Αριθμός 1578/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2015 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ειρ. Σταυρουλάκη, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 16 Απριλίου 2013 αίτηση:
του Χρήστου Βαρδίκου, κατοίκου Αθηνών (οδός Μαυρομιχάλη αρ. 3), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 17793),
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Γεωργία Μπουρδάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1/2013 απόφαση (Προεδρική Διαδικασία) του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1299959-60, 3595482/2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α), ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου (προεδρική διαδικασία), ανέκκλητης σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. δ’ εδ. α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 11398/2-6-2010 πράξεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Βόλου, με την οποία είχαν επιβληθεί σε βάρος του, ως Προέδρου της εταιρίας με την επωνυμία «Οινοπνευματική Βόλου Α.Ε.», τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του ν. 2325/1997 (Α 179) διασφαλιστικά των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρα.
2. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α 213), αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Κατά την έννοια, ειδικότερα, της διάταξης αυτής, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που θα διατυπώνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, επί του οποίου, είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις της αναιρεσιβαλλο-μένης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. ΣτΕ 4163/2012 7μ. κ.ά.).
3. Επειδή, εν προκειμένω, προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομολογία επί των εξής δυο ζητημάτων: ι) εάν η δικονομική υποχρέωση που επιβάλλεται στον προσφεύγοντα με βάση τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 του ΚώδΔιοικΔικ (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α 97), έτσι όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 27 του ν. 3900/2010, με την οποία στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές τίθεται ως προϋπόθεση παραδεκτού της προσφυγής η υποχρέωση του διαδίκου να επιδίδει επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, ισχύει και για τις διαφορές που ανακύπτουν από την προσβολή πράξεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, ή περιορίζεται στις προσφυγές που στρέφονται κατά πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται φόροι, δασμοί, τέλη ή χρηματικές κυρώσεις κατ’ εφαρμογή της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας και ιι) της τυχόν αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 27 του ν. 3900/2010 στην κατ’ άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Λαμβανομένου υπόψη ότι για κανένα από τα δυο αυτά ζητήματα δεν υφίστατο νομολογία, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως (18-4-2013), η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς.
4. Επειδή, σύμφωνα με την κατοχυρούμενη στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ειδική εκδήλωση της οποίας συνιστά η αρχή της δικονομικής ισότητας, επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, η ίση μεταχείριση των διαδίκων, ακόμα και στο πλαίσιο διαφορετικών δικών, από τους δικονομικούς νόμους που ρυθμίζουν τους όρους παροχής έννομης προστασίας (πρβλ. ΣτΕ 2807/2002 Ολομ., 3060/2013 επταμ.). Η αρχή αυτή δεν απαγορεύει, πάντως, στο νομοθέτη να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για την παροχή ένδικης προστασίας σε ορισμένες κατηγορίες διοικητικών διαφορών, εφόσον τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά, ενόψει της φύσης, της σημασίας τους ή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους και των συναφών αναγκών που ανακύπτουν από την άσκηση και εκδίκαση των οικείων ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων (ΣτΕ 761/2014).
5. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 126 του ΚωδΔιοικΔικ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζονται τα εξής: «Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθενται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Στις φορολογικές διαφορές απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου της άσκησής τους, η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής, με επιμέλεια του διαδίκου στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής.». Στην εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010 (σελ. 7), σε σχέση με την εν λόγω διάταξη, αναφέρονται σχετικώς τα ακόλουθα: «Με την προτεινόμενη ρύθμιση καθιερώνεται ως αποκλειστικός τρόπος άσκησης των ένδικων βοηθημάτων η κατάθεσή τους στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνονται. Ειδικώς, για τις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις εν γένει απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου του δικογράφου της προσφυγής, η επίδοσή της στην εκδούσα την πράξη αρχή ή στην αρχή που παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής. Με τον τρόπο αυτό ενημερώνεται εγκαίρως η αρμόδια υπηρεσία για τη δικαστική εκκρεμότητα, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση της γραμματείας των δικαστηρίων και παρέχεται η δυνατότητα στη Διοίκηση να αποστείλει εμπροθέσμως το φάκελο και τις απόψεις της […]».
6. Επειδή, στη δικονομική υποχρέωση που επιβάλλει η ως άνω διάταξη δεν εμπίπτουν μόνο οι διαφορές που ανακύπτουν από την έκδοση πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται φορολογικά βάρη με χρηματικό αντικείμενο, αλλά και οι διαφορές που αναφύονται επ’ ευκαιρία πράξεων της φορολογικής αρχής με τις οποίες αποφασίζεται η υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 λήψη των διασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους του Δημοσίου σε βάρος των φορολογουμένων. Τούτο διότι καταρχήν οι διαφορές αυτές εντάσσονται στη φορολογική νομοθεσία, δεδομένου ότι προϋπόθεση για την επιβολή των μέτρων αυτών είναι η διάπραξη ορισμένης εκτάσεως (από απόψεως χρηματικού αντικειμένου) παραβάσεων του ΚΒΣ ή φοροδιαφυγής, από δε την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 προβλέπεται ρητώς η άσκηση προσφυγής κατά της σχετικής πράξεως (ΣτΕ 3080, 1068/2008, 2479, 887/2005, 3981, 3774, 1320/1999).
Περαιτέρω, οι διαφορές αυτές, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχουν (άμεσο) χρηματικό αντικείμενο, πλην, λαμβανομένου υπόψη ότι ο σκοπός της λήψης των μέτρων αυτών ανάγεται σε ικανοποίηση επειγόντων και επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, ειδικότερα δε στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η διασφάλιση των αξιώσεων του Δημοσίου, ενόψει του κινδύνου μεταβιβάσεως των στοιχείων αυτών ή αναλήψεως των τραπεζιτικών του καταθέσεων πριν από το στάδιο της οριστικοποίησης των σχετικών φορολογικών εγγραφών με την έκδοση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, έχουν, εξίσου, όπως και οι λοιπές φορολογικές διαφορές, ιδιαίτερη σημασία για την οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας και των πολιτών της, ιδίως σε μια κρίσιμη περίοδο όπως η παρούσα, με συνέπεια, να επιβάλλεται η ταχύτατη εκδίκαση και εκκαθάρισή τους (λόγος για τον οποίο, άλλωστε, η επί της προσφυγής απόφαση είναι ανέκκλητη), σκοπός που εξυπηρετείται και με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ.1 εδ. β του ΚΔΔ, έτσι όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 27 του ν. 3900/2010, σύμφωνα και με την παρατεθείσα στην προηγούμενη σκέψη εισηγητική έκθεση. Άλλωστε, η γραμματική διατύπωση της εν λόγω διάταξης, στην οποία γίνεται αναφορά για επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου «στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη», αναφορά που προσιδιάζει στην έκδοση καταλογιστικών πράξεων φορολογικών βαρών «ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της», διατύπωση που αναφέρεται σε ευρύτερη κατηγορία φορολογικών διαφορών, δεν επιτρέπει ερμηνεία που να εξαιρεί από την εφαρμογή της τις διαφορές που δεν έχουν άμεσα προσδιορίσιμο χρηματικό αντικείμενο, όπως οι πράξεις που εκδίδονται κατ’ άρθρο 14 του ν. 2523/1997, με τις οποίες επιβάλλονται διασφαλιστικά των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρα. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, έτσι όπως ισχύει, εξυπηρετεί τον σκοπό που επιδιώκει καλύτερα από την διάταξη που αντικατέστησε, (κατά την οποία ειδικά στις φορολογικές εν γένει διαφορές, η κατάθεση των ένδικων βοηθημάτων γινόταν στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ή που παρέλειψε την έκδοσή της, η οποία, στην συνέχεια, τα διαβίβαζε με τον σχετικό φάκελο στο δικαστήριο στο οποίο απευθύνονταν), πάντως, η νέα αυτή ρύθμιση, καθ’ ό μέρος προβλέπει υποχρέωση επίδοσης, με επιμέλεια του προσφεύγοντος, επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της κατατεθείσας στο δικαστήριο φορολογικής προσφυγής στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, προς ενημέρωσή της για τη διαφορά που ανέκυψε ώστε, χωρίς επιβάρυνση της γραμματείας του δικαστηρίου, αυτή να στείλει το φάκελο και να μπορέσει να αμυνθεί, επιδιώκει θεμιτό σκοπό, αναγόμενο στην εύρυθμη λειτουργία των διοικητικών δικαστηρίων και στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, χωρίς να θίγει τον πυρήνα ή να συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος ένδικης προστασίας του βαρυνόμενου με την επίδοση προσφεύγοντος. Και ναι μεν αφορά μόνο στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές (ενώ, ως προς τις λοιπές, κατ’ άρθρο 128 παρ. 1 του ΚΔΔ, αντίγραφο της προσφυγής επιδίδεται στους καθ’ ών με τη φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο), αλλά η διαφορετική δικονομική μεταχείριση που θεσπίζει παρίσταται επαρκώς δικαιολογημένη, ενόψει της σημασίας των φορολογικών διαφορών και των αναγκών που συνδέονται με την εκδίκασή τους. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010 (σελ. 4) και είναι γνωστό στους λειτουργούς της διοικητικής δικαιοσύνης, οι φορολογικές και τελωνειακές εν γένει προσφυγές αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία διοικητικών διαφορών ουσίας, τόσο σε απόλυτους αριθμούς, όσο και ως ποσοστό του συνόλου των υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, το δε αντικείμενό τους συνήθως υπερβαίνει και, μάλιστα, κατά πολύ, τα 5.000 ευρώ, ενώ ο μέσος χρόνος εκδίκασής τους είναι μεγάλος. Παράλληλα, πρόκειται για κατηγορία υποθέσεων ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας και των πολιτών της, ιδίως σε μια κρίσιμη περίοδο όπως η παρούσα, κυρίως όσον αφορά τις υποθέσεις που έχουν αξιόλογο οικονομικό αντικείμενο, η δε αντιμετώπιση του προβλήματος της σώρευσης εκκρεμών φορολογικών διαφορών και η ταχεία εκκαθάρισή τους από τα διοικητικά δικαστήρια έχουν οδηγήσει τον νομοθέτη σε θέσπιση αλλεπαλλήλων ρυθμίσεων. Ενόψει τούτων, καθώς και της ευρείας διακριτικής εξουσίας που διαθέτει συναφώς ο νομοθέτης, η ρύθμιση δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή ερμηνεύθηκε παραπάνω. Περαιτέρω, όμως, όσον αφορά το σκέλος της κατά το οποίο η ως άνω προβλεπόμενη κοινοποίηση πρέπει να γίνει, επί ποινή απαραδέκτου της προσφυγής, εντός είκοσι ημερών από τη λήξη της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, στοχεύοντας, κατά την σχετική εισηγητική έκθεση του νόμου, στην έγκαιρη ενημέρωση της φορολογικής αρχής προκειμένου αυτή να στείλει κατά το άρθρο 129 του ΚΔΔ τον φάκελο της υπόθεσης στο δικαστήριο και να απαντήσει στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, έχει την έννοια ότι η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής εκ μέρους του προσφεύγοντος δεν άγει κατ’ ανάγκη σε απαράδεκτο της προσφυγής του, παρά μόνον εφόσον η καθ’ ής αρχή δεν έλαβε πράγματι εγκαίρως γνώση της προσφυγής, με συνέπεια να μην μπορέσει να ανταποκριθεί στην ως άνω υποχρέωσή της και να αμυνθεί όπως πρέπει. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ενημέρωση της αρχής εξασφαλίζεται εγκαίρως με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την εμπρόθεσμη κατάθεση κυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής στο πρωτόκολλό της, ή ακόμη και σε περίπτωση, όπως η κρινόμενη, όπου το καθ’ ού η προσφυγή δεν επικαλείται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι έχει υποστεί σχετική δικονομική βλάβη, η ασκηθείσα προσφυγή δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ερμηνευόμενη υπό την έννοια αυτή, η διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δικαιώματος δικαστικής προστασίας, είναι δε σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αναλογικότητας (ΣτΕ 761/2014 7μ).
7. Επειδή, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η υπ’ αριθμ. 11398/2-6-2010 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Βόλου, με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του ν. 2325/1997 διασφαλιστικά των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρα, λόγω φορολογικών χρεών της εταιρίας με την επωνυμία «Οινοπνευματική Βόλου Α.Ε.» (μη απόδοση Φ.Π.Α. και Φ.Μ.Υ. άνω των 150.000 ευρώ για τις περιόδους 1-7-2000 έως 30-6-2005), λόγω της ιδιότητάς του ως Προέδρου της εν λόγω εταιρίας από 27-9-2000 έως 31-12-2003, του επιδόθηκε, όπως προκύπτει από το σχετικώς συνταγέν αποδεικτικό, στις 17-11-2011. Η δε προσφυγή κατά της ως άνω πράξεως ασκήθηκε στις 13-1-2012 (με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου), χωρίς να προκύπτει η επίδοσή της στη Δ.Ο.Υ. Β Βόλου, όργανο της οποίας εξέδωσε την ένδικη πράξη, εντός της οριζόμενης στο άρθρο 126 παρ. 1 του ΚωδΔιοικΔικ προθεσμίας, ήτοι εντός 20 ημερών από την επομένη της 16ης Ιανουαρίου 2012, χρονολογία λήξεως της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της ένδικης πράξεως. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφού έγινε δεκτό ότι η ένδικη διαφορά έχει το χαρακτήρα φορολογικής διαφοράς και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 126 παρ. 1 του ΚωδΔιοικΔικ, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ο προσφεύγων δεν προέβη σε επίδοση της προσφυγής στην εκδούσα την ένδικη πράξη φορολογική αρχή εντός της προθεσμίας του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. β του ΚωδΔιοικΔικ. Η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι, ενόψει των γενομένων δεκτών στην προηγούμενη σκέψη, νόμιμη κατά το μέρος που η ένδικη διαφορά θεωρήθηκε ως φορολογική, και ως εκ τούτου ως υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 του ΚωδΔιοικΔικ. Περαιτέρω, όμως είναι μη νόμιμη κατά το μέρος που απέρριψε την προσφυγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη για το λόγο ότι δεν προέκυπτε ότι αυτή είχε κατ’ άρθρο 126 παρ. 1 εδ. β του ΚωδΔιοικΔικ επιδοθεί στην εκδούσα την προσβαλλόμενη πράξη φορολογική αρχή. Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως του ότι όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα προαποδεικτικώς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 1437/16-1-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία ως διαδικαστικό έγγραφο, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΣτΕ ΣτΕ 1674/2004, πρβλ.3318/2014 κ.α.), αντίγραφο της ένδικης προσφυγής επιδόθηκε στον Προϊστάμενο της Β Δ.Ο.Υ. Βόλου την 16-1-2012, δηλαδή, εντός της προβλεπόμενης στην ως άνω διάταξη προθεσμίας, ενώ, εξάλλου, η διάδικη φορολογική αρχή απέστειλε πάραυτα με το υπ’ αριθμ. 945/17-1-2012 έγγραφό της τον πλήρη φάκελο της υποθέσεως προκειμένου να εκδικαστούν και απορριφθούν, όπως διαλαμβάνεται στο τέλος αυτού, τόσο η ασκηθείσα προσφυγή, όσο και η σχετική αίτηση αναστολής κατά της ως άνω πράξης, το δικόγραφο της οποίας είχε συγκοινοποιηθεί με το δικόγραφο της προσφυγής την ως άνω ημερομηνία, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση επιδόσεως. Εξάλλου, το Δημόσιο ούτε πρωτοδίκως, ούτε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προέβαλε ισχυρισμούς περί του ότι έχει υποστεί κάποια δικονομική βλάβη, ελλείψει κοινοποιήσεως στην διάδικη φορολογική αρχή εγκαίρως αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής. Για το λόγο αυτό βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό της μέρος πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.
Δια ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου (προεδρική διαδικασία), στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το σκεπτικό.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στη Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 2015.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Ε. Γαλανού Α. Ζυγουρίτσα
./.
./.
