Αριθμός 1568/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2016 με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Σκαλτσούνης, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Ι. Παπαγιάννης, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 6 Ιουνίου 2016 αίτηση:
του Γεωργίου Λυρούδη του Κων/νου, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής (Χείλωνος 2Α), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Χριστόπουλο (Α.Μ. 8860), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1) Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και 2) Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι), που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης (Τέρμα Ικάρων, Φοίνικας), οι οποίοι παρέστησαν με τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά της παρεμβαίνουσας ΠΦ του Κωνσταντίνου, κατοίκου Πικερμίου Αττικής (Σερρών 11), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χαράλαμπο Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) το πρακτικό συγκροτήσεως της Εξεταστικής Επιτροπής του ΚΒ΄ Εισαγωγικού Διαγωνισμού για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι), 2) ο από 25.5.2016 πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων του ΚΒ΄ Εισαγωγικού Διαγωνισμού για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) -κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης- κατά αλφαβητική σειρά, 3) ο από 25.5.2016 πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων του ΚΒ΄ Εισαγωγικού Διαγωνισμού για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) -κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης- κατά σειρά επιτυχίας, 4) ο από 25.5.2016 πίνακας συμμετεχόντων με προσωρινή διαταγή στον ΚΒ΄ Εισαγωγικό Διαγωνισμό για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) -κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης, 5) η σιωπηρά άρνηση της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) στη με αρ. πρωτ. 687/30.5.2016 αίτηση του αιτούντος, 6) η από 6.6.2016 πρόσκληση της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) για την εγγραφή των επιτυχόντων και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Παπαγιάννη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (1411655, 3715851/2016), ο αιτών, υποψήφιος για εισαγωγή στην κατεύθυνση Διοικητικής Δικαιοσύνης της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (εφεξής “ΕΣΔΛ”) κατά τον ΚΒ΄ Εισαγωγικό Διαγωνισμό αυτής (εφεξής “Διαγωνισμός”), ζητεί την ακύρωση: α) του “πρακτικού συγκροτήσεως της Εξεταστικής Επιτροπής του ως άνω Διαγωνισμού” ήτοι, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, της 17988/25-2-2016 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (φ. 107/1-3-2016, τ. ΥΟΔΔ), με την οποία συγκροτήθηκε η ως άνω Επιτροπή, β) του συνταχθέντος από την ίδια Επιτροπή από 25-5-2016 πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων του Διαγωνισμού, καθώς και του από 25-5-2016 πίνακα αποτελεσμάτων της εξετάσεως δύο υποψηφίων, οι οποίοι συμμετείχαν στον Διαγωνισμό δυνάμει προσωρινής δικαστικής διαταγής, γ) της “σιωπηρής άρνησης” της Διοικήσεως να χορηγήσει στον αιτούντα πρόσβαση σε έγγραφα του Διαγωνισμού, την οποία ζήτησε με την υπ’ αριθ. πρωτ. 687/30-5-2016 αίτησή του, και δ) της από 6-6-2016 ανακοινώσεως της ΕΣΔΛ, με την οποία γνωστοποιήθηκε στους επιτυχόντες του Διαγωνισμού η προθεσμία (από 7-6-2016 έως 16-6-2016) εντός της οποίας όφειλαν να υποβάλουν αιτήσεις και δικαιολογητικά για την εγγραφή τους στη Σχολή.
2. Επειδή στη δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς η Φ. Π, η οποία επέτυχε την εισαγωγή της στην ΕΣΔΛ κατά τον ανωτέρω Διαγωνισμό.
3. Επειδή στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999-Α΄ 45-βλ. και την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα και στοιχεία, ο οποίος καταρτίσθηκε με το π.δ. 28/2015-Α΄ 34) ορίζονται τα εξής: “1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. 2. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές. 3. … 4. Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται: α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. …”.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ζήτησε με τις από 30-5-2016 (αριθ. πρωτ. 687/30-5-2016) και 12-6-2016 αιτήσεις του (αρχική και αίτηση θεραπείας) προς την ΕΣΔΛ και την Επιτροπή του Διαγωνισμού να του παρασχεθεί πρόσβαση σε έγγραφα του Διαγωνισμού, με χορήγηση αντιγράφων ή επιτόπια μελέτη αυτών, και συγκεκριμένα: α) στον πίνακα αναλυτικής βαθμολογίας των συμμετασχόντων στο τελικό στάδιο του Διαγωνισμού (προφορική δοκιμασία των υποψηφίων), β) στα γραπτά δοκίμια είκοσι επτά (27) συνυποψηφίων του αιτούντος, οι οποίοι προτάχθηκαν αυτού στον οριστικό πίνακα αποτελεσμάτων, και γ) στα πρακτικά της Επιτροπής του Διαγωνισμού. Όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. πρωτ. 776/16-6-2016 έγγραφο της ΕΣΔΛ και σχετικά στοιχεία που προσκόμισε ο αιτών με το από 28-6-2016 υπόμνημά του, χορηγήθηκαν σε αυτόν αντίγραφα εκ των ζητηθέντων εγγράφων, τα δε γραπτά δοκίμια των συνυποψηφίων του αιτούντος, οι οποίοι προτάχθηκαν αυτού στον οριστικό πίνακα αποτελεσμάτων, απεστάλησαν από την ΕΣΔΛ στο Δικαστήριο ως στοιχεία του φακέλου και ο αιτών έλαβε πλήρη γνώση αυτών στις 21-6-2016, με επίδειξή τους από τον εισηγητή της υποθέσεως, όπως ρητώς συνομολογεί και ο ίδιος στο ως άνω υπόμνημά του (σελ. 14). Εξάλλου, η προσβαλλόμενη ανακοίνωση της ΕΣΔΛ, με την οποία γνωστοποιήθηκε η προθεσμία (από 7-6-2016 έως 16-6-2016), εντός της οποίας οι επιτυχόντες στο Διαγωνισμό όφειλαν να υποβάλουν αιτήσεις και δικαιολογητικά για την εγγραφή τους στη Σχολή, ανεξαρτήτως του εκτελεστού ή μη χαρακτήρα της, εξάντλησε πάντως την ισχύ της με την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, κατά το μέρος που με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η “σιωπηρή άρνηση” της Διοικήσεως να χορηγήσει στον αιτούντα πρόσβαση στα προαναφερθέντα στοιχεία του Διαγωνισμού, καθώς και η ρηθείσα ανακοίνωση της ΕΣΔΛ, η δίκη στερήθηκε του αντικειμένου της μετά την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως (7-6-2016) και πριν τη συζήτησή της στο ακροατήριο (24-6-2016) και, επομένως, συντρέχει λόγος καταργήσεώς της σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), λαμβανομένου υπόψη και ότι ο αιτών δεν επικαλέσθηκε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχισή της.
4. Επειδή ο ν. 3689/2008 “Εθνική Σχολή Δικαστών και άλλες διατάξεις” (Α΄ 164) ορίζει τα εξής: Άρθρο 9 (“Προκήρυξη Διαγωνισμού”): “1. [Όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 8 παρ. 1 του ν. 3910/2011-Α΄ 11] Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως … προκηρύσσεται εισαγωγικός διαγωνισμός στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών για τις ακόλουθες κατευθύνσεις: α) Διοικητικής Δικαιοσύνης, β) … 2. Στην προκήρυξη ορίζονται ο συνολικός αριθμός των εισακτέων σε κάθε κατεύθυνση της Σχολής … 3. …”. Άρθρο 11 (“Επιτροπή Διαγωνισμού”): [Όπως αντικαστάθηκε με το άρ. 9 του ν. 3910/2011] “1. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται από επιτροπή, η οποία συγκροτείται για κάθε κατεύθυνση χωριστά, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων … 2. Η επιτροπή για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης αποτελείται από: α) Έναν Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γ) έναν Πρόεδρο Εφετών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, δ) ένα μέλος ΔΕΠ από τη βαθμίδα του καθηγητή Τμήματος Νομικής και ε) έναν δικηγόρο με εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία. 3. …”. Άρθρο 12 (“Διεξαγωγή-Στάδια Διαγωνισμού”): “1. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια, προκριματικό και τελικό … 2. [Όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 10 παρ. 2 του ν. 3910/2011] Κατά το προκριματικό στάδιο: α) Οι υποψήφιοι εξετάζονται γραπτά, για […] την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης σε θέματα: αα. γενικής παιδείας, ββ. συνταγματικού δικαίου, γενικού διοικητικού δικαίου και δικαίου διοικητικών διαφορών και γγ. δημοσιονομικού δικαίου … δ) Τα μέλη της επιτροπής κατανέμουν μεταξύ τους την εξέταση των μαθημάτων, έτσι ώστε σε κάθε μάθημα να αντιστοιχούν δύο εξεταστές … 3. [Όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 10 παρ. 2 του ν. 3910/2011] Κατά το τελικό στάδιο, στο οποίο μετέχουν μόνον όσοι έχουν επιτύχει στο προκριματικό: α) Οι υποψήφιοι κάθε κατεύθυνσης εξετάζονται προφορικά και δημοσίως στην ύλη που προβλέπεται για τις εξετάσεις του προκριματικού σταδίου της ίδιας κατεύθυνσης και σε θέματα ευρωπαϊκού δικαίου, β) …”. Άρθρο 13 (“Βαθμολόγηση Υποψηφίων”): “1. Η βαθμολογική κλίμακα των εισαγωγικών εξετάσεων για όλες τις δοκιμασίες (προκριματικού και τελικού σταδίου) εκτείνεται από μηδέν έως δεκαπέντε. 2. [Όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 11 παρ. 1 του ν. 3910/2011] α. Η βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων του προκριματικού σταδίου … διενεργείται από δύο βαθμολογητές, μέλη της επιτροπής, τακτικά ή αναπληρωματικά. … Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των διαγωνιζομένων στα γραπτά δοκίμια και η βαθμολογία του πρώτου εξεταστή καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί, το οποίο αφαιρείται ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής μετά την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης σε όλες τις θεματικές ενότητες. … β. Ο μέσος όρος των βαθμών των δύο βαθμολογητών αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στο γραπτό δοκίμιο, εφόσον η διαφορά τους δεν είναι μεγαλύτερη των τριών μονάδων. … γ. Ο μέσος όρος των βαθμών στις πέντε γραπτές δοκιμασίες του προκριματικού σταδίου αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία. Θεωρούνται επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο όσοι υποψήφιοι έλαβαν μέσο όρο βαθμολογίας στις πέντε γραπτές δοκιμασίες οκτώ και σε καμία κάτω από έξι. 3. Η αξιολόγηση της επίδοσης του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία γίνεται από κάθε μέλος της επιτροπής, το οποίο, μετά το τέλος της εξέτασης, βαθμολογεί ιδιαιτέρως την επίδοση του υποψηφίου με ένα βαθμό για ολόκληρη την εξεταστέα ύλη. Ο μέσος όρος των πέντε βαθμών αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία. 4. [Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3910/2011] α. Ο τελικός βαθμός επιτυχίας κάθε υποψηφίου προκύπτει από το άθροισμα του μέσου όρου της γραπτής δοκιμασίας, με ποσοστό αξιολόγησης 70%, και του μέσου όρου της προφορικής δοκιμασίας, με ποσοστό αξιολόγησης 30%. β. … 5. Στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων κατατάσσονται μόνον οι υποψήφιοι, οι οποίοι έλαβαν τελικό βαθμό επιτυχίας … τουλάχιστον οκτώ. Ο πίνακας αυτός, ο οποίος καταρτίζεται με βάση τον τελικό βαθμό επιτυχίας κάθε υποψηφίου, κυρώνεται από την επιτροπή διαγωνισμού, αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.” Άρθρο 14 (“Εγγραφή Εκπαιδευομένων”): “1. Στη Σχολή εγγράφονται οι υποψήφιοι, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων κατά σειρά επιτυχίας, έως ότου καλυφθεί ο αριθμός των θέσεων, ο οποίος αναφέρεται στην προκήρυξη. Σε περίπτωση ισοβαθμίας, για την πλήρωση της τελευταίας θέσης, οι υποψήφιοι, οι οποίοι ισοβάθμησαν, εγγράφονται ως υπεράριθμοι. 2. … “.
5. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 87 του Συντάγματος, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 αυτού, με τις οποίες καθιερώνεται το δικαίωμα του ατόμου προς παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, προκύπτει ότι η απονομή της Δικαιοσύνης ανατίθεται αποκλειστικώς σε τακτικά δικαστήρια, τα οποία λειτουργούν υπό τις εγγυήσεις που θεσπίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος, δηλαδή συνεδριάζουν δημοσίως, οι αποφάσεις τους είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένες και απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση (βλ. ΣτΕ 189/2007 Ολομ.). Από τις παρατεθείσες, εξάλλου, στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει ότι η επιτροπή του διαγωνισμού εισαγωγής στην ΕΣΔΛ δεν αποτελεί δικαστήριο υπό την ανωτέρω έννοια ούτε εντάσσεται στη δικαστική οργάνωση του Κράτους, όπως συμβαίνει με άλλα όργανα, κατά τις διατάξεις που τα προβλέπουν (λ.χ. τα υπηρεσιακά δικαστικά συμβούλια των δικαστικών υπαλλήλων – βλ. ΣτΕ 3034/2008 ολομ.). Αντιθέτως, η εν λόγω επιτροπή εντάσσεται οργανικώς στη διοικητική λειτουργία (Υπουργείο Δικαιοσύνης), συγκροτούμενη μάλιστα επ’ ευκαιρία κάθε εισαγωγικού διαγωνισμού με απόφαση του αρμοδίου Υπουργού, το γεγονός δε ότι ο νόμος προβλέπει την κατά πλειοψηφία συγκρότησή της από δικαστικούς λειτουργούς (ως συνδεομένης με την εκπαίδευση των μελλοντικών δικαστικών λειτουργών) δεν είναι καθοριστικό για τον χαρακτηρισμό της ως οργάνου της δικαστικής εξουσίας, αφού και άλλα συλλογικά όργανα με ανάλογη συγκρότηση εκδίδουν πράξεις διοικητικές, δυνάμενες να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως κατά το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος (π.χ. το κατ’ άρθρο 16 παρ. 6 του Συντάγματος πειθαρχικό συμβούλιο των καθηγητών των ΑΕΙ, το οποίο συγκροτείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς – βλ. ΣτΕ 2855/2014, 2522/2001 επτ., 2238/1999 Ολομ. κ.ά.). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί που προβάλλει η παρεμβαίνουσα περί απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά πράξεων της Επιτροπής του Διαγωνισμού για το λόγο ότι αυτή αποτελεί όργανο της δικαστικής εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι (βλ. ΣτΕ 1615/2008, 741/2002, 3618/1996 επτ.).
6. Επειδή η σύνθετη διοικητική ενέργεια του εισαγωγικού διαγωνισμού στην ΕΣΔΛ ολοκληρώνεται με την έκδοση του πίνακα των οριστικών αποτελεσμάτων, ο οποίος και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Συνεπώς, ως μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιευθείς στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Γ΄ 507/6-6-2016) οριστικός πίνακας αποτελεσμάτων του Διαγωνισμού (βλ. ΣτΕ 1051/2012 επτ., 1615/2008), κατά του οποίου είναι επιτρεπτή η προβολή και λόγων ακυρώσεως οι οποίοι μπορεί να αφορούν πλημμέλειες των ενδιάμεσων πράξεων της σύνθετης διοικητικής ενέργειας του Διαγωνισμού. Εξάλλου, ο αιτών, ο οποίος κατέλαβε την 28η θέση στον ανωτέρω πίνακα, ζητεί την ακύρωσή του με έννομο κατ’ αρχήν συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην επιδίωξή του να καταλάβει μία από τις προκηρυχθείσες με την 4636/29-1-2016 κ.υ.α. (Γ΄ 56/1-2-2016) είκοσι έξι (26) θέσεις εισακτέων στην ΕΣΔΛ για την κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Δεν προσβάλλεται, αντιθέτως, παραδεκτώς λόγω ελλείψεως εκτελεστού χαρακτήρα ο από 25-5-2016 πίνακας αποτελεσμάτων της εξετάσεως δύο υποψηφίων, οι οποίοι είχαν αποκλεισθεί κατά το προκριματικό στάδιο του Διαγωνισμού (γραπτή εξέταση), αλλά έλαβαν μέρος στο τελικό στάδιο αυτού (προφορική εξέταση) κατόπιν χορηγήσεως προσωρινών δικαστικών διαταγών, διότι από τον εν λόγω πίνακα, ο οποίος συντάχθηκε σε συμμόρφωση προς τις ανωτέρω προσωρινές διαταγές, δεν γεννώνται περαιτέρω δικαιώματα για τους προαναφερθέντες υποψηφίους (πρβλ. ΣτΕ 1047, 1051/2012 επτ.).
7. Επειδή προβάλλεται ότι η Επιτροπή του Διαγωνισμού μη νομίμως παρέλειψε να αποκλείσει κατά το προκριματικό στάδιο (γραπτή δοκιμασία) συνυποψηφίους του αιτούντος, παρότι διαπίστωσε ότι σε ορισμένα γραπτά δοκίμια του μαθήματος της “Γενικής Παιδείας” είχαν παρατηρηθεί, στο “πρόχειρο” των γραπτών αυτών, εγγραφές με στυλό κόκκινου χρώματος ή με φωσφορίζοντα μαρκαδόρο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι ως προς τους συνυποψηφίους του αιτούντος οι οποίοι κατατάχθηκαν σε υψηλότερες θέσεις (1-27) από τον ίδιο στον οριστικό πίνακα αποτελεσμάτων, δεν ευρίσκει έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου (στον οποίο περιλαμβάνεται το σύνολο των γραπτών δοκιμίων των ως άνω συνυποψηφίων του αιτούντος). Την ανυπαρξία, άλλωστε, τέτοιου ερείσματος συνομολογεί ρητώς και ο ίδιος ο αιτών με το από 28-6-2016 υπόμνημά του (σελ. 14). Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αιτούντος κατά τους οποίους σε γραπτά δοκίμια ορισμένων συνυποψηφίων του, οι οποίοι επέτυχαν την εισαγωγή τους στην ΕΣΔΛ, δεν χρησιμοποιήθηκε στυλογράφος διαρκείας, αλλά “πενάκι“, με αποτέλεσμα οι υποψήφιοι αυτοί να είναι αναγνωρίσιμοι κατά τη βαθμολόγηση παρά την πλήρη κάλυψη των στοιχείων τους, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι προβάλλονται το πρώτον με το ως άνω υπόμνημα, το οποίο κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (άρθρο 25 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του π.δ. 18/1989) και με το οποίο δεν είναι επιτρεπτή η προβολή αυτοτελών λόγων ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 807/2016 επτ., 386/2016 Ολομ.). Οι προβαλλόμενοι, τέλος, με το ίδιο υπόμνημα ισχυρισμοί του αιτούντος, κατά τους οποίους τα γραπτά δοκίμια των υποψηφίων δεν φέρουν υπογραφές και των δύο βαθμολογητών, καθώς και χρονολογία βαθμολογήσεως από αυτούς, ανεξαρτήτως του κατά τα ανωτέρω απαραδέκτου της προβολής τους με το υπόμνημα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέοι για τους εξής λόγους: (α) τα γραπτά δοκίμια των υποψηφίων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, φέρουν υπογραφές των δύο βαθμολογητών, οι οποίες δεν αμφισβητούνται ως προς τη γνησιότητά τους και από τις οποίες, σε συνδυασμό με το υπ’ αρ. 1/1-3-2016 πρακτικό της Επιτροπής του Διαγωνισμού για τον ορισμό των βαθμολογητών, προκύπτει πλήρως η ταυτότητα των τελευταίων· και (β) η διοικητική πράξη καθορισμού της βαθμολογίας των υποψηφίων κατά το προκριματικό στάδιο του Διαγωνισμού, η οποία πρέπει να φέρει κατά νόμο (άρ. 16 παρ. 1 Κώδικα Διοικ. Διαδικασίας) χρονολογία και υπογραφή, τελειούται με την έκδοση του πίνακα αποτελεσμάτων του εν λόγω σταδίου από την Επιτροπή του Διαγωνισμού, ο οποίος εν προκειμένω εκδόθηκε με ημερομηνία 6-5-2016 και υπογράφεται από τον πρόεδρο, τα μέλη και τη γραμματέα της Επιτροπής.
8. Επειδή προβάλλεται ότι κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας συμμετείχε στην προφορική δοκιμασία των υποψηφίων ως τακτικό μέλος της Επιτροπής του Διαγωνισμού, με την ιδιότητα μέλους ΔΕΠ στη βαθμίδα του καθηγητή Νομικής, ο Ιωάννης Δρόσος (Ι.Δ.), ο οποίος, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, είχε κώλυμα λόγω ιδιάζουσας σχέσεως με τις υποψήφιες (Σ.Φ.) και την ήδη παρεμβαίνουσα ΦΠ (Φ.Π.). Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Την 6-5-2016 αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της ΕΣΔΛ ο πίνακας αποτελεσμάτων του προκριματικού σταδίου (γραπτή εξέταση) του Διαγωνισμού, στον οποίο ο αιτών κατέλαβε την έβδομη (7η) θέση (μέσος όρος γραπτής βαθμολογίας 9.80). Ακολούθησε στις 18-5-2016 η προφορική εξέταση του αιτούντος, στην οποία αυτός βαθμολογήθηκε με μέσο όρο 6.80, με συνέπεια ο τελικός (σταθμισμένος) μέσος όρος βαθμολογίας του γραπτής και προφορικής εξετάσεως να διαμορφωθεί σε 8.90 και να καταλάβει την 28η θέση στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων (επί 26 εισακτέων). Στον ίδιο Διαγωνισμό έλαβαν επίσης μέρος: α) η Σ.Φ., η οποία κατά το προκριματικό στάδιο κατέλαβε τη δέκατη (10η) θέση (με μ.ο. γραπτής βαθμολογίας 9.55) και μετά το τελικό στάδιο του Διαγωνισμού, στο οποίο έλαβε μ.ο. βαθμολογίας 11.00, κατέλαβε στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων την έβδομη (7η) θέση· και β) η παρεμβαίνουσα, η οποία κατά το προκριματικό στάδιο κατέλαβε τη δέκατη όγδοη (18η) θέση (με μ.ο. γραπτής βαθμολογίας 9.05) και μετά το τελικό στάδιο του Διαγωνισμού, στο οποίο έλαβε μ.ο. βαθμολογίας 11.20, κατέλαβε στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων τη δωδέκατη (12η) θέση. Όπως προκύπτει από προσκομισθείσες βεβαιώσεις του Γενικού Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, (α) η Σ.Φ. ήταν, ως δικηγόρος, εταίρος δικηγορικής εταιρείας (“Γιάννης Ζ. Δρόσος και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία”), στην οποία μετείχε ως κύριος εταίρος το ανωτέρω μέλος της Επιτροπής του Διαγωνισμού, κατά την περίοδο από 25-7-2014 έως και τη λύση της ανωτέρω εταιρείας στις 31-12-2015· και (β) η παρεμβαίνουσα διατηρούσε, ως δικηγόρος, έμμισθη σχέση από 1-10-2012 έως 31-12-2014 με άλλη δικηγορική εταιρεία (“Γ.Δ. ΚΑΛΛΙΜΟΠΟΥΛΟΣ-Κ.Θ. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ-Α.Π. ΧΙΩΤΕΛΛΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”), μέλος της οποίας ήταν από 18-7-2006 έως 18-12-2012 το ως άνω μέλος της Επιτροπής του Διαγωνισμού, στην ίδια δε εταιρεία η εν λόγω υποψήφια είχε εργασθεί και ως ασκούμενη δικηγόρος κατά την περίοδο από 19-4-2010 έως 8-3-2012. Το ως άνω μέλος (Ι.Δ.) της Επιτροπής του Διαγωνισμού υπέβαλε την από 2-3-2016 δήλωση προς τον πρόεδρο της Επιτροπής, στην οποία ανέφερε τα εξής: “[…] στις εξετάσεις που καλείται να διεξαγάγει προσεχώς η υφ’ υμάς εξεταστική επιτροπή θα μετάσχει και δικηγόρος που συνεργάσθηκε μαζί μου στο παρελθόν, σε συνεργασία η οποία ουσιαστικά διεκόπη πριν από ενάμισι περίπου χρόνο, ήταν όμως και εταίρος σε δικηγορική εταιρία της οποίας κύριος εταίρος ήμουν και εγώ, όπου και παρέμεινε τυπικά μέχρι την διάλυσή της, την 31η Δεκεμβρίου 2015. Με το παρόν θέτω το γεγονός αυτό υπόψη σας, και δι’ υμών στην εξεταστική επιτροπή, ώστε να κρίνετε αν συντρέχει λόγος ασυμβιβάστου της συμμετοχής μου σε αυτήν”. Μετά την ανωτέρω δήλωση του Ι.Δ. η Επιτροπή του Διαγωνισμού εξέδωσε την από 21-3-2016 απόφασή της (πρακτικό 2/21-3-2016), στην οποία διαλαμβάνονται τα εξής: “[…] αφού έλαβε υπ’ όψη [η Επιτροπή] και την κατατεθείσα σχετικώς, από 2.3.2016, και επισυναπτόμενη στο παρόν, δήλωση του μέλους Ι. Δρόσου, σε συνδυασμό με την προφορική δήλωση του τελευταίου ότι δεν θεωρεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του νόμιμο κώλυμα συμμετοχής, έκρινε, χωρίς την παρουσία του μέλους τούτου, ότι ως κωλύματα συμμετοχής στην Επιτροπή πρέπει να θεωρηθούν, αφ’ ενός μεν οποιοδήποτε από τα κωλύματα που αναφέρονται στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αφ’ ετέρου δε η ύπαρξη ενεργού κατά το διαγωνισμό επαγγελματικής σχέσεως, και ότι, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει, ως εκ των ανωτέρω, κώλυμα για το εν λόγω μέλος.” Ο αιτών προβάλλει ότι υπό τα εκτεθέντα δεδομένα ο Ι.Δ. είχε κώλυμα συμμετοχής στην προφορική εξέταση των ανωτέρω συνυποψηφίων του, καθώς και του ιδίου, ως μη παρέχων τις κατά νόμο εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης, ισχυρίζεται δε ειδικότερα: α) ότι κατά την προφορική εξέταση της παρεμβαίνουσας ο Ι.Δ. απευθύνθηκε προς αυτήν σε τόνο προσωπικό και οικείο· β) ότι ο Ι.Δ. θα μπορούσε να επηρεασθεί και να κατευθύνει την όλη προφορική εξέταση όχι μόνο υπέρ των ανωτέρω συνυποψηφίων του αιτούντος, αλλά και σε βάρος του· και γ) ότι το ίδιο μέλος θα μπορούσε να επηρεάσει και τα λοιπά μέλη της Επιτροπής να αποφασίσουν μεροληπτικά εις βάρος του αιτούντος. Η παρεμβαίνουσα, εξάλλου, προβάλλει τα εξής: Ότι η μνημονευθείσα δικηγορική εταιρεία, στην οποία εργάσθηκε αρχικά ως ασκούμενη δικηγόρος και στη συνέχεια με σχέση έμμισθης εντολής, περιελάμβανε “περίπου σαράντα (40) δικηγόρους … οι οποίοι συνεπικουρούνται από έξι έως επτά (6-7) ασκουμένους που εναλλάσσονται ανά περιόδους, καθώς και από αντίστοιχο αριθμό υπαλλήλων γραμματειακής υποστήριξης”, ότι η εν λόγω εταιρεία διαρθρώνεται ιεραρχικά, ότι η εργασιακή ύλη δεν κατανέμεται απευθείας από τους εταίρους προς τους ασκουμένους, αλλά μέσω ενδιάμεσων συνεργατών, ότι λόγω των καθηκόντων των ασκουμένων (εξωτερικές εργασίες, μη σύνθετη νομική έρευνα) είναι αδύνατη η ανάπτυξη ιδιάζουσας σχέσεως μεταξύ εταίρου και ασκουμένου, ότι οι δύο αυτές κατηγορίες σπανίως συνυπήρχαν ακόμη και εντός του ίδιου κτιρίου, ότι η παρεμβαίνουσα δεν ήταν ασκουμένη του συγκεκριμένου μέλους της Επιτροπής του Διαγωνισμού, αλλά της εταιρείας, ότι σε άλλο διαγωνισμό (εισαγωγής μεταπτυχιακών φοιτητών) η παρεμβαίνουσα απορρίφθηκε από το ίδιο μέλος της Επιτροπής υπό άλλη ιδιότητά του, καθώς και ότι η χρονική σύμπτωση της παρεμβαίνουσας ως εργαζόμενης με έμμισθη εντολή και του ως άνω μέλους της Επιτροπής στην ίδια δικηγορική εταιρεία υπήρξε εντελώς τυπική, δεδομένου ότι ήδη σε προγενέστερο χρονικό σημείο (25-9-2012) ο Ι.Δ. είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την εταιρεία και η αποχώρησή του ολοκληρώθηκε στις 21-11-2012 με την απώλεια της εταιρικής του ιδιότητας (όπως προκύπτει από την από 27-12-2012 “Συμφωνία αποχώρησης εταίρου”), με συνέπεια να μην έχει οποιαδήποτε ανάμιξη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1-10-2012 έως 18-12-2012) στη λειτουργία της εταιρείας.
9. Επειδή ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως προβάλλεται, κατ’ αρχήν, παραδεκτώς το πρώτον με την κρινόμενη αίτηση, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο αιτών γνώριζε σε προγενέστερο χρονικό σημείο τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και δεν τα προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 638/2014, 847/2013, 3758/2012).
10. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος “η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαύουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας”, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος, οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα βάσει νόμου που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία επιλογής τους, είναι δε ισόβιοι. Από την τελευταία αυτή διάταξη, που είναι ενταγμένη στο Ε΄ Τμήμα του Συντάγματος περί Δικαστικής Εξουσίας, προκύπτει ότι η είσοδος των λειτουργών της δικαιοσύνης στο δικαστικό σώμα αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρυθμίσεως που τελεί σε αρμονία προς τις λοιπές διατάξεις του ίδιου Τμήματος του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ως ιδίας πολιτειακής λειτουργίας. Ο διορισμός των υποψηφίων που διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα πρέπει να γίνεται κατόπιν “διαδικασίας επιλογής”. Η έμφαση του Συντάγματος στη “διαδικασία επιλογής”, που ερμηνεύεται ενόψει και των λοιπών διατάξεών του περί δικαστικής εξουσίας, δηλώνει τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη η διαδικασία αυτή να είναι αυτοτελής, να αφορά δηλαδή αποκλειστικά στην επιλογή δικαστών και να προσιδιάζει στη φύση του λειτουργήματός τους ως οργάνων που απολαύουν ανεξαρτησίας έναντι των λοιπών λειτουργιών του κράτους. Προσιδιάζει δε στη στελέχωση ανεξάρτητου δικαστικού σώματος διαδικασία περιβεβλημένη με εγγυήσεις ανεξάρτητης και εξειδικευμένης επαγγελματικής κρίσης κατά την επιλογή των υποψηφίων δικαστών, όπως είναι η διενεργουμένη μέσα στους κόλπους της Δικαιοσύνης. Η κατοχυρούμενη στο άρθρο 87 παρ. 1 λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, στην οποία θεμελιώνεται σειρά εγγυήσεων που περιβάλλουν όλη τη σταδιοδρομία τους, ήδη από την πρώτη τοποθέτησή τους, συνεπάγεται αυξημένες εγγυήσεις αξιοκρατικής επιλογής των δικαστών, καθώς αυτή έχει πρόδηλη και καθοριστική σημασία για τη στελέχωση ανεξάρτητης Δικαιοσύνης (βλ. ΣτΕ 4387/1988 7μ., ΣτΕ 4389/1988 7μ.). Η ίδια θέση έχει αποτυπωθεί, εξάλλου, και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη για το Καθεστώς των Δικαστών που εκπονήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης, στο άρθρο 1.3 του οποίου ορίζεται ότι: «Κατά την λήψη κάθε απόφασης που αφορά στην επιλογή, στην πρόσληψη, στον διορισμό, στην άσκηση και στην περάτωση των καθηκόντων ενός ή μιας δικαστή θα πρέπει να παρεμβαίνει ένα ανεξάρτητο όργανο της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας το οποίο θα πρέπει να αποτελείται το λιγότερο κατά το ήμισυ από δικαστές που έχουν εκλεγεί από τους ομοίους τους με τρόπο που να εξασφαλίζεται η ευρύτερη αντιπροσώπευσή τους» (βλ. ΣτΕ Διοικητ. Ολομ. 11/2010).
11. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, η οποία αποτελεί ειδική έκφραση της αρχής του Κράτους Δικαίου (βλ. ΣτΕ 2243/2011 επτ.), αποτυπώνεται δε και στο άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, τα όργανα της Διοικήσεως, είτε ενεργούν ατομικώς είτε ως μέλη συλλογικού οργάνου, πρέπει να παρέχουν εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης, ώστε να δημιουργείται στους πολίτες πεποίθηση για το αδιάβλητο των πράξεων που εκδίδονται από αυτά, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί ή ιδιάζουσα σχέση μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο. Κατά συνέπεια, άσχετα από την ύπαρξη διατάξεως που να προβλέπει για ειδικούς λόγους την εξαίρεση του συγκεκριμένου μέλους του διοικητικού οργάνου, η ενέργειά του που έγινε παρά τη συνδρομή τέτοιων λόγων είναι ελαττωματική και συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής διοικητικής πράξεως λόγω του τεκμηρίου επηρεασμού του που δημιουργείται, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή υπήρξε πραγματικά μεροληπτική. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της ιδιάζουσας σχέσεως ή του ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά τέτοια που, ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, είναι πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο τον οποίο πρόκειται να κρίνει (βλ. ΣτΕ 3878/2015, 2966/2014, 638/2014, 3891/2013, 3758/2012, 3056/2006, 2522/2001 επτ., 2421/2001 κ.ά.).
12. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, η επαγγελματική σχέση του μέλους της εξεταστικής επιτροπής Ι.Δ. με την υποψήφια Σ.Φ. διήρκεσε επί δεκαεπτά περίπου μήνες, από 25-7-2014 μέχρι 31-12-2015, οπότε λύθηκε η εταιρεία «Γιάννης Ζ. Δρόσος και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία». Το χρονικό τούτο διάστημα δεν είναι μεγάλο, ενώ, κατά το μεγαλύτερο μέρος του (όλο το έτος 2015), η Σ.Φ. εμφανίζει ελάχιστη επαγγελματική δικαστηριακή δραστηριότητα (βλ. κατάσταση γραμματίων προκαταβολής της εταιρείας για το έτος 2015). Η επαγγελματική δε σχέση των ως άνω δεν ήταν ενεστώσα κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, διακοπείσα δύο περίπου μήνες πριν από τη συγκρότηση της επιτροπής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται ύπαρξη ιδιάζουσας σχέσης του Ι.Δ. προς τη Σ.Φ., δημιουργούσα τεκμήριο επηρεασμού αυτού, η περί της οποίας καταφατική κρίση, ενόψει και του διακυβεύματος της υπόθεσης, πρέπει να είναι τεκμηριωμένη πέρα από κάθε αμφιβολία· εξάλλου, ο αιτών δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει πρόσθετα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν την κατά τα άνω ιδιάζουσα σχέση (πρβλ. ΣτΕ 2966/2014). Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως περί κακής σύνθεσης της Επιτροπής του Διαγωνισμού, καθό μέρος αφορά τη σχέση του Ι.Δ. με τη Σ.Φ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μειοψήφησε η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, με τη γνώμη της οποίας συντάχθηκαν οι Πάρεδροι, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Όπως προκύπτει από τις μνημονευθείσες βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η Σ.Φ. ήταν μέλος της εταιρείας «Γιάννης Ζ. Δρόσος και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία» από 25-7-2014 έως 31-12-2015, η σχέση δε αυτή της εν λόγω υποψήφιας με το μέλος της Επιτροπής του Διαγωνισμού Ι.Δ. αποτελεί σχέση συνεργασίας μεταξύ ελευθέρων επαγγελματιών, η οποία προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη διάρκειά της ή τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες αναπτύσσεται (λ.χ. το είδος της ασκούμενης δικηγορικής δραστηριότητας ως δικαστηριακής ή μη, ή την έκταση της εν λόγω δραστηριότητας), τη συνδρομή του στοιχείου της ιδιαίτερης προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των συνεργαζομένων ελευθέρων επαγγελματιών (πρβλ., ιδίως, ΣτΕ 638/2014, 2421/2001· πρβλ. επίσης ΣτΕ 3891/2013, 3758/2012). Ενόψει αυτών, η ανωτέρω σχέση του μέλους της Επιτροπής του Διαγωνισμού Ι. Δ. και της υποψήφιας Σ.Φ., η οποία είχε, σε κάθε περίπτωση, ικανή χρονική διάρκεια και λύθηκε μόλις δύο μήνες πριν τη συγκρότηση της Επιτροπής του Διαγωνισμού, συνιστά ιδιαίτερη και ιδιάζουσα σχέση, από την οποία δημιουργείται τεκμήριο επηρεασμού του μέλους αυτού της Επιτροπής του Διαγωνισμού. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτήν, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός.
13. Επειδή, περαιτέρω, η επαγγελματική σχέση του Ι.Δ. προς την παρεμβαίνουσα Φ.Π., η οποία υπήρξε ασκούμενη δικηγόρος κατά τα έτη 2010-2012 και έμμισθη δικηγόρος από 1-10-2012 στη δικηγορική εταιρεία “Γ.Δ. ΚΑΛΛΙΜΟΠΟΥΛΟΣ-Κ.Θ. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ-Α.Π. ΧΙΩΤΕΛΛΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ“, ενώ ο Ι.Δ. απεχώρησε από την εταιρεία αυτήν στις 21-11-2012, διήρκεσε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ούτε δε από τη φύση της εν λόγω συνεργασίας ούτε από τις ειδικές περιστάσεις προκύπτει ο ιδιάζων χαρακτήρας της, ώστε να εγείρονται εύλογες υπόνοιες έλλειψης αμεροληψίας του Ι. Δρόσου έναντι της παρεμβαίνουσας. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως περί κακής σύνθεσης της Επιτροπής του Διαγωνισμού, καθό μέρος αφορά τη σχέση του Ι.Δ. με την παρεμβαίνουσα, είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως των δύο Παρέδρων, ο ανωτέρω λόγος είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός και κατά το πιο πάνω μέρος του, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα σχέση του του Ι.Δ. και της παρεμβαίνουσας αποτελεί, στο σύνολό της, σχέση επαγγελματικής συνεργασίας συναπτόμενη ελεύθερα μεταξύ ελευθέρων επαγγελματιών (περίπτωση διαφορετική από την άσκηση δικηγόρου στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, η οποία κρίθηκε με την ΣτΕ 2966/2014), απαιτεί δε επίσης για τη σύναψη και διατήρησή της τη συνδρομή του στοιχείου της προσωπικής εμπιστοσύνης. Συνεπώς, η εν λόγω σχέση ήταν επίσης, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναμφίβολα ικανή να παραγάγει, ανεξαρτήτως των ιδιαιτέρων συνθηκών εργασίας της παρεμβαίνουσας (οι οποίες άλλωστε δεν αποδεικνύονται), πραγματικό σύνδεσμο μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων, καθώς και να διατηρήσει τη δυνατότητα επιρροής του συνδέσμου αυτού έως το κρίσιμο χρονικό σημείο της εξετάσεως των υποψηφίων του Διαγωνισμού (πρβλ. ΣτΕ 638/2014, 2421/2001).
14. Επειδή, εξάλλου, το αρμόδιο συλλογικό όργανο, μέλος του οποίου δηλώνει τη συνδρομή λόγου αποχής από ορισμένη ενέργεια του οργάνου ή στο οποίο υποβάλλεται αίτηση εξαιρέσεως μέλους του (άρθρο 7 παρ. 3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας), αποφαίνεται σχετικώς ασκώντας δεσμία αρμοδιότητα και όχι διακριτική ευχέρεια, οφείλει δε, αναλόγως αν συντρέχει κατά νόμο ο λόγος της αποχής ή της εξαιρέσεως, να δεχθεί ή να απορρίψει τη δήλωση ή την αίτηση. Ενόψει των ανωτέρω, η Επιτροπή του Διαγωνισμού, υπό οποιαδήποτε σύνθεση και αν είχε επιληφθεί του ζητήματος της συμμετοχής στη σύνθεσή της του Ι.Δ., θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, να θεωρήσει νόμιμη τη συμμετοχή του ανωτέρω. Επομένως, ο ισχυρισμός του αιτούντος, κατά τον οποίο η Επιτροπή εξέδωσε την από 21-3-2016 απόφασή της (πρακτικό 2/21-3-2016), με την οποία θεώρησε ότι δεν συνέτρεχε κώλυμα του Ι. Δρόσου, με μη νόμιμη σύνθεση λόγω μη νόμιμης προσκλήσεως του αναπληρωματικού μέλους της Ιουλίας Ηλιοπούλου – Στράγγα, πέραν του ότι προβάλλεται απαραδέκτως το πρώτον με το από 28-6-2016 υπόμνημα του αιτούντος, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος (πρβλ. ΣτΕ 2804/2012 , 530/2003 Ολομ.).
15. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η μη τήρηση “απομαγνητοφωνημένων πρακτικών” κατά τη διενέργεια της προφορικής δοκιμασίας του εισαγωγικού διαγωνισμού στην ΕΣΔΛ, καθώς και η έλλειψη σχετικής νομοθετικής προβλέψεως, αντίκεινται σε συνταγματικές και άλλες αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις και αρχές (άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), καθόσον η μη τήρηση των ανωτέρω πρακτικών καθιστά αδύνατη τη δικαστική προστασία του ενδιαφερομένου έναντι του ενδεχομένου πλάνης της Διοικήσεως περί τα πράγματα. Συναφώς προβάλλεται ότι ο προσβαλλόμενος πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων “[…] κατά το μέρος της βαθμολογίας του β΄ σταδίου του Διαγωνισμού είναι νομικώς πλημμελής ως αντίθετος προς τις [ως] άνω αρχές, και για λόγους πρόδηλης πλάνης περί τα πράγματα, καθόσον σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας δεν είναι δυνατόν ο 7ος κατά σειρά επιτυχίας στο α΄ στάδιο του Διαγωνισμού [ο αιτών] κατά το οποίο όλοι οι εξεταζόμενοι εξετάζονται στα ίδια θέματα και στην ακριβώς ίδια χρονική στιγμή και με τα ίδια χρονικά περιθώρια, να λάβει την χειρότερη βαθμολογία από όλους τους συνυποψηφίους του, και να αποκλειστεί από τις προς πλήρωση θέσεις, όταν συνυποψήφιοί του στο α΄ στάδιο και υπό τις ως άνω προϋποθέσεις ευρίσκοντο πολύ πιο κάτω από το όριο των είκοσι έξι (26) προς πλήρωση θέσεων και κατάφεραν να ανέλθουν 13-17 θέσεις, ακόμη και με την ρήτρα του 30% της βαθμολόγησης της προφορικής εξέτασης. […]”.
16. Επειδή από τις μνημονευθείσες διατάξεις του ν. 3689/2008, οι οποίες διέπουν την προφορική δοκιμασία του εισαγωγικού διαγωνισμού στην ΕΣΔΛ, προκύπτει ότι η δοκιμασία αυτή διεξάγεται δημοσίως, ώστε όλα τα κρίσιμα περιστατικά της εξετάσεως των υποψηφίων να είναι φανερά και αμέσως προσιτά σε κάθε ενδιαφερόμενο, χωρίς να απαιτείται η τήρηση πρακτικών, καθώς και αιτιολόγηση της κρίσης των βαθμολογητών ως προς την επιλογή συγκεκριμένου βαθμού για κάθε υποψήφιο. Πέραν τούτου, και από τη φύση της πράξεως της βαθμολογήσεως προκύπτει ότι δεν απαιτείται σχετικώς αιτιολογία, διότι η βαθμολόγηση, καθώς και η εκτίμηση του περιεχομένου των απαντήσεων των εξεταζομένων, συνιστά τεχνική – επιστημονική κρίση, η οποία διενεργείται βάσει επιστημονικών γνώσεων που προσιδιάζουν στο αντικείμενο του εξεταζόμενου κάθε φορά μαθήματος. Επομένως, ο έλεγχος της βαθμολογίας που τίθεται με βάση την παραπάνω εκτίμηση, ως προς την οποία δεν καταλείπεται στάδιο διακριτικής ευχέρειας στον εξεταστή, εκφεύγει κατ’ αρχήν του ακυρωτικού ελέγχου, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα, εάν προκύπτει δηλαδή ότι η κρίση του βαθμολογητή στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα ή ανακριβή στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 3506/2013, 3064/2011, 984/2003, 610/1997, 2014/1994 κ.ά.). Τέτοια, εξάλλου, πλάνη περί τα πράγματα, δηλαδή βαθμολόγηση στηριζόμενη σε ανύπαρκτα ή ανακριβή στοιχεία, δεν νοείται κατ’ αρχήν, όταν πρόκειται για δημόσια προφορική εξέταση. Και τούτο, διότι η πλήρης δημοσιότητα της εξετάσεως αυτής, σε συνδυασμό με τη συγκρότηση της Επιτροπής του Διαγωνισμού από πρόσωπα εξοπλισμένα με τα υψηλότερα δυνατά εχέγγυα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, αποτελεί το πλέον ισχυρό και αποτελεσματικό μέσο για την εξασφάλιση της διαφάνειας και αντικειμενικότητας της αξιολογήσεως των υποψηφίων, καθιστώντας αυταπόδεικτη και προσιτή σε όλους τόσο την ύπαρξη, όσο και το περιεχόμενο των ερωτήσεων και των προφορικών απαντήσεων κάθε υποψηφίου. Αντιθέτως, σε άλλες διοικητικές διαδικασίες, στις οποίες προβλέπεται ή διεξάγεται συνέντευξη του ενδιαφερομένου, αλλά χωρίς δημοσιότητα, ευλόγως επιβάλλεται, για λόγους διαφάνειας της διαδικασίας και νόμιμης αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων, η τήρηση πρακτικών με καταγραφή των σχετικών ερωτήσεων και απαντήσεων (βλ. ΣτΕ 865/2016 επτ., 2052/2011, 3052/2009 Ολομ., 2659/2001 επτ.). Ενόψει των ανωτέρω, ο προεκτεθείς λόγος ακυρώσεως, καθό μέρος προβάλλει παραβίαση συνταγματικών και άλλων αυξημένης ισχύος διατάξεων και αρχών λόγω μη ειδικής προβλέψεως και μη τηρήσεως απομαγνητοφωνημένων πρακτικών της δημόσιας προφορικής εξετάσεως των υποψηφίων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθό δε μέρος προβάλλει πλάνη περί τα πράγματα λόγω αδικαιολόγητα μεγάλης αποκλίσεως μεταξύ του μέσου όρου βαθμολογίας του αιτούντος και άλλων υποψηφίων κατά το γραπτό και το προφορικό μέρος του Διαγωνισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, παρά τον χαρακτηρισμό της αποκλίσεως αυτής από τον αιτούντα ως πλάνης περί τα πράγματα, στην πραγματικότητα πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της ουσιαστικής αξιολογήσεως των υποψηφίων, η οποία είναι ακυρωτικώς ανέλεγκτη.
17. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η δίκη πρέπει να καταργηθεί εν μέρει, μη επιδικαζομένης κατά το μέρος τούτο δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αιτούντος (άρθρο 39 παρ. 2 π.δ. 18/1989), κατά τα λοιπά δε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να γίνει δεκτή η παρέμβαση. Το Δικαστήριο, τέλος, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει, κατά το μέρος που η αίτηση απορρίπτεται, ότι ο αιτών πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Καταργεί εν μέρει τη δίκη, κατά το αιτιολογικό.
Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά και δέχεται την παρέμβαση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τη δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας, η οποία ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου και στις 6 Ιουλίου 2016
Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας του Γ´ Τμήματος
Αικ. ΣακελλαροπούλουΔ. Τετράδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 2016.
Η ΠρόεδροςΗ Γραμματέας του Γ´ Τμήματος
του Α´ Τμήματος Διακοπών
Αικ. Σακελλαροπούλου Δ. Τετράδη
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, 18/7/2016
Η Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος
κ.α.α.
Η Πρόεδρος του Α΄Τμήματος
Διακοπών
Αικ. Σακελλαροπούλου Δ. Τετράδη
./.
