Αριθμός 1547/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012, με την εξής σύνθεση: Δ. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Μ. Βηλαράς, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας, Μ. Σταματελάτου – Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Κ. Κατρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 19 Απριλίου 2011 έφεση:
της Αγγελίνας Εμμανουήλ Σταυριανού, κατοίκου Μυτιληνιών Δήμου Πυθαγορείου Σάμου, η οποία παρέστη με το δικηγόρο Ν. Λαγαρία (Α.Μ. 21814), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Κωνσταντίνας Ευτύχιου Χαραλαμπάκη, κατοίκου Σάμου, η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: α) Α. Κούνδουρο (Α.Μ. 12636) και β) Ιω. Καλτάκη (Α.Μ. 29 Δ.Σ. Σάμου), που τους διόρισε στο ακροατήριο,
και κατά της υπ’ αριθμ. 1769/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Π. Καρλή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της εκκαλούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τους πληρεξούσιους της εφεσίβλητης, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 2923365-7/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την έφεση αυτή, η οποία εισήχθη στην επταμελή σύνθεση του Γ΄ Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, με πράξη του Προέδρου του, ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 1769/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά (μεταβατικής έδρας Σύρου), με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της εφεσίβλητης και ακυρώθηκε η εγγραφή της εκκαλούσας στον πίνακα διοριστέου, για την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας μιας θέσεως κατηγορίας ΤΕ 17 Λογιστικού, στο ν.π.δ.δ. «Δημοτικοί Βρεφονηπιακοί Σταθμοί Δήμου Βαθέος Νομού Σάμου» (ΦΕΚ, Γ΄ 98, 11.2.2009), όπως ο ως άνω πίνακας είχε συνταχθεί, μετά την υπ’ αριθμ. 6/2009 απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.). Με την τελευταία απόφαση το Α.Σ.Ε.Π., κατά τον έλεγχο του προσωρινού πίνακα κατάταξης, είχε διαγράψει από την πρώτη θέση την εφεσίβλητη και είχε εγγράψει πρώτη την εκκαλούσα, μετά από αποδοχή σχετικής ένστασης αυτής.
3. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268) ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β) …». Εξάλλου, στο άρθρο 5 Α του ν. 702/1977, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), αντικαταστάθηκε από το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) και όπως ίσχυε πριν την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 47 παρ. 3 ν. 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010), οριζόταν ότι: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄ … της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) στο διορισμό … των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, .. β) …». Με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 5 Α του ν. 702/1977 ως ακολούθως: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α΄… της παραγράφου 1 ου άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) το διορισμό με διαδικασία μη υποκείμενη στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. … των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου». Περαιτέρω, στο άρθρο 50 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των άρθρων 47 παράγραφοι 1 και 2, 48 παράγραφοι 2, 3 και 4 και 49 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις …». Τέλος, στο άρθρο 70 του ίδιου ν. 3900/2010 ορίζεται ότι: «Η ισχύς του παρόντος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2011, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις».
4. Επειδή, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010, η οποία αφορά στο εκκλητό των αποφάσεων των διοικητικών εφετείων, οι οποίες εκδίδονται επί των διαφορών του άρθρου 1 του ν. 702/1977, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των διατάξεων τoυ εν λόγω ν. 3900/2010 για τις οποίες το άρθρο 50 του νόμου αυτού ορίζει ότι καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Εφόσον, επομένως, η διάταξη αυτή της παρ. 3 του άρθρου 47 εξαιρείται από την μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 50, εν αντιθέσει προς τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 47, και, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), που αποδίδει γενική δικονομική αρχή (η οποία αποτυπώνεται και στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), «το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσης της διοικητικής πράξεως ή της δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης», πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 εφαρμόζεται στις εφέσεις που στρέφονται κατά αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος της, δηλαδή μετά την 1.1.2011. (πρβλ. ΣτΕ 2659/2008 Ολ., 471, 498/2008, 2748/2002 7μ. κ.ά.). Συνεπώς, εν προκειμένω, η υπό κρίση έφεση, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 1769/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, η οποία αφορά στο διορισμό υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου μέσω διαδικασίας υποκείμενης στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., δηλαδή ανήκει σε κατηγορία υποθέσεων οι επί των οποίων εκδιδόμενες αποφάσεις των διοικητικών εφετείων δεν θα υπόκεινται εφεξής, κατά το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010, σε έφεση, ασκείται παραδεκτώς αν και έχει κατατεθεί μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, ως στρεφομένη κατά δικαστικής αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 23.10.2010, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, εφόσον κατά τον χρόνο δημοσιεύσεώς της υπέκειτο σε έφεση, σύμφωνα με το άρθρο 5 Α του ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 3659/2008. Κατά την γνώμη όμως του Συμβούλου Φ.Ντζίμα η ως άνω έφεση δεν ασκείται παραδεκτώς, μολονότι στρέφεται κατά δικαστικής αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 23.10.2010, ήτοι προ της δημοσιεύσεως του ν. 3900/2010 (17.12.2010). Και τούτο διότι κατατέθηκε στις 20.4.2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ρηθέντος ν. 3900/2010 (1.1.2011), κατά την διάταξη του άρθρου 47 παρ. 3 του οποίου δεν υπόκεινται πλέον σε έφεση οι υποκείμενες σε έλεγχο του ΑΣΕΠ διαφορές διορισμού υπαλλήλων του Δημοσίου κ.λπ., όπως η προκειμένη. Ειδικότερα, κατά την εν λόγω άποψη, ο νομοθέτης του ν. 3900/2010 θέλησε, με την έναρξη της ισχύος του, να περιορίσει το εκκλητό των σχετικών διαφορών, προκειμένου να ελαφρύνει το έργο του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιφέροντας θεμιτώς ρωγμή στην προεκτεθείσα γενική δικονομική αρχή, που αποδίδεται με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω άποψη, η κρινόμενη έφεση, ως αφορώσα πλέον σε διαφορά ανέκκλητη, θα έπρεπε ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη.
5. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 προστέθηκε στο άρθρο 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο: «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Με την ανωτέρω διάταξη, ερμηνευόμενη ενόψει του σκοπού του νόμου, όπως αυτός προκύπτει από την σχετική αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 12 αυτού, στο οποίο περιλαμβάνονται αντίστοιχες διατάξεις και για το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (που αποβλέπει στην ανάγκη επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την αποθάρρυνση της ασκήσεως ενδίκων μέσων που δεν θέτουν σημαντικά νομικά ζητήματα, και την ανακούφιση του δικαστηρίου από την οριακή για την λειτουργία του κατάσταση υπερφόρτωσης) και ενόψει του περιεχομένου της, που δεν αποκλείει κατηγορίες υποθέσεων από την δυνατότητα προσβολής τους με το ένδικο μέσο της ακυρωτικής εφέσεως, αλλά περιορίζει το παραδεκτό των προβαλλόμενων με το ένδικο αυτό μέσο λόγων σε ορισμένες περιπτώσεις υποχωρεί η ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 77 παρ. 5 του π.δ./τος 18/1989 και, επομένως, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, κατισχύουσα ως νεώτερη και ειδική, καταλαμβάνει τις εφέσεις που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μετά την 1.1.2011, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Η ρύθμιση δε αυτή ενόψει του περιεχομένου της και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) [(βλ. ΣτΕ3745/2011 7μ., πρβλ. ΣτΕ 2177/2011 7μ., 3327/2011 Ολομ., 1757/2007 Ολομ., βλ. και ΣτΕ 196/2012, 7μ.,]
6. Επειδή, η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στην Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς στις 20.4.2011 και, επομένως, διέπεται από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010. Με το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως προβάλλεται ότι δεν αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς η κρίση της εκκαλουμένης απόφασης ότι η «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΑΜΟΥ Α.Ε.», δεν εντάσσεται στον δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και, συνακόλουθα, δεν αιτιολογείται νομίμως γιατί ο χρόνος εμπειρίας, που η εκκαλούσα – παρεμβαίνουσα διένυσε στην εν λόγω εταιρεία, δεν πρέπει να προσαυξηθεί κατά 50%, προσαύξηση η οποία την καθιστά διοριστέα. Προβάλλεται, επίσης, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικάσαν Εφετείο τα έγγραφα που η εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε. Δεν προβάλλεται, όμως, κανένας ισχυρισμός περί συνδρομής, εν προκειμένω, κάποιας από τις περιλαμβανόμενες στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως. Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση δεν ασκείται παραδεκτώς από την ανωτέρω άποψη. Η Πάρεδρος Κ. Κατρά διετύπωσε, συμβουλευτικώς, την άποψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, δεν καταλαμβάνει την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως δεδομενου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 23.11.2010, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (πρβλ. ΣτΕ 2586/2011).
7. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου και
Επιβάλλει στην εκκαλούσα να καταβάλει στην εφεσίβλητη ως δικαστική δαπάνη το ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2012
Ο Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος
Δημοσθένης Π. Πετρούλιας Δ. Τετράδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2012.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Ο Γραμματέας
