συνδικαιούχου και κατά παντός τρίτου ως προς όν έχει συνεπείας η δίκη….», στο άρθρο 91, με τίτλο «Δεδικασμένον», ότι: «Αι οριστικαί αποφάσεις των Τμημάτων, αι μη υποκείμεναι εις ανακοπήν, είναι τελεσίδικοι και αποτελούν δεδικασμένον», στο άρθρο 92, ότι: «Το δεδικασμένον εκτείνεται επί του κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος εφ' όσον η απόφασις έκρινεν οριστικώς επί εννόμου σχέσεως. …», στο άρθρο 93, ότι: «Δεδικασμένον υφίσταται μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτήν ιδιότητα μόνον περί του κριθέντος δικαιώματος και εφ' όσον πρόκειται περί του αυτού αντικειμένου και της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας» και στο άρθρο 94, ότι «Το δεδικασμένον λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου».
Β. Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 48 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της έφεσης απαιτείται η συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του εκκαλούντος, το οποίο πρέπει να είναι προσωπικό, υπό την έννοια της ύπαρξης ιδιαίτερου (ατομικού) δεσμού, που να συνδέει τον εκκαλούντα με την προσβαλλόμενη πράξη και τις εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες (βλ. ΕΣ απόφ. ΙΙ Τμ. 296/2013 και πρβ. ΣτΕ 2572/2014), επιπλέον, να είναι άμεσο, ήτοι η παραδοχή των λόγων έφεσης να συνεπάγεται ευθέως ευμενή μεταβολή στη θιγείσα από την προσβαλλόμενη πράξη νομική ή πραγματική κατάσταση του εκκαλούντος, τέλος δε, να είναι και ενεστώς, να συντρέχει, δηλαδή, στο πρόσωπο του εκκαλούντος, σωρευτικώς κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, κατά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος έως και κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης (βλ. ΕΣ απόφ. ΙΙ Τμ. 1307/2011 και πρβ. ΣτΕ Ολομ. 3317, 3019/2014). Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ερμηνευόμενη υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διά των οποίων κατοχυρώνεται η πλήρης και αποτελεσματική δικαστική προστασία (βλ. ΕΣ Ολομ. 4326, 489, 488/2014, ΣτΕ 914/2013, 4775/2012, ΕΔΔΑ αποφ. της 28.10.2010 «Βλαστός κατά Ελλάδος», της 21.6.2007 «Γεωργούλης κλπ. κατά Ελλάδος», της 10.5.2007 «Πανταλέων κατά Ελλάδος», της 22.12.2005 «Ιερά Μονή Προφήτου Ηλίου Θήρας κατά Ελλάδος» και της 11.12.2003 «Καραχάλιος κατά Ελλάδος»), συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν εκλείπει στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη πράξη έχει παύσει να ισχύει εν όλω ή εν μέρει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου επειδή εκδόθηκε νέα πράξη αφορώσα στο αυτό αντικείμενο, χωρίς όμως να έχει επέλθει πλήρης ικανοποίηση των επιδίκων αξιώσεων του εκκαλούντος (πρβ. ΕΣ Ολομ. 325, 333/2006 και 2395/2005 όπου και μειοψηφίες και acontrarioEΣ απόφ. ΙΙ Τμ. 620/2011). Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον διατηρεί τον άμεσο και ενεστώτα χαρακτήρα του, στον βαθμό που η προσβαλλόμενη πράξη δεν ανατρέπεται εξ υπαρχής και καθ’ ολοκληρίαν με την έκδοση νέας πράξης, οι τυχόν δε βλαπτικές για τον εκκαλούντα συνέπειες, που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της ισχύος της διατηρούνται και μετά τη λήξη αυτής, δύνανται δε να ανατραπούν μόνον με την προσφυγή στο Δικαστήριο και την ακύρωση ή τη μεταρρύθμισή της (πρβ. ΣτΕ 1660/2009 Ολομ., 3962/2014, 484/2013, 273/2012, απόφ. ΕΔΔΑ της 14.2.2006 «Γιαννούσης κατά Ελλάδος», σκ. 26). Εξ άλλου, από τις προεκτεθείσες ρυθμίσεις των άρθρων 91, 92, 93 και 94 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνάγεται ότι οι μη υποκείμενες σε ανακοπή οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθίστανται τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την εκ νέου εξέταση του ήδη κριθέντος δικαιώματος και καθιστά απαράδεκτο στο σχετικό ένδικο βοήθημα (nebisinidem), εφ’ όσον υφίσταται ταυτότητα διαδίκων και μόνον στον βαθμό που το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να βασίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία (βλ. ΕΣ Ολομ. 1430/2010, 2324/2009 και ΙΙ Τμ. 248/2007, 1734/2004, 170/2002, αποφ. ΙΙ Τμ. 4019/2014, 3507, 2038/2013, πρβ. ΣτΕ 462/2015, 583/2007, ΑΠ 1752/2008, 47/2006).
ΙΙΙ. Α. (i) Ο ν. 2435/1996 «Για την επέκταση των τιμητικών συντάξεων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 189) όριζε στο άρθρο 1 αυτού ότι: «1. …γ) Οι παράγραφοι 1,2,3 και 4 του άρθρου 2 του ν.δ/τος 1086/1971, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 214/1973 και με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν.1649/1987, αντικαθίστανται ως εξής: "1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής της παρ 3 α του παρόντος άρθρου, παρέχεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους, ισόβια μηνιαία σύνταξη από το Δημόσιο στα ελληνικής υπηκοότητας ή Έλληνες το γένος παρακάτω αναφερόμενα πρόσωπα: … Β. Εικαστικούς καλλιτέχνες…. 2. Από τα παραπάνω πρόσωπα δικαιούνται σύνταξη οι έχοντες προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των γραμμάτων ή των τεχνών και έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους. …3 α. Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου αποφαίνεται οριστικώς μέχρι 30 Ιουνίου κάθε χρόνο επταμελής επιτροπή … Οι Επιτροπές αυτές συνέρχονται το πρώτο τετράμηνο κάθε έτους προκειμένου να εξετάσουν τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν το προηγούμενο έτος και περατώνουν το έργο τους μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε έτους. 4. Το ποσό της σύνταξης, που προβλέπεται από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, καθορίζεται εφεξής ότι είναι ίσο με τα ογδόντα εκατοστά (80%) του βασικού μισθού του πρώτου μισθολογικού κλιμακίου, όπως ισχύει κάθε φορά για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους". 2. Η παράγραφος 10 του άρθρου 1 του ν.δ/τος 214/1973 που αντικατέστησε τα άρθρα 2 του ν.δ/τος 1086/1971 αναριθμείται σε 9 και αντικαθίσταται ως εξής: "Η διαδικασία για την αναγνώριση του δικαιώματος για τη χορήγηση σύνταξης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού αρχίζει ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου προς την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. … . Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την 1η του επομένου μήνα της υποβολής της αίτησης …". 3. Για τους ήδη συνταξιούχους της κατηγορίας αυτής εφαρμόζεται το προϊσχύον νομικό πλαίσιο.».
(ii) Περαιτέρω, ο ν. 3075/2002 «Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου και άλλες διατάξεις» (Α΄ 297), στο άρθρο 1 αυτού, ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, όριζε, υπό τον τίτλο «Συνταξιοδότηση λογοτεχνών – καλλιτεχνών», ότι: «1. Δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο αποκτούν και οι ελληνικής υπηκοότητας ή `Ελληνες το γένος λογοτέχνες και καλλιτέχνες, γενικά, που έχουν προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των γραμμάτων ή των τεχνών. Η σύνταξη αυτή είναι μηνιαία, και απoνέμεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού. 2. Στην έννοια των λογοτεχνών και καλλιτεχνών της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται: … β. Εικαστικοί καλλιτέχνες. 3. Για την προσφορά ή όχι διακεκριμένων υπηρεσιών αποφαίνεται, με πλήρως αιτιολογημένη γνώμη, εννεαμελής Επιτροπή η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. 4. Για τη χορήγηση της σύνταξης της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και οι εξής προϋποθέσεις: α. Να έχουν συμπληρώσει το 65ό έτος της ηλικίας τους ή το 50ό έτος, εφόσον έχουν καταστεί ανίκανοι για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανικανότητας 67% και άνω. β. Να μη λαμβάνουν άλλη σύνταξη μεγαλύτερη αυτής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή από το Δημόσιο, με εξαίρεση όσους λαμβάνουν πολεμική σύνταξη. …γ. Ο μέσος όρος του εισοδήματος που έχει δηλωθεί συνολικά κατά τα τρία προηγούμενα οικονομικά έτη, εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και αυτό που προκύπτει με βάση τα τεκμήρια, να μην υπερβαίνει το 12πλάσιο της μηνιαίας κύριας σύνταξης που αντιστοιχεί στην ίδια χρονική περίοδο σε πτυχιούχο δημόσιο υπάλληλο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με 35 έτη δημόσιας υπηρεσίας. δ. Να προκύπτει ασφάλιση για κύρια σύνταξη ταυτόσημη με την ιδιότητα του λογοτέχνη ή καλλιτέχνη, για την οποία ζητά την απονομή τιμητικής σύνταξης, για ένα πλήρες έτος, καθώς και δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. από την ίδια δραστηριότητα κατά ένα οποιοδήποτε οικονομικό έτος πριν τη συμπλήρωση του εξηκοστού (60ού) έτους της ηλικίας ή του πεντηκοστού (50ού) για όσους έχουν καταστεί ανίκανοι. 5. Η μηνιαία σύνταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ανέρχεται στο 80% του βασικού μισθού του 1ου μισθολογικού κλιμακίου του Ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α), όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. 6. Οι ενδιαφερόμενοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους ή του 50ού, κατά περίπτωση, υποβάλλουν στο Υπουργείο Πολιτισμού αίτηση για απονομή σύνταξης μαζί με τα στοιχεία εκείνα που θα αξιολογηθούν από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, αναφορικά με την προσφορά των υπηρεσιών τους. … 8. Ο ανωτέρω φάκελος διαβιβάζεται στην αρμόδια διεύθυνση συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων. Η εν λόγω διεύθυνση συντάσσει σχέδιο κοινής απόφασης το οποίο αποστέλλεται για υπογραφή στους συναρμόδιους Υπουργούς. Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η ανωτέρω διεύθυνση, το αργότερο σε ένα εξάμηνο από την ημερομηνία που περιήλθαν τα σχετικά δικαιολογητικά στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, εκδίδει πράξη η οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. 9. Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού. …11. Όλες οι μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταβαλλόμενες συντάξεις με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 214/1973 και του Ν. 2435/1996 συνεχίζουν να καταβάλλονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις αυτές, κατά περίπτωση, σε συνδυασμό και με τις όμοιες της παραγράφου 7 του άρθρου 4 του Ν. 2592/1998 … .13. α. Κάθε άλλη διάταξη, που προβλέπει τη χορήγηση τιμητικών συντάξεων, από το Δημόσιο, καταργείται. β. Αιτήσεις για χορήγηση τιμητικών συντάξεων που έχουν υποβληθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο, κρίνονται με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, με εξαίρεση αυτές για τις οποίες έχει γνωμοδοτήσει η αρμόδια Επιτροπή συνταξιοδότησης συγγραφέων και καλλιτεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίες κρίνονται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2435/1996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού. …». Στο ίδιο δε πλαίσιο, με την παράγραφο 17 του άρθρου 3 του ν. 3234/2004 «Αναπροσαρμογή συντάξεων του Δημοσίου και άλλες διατάξεις» (Α΄ 52) τροποποιήθηκε η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002 και ορίσθηκε ότι για την απονομή σύνταξης απαιτείτο «Ο μέσος όρος του εισοδήματος που έχει δηλωθεί συνολικά κατά τα τρία προηγούμενα οικονομικά έτη, εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και αυτό που προκύπτει με βάση τα τεκμήρια, να μην υπερβαίνει το 14πλάσιο της μηνιαίας κύριας σύνταξης που αντιστοιχεί στην ίδια χρονική περίοδο σε πτυχιούxο δημόσιο υπάλληλο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με 35 έτη δημόσιας υπηρεσίας».
(iii) Τέλος, ο ν. 3620/2007 «Αύξηση συντάξεων του Δημοσίου από το έτος 2007 και άλλες διατάξεις» (Α΄ 276/11.12.2007), στο άρθρο 2 αυτού, με τίτλο «Συντάξεις Λογοτεχνών – Καλλιτεχνών», ορίζει ότι: «Το άρθρο 1 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297/Α`) αντικαθίσταται ως εξής: "1. Δικαίωμα ισόβιας σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο αποκτούν και οι Ελληνικής υπηκοότητας ή Έλληνες το γένος λογοτέχνες και καλλιτέχνες, γενικά, που έχουν προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των γραμμάτων ή των τεχνών. Η σύνταξη αυτή είναι μηνιαία, απονέμεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού … 2. Στην έννοια των λογοτεχνών και καλλιτεχνών της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται: …γ. Εικαστικοί καλλιτέχνες …3. Για την προσφορά ή όχι διακεκριμένων υπηρεσιών αποφαίνεται, με πλήρως αιτιολογημένη γνώμη, εννεαμελής Επιτροπή η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού …4. Για τη χορήγηση της σύνταξης της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού πρέπει στα πρόσωπα των δικαιούχων να συντρέχουν σωρευτικά και οι εξής προϋποθέσεις: α. Να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους ή το 50ό έτος εφόσον έχουν καταστεί ανίκανοι για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανικανότητας 67% και άνω.β. Να μη λαμβάνουν άλλη σύνταξη μεγαλύτερη αυτής που αντιστοιχεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο της ΠΕ Κατηγορίας με 35 έτη υπηρεσίας, όπως ισχύει κάθε φορά, με εξαίρεση όσους λαμβάνουν πολεμική σύνταξη και γ. Ο μέσος όρος του εισοδήματος που έχει δηλωθεί συνολικά κατά τα τρία προηγούμενα οικονομικά έτη, από εκείνο που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση να μην υπερβαίνει το ποσό των 25.000 ευρώ. Στο εισόδημα περιλαμβάνεται και αυτό που προκύπτει με βάση τα τεκμήρια. 5. α. Η μηνιαία σύνταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ανέρχεται στο 50% του μηνιαίου βασικού μισθού του 1ου μισθολογικού κλιμακίου της ΠΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. … 6. Ενδιαφερόμενοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους ή του 50ού, κατά περίπτωση, δύνανται να υποβάλλουν στο Υπουργείο Πολιτισμού αίτηση για απονομή σύνταξης, μαζί με τα στοιχεία εκείνα που θα αξιολογηθούν από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, αναφορικά με την προσφορά των υπηρεσιών τους. 7. Για εκείνες από τις ανωτέρω αιτήσεις που θα κριθούν θετικά από την Επιτροπή σχηματίζεται φάκελος …8. Ο ανωτέρω φάκελος διαβιβάζεται στη Διεύθυνση Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών και Προσωπικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων. Η εν λόγω Διεύθυνση συντάσσει σχέδιο κοινής απόφασης με την οποία κρίνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των προσώπων του άρθρου αυτού και η οποία αποστέλλεται για υπογραφή στους συναρμόδιους Υπουργούς και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. 9. Η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου που υποβάλλεται η αίτηση στο Υπουργείο Πολιτισμού … 11. Όλες οι μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού κανονισθείσες συντάξεις με βάση τις διατάξεις του ν.δ. 214/1973, του ν. 2435/1996, του ν. 3075/2002 και της περίπτωσης δ` της παρ. 9 του άρθρου 1 του ν. 3234/2004 … συνεχίζουν να καταβάλλονται σύμφωνα με όσα ορίζονται σε αυτές. …14. α. Αιτήσεις για χορήγηση σύνταξης που έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο, κρίνονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ενώ όσες από αυτές έχουν απορριφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, επανακρίνονται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται και πάλι κρίση από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. … 15. Κάθε άλλη διάταξη, που προβλέπει τη χορήγηση σύνταξης σε λογοτέχνες - καλλιτέχνες, από το Δημόσιο, καταργείται"».
Β. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του ν. 2435/1996, επιχειρήθηκε η μεταρρύθμιση του προϊσχύοντος νομικού πλαισίου για τον κανονισμό συντάξεων σε λογοτέχνες και καλλιτέχνες [βλ.τις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του ν.δ/τος 1086/1971 «Περί ασφαλίσεως των λογοτεχνών και καλλιτεχνών» (Α΄ 281), όπως αυτές είχαν διαδοχικώς αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 214/1973 (Α΄ 270) και την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 1694/1987 (Α΄ 35) και βλ. ΕΣ Πρακτ. Ολομ. 2ης Ειδικής Συν/σης της 19.6.2002, ΣτΕ 4195, 3710, 3709/1977 Ολομ., 2602/1993], προβλέφθηκαν δε νέες προϋποθέσεις και ειδική διοικητική διαδικασία για τον κανονισμό σύνταξης στους δικαιούχους καλλιτέχνες, που έχουν προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των γραμμάτων ή των τεχνών (βλ. σχετικώς την Εισηγητική έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου και ΕΣ Πρακτ. Ολομ. 3ης Ειδικής Συν/σης της 8.5.1996). Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι οι ελληνικής υπηκοότητας ή οι Έλληνες το γένος καλλιτέχνες, περιλαμβανομένων και των εικαστικών (βλ. ΕΣ Ολομ. 2395/2005, ΙΙ Τμ. 1903/2004, 1661/2003), δικαιούντο ισόβιας μηνιαίας σύνταξης, εφόσον, προσέφεραν «διακεκριμένες» υπηρεσίες, είχαν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους και το ατομικό ετήσιο εισόδημά τους δεν υπερέβαινε το ποσό των 6.000.000 δραχμών (βλ. ΕΣ Ολομ. 333, 325, 323/2006), θεσπίσθηκε δε ειδική διοικητική διαδικασία για την εξέταση των αιτήσεων των λογοτεχνών και καλλιτεχνών, που ζητούσαν τον κανονισμό σύνταξης, συμφώνως προς τις διατάξεις του νόμου αυτού. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας προβλεπόταν αποκλειστική προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή συνταξιοδότησης λογοτεχνών και καλλιτεχνών όφειλε να εξετάσει τις υποβαλλόμενες αιτήσεις και να αποφανθεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που έθετε ο νόμος αυτός για τη συνταξιοδότηση αυτών των κατηγοριών προσώπων, εφόσον ρητώς οριζόταν ότι η εν λόγω Επιτροπή αποφαινόταν για τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων οριστικώς μέχρι την τριακοστή Ιουνίου κάθε έτους, εξετάζοντας τις αιτήσεις του προηγούμενου έτους και λαμβάνοντας υπ’ όψιν σχετική εισήγηση ειδικής, κατά κατηγορία συγγραφέων ή καλλιτεχνών, επιτροπής, η οποία, επίσης, έπρεπε να περατώσει το έργο της μέχρι την τριακοστή Απριλίου εκάστου έτους (βλ. ΕΣ Ολομ. 1682/2009). Περαιτέρω, το ύψος της σύνταξης καθορίζετο σε ποσοστιαία αναλογία επί του βασικού μισθού του 1ου μισθολογικού κλιμακίου, όπως ίσχυε κάθε φορά για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους [(βλ. σχετικώς και τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ν. 2592/1998 «Αναπροσαρμογή συντάξεων πολιτικών συνταξιούχων του Δημοσίου, ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 57) και ΕΣ ΙΙ Τμ. 1574/2002, 204/2001). Σε περίπτωση δε θετικής κρίσης, η καταβολή της σύνταξης άρχιζε από την 1η του επομένου μήνα της υποβολής της αίτησης, ενώ όσοι είχαν ήδη δικαιωθεί σύνταξης υπό το προϊσχύον καθεστώς εξακολουθούσαν να διέπονται από αυτό. Εν συνεχεία, με τις ρυθμίσεις του άρθρου 1 του ν. 3075/2002 μεταβλήθηκε εκ νέου το καθεστώς χορήγησης τιμητικών συντάξεων στην κατηγορία αυτή δικαιούχων, μεταξύ δε άλλων τροποποιήσεων, και με την προσθήκη αυστηρών οικονομικών προϋποθέσεων ως όρων για την απόληψη αυτών (βλ. σχετικώς την εισηγητική έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου και ΕΣ Ολομ. Πρακτ. 2ης Ειδ. Συν/σης της 19.6.2002, ΙΙ Τμ.581/2007). Συγκεκριμένα, είχε προβλεφθεί ότι για την απονομή σύνταξης απαιτείτο σωρευτικώς, η συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας ή του 50ου σε περίπτωση ανικανότητας για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό από 67% και άνω, η μη καταβολή άλλης ανώτερης σε ύψος σύνταξης από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή από το Δημόσιο, εξαιρουμένων των πολεμικών συντάξεων, η πλήρωση συγκεκριμένων εισοδηματικών κριτηρίων, όπως αυτά διαδοχικώς ίσχυσαν μετά και την τροποποίησή του άρθρου 1 παρ. 4 περ. γ του ν. 3075/2002 με την διάταξη της παραγράφου 17 του άρθρου 3 του ν. 3234/2004και τέλος, η υποχρεωτική ασφάλιση του δικαιούχου για κύρια σύνταξη ταυτόσημη με την ιδιότητα του λογοτέχνη ή καλλιτέχνη για ένα πλήρες έτος, καθώς και δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. από την ίδια δραστηριότητα κατά ένα οποιοδήποτε οικονομικό έτος πριν από τη συμπλήρωση του έτους συνταξιοδότησης κατά περίπτωση. Επίσης, με το νόμο αυτό ορίσθηκε, σε αντιστοιχία προς τις ρυθμίσεις του προϊσχύοντος ν. 2435/1996, ότι το ύψος της σύνταξης θα ανέρχονταν στο 80% του 1ου μισθολογικού κλιμακίου του ν. 2470/1997 και ότι αυτή ήταν καταβλητέα από την 1η του επόμενου της υποβολής της αίτησης μήνα, ενώ οι μέχρι την έναρξη της ισχύος του καταβαλλόμενες συντάξεις με βάση το ν. 2435/1996 εξακολουθούσαν να καταβάλλονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του νόμου αυτού και τις ομοίου περιεχομένου ρυθμίσεις της παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 2592/1998, καθώς και ότι κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει τη χορήγηση τιμητικών συντάξεων από το Δημόσιο καταργείται. Περαιτέρω, στην παράγραφο 13 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, περιελήφθη μεταβατική διάταξη κατά την οποία, αιτήσεις για χορήγηση τιμητικών συντάξεων που είχαν υποβληθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκκρεμούσαν σε οποιοδήποτε στάδιο, κρίνονταν με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, με εξαίρεση αυτές για τις οποίες είχε ήδη γνωμοδοτήσει η αρμόδια Επιτροπή συνταξιοδότησης συγγραφέων και καλλιτεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίες κρίνονταν βάσει του προϊσχύοντος καθεστώτος του ν. 2435/1996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, ήτοι σε συνδυασμό με τα εισοδηματικά κριτήρια που προστέθηκαν με τον ν. 3075/2002. Όπως δε γίνεται παγίως δεκτό από το Δικαστήριο τούτο, ενόψει της αρχής του Κράτους Δικαίου, αιτήσεις που είχαν υποβληθεί υπό το προϊσχύον καθεστώς του ν. 2592/1998 και δεν είχαν εξετασθεί στο πλαίσιο της οικείας ειδικής διοικητικής διαδικασίας εντός των προβλεπόμενων αποκλειστικών προθεσμιών, ενέπιπταν στο καθεστώς του προϊσχύοντος νόμου και έπρεπε να κριθούν αποκλειστικώς με βάση τις προβλεπόμενες σ’ αυτόν προεκτεθείσες προϋποθέσεις, εφόσον ο νόμος αυτός ήταν εφαρμοστέος τόσο κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης όσο και κατά τον νόμιμο χρόνο εξέτασης αυτής (ΕΣ Ολομ. 1682/2009, ΙΙ Τμ. 3562, 1591/2012, 2841, 2846, 2003/2011, 2486/2010). Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3620/2007 αντικαταστάθηκε, από 11.12.2007, το νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 1 ν. 3075/2002, τέθηκαν δε διαφορετικές, ευμενέστερες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, εκ μέρους της κατηγορίας αυτής δικαιούχων (βλ. σχετικώς την αιτιολογική έκθεση του οικείου σχεδίου νόμου). Ειδικότερα, από 11.12.2007, ημερομηνία έναρξης ισχύος του άρθρου 2 του ν. 3620/2007, οι ελληνικής υπηκοότητας ή Έλληνες το γένος καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και οι εικαστικοί καλλιτέχνες, δικαιούνται μηνιαίας τιμητικής σύνταξης, πληρωτέας από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησής τους, εφόσον προσέφεραν «διακεκριμένες» υπηρεσίες στην ανάπτυξη των τεχνών, έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους (με εξαίρεση τους ανίκανους για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό 67%, για τους οποίους αρκεί η συμπλήρωση του 50ου έτους), δεν λαμβάνουν άλλη σύνταξη μεγαλύτερης αυτής που αντιστοιχεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο της ΠΕ κατηγορίας με 35 έτη υπηρεσίας, όπως ισχύει κάθε φορά (με εξαίρεση όσους λαμβάνουν πολεμική σύνταξη) και ο μέσος όρος του εισοδήματός τους, που δηλώθηκε συνολικά κατά τα τρία προηγούμενα οικονομικά έτη, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000 ευρώ. Με τις νέες διατάξεις αφενός τροποποιήθηκε η προϋπόθεση αναφορικά με το μέσο όρο του εισοδήματος των τριών τελευταίων ετών (παρ. 4 περ. γ΄) ενώ, περαιτέρω, απαλείφθηκε από τις προϋποθέσεις απονομής της σύνταξης τόσο η ασφάλιση για κύρια σύνταξη ταυτόσημη με την ιδιότητα του λογοτέχνη ή καλλιτέχνη, για την οποία ζητείται η απονομή τιμητικής σύνταξης όσο και η υποβολή δήλωσης εισοδήματος από την ίδια δραστηριότητα (παρ. 4 περ. δ΄). Περαιτέρω, με τις νέες διατάξεις δόθηκε η δυνατότητα στους λογοτέχνες και καλλιτέχνες των οποίων οι αιτήσεις για απονομή τιμητικής σύνταξης είχαν κριθεί υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς θετικώς από την αρμόδια Επιτροπή, πλην είχαν απορρίφθηκαν από την οικεία διεύθυνση συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, επειδή οι αιτούντες δεν πληρούσαν, τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων γ΄ και δ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, να ζητήσουν την επανάκριση των αιτήσεών τους με βάση τις νέες διατάξεις (δηλαδή της παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου 3075/2002, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007), χωρίς να απαιτείται εκ νέου κρίση της Επιτροπής. Μετά δε την κατά τα ανωτέρω επανάκριση αίτησης που είχε απορριφθεί και τη διαπίστωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσονται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3075/2002, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, κανονίζεται στον αιτούντα καλλιτέχνη ή λογοτέχνη σύνταξη πληρωτέα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3620/2007 και όχι από το χρόνο υποβολής της αρχικής του αίτησης, αφού τα οικονομικά αποτελέσματα της κανονιζόμενης σύνταξης δε δύναται να ανατρέξουν σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ίσχυαν οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3620/2007, βάσει των οποίων απονέμεται η σύνταξη αυτή (ΕΣ ΙΙ Τμ. 1010/2012). Ειδικότερα, με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, ο νομοθέτης υλοποιώντας την αρχή της εύνοιας υπέρ των συνταξιούχων, έδωσε την δυνατότητα επανεξέτασης των οριστικώς κριθεισών από την οικεία Δ/νση του ΓΛΚ αιτήσεων, οι οποίες είχαν απορριφθεί λόγω μη πλήρωσης των αυστηρών εισοδηματικών κριτηρίων που είχαν θεσπισθεί με τον άρθρο 1 του ν. 3075/2002, πριν από την τροποποίησή του με την ανωτέρω διάταξη. Κατά την άσκηση δε της σχετικής του ευχέρειας ως προς την διαμόρφωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ο νομοθέτης, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης (πρβ. αποφ. ΕΔΔΑ της 21.2.1986 James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου σκ. 46, της 20.11.1995 «Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου» σκ. 37, της 23.10.1997 «National & Provincial Building Society, Leeds Permanent Building Society et Yorkshire Building Society κατά Ηνωμένου Βασιλείου», απόφ., σκ. 80, της 8.7.2004 «Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδας», σκ. 25, 18.2.2009 «Andrejeva κατά Λετονίας», σκ. 83, της 11.2.2010 «Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας», σκ. 36, ΕΣ 2705, 2673, 2669/2014, ΣτΕ 3613/2013, ΣτΕ 668/2012 Ολομ), ενόψει και των αρχών της ασφάλειας δικαίου (βλ. κατ’ αναλογία απόφ. της 8.4.1976, C- 43/75 “Defrenne κατά Sabena»”, σκ. 70, της 28.9.1994, C-262/88 “Barber”, σκ. 44, αποφ. ΕΔΔΑ της 13.6.1979 «Marcxx κατά Βελγίου»), της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και της χρηστής διαχείρισης των δημοσίων πόρων (βλ. ΕΣ πρακτ. Ολομ. της 26ης Γεν. Συν/σης της 17.12.2014, Τμ. Μείζ. Επτ. Συνθ. 4112/2015, πρβ. ΣτΕ Ολομ. 3409, 3408, 1685/2013, 3668/2006 και πρβ. a contrario αποφ. ΕΔΔΑ «Dhahbi v. Italy»,., σκ. 53 και της 18.2.2009 «Andrejeva v. Latvia», όπ, σκ. 86], δεν προσέδωσε αναδρομικά οικονομικά αποτελέσματα στις ρυθμίσεις του άρθρου 2 του ν. 3620/2007 περί επανάκρισης των οριστικώς απορριφθεισών αιτήσεων υπό το προϊσχύον καθεστώς, ούτε μετέβαλε αναδρομικώς τις προϋποθέσεις χορήγησης τιμητικής σύνταξης αλλά από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού (βλ. άρθρα 2 παρ. 15, 7 παρ. 2 και 11 αυτού) εισάγοντας πάγια ρύθμιση για το μέλλον. Η διάταξη, άλλωστε, της παραγράφου 9 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, σύμφωνα με την οποία η καταβολή της σύνταξης αρχίζει από την πρώτη του επόμενου από την υποβολή της αίτησης μήνα, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 14 του ίδιου άρθρου επανάκρισης απορριφθεισών αιτήσεων. Και τούτο, διότι η ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, ως προς την έναρξη των οικονομικών αποτελεσμάτων της αίτησης συνταξιοδότησης, εντάσσεται στο πάγιο σύστημα του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007 και όχι στο μεταβατικό πλαίσιο της παρ. 14 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007 περί της επανάκρισης παλαιών αιτήσεων, αφορά δε στις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά τη θέση σε ισχύ των νέων διατάξεων, οι οποίες και κρίνονται με τη διαδικασία που προβλέπεται στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους 6 έως 8 του ίδιου άρθρου και υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών και όχι αίτηση, που είχε υποβληθεί σε χρόνο πρότερο της έναρξης ισχύος αυτών (βλ. Ελ. Συν. ΙΙ Τμ. 1010/2012). Επομένως, ελλείψει ειδικής περί του αντιθέτου ρύθμισης, τα οικονομικά αποτελέσματα της θετικής επανάκρισης αίτησης απορριφθείσας υπό το προϊσχύον καθεστώς του ν. 3075/2002, λόγω μη πλήρωσης των εισοδηματικών κριτηρίων που αυτό προέβλεπε, επέρχονται μόνον για τον μετά τη δημοσίευση του νέου νόμου χρόνο (βλ. κατ’ αναλογία επί των εφεξής οικονομικών αποτελεσμάτων θετικών κρίσεων στο πλαίσιο αιτήσεων επανεξέτασης ασφαλιστικών υποθέσεων ΣτΕ 1629/1989, 4668/1987). Η εφεξής δε ικανοποίηση των σχετικών αιτήσεων συνταξιοδότησης, κατόπιν επανάκρισης υπό το νέο καθεστώς δεν προσβάλλει γεγενημένα δικαιώματα ή νόμιμες προσδοκίες προστατευόμενες από το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ και την απορρέουσα από το Κράτος Δικαίου συνταγματική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Και τούτο, διότι σε αντίθεση προς τα κριθέντα επί των αιτήσεων που εκκρεμούσαν υπό το ευνοϊκό καθεστώς του αρχικού ν. 2435/1996 και κρίθηκαν κατά παράβαση των ανωτέρω αρχών υπό το καθεστώς των δυσμενέστερων ρυθμίσεων του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, ως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007 (βλ. σχετικώς ανωτέρω και ΕΣ Ολομ. 1682/2009), στο πλαίσιο της ρύθμισης της παραγράφου 14 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, κατά τον χρόνο της αρχικής υποβολής των επανακρινόμενων αιτήσεων οι ενδιαφερόμενοι δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την απονομή σύνταξης (πρβ. αποφ. ΕΔΔΑ Domalewski κατά Πολωνίας, της 15.6.1999, Jankovic κατά Κροατίας, της 12.10.2000, Αθανάσιος Κανάκης και άλλοι κατά Ελλάδας, της 20.9.2001, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, της 12.10.2004, παρ. 39, Αdrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009 παρ. 77, ΣτΕ 619/2002, 3002 - 3303/2005), με συνέπεια να μην υφίσταται θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε οικονομικό συμφέρον με επαρκές έρεισμα στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Ελληνικά Διυλιστήρια Στραν και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας της 9.12.1994, Νο 13427/87, παρ. 59, Pressos Companía Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου της 20.11.1995, παρ. 31, Gratzinger και Gratzingerova κατά Τσεχίας, της 10.7.2002, Νο 39794/98, παρ. 69 και 73, Jatner κατά Σλοβακίας της 4.3.2003, Νο 39050/97, παρ. 27, Kopecky κατά Σλοβακίας της 28.9.2004, Νο 449112/98, παρ. 35, Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας, της 19.6.2008, Νο 12045/06, παρ. 49 - 50), αφού δεν είχαν πληρωθεί δηλαδή όλες οι προϋποθέσεις που έθετε η εσωτερική νομοθεσία για τη γένεση της σχετικής αξίωσης (βλ. αποφ. ΕΔΔΑ Ουζούνης κατά Ελλάδας της 18.4.2002, παρ. 24 - 25, Kopecky κατά Σλοβακίας της 28.9.2004, παρ. 35, Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας, της 19.6.2008, παρ. 51).
ΙV. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, αλλά και από τα ήδη γνωστά στο Δικαστήριο από προηγούμενη διαδικαστική του ενέργεια (βλ. την 562/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) προκύπτουν τα εξής: Η εκκαλούσα, εικαστική καλλιτέχνης, με την 17843/7.4.2000 αίτησή της προς το Τμήμα Εικαστικών της Διεύθυνσης Καλών Τεχνών του Υπουργείου Πολιτισμού ζήτησε να της χορηγηθεί σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2435/1996. Η αρμόδια επιτροπή για τις τιμητικές συντάξεις, που, όπως προκύπτει από το 30.1.2004 πρακτικό της, συγκροτήθηκε με την 30156/9.6.2003 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και συνεδρίασε στις 30.1.2004, ήτοι μετά τη δημοσίευση, στις 5.12.2002, του νόμου 3075/2002, προκειμένου να εξετάσει τις αιτήσεις χορήγησης τιμητικής σύνταξης που εκκρεμούσαν από το έτος 2000, έκρινε ότι η εκκαλούσα δικαιούται τιμητικής σύνταξης, με την αιτιολογία ότι προσέφερε διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των εικαστικών τεχνών. Ακολούθως, ο Διευθυντής της 43ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., με την ΚΑ-2058/30.6.2005 πράξη του απέρριψε την αίτηση συνταξιοδότησης της εκκαλούσας, με την αιτιολογία ότι όπως προέκυπτε από την από 17.3.2005 υπεύθυνη δήλωσή της, δεν είχε ασφαλισθεί για κύρια σύνταξη σε κανένα ασφαλιστικό ταμείο και συνεπώς δεν συνέτρεχε στην περίπτωσή της η απαιτούμενη από τη διάταξη της περ. δ΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002 προϋπόθεση της ασφάλισης για κύρια σύνταξη για ένα πλήρες έτος, με ιδιότητα ταυτόσημη με αυτή του καλλιτέχνη. Κατά της απορριπτικής αυτής πράξης η εκκαλούσα άσκησε την από 18.1.2006 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 562/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι μη νομίμως κατελήφθη η υπόθεση της εκκαλούσας από τις διατάξεις του ν. 3075/2002, καθόσον, λαμβανομένου υπ’ όψιν του χρόνου υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησής της, το δικαίωμά της έπρεπε να κριθεί βάσει των διατάξεων του ν. 2435/1996, οι οποίες δεν έθεταν την προβλεπόμενη στο άρθρο 1 παρ. 4δ του ν. 3075/2002 προϋπόθεση της επί ένα έτος ασφάλισης για κύρια σύνταξη. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση της εκκαλούσας κατά της ως άνω πράξης, ακύρωσε αυτήν και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να κριθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα της εκκαλούσας με βάση τις διατάξεις του ν. 2435/1996. Εν τω μεταξύ, μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3620/2007 και ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 14 του ν. 3075/2002, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, περί επανακρίσεως των αιτήσεων που είχαν απορριφθεί υπό το αρχικό καθεστώς του ν. 3075/2002, η εκκαλούσα υπέβαλε την από 16.4.2008 αίτηση, με την οποία ζητούσε την επανεξέταση της υπόθεσής της βάσει των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον ν. 3620/2007. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την ΚΑ-2260/17.9.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, με την οποία κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της εκκαλούσας οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτές ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, περί απονομής τιμητικής σύνταξης, χορηγήθηκε δε σ’ αυτήν μηνιαία σύνταξη πληρωτέα από το Δημόσιο από τις 11.12.2007, ημερομηνία δημοσίευσης του τελευταίου αυτού νόμου. Κατά της απόφασης αυτής, η εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση έφεση, ζητώντας, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη Ι της παρούσας, την μεταρρύθμισή της ώστε η χορηγηθείσα σ’ αυτή σύνταξη να ορισθεί καταβλητέα από την πρώτη του μήνα που έπεται του μήνα υποβολής της αρχικής της αίτησης (4ος του έτους 2000), ήτοι από 1.5.2000, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 9 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007. Ήδη, μετά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης και σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω 562/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εκδόθηκε η KA-2384/2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας -Θρησκευμάτων – Πολιτισμού και Αθλητισμού. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η ΚΑ-2058/2005 απόφαση, με την οποία είχε, κατά τα προεκτεθέντα, απορριφθεί η αρχική από 11.4.2000 αίτηση της εκκαλούσας περί απονομής τιμητικής σύνταξης βάσει του ν. 2435/1996, ορίσθηκε δε μηνιαία σύνταξη σ’ αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου από 1.4.2010, ενόψει της διάταξης του άρθρου 60 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 169/2007, Α΄ 210), περί μη χορηγήσεως αναδρομικών συντάξεων για διάστημα πέραν των τριών ετών από την έκδοση της σχετικής πράξης – απόφασης συνταξιοδότησης, χωρίς, κατά τα ρητώς διαλαμβανόμενα στο σώμα της εν λόγω απόφασης, να επέρχεται μεταβολή στο ποσό που ήδη κατεβάλλετο στην εκκαλούσα, όπως αυτό είχε ορισθεί με την νυν προσβαλλομένη ΚΑ- 2260/2008 κοινή υπουργική απόφαση.
V. Υπό τα δεδομένα αυτά και συμφώνως προς όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη υπό ΙΙΑ και Β της παρούσας, η υπό κρίση έφεση ασκείται παραδεκτώς από την εκκαλούσα, η οποία διατηρεί το άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον της προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, παρά την επιγενόμενη, ήτοι μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτηση αυτής έκδοση της KA-2384/2013 κοινής υπουργικής απόφασης, προς συμμόρφωση της Διοίκησης με την προεκτεθείσα 562/2011 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κανονίσθηκε σύνταξη στην εκκαλούσα βάσει του ν. 2435/1996, πληρωτέα από 1.4.2010. Και τούτο, διότι η τελευταία αυτή απόφαση διαδέχθηκε μεν την προσβαλλομένη με την οποία είχε χορηγηθεί σύνταξη στην εκκαλούσα από τις 11.12.2007, βάσει του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, πλην δεν ανέτρεψε εξ υπαρχής και καθ’ ολοκληρίαν τη προσβαλλομένη, δοθέντος, άλλωστε, ότι κατά τη ρητή αναφορά της KA-2384/2013 κοινής υπουργικής απόφασης δεν θίγεται η προσβαλλομένη για όσο χρόνο ίσχυσε αλλά ούτε και εφεξής ως προς το ύψος της καταβαλλόμενης σύνταξης, ούτε ικανοποίησε τις αξιώσεις της εκκαλούσας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.5.2000 και εντεύθεν. Επομένως, η προσβαλλομένη διατηρεί τις έννομες συνέπειές της, ως προς τον χρόνο έναρξης καταβολής της σύνταξης, οι οποίες δύνανται να ανατραπούν μόνον διά της προσφυγής στο Δικαστήριο και της μεταρρύθμισης του περιεχομένου της. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του εάν με την ως άνω KA-2384/2013 κοινή υπουργική απόφαση, η Διοίκηση προέβη σε προσήκουσα συμμόρφωση προς την 562/2011 τελεσίδικη απόφαση, ως προς τον χρόνο έναρξης των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτής (βλ. σχετικώς ΕΣ Ολομ. απόφ. 887/2016, Πρακτ. της 5ης Γεν. Συν/σης της 24.3.2015, αποφ. ΕΔΔΑ της 26.6.2012 «Κωσταδήμας και λοιποί κατά Ελλάδος», της 6.11.2008 «Ρεβελιώτης κατά Ελλάδος» και «Κοκκίνης κατά Ελλάδας»), ζήτημα το οποίο άπτεται διοικητικής πράξης διάφορης της ήδη προσβαλλομένης και συνιστά, ως εκ τούτου, αντικείμενο άλλης διαφοράς (πρβ. ΕΣ απόφ. ΙΙ Τμ. 2486/2010). Εξ άλλου, το αίτημα της εκκαλούσας για τη μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης κοινής απόφασης, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως ισχύει μετά την έναρξη καταβολής της σύνταξής της από την πρώτη του μήνα που έπεται εκείνου της υποβολής της αρχικής της αίτησης, ήτοι από 1.5.2000, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της 562/2011 τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, με την οποία, ακυρώθηκε η ΚΑ-2058/30.6.2005 πράξη του Δ/ντή της 43ης Δ/νσης του ΓΛΚ επειδή κρίθηκε ότι μη νομίμως εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της εκκαλούσας οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, ως αρχικώς ίσχυαν και όχι εκείνες του άρθρου 1 του ν. 2435/1996, αφού δεν υφίσταται ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας, ενώ με την δικαστική αυτή απόφαση δεν κρίθηκε ούτε παρεμπιπτόντως το νυν κρινόμενο ζήτημα της έναρξης ισχύος των διατάξεων του άρθρου 2 ν. 3620/2007 περί επανάκρισης απορριφθεισών αιτήσεων και του χρόνου επέλευσης των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτών . Άλλο είναι το θέμα, εάν στο πλαίσιο της προσήκουσας συμμόρφωσης της Διοίκησης προς την εν λόγω δικαστική απόφαση εγείρετο ζήτημα ικανοποίησης της εκκαλούσας για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.5.2000 και εντεύθεν, με διαφορετική πάντως νομική βάση, ζήτημα που αφενός δεν τίθεται εν προκειμένω, ως εκ του περιεχομένου της KA-2384/2013 κοινής υπουργικής απόφασης και της ικανοποίησης της σχετικής αξίωσης για το διάστημα από 1.4.2010 και αφετέρου θα επιλύετο στο στάδιο εκτέλεσης της σύνταξης, κατά τρόπον ώστε να διασφαλισθεί η άπαξ καταβολή της, αφού δεν νοείται συρροή τιμητικών συντάξεων βάσει των οικείων διαδοχικώς ισχυουσών ρυθμίσεων. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση έφεση που είναι και κατά τα λοιπά παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.
VI. Συμφώνως προς τα γενόμενα δεκτά στις σκέψεις υπό IIIA και Β, και λαμβανομένων υπ’ όψιν των εκτεθέντων στη σκέψη υπό IV της παρούσας, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι νομίμως κανονίσθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη σύνταξη στην εκκαλούσα με εναρκτήριο χρονικό σημείο την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3620/2007, ήτοι από 11.12.2007 και εντεύθεν. Και τούτο, διότι εφόσον η σύνταξη της απονεμήθηκε, εν προκειμένω, κατόπιν επανάκρισης σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως ήδη ισχύει, της σχετικής αίτησής της, τα οικονομικά αποτελέσματα της κανονιζόμενης σύνταξής της δεν ήταν δυνατό να ανατρέξουν στην 1η του επόμενου μήνα εκείνου της υποβολής της επανακρινόμενης αίτησής της, ήτοι από 1.5.2000 και σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ίσχυαν οι σχετικές περί απονομής της σύνταξης αυτής διατάξεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση, αφού κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω τα οικονομικά αποτελέσματα των οικείων τροποποιητικών ρυθμίσεων του άρθρου 2 του ν. 3620/2007 ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και όχι αναδρομικώς, ελλείψει ειδικής περί του αντιθέτου διάταξης νόμου. Εξ άλλου, δεν είναι εν προκειμένω εφαρμοστέα η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, περί ενάρξεως καταβολής της σύνταξης από την 1η του επομένου της υποβολής της αίτησης μήνα, όπως ωσαύτως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Και τούτο, διότι κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη υπό ΙΙΙ Β της παρούσας, η διάταξη αυτή αφορά στις αιτήσεις που υποβάλλονται το πρώτον μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3620/2007 και υπό το καθεστώς του νόμου αυτού και όχι σε εκείνες που είχαν ήδη υποβληθεί υπό το καθεστώς προϊσχυουσών διατάξεων είχαν οριστικώς απορριφθεί και επανακρίνονται βάσει της παραγράφου 14 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η σχετική διάταξη δεν προέβλεπε ρητώς την υποβολή νέας αίτησης, αφού δεν περιελήφθη στις οικείες ρυθμίσεις ρητή διάταξη περί αναδρομικής επέλευσης των οικονομικών αποτελεσμάτων των αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει του νέου καθεστώτος και κάνουν αποδεκτά σχετικά συνταξιοδοτικά αιτήματα.
VII. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, η έφεση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η υπέρ του Δημοσίου κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 56 παρ. 4 του π.δ. 774/1980, Α΄ 189 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 3659/2008 – Α΄ 77 και ήδη άρθρο 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α΄ 52).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την έφεση. Και
Διατάσσει την υπέρ του Δημοσίου κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ ΚΑΛΑΜΠΑΛΙΚΗ ΑΣΗΜΙΝΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΑΙΟΥ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΜΑΔΟΥΚΗ ΜΑΡΙΑ ΔΑΝΙΗΛ
