Το άρθρο 43 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί διαγραφής αναρμόστων εκφράσεων από τα δικόγραφα δεν αντίκειται στο άρθρο 10 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ δεδομένου ότι το τελευταίο δεν απαγορεύει να επιβάλλονται από την έννομη τάξη των κρατών περιορισμοί στο δικαίωμα έκφρασης κατά την σύνταξη δικογράφων, αναγόμενοι στην ευπρεπή διατύπωση αυτών.
Αριθμός 1628/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α’ Τμήματος, Δ. Μαρινάκης, Δ. Σκαλτσούνης, Α. Καλογεροπούλου, Τ. Κόμβου, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α’ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 15 Νοεμβρίου 2006 αίτηση:
του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ορμύλιας (Γ.Π.Σ) «Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», που εδρεύει στην Ορμύλια Χαλκιδικής, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Αθανάσιο Πιτσιόρλα (Α.Μ. 5517 Δ. Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 2709/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (1678686, 2739121, 2564382, 1678635/2006 έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με δικόγραφο προσθέτων λόγων ζητείται η αναίρεση της 2709/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού κατά της 1855/2003 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή του συνεταιρισμού, με την οποία είχε ζητήσει α) να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει 315.768.804 δραχμές (926.688 ευρώ) νομιμοτόκως ως αποζημίωση και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Δημοσίου να του καταβάλει 1.500.000.000 δραχμές (4.402.054 ευρώ, για 34 από τα οποία παραιτήθηκε) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας ιστορούμενων στην αγωγή παράνομων ενεργειών οργάνων του εναχθέντος.
3. Επειδή, η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν διαγραφής από το πινάκιο της πενταμελούς σύνθεσης του Τμήματος.
4. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων αγροτικός συνεταιρισμός με έδρα την Ορμύλια Χαλκιδικής, δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην επεξεργασία, μεταποίηση και εμπορία βρώσιμων ελιών (πράσινη ελιά Χαλκιδικής), διαθέτοντας τις ανάλογες εγκαταστάσεις. Παράγει διάφορους τύπους ελιών (ισπανικού τύπου, σπαστή, castelvetrano κ.α.) οι οποίες εξάγονται κυρίως σε χώρες εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η ελιά τύπου castelvetrano εξάγεται αποκλειστικά στην Ιταλία έως το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους, είναι δε τύπος πράσινης ελιάς εμβαπτισμένης σε διάλυμα σόδας, στο οποίο παραμένει μέχρι την τελική επεξεργασία της από τους εισαγωγείς. Κατά την εμπορική περίοδο 1998-1999, ο συνεταιρισμός αγόρασε από τους παραγωγούς – μέλη του 4.500 τόνους ελιές. Ένα μέρος μεταποίησε σε ελιές τύπου castelvetrano, ολόκληρη την ποσότητα των οποίων δεν μπόρεσε να διαθέσει μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 1999. Κατόπιν τούτου, ο συνεταιρισμός ακολούθησε τη διαδικασία, βάσει της υπάρχουσας τεχνογνωσίας, μετατροπής της εναπομείνασας ποσότητας σε ελιές ισπανικού τύπου, ώστε να τις διαθέσει στην κατανάλωση. Εξ άλλου, από τις αρχές Μαΐου 1999 η Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής ενημέρωσε το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Θεσσαλονίκης ότι, κατόπιν πληροφοριών, αρκετές επιχειρήσεις επεξεργασίας ελιάς στην περιοχή της Χαλκιδικής που δεν είχαν διαθέσει πράσινες ελιές τύπου castelvetrano περιόδου 1998-1999, προσπαθούσαν, κατόπιν μετατροπής τους σε ισπανικού τύπου, να τις διαθέσουν στην κατανάλωση. Το ανωτέρω περιφερειακό κέντρο, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, απέστειλε στις 4.5.1999 τους υπαλλήλους Θ. Βλάχο, αναπληρωτή επόπτη ελέγχου, και Γ. Αντωνιάδη, ποιοτικό ελεγκτή της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, προκειμένου να ελέγξουν τις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού, αυτοί δε έλαβαν δείγματα από τις ανωτέρω ελιές. Την επομένη του ελέγχου (5.5.1999) κατατέθηκε γραπτή καταγγελία προς τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής από την εμπορική εξαγωγική εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.», ασχολούμενη επαγγελματικά με την επεξεργασία και εμπορία ελιών Χαλκιδικής. Στην καταγγελία, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό, αναφερόταν ότι κάποιοι μεταποιητές δεν μπόρεσαν να εξαγάγουν στην Ιταλία όλες τις ελιές τύπου castelvetrano που είχαν παραγάγει και προσπαθούσαν να τις μετατρέψουν και να τις πωλήσουν στο εξωτερικό, σε πολύ χαμηλές τιμές, δημιουργώντας αθέμιτο ανταγωνισμό και κίνδυνο δυσφήμησης του προϊόντος «ελιά Χαλκιδικής». Για την καταγγελία η ανωτέρω υπηρεσία ενημέρωσε το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Θεσσαλονίκης, με το 05/3139/6.5.1999 έγγραφο, στο οποίο αναφερόταν και τα εξής: « Όπως ήδη γνωρίζετε, η Υπηρεσία μας σε συνεργασία με τη δική σας και πριν την έγγραφη καταγγελία, επειδή είχε σχετικές πληροφορίες, ήδη έχει πάρει δείγματα από τις εν λόγω ελιές, από συγκεκριμένη επιχείρηση στις 4.5.1999 τα οποία και βρίσκονται στο εργαστήριό σας για ανάλυση. Σας παρακαλούμε λοιπόν να επιληφθείτε του θέματος που δημιουργήθηκε και σε συνεργασία με την Υπηρεσία μας να επισκεφθούμε άμεσα όλες τις επιχειρήσεις που παρασκεύασαν ελιές τύπου castelvetrano, να πάρουμε δείγματα τα οποία θα αναλύσετε και τα αποτελέσματα που θα εξαχθούν, θα καθορίσουν πιστεύουμε και το μέλλον αυτών των ελιών». Το έγγραφο αυτό κοινοποιήθηκε και στην καταγγείλασα εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.». Στις 7.5.1999 ο αναιρεσείων συνεταιρισμός πληροφορήθηκε την καταγγελία, όταν, προκειμένου να εξαγάγει ένα φορτίο ελιών, κάλεσε γεωπόνο από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης προκειμένου να διενεργήσει έλεγχο στο φορτίο και να του χορηγήσει το απαιτούμενο για την εξαγωγή πιστοποιητικό ποιοτικού ελέγχου του προϊόντος. Η αρμόδια γεωπόνος της Νομαρχίας αρνήθηκε να χορηγήσει το πιστοποιητικό και ζήτησε προηγουμένως να σταλούν δείγματα των υπό εξαγωγή ελιών στο Χημείο Θεσσαλονίκης προς έλεγχο. Ο έλεγχος των ληφθέντων δειγμάτων ολοκληρώθηκε στις 12.5.1999 και το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Θεσσαλονίκης απέστειλε το 4560/19.5.1999 έγγραφο προς τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Χαλκιδικής με θέμα «Ανασυσκευασία ελιών τύπου castelvetrano και καταγγελία για διάθεση αυτών», κοινοποίησε δε τούτο στην εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.» και στον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό. Το έγγραφο τούτο, αναφερόμενο σε συνεταιριστική επιχείρηση ελιών του Νομού Χαλκιδικής, κατέστησε γνωστό το αποτέλεσμα του ελέγχου, το οποίο ήταν αρνητικό για την καταλληλότητα των δειγμάτων, λόγω παρουσίας στις ελεγχθείσες ελιές ΡΗ σε απαγορευτικό επίπεδο. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονταν τα εξής: «… Ελήφθησαν από την υπηρεσία μας τέσσερα δείγματα ελαιών τύπου castelvetrano για να γίνουν αναλύσεις και τυχόν διορθωτικές επεμβάσεις στο εργαστήριό μας. Τα δύο δείγματα ήσαν από ελιές castelvetrano πρώτης παραγωγής … ενώ τα άλλα δύο δείγματα … ήσαν από ελιές castelvetrano τελευταίας παραγωγής … [Σ]ε δείγμα ελιών castelvetrano προσθέσαμε στο εργαστήριο μας νέα άλμη οξυνισμένη με κιτρικό οξύ ώστε το ΡΗ να κατέβει στο 4,5 και παρακολουθήσαμε τη συμπεριφορά του ως προς το ΡΗ και τη ζύμωση (πιθανή) … Όπως προκύπτει από το αποτέλεσμα το ΡΗ δεν σταθεροποιείται αλλά αυξάνει, λόγω της εκχύλισης σόδας από τη σάρκα των ελιών στην άλμη. Επίπεδα ΡΗ 6,23 και 5,8 είναι επικίνδυνα για ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων. Στο πειραματικό δείγμα η πτώση ΡΗ από 5,5 σε 4,5 έγινε εύκολα λόγω σχηματισμού ρυθμιστικού διαλύματος ακόμη και με προσθήκη αρκετής ποσότητας οξέος. Αλλά και πάλι από 4,5 αυξάνει μέχρι 5,85 σε 7 ημέρες δηλαδή σε επικίνδυνα επίπεδα για την υγεία. Υπάρχουν ίχνη μόνον υπολειμματικού ζαχάρου στην άλμη λόγω της διεισδυτικότητας και του μαλακώματος του καρπού από τη σόδα και της απώλειας αυτών με τις συνεχείς αλλαγές υγρών πληρώσεως, γι’ αυτό και δεν γίνεται ζύμωση. Όσον αφορά τις ελιές αυτές καθ’ εαυτές είναι πολύ μαλακές μέχρι αποσυντεθειμένες, μαυρίζουν εντελώς (καφέ σκούρο χρώμα) με την έκθεση στον αέρα, εμφανίζουν έντονες ρωγμές, σχισίματα και αυλακώσεις λόγω της επίδρασης της σόδας και η γεύση τους δεν θυμίζει ελιά. Για τους παραπάνω λόγους κρίνουμε ότι το προϊόν είναι ακατάλληλο για εμπορία και προτείνουμε την απόσυρσή του, δεδομένου ότι και οι διορθωτικές επεμβάσεις είναι μάταιες». Κατόπιν τούτων, η Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης με το 05/3788/26.5.1999 έγγραφο προς το συνεταιρισμό κατέστησε γνωστό ότι όλη η ποσότητα των ελιών castelvetrano που υπήρχε στις δεξαμενές του δεσμευόταν και παρεχόταν προθεσμία δύο μηνών για την παρακολούθηση της χημικής και μακροσκοπικής εξέλιξης της κατάστασης των ελιών, με περιοδική δειγματοληψία και εξέταση των δειγμάτων στα αρμόδια εργαστήρια. Την επομένη (27.5.1999), οι γεωπόνοι Γ. Αντωνιάδης, Κ. Κάλφας και Α. Κούρα, υπάλληλοι της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής, μετέβησαν στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού και, παρουσία του προέδρου αυτού και του χημικού Ι. Σαχαρίδη, οι οποίοι προσυπέγραψαν τα από 27.5.1999 πρακτικά, κατέγραψαν τις ευρισκόμενες στις δεξαμενές ελιές castelvetrano τις υποκείμενες στη διαδικασία μετατροπής σε ελιές ισπανικού τύπου και απαγόρευσαν τη διάθεσή τους μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας τροποποίησής τους. Κατά της έκθεσης αυτής ποιοτικού ελέγχου ο συνεταιρισμός δεν υπέβαλε ένσταση, ώστε να διενεργηθεί επανέλεγχος (άρθρο 43 παρ. 1 π.δ. 165/1974). Εξ άλλου, η Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής, με το 05/4411/17.6.1999 έγγραφο προς την εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.», μετά τη συνοπτική παράθεση των ανωτέρω ενεργειών της, διευκρίνισε ότι δεν ετίθετο θέμα καταστροφής των δεσμευμένων ελιών, μετά τη διαβεβαίωση των υπευθύνων ότι αυτές θα υπέκειντο σε νέες δειγματοληψίες και, σε περίπτωση που θα χαρακτηρίζονταν μη κατάλληλες, θα ελαιοποιούντο. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών τροποποίησης των δεσμευμένων ελιών, ο συνεταιρισμός, με το 05/5396/22.7.1999 έγγραφο προς την ίδια υπηρεσία, ζήτησε τη λήψη νέων δειγμάτων προκειμένου να του χορηγηθούν δελτία ποιοτικού ελέγχου για διάθεση των εν λόγω προϊόντων στο εξωτερικό. Στις 2.8.1999, 5.8.1999 και 9.8.1999 οι γεωπόνοι Γ. Αντωνιάδης και Κ. Κάλφας παρέλαβαν από τις δεξαμενές του συνεταιρισμού δείγματα ελιών castelvetrano για αναλύσεις και συντάχθηκαν αντίστοιχα πρωτόκολλα δειγματοληψίας. Μετά την ολοκλήρωση των αναλύσεων, το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Θεσσαλονίκης γνωστοποίησε τα αποτελέσματα με το 8403/27.8.1999 έγγραφο προς τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι από τα ληφθέντα δείγματα, τα τρία παρουσίαζαν πρόβλημα, αφού το ΡΗ είχε σταθεροποιηθεί σε τιμές 5 και άνω που είναι υψηλό και μη ασφαλές, στα τέσσερα το ΡΗ είχε σταθεροποιηθεί σε οριακές τιμές 4,5 και 5 και κρίθηκε ότι χρειάζονταν νέα άλμη και περαιτέρω παρακολούθηση, ενώ επισημάνθηκε ότι, για τα λοιπά προς διακίνηση φορτία ελιών, το ΡΗ των οποίων ήταν κάτω του 4,5, θα γινόταν αυστηρός έλεγχος «ως προς την υφή και συνεκτικότητα της σάρκας». Τα αποτελέσματα του τελευταίου ελέγχου των δεσμευμένων ελιών, η ως άνω υπηρεσία γνωστοποίησε με το 05/6378/20.9.1999 έγγραφο στο συνεταιρισμό, ο οποίος δεν τα αμφισβήτησε με ένσταση επανελέγχου. Κατόπιν των ανωτέρω, ο συνεταιρισμός άσκησε αγωγή κατά του Δημοσίου, θεωρώντας ότι εξαιτίας παράνομων ενεργειών και παραλείψεων οργάνων του τελευταίου, είχε υποστεί υλική και ηθική ζημία, ζήτησε δε α) να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει 315.768.804 δραχμές (926.688 ευρώ) ως αποζημίωση για αποκατάσταση θετικής ζημίας (ταξιδιωτικά έξοδα, εργατικό κόστος – κόστος συντήρησης των ελιών εσοδείας 1998-1999 και 1999-2000 λόγω καθυστέρησης ολοκλήρωσης των πωλήσεων εξαιτίας της δυσφήμησης σε συνδυασμό με την πτώση των εσόδων κάτω του κόστους αγοράς) και αποθετικής ζημίας (απώλεια εσόδων λόγω μειωμένων τιμών πώλησης των ελιών των ως άνω εσοδειών και μείωσης τραπεζικών τόκων λόγω καθυστέρησης των πωλήσεων)· β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Δημοσίου να του καταβάλει 1.500.000.000 δραχμές (4.402.054 ευρώ, για 34 ευρώ από τα οποία παραιτήθηκε) προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη στο όνομα, τη φήμη, την εμπορική πίστη, το επαγγελματικό μέλλον και το κύρος του έναντι των παραγωγών-μελών του. Το πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή. Ο συνεταιρισμός άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το εφετείο έκρινε ότι νομίμως κοινοποιήθηκε η 4560/19.5.1999 έκθεση αποτελεσμάτων του πρώτου ποιοτικού ελέγχου και το 05/3139/6.5.1999 διαβιβαστικό έγγραφο στην εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.», διότι αυτή, ως καταγγείλασα, είχε θεμελιώσει, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, εύλογο ενδιαφέρον γνώσης των ενεργειών σχετικά με την καταγγελία, από καμία δε διάταξη διέπουσα τον ποιοτικό έλεγχο των ελιών δεν προβλέπεται απόρρητο των αποτελεσμάτων των ελέγχων. Ακολούθως, έλαβε υπόψη ότι α) οι ελιές τύπου castelvetrano του συνεταιρισμού δεν είχαν εξαχθεί μέχρι την καταληκτική από τη νομοθεσία ημερομηνία εξαγωγής τους (28.2.1999)· β) μέχρι τη διενέργεια του πρώτου ποιοτικού ελέγχου (4.5.1999) είχε παραμείνει αδιάθετη στις εγκαταστάσεις ποσότητα 190 τόνων από τις εν λόγω ελιές που ήδη υποβάλλονταν σε διαδικασία μετατροπής, βάσει της υπάρχουσας τεχνογνωσίας, σε ελιές ισπανικού τύπου, ώστε να εξαχθούν· γ) τα αποτελέσματα του πρώτου ποιοτικού ελέγχου, ανεξάρτητα από τη μη τήρηση της κατά το άρθρο 40 του π.δ. 165/1974 προβλεπόμενης τυπικής διαδικασίας (σφράγιση-μονογραφή επί των δειγμάτων από τους ελεγκτές και τον εκπρόσωπο του εξαγωγέως, διπλότυπο δειγματοληψίας), οριστικοποιήθηκαν και διαπιστώθηκε η ακαταλληλότητα των εν λόγω δειγμάτων ελιάς (πολύ μαλακές, με ρωγμές, ΡΗ ανώτερο του προβλεπόμενου από το π.δ. 221/1979), σε συνδυασμό με το ότι κατά τη δέσμευση των ελιών (27.5.1999), βάσει του άρθρου 36 του π.δ. 402/1988 οι παρόντες πρόεδρος και χημικός του συνεταιρισμού προσυπέγραψαν τα πρακτικά δέσμευσης, στη συνέχεια δε ακολούθησαν επί δίμηνο και ολοκλήρωσαν τις απαραίτητες εργασίες «για την τροποποίηση των ελιών» (σχετικό το 05/5396/22.7.1999 έγγραφο προς τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής)· το εφετείο συνεκτίμησε επίσης ότι, βάσει των αποτελεσμάτων της 8403/23.8.1999 δεύτερης εξέτασης 23 συνολικά δειγμάτων, οπότε διενεργήθηκαν 3 νομότυποι ποιοτικοί έλεγχοι (2.8.1999, 5.8.1999, 9.8.1999), χαρακτηρίστηκαν 7 δείγματα ακατάλληλα, εφόσον χρειάζονταν νέα άλμη και εκ νέου παρακολούθηση, ενώ, ως προς τα υπόλοιπα κριθέντα κατάλληλα να εξαχθούν, συστήθηκε αυστηρός έλεγχος ως προς την υφή και τη συνεκτικότητα της σάρκας, χωρίς τα τελευταία αποτελέσματα να αμφισβητηθούν. Κατόπιν των ανωτέρω, το εφετείο έκρινε ότι οι παράνομες παραλείψεις της μη σφράγισης-μονογραφής των δειγμάτων του πρώτου ποιοτικού ελέγχου από τους ελεγκτές και τον εκπρόσωπο του εξαγωγέως, ως και της μη σύνταξης διπλότυπου δειγματοληψίας αυτού, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, αποτελούσαν την πρόσφορη αιτία της ζημίας που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υποστεί ο συνεταιρισμός, εφόσον το οποιοδήποτε ζημιογόνο γι’ αυτόν αποτέλεσμα οφειλόταν αποκλειστικά στην ακαταλληλότητα του προϊόντος, το οποίο είχε υποστεί περαιτέρω διεργασίες, ώστε να καταστεί κατάλληλο και να διατεθεί στην κατανάλωση. Το εφετείο έκρινε τέλος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 43 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ότι έπρεπε να διαγραφούν ως ανάρμοστες από το δικόγραφο της έφεσης μια σειρά από φράσεις. Κατόπιν τούτων, το εφετείο απέρριψε την έφεση στο σύνολό της.
5. Επειδή, στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45), ορίζονται τα εξής: «Πρόσβαση σε έγγραφα 1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. 2. … 3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. … 4. Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται: α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. … 5. … ». Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται το δικαίωμα κάθε ενδιαφερομένου να λαμβάνει γνώση, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, των διοικητικών εγγράφων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις· ως διοικητικά δε έγγραφα θεωρούνται όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και οι εκθέσεις. Το δικαίωμα αυτό ασκείται, κατά την παράγραφο 4, και με χορήγηση αντιγράφου. Περαιτέρω, για να υπάρχει υποχρέωση της Διοίκησης να επιτρέψει την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα, απαιτείται να υποβληθεί γραπτή αίτηση, η οποία να αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2699/2008 7μ.)· τούτο, διότι η αίτηση χορήγησης εγγράφων αφορά μόνον έγγραφα που έχουν ήδη εκδοθεί και φυλάσσονται στην αρμόδια υπηρεσία και όχι αυτά που είναι ενδεχόμενο να εκδοθούν στο μέλλον (Σ.τ.Ε. 1442/2005 7μ.).
6. Επειδή, όπως εκτέθηκε στην τέταρτη σκέψη, το εφετείο έκρινε ότι η εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.» είχε θεμελιώσει, με την ιδιότητα της καταγγείλασας, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, εύλογο ενδιαφέρον γνώσης των ενεργειών σχετικά με την καταγγελία της, αντίστοιχα δε οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες είχαν υποχρέωση προς ενημέρωσή της και, συνεπώς, νόμιμα κοινοποίησαν σ’ αυτήν τόσο το 05/3139/6.5.1999 διαβιβαστικό έγγραφο της εν λόγω καταγγελίας όσο και τη μνημονευθείσα 4560/19.5.1999 έκθεση ποιοτικού ελέγχου. Σύμφωνα όμως με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η κρίση αυτή του εφετείου δεν είναι ορθή· τούτο, διότι, από τα πραγματικά περιστατικά που έκανε δεκτά, δεν προκύπτει ότι η εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.» είχε υποβάλει αίτημα για πρόσβαση σε συγκεκριμένα διοικητικά έγγραφα που φυλάσσονταν στο αρχείο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής, αλλά είχε απλώς υποβάλει καταγγελία αναφορικά με την ποιότητα ορισμένων ελιών, για τις οποίες υπήρχε πρόθεση εξαγωγής στο εξωτερικό. Επομένως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι με την ανωτέρω καταγγελία η εταιρεία «ΔΕΑΣ Α.Ε.» είχε ζητήσει να ενημερωθεί για τις ενέργειες που προτίθετο να προβεί η αρμόδια υπηρεσία αναφορικά με το θέμα της καταγγελίας της, και πάλι δεν θα στοιχειοθετείτο υποχρέωση της Διοίκησης να της κοινοποιήσει όλα τα σχετικά έγγραφα που επρόκειτο να εκδοθούν, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση χορήγησης εγγράφων αφορά κατά νόμον μόνο συγκεκριμένα έγγραφα που έχουν ήδη εκδοθεί και φυλάσσονται στην αρμόδια υπηρεσία και όχι αυτά που είναι ενδεχόμενο να εκδοθούν στο μέλλον. Συνεπώς, δεχόμενο το εφετείο ότι η ως άνω υπηρεσία είχε υποχρέωση, βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να κοινοποιήσει στην καταγγείλασα εταιρεία την 4560/19.5.1999 έκθεση αποτελεσμάτων έσφαλε, ο δε λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο τούτο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
7. Επειδή, περαιτέρω, η κρίση του εφετείου ότι η ζημία που είχε επικαλεστεί ο συνεταιρισμός οφειλόταν αποκλειστικά στην ακαταλληλότητα του προϊόντος, δεν αιτιολογείται επαρκώς. Το εφετείο δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα ποια ποσότητα ελιών του συνεταιρισμού θεώρησε ακατάλληλη, ώστε να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση, παρά το ότι έκανε δεκτό ότι α) τα δείγματα του πρώτου ποιοτικού ελέγχου δεν είχαν σφραγιστεί-μονογραφηθεί από τους ελεγκτές και τον εκπρόσωπο του εξαγωγέως και δεν είχε συνταγεί διπλότυπο δειγματοληψίας· β) μετά την ολοκλήρωση της μετατροπής των δεσμευμένων ελιών από castelvetrano σε ισπανικού τύπου, τα περισσότερα από τα ληφθέντα δείγματα κρίθηκαν κατάλληλα. Εξ άλλου, εφόσον ο συνεταιρισμός είχε προβάλει με την αγωγή του ότι από τη συνολική ποσότητα ελιών που είχε προς διάθεση το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου 1999, η οποία ανερχόταν σε 1.445 τόνους περίπου, δεσμεύτηκε ποσότητα 190 τόνων, το εφετείο όφειλε να εκφέρει ειδικά αιτιολογημένη κρίση για το αν και με ποιο τρόπο η δέσμευση των 190 τόνων άσκησε επιρροή στη διάθεση της υπόλοιπης ποσότητας. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί – όπως αναπτύχθηκαν παραδεκτώς με υπόμνημα που κατέθεσε ο αναιρεσείων μέσα στην προθεσμία που χορήγησε ο Πρόεδρος μετά τη συζήτηση (άρθρο 25 παρ. 2 π.δ. 18/1989, Α΄ 8) – είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
8. Επειδή, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει τα εξής: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …». Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε κανόνα δικαίου υπερνομοθετικού χαρακτήρα η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των κριτών που αποφαίνονται σε διαφορές σχετικές με δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσεως ή για το βάσιμο ποινικής κατηγορίας. Αποφασιστικός παράγοντας για τη διαπίστωση της αμεροληψίας είναι η εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέουν σε μία δημοκρατική κοινωνία οι ως άνω κριτές, διαμορφούμενη με βάση αντικειμενικά γεγονότα και αξιολογήσεις (Σ.τ.Ε. 2522/2001 7μ., 664/2006). Η εμπιστοσύνη αυτή δεν αίρεται στην περίπτωση που ένα ανεξάρτητο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου· η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και το π.δ. 18/1989 ένδικα μέσα.
9. Επειδή, προβάλλεται παράβαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι το εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο. Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι, για τους οποίους, κατά τον αναιρεσείοντα, παραβιάστηκε η διάταξη αυτή και ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους το εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο. Αναφέρεται μόνον ότι το εφετείο υπέπεσε σε συγκεκριμένα νομικά σφάλματα, ότι έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ότι στην απόφασή του δεν υπήρξε μειοψηφία. Προβάλλεται επίσης ότι το εφετείο δεν εξέτασε λόγο έφεσης, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι το πρωτοδικείο δεν ήταν αμερόληπτο δικαστήριο, διότι είχε υποπέσει σε νομικά σφάλματα. Όπως όμως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, με τη διάπραξη νομικών σφαλμάτων από το εφετείο δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης· εξ άλλου, η εκτίμηση των αποδείξεων δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ η μη ύπαρξη μειοψηφίας στην απόφαση δεν αποτελεί ένδειξη μεροληψίας του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Ομοίως, η διάπραξη σφαλμάτων από το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στοιχειοθετεί παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.· συνεπώς, νομίμως απορρίφθηκε σιωπηρώς ο σχετικός λόγος έφεσης. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
10. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπεται ότι: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων … 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία διά … την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων τρίτων …ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 43 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) «1. Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα πρέπει να είναι διατυπωμένα ευπρεπώς. 2. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί, με την απόφασή του, να διατάξει τη διαγραφή ανάρμοστων φράσεων από δικόγραφο ή υπόμνημα». Η ως άνω διάταξη του Κ.Δ.Δ. δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 της Ε.Σ.Δ.Α., δεδομένου ότι με τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν απαγορεύεται να επιβάλλονται από την έννομη τάξη των συμβαλλομένων κρατών περιορισμοί στο δικαίωμα έκφρασης κατά τη σύνταξη δικογράφων, αναγόμενοι στην ευπρεπή διατύπωση αυτών, ειδικότερα δε στην προστασία του κύρους της δικαιοσύνης και της υπόληψης των δικαστικών λειτουργών, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και, επί πλέον, επιδιώκουν νόμιμο σκοπό με μέσα ανάλογα και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία προς την επίτευξή του.
11. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο διέγραψε από το δικόγραφο της έφεσης, ως ανάρμοστες τις εξής φράσεις: «… οι δημόσιοι υπάλληλοι της υπόθεσης λειτούργησαν σε απόλυτο νομικό κενό στο πλαίσιο οικονομικής συνωμοσίας με τους ιδιώτες ανταγωνιστές μας. Εν τέλει, υπήρξε ένα μεροληπτικό δικαστήριο …» (σελ. 4)· «… με δεδομένη τη συνολικά παράνομη και ανήθικη διοικητική διαδικασία …» (τέλος σελίδας 9 και αρχή σελίδας 10)· «… τα δείγματα εκείνα ελήφθησαν με τρόπο όχι μόνο παράνομο αλλά και αθέμιτο και άτιμο.» (σελ. 10)· «… αποτέλεσμα της μονομερούς, μεροληπτικής στάσης του Πρωτοδικείου υπέρ του Δημοσίου» (σελ. 11)· «Ωστόσο, το Πρωτοδικείο αντέγραψε αδίστακτα κατά γράμμα το περιεχόμενο αυτής της έκθεσης και το έλαβε τυφλά υπόψη.» (σελ. 14)· «… το Πρωτοδικείο δεν αναζήτησε την αλήθεια, αλλά αντέγραψε τους αντιφατικούς ισχυρισμούς του Δημοσίου» (σελ. 19)· «… η οικονομική συνωμοσία των δημοσίων υπαλλήλων και των ανταγωνιστών μας σε βάρος ενός συνόλου παραγωγών ελιών. Αυτή η συνωμοσία μεταφέρθηκε κατόπιν και στα δικαστήρια» (σελ. 20)· «η υπόθεση δεν ήταν τίποτε λιγότερο από οικονομική συνωμοσία εναντίον μας των δημοσίων υπαλλήλων και των ανταγωνιστών μας» (σελ. 21)· «είναι απαράδεκτο ένα δικαστήριο να κλείνει τα μάτια στην τεχνογνωσία μιας ελληνικής επιχείρησης και μάλιστα συνεταιριστικής… »· «Εάν όμως διέταζε προσκόμιση των σφραγισμένων φακέλων με την τεχνογνωσία μας, το Πρωτοδικείο ήταν σίγουρο ότι θα έμενε παντελώς χωρίς επιχειρήματα για να απορρίψει την αγωγή και θα έπρεπε να δείξει πιο φανερά τη μεροληψία του υπέρ του Δημοσίου» (σελ. 23)· «Υποτίθεται ότι έχουμε λογικούς υπαλλήλους» (σελ. 26)· «… μόνο ένα μεροληπτικό δικαστήριο μπορούσε να τις κάνει και να δεχτεί αναπόδεικτα κρίσιμα περιστατικά στη βάση εικοτολογίας… » (σελ. 27)· «Και εδώ λοιπόν φαίνεται ξεκάθαρα ότι το Πρωτοδικείο επέλεξε άλλο δρόμο εξ αρχής και δεν είχε σκοπό να μας δικαιώσει σε καμία περίπτωση» (σελ. 33)· «Υπάρχει λοιπόν ή όχι μεροληψία του Πρωτοδικείου;» (σελ. 35)· «Το Πρωτοδικείο ομοίως δεν το έλαβε υπόψη στο σκεπτικό, γιατί έκαιγε. Το Πρωτοδικείο προσέβαλε την νοημοσύνη μας» (σελ. 40)· «Το Δημόσιο και εδώ προσκόμισε μόνο λόγια» (σελ. 43)· «το Πρωτοδικείο κατέληξε θεωρώντας κυκλοθυμικά …» «Μία ακόμη μεροληπτική παράλειψη: … Και εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι όλα τα προηγούμενα τα έκρινε ένα μεροληπτικό δικαστήριο υπέρ του Δημοσίου» (σελ. 45)· «Το Πρωτοδικείο βρέθηκε σε αδυναμία να εξετάσει εάν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας διότι θα πολλαπλασίαζε τις αντιφάσεις του και η μεροληπτική προσπάθειά του θα γινόταν πιο φανερή,» (σελ. 49)· «Συνεπώς οι σχετικές αναφορές του Πρωτοδικείου είναι ακαδημαϊκού τύπου δανεισμένες από τους γυμνούς ισχυρισμούς του Δημοσίου» (σελ. 50)· «Μεροληψία υπέρ του Δημοσίου» (σελ. 51)· «… δεν μπορούμε παρά να προσάψουμε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ότι δεν ήταν ένα «αμερόληπτο δικαστήριο» … Αντίθετα, έδωσε μάχη κατά της αγωγής μας» (σελ. 52). Με βάση όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, ο προβαλλόμενος λόγος περί παράβασης του άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος· τούτο, διότι, αφενός οι διαγραφείσες εκφράσεις δεν αλλοίωσαν το λόγο έφεσης περί μη ύπαρξης ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, αφετέρου ήταν ανάρμοστες, ορισμένες δε έθιγαν το κύρος της δικαιοσύνης και την υπόληψη των δικαστικών λειτουργών που μετείχαν στη σύνθεση του πρωτοδικείου ( πρβλ. Σ.τ.Ε. 573/2012 7μ.).
12. Επειδή, ύστερα από όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί εν μέρει και να γίνει εν μέρει δεκτή, να παραλειφθεί δε η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων· η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο διοικητικό εφετείο, για να κριθεί εκ νέου.
13. Επειδή, λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει εν μέρει την αίτηση.
Δέχεται αυτήν κατά τα λοιπά.
Αναιρεί εν μέρει την 2709/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 και 14 Μαρτίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2014.
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος
Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη
./.
