Αριθμός 167/2017
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 30 Ιανουαρίου 2012 αίτηση:
του Σπυρίδωνα Πετράκη του Νικολάου, κατοίκου Πειραιά (οδός Σπυρίδωνος Τρικούπη αρ. 68), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι εγκρίνει την άσκηση του ενδίκου μέσου,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 360/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο και η οποία εισήχθη, λόγω σπουδαιότητας, στην επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος με την από 21.11.2016 πράξη της Προέδρου του, επιδιώκεται η αναίρεση της 360/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, με την οποία έγινε εν μέρει μόνο δεκτή έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 266/2003 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου και, κατά μεταρρύθμιση της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης, περιορίσθηκε σε 113.561.646 δρχ. (332.294,50 ευρώ) το ποσό του πολλαπλού τέλους (160.000.000 δρχ.) που είχε επιβληθεί σε βάρος του με την 98/98/5.1.2000 πράξη της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης του Τελωνείου Κορίνθου, λόγω συμμετοχής του σε τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας τσιγάρων.
2. Eπειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010, έναρξη ισχύος από 1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου νόμου) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ […]».
Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται στις αιτήσεις αναίρεσης, όπως η παρούσα, που κατατίθενται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, ήτοι μετά την 1.1.2011, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. λ.χ. ΣτΕ 2631/2013), προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων (βλ. ΣτΕ 1873/2012 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη του ν. 3900/2010, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας κανόνα δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 2598/2015 επταμ., 3630/2014 επταμ., 797/2013 επταμ., 4163/2012 επταμ. κ.ά.), ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. ΣτΕ 4163/2012 επταμ., 507/2014 κ.ά.).
Εξάλλου, νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συμπεριλαμβανομένων των Πρόσθετων Πρωτόκολλων αυτής, λαμβανομένου υπόψη αφενός, ότι, όσον αφορά την ερμηνεία της ΕΣΔΑ στην ημεδαπή έννομη τάξη, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν σημασία και βαρύτητα ανάλογη με εκείνη της νομολογίας των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων και, αφετέρου, ότι η προβαλλόμενη αντίθεση μεταξύ της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της νομολογίας του ΕΔΔΑ δημιουργεί, κατά τεκμήριο, σοβαρό νομικό ζήτημα, αναγόμενο στο σεβασμό των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε να δικαιολογείται, ενόψει και του σκοπού της προαναφερόμενης διάταξης, η εξέτασή του από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προς διασφάλιση της ορθότητας και της ενότητας της νομολογίας, περί της ερμηνείας και της εφαρμογής της ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης.
3. Επειδή, το ποσό της διαφοράς είναι μεγαλύτερο από 40.000 ευρώ.
4. Επειδή, το άρθρο 4 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού».
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης σε αυτήν απαγόρευσης (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) πρέπει να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι, βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων γι’ αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ.).
Ειδικότερα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η αμετάκλητη απόφαση που ολοκληρώνει τη μία “ποινική” διαδικασία πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την τέλεση ή μη της παράβασης (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 29.6.2016, C-486/14, ECLI:EU:C:2016:483, Kossowski, σκέψεις 42-54). Συνεπώς, αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς [πρβλ. ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 27.5.2014, Margus v. Croatia (4455/10), σκέψεις 118, 120, 121], δεδομένου ότι τέτοιο βούλευμα ερείδεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης συνεπεία της παραγραφής και όχι σε εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος.
5. Επειδή, το ΕΔΔΑ, με την από 16.6.2009 απόφασή του στην υπόθεση Ruotsalainen v. Finland (13079/03), διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε περίπτωση στην οποία, ενώ καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα ποινικό πρόστιμο, για φορολογική παράβαση, με συνοπτική ποινική διάταξη η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού δεν προσβλήθηκε, επιβλήθηκε, περαιτέρω, σε βάρος του και διοικητική χρηματική κύρωση, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, τα δε ένδικα βοηθήματα και μέσα που αυτός άσκησε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά της σχετικής διοικητικής πράξης απορρίφθηκαν. Από τις σκέψεις 41-57 της εν λόγω απόφασης του ΕΔΔΑ συνάγεται, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, η ερμηνευτική κρίση ότι το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αντιτίθεται (τουλάχιστον κατ’ αρχήν) στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ, βάσει των κριτηρίων Engel.
6. Επειδή, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ή το οικείο αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, αλλά υποχρεούται να τη/το συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης/διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2069/2014, 1184/2015, 2403/2015, 1992/2016 επταμ., 2503/2016). Εξάλλου, το διοικητικό δικαστήριο, κρίνοντας υπόθεση διοικητικής παράβασης λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από τυχόν αμετάκλητο βούλευμα που παύει τη σχετική ποινική δίωξη εναντίον του προσφεύγοντος, λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος της λαθρεμπορίας (πρβλ. ΕΔΔΑ decision 13.9.2007, 27521/04, Moullet κατά Γαλλίας), ούτε, άλλωστε, ενόψει της αιτιολογικής βάσης τέτοιου βουλεύματος ανακύπτει ζήτημα συνεκτίμησής του από το διοικητικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της κρίσης του για τη διάπραξη ή μη της επίμαχης διοικητικής παράβασης (βλ. ΣτΕ 3264/2014). Συναφώς, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Διαμαντίδης κατά Ελλάδας (71563/01), Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας (35522/04), Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12, 9028/13), Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας (66602/09, 71879/12 – στην υπόθεση Σισμανίδη, η αιτίαση περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) και Παραπονιάρης κατά Ελλάδας (42132/06), τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, προεχόντως διότι οι τέσσερεις πρώτες αποφάσεις δεν αφορούσαν σε περιπτώσεις παραγραφής των ποινικών αδικημάτων, ενώ στην τελευταία υπόθεση (Παραπονιάρης) η διαπιστωθείσα παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του προσφεύγοντος δεν είχε σχέση με κάποια διοικητική διαδικασία ή δίκη, αλλά έλαβε χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε βάρος του, στην οποία το δικαστικό συμβούλιο, αν και έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, του επέβαλε χρηματική ποινή.
7. Επειδή, εν προκειμένω, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «[A]πό τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 97 παρ. 8 [του Τελωνειακού Κώδικα] και 5 (του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας] προκύπτει ότι η διαδικασία της διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, η οποία κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια δε των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο όταν κρίνει για τη διοικητική παράβαση δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του να την συνεκτιμήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο. […] [Α]πό τη συνεκτίμηση των εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών αποδεικνύεται […] η συμμετοχή του εκκαλούντος [ήδη αναιρεσείοντος] στη λαθραία εισαγωγή των ποσοτήτων τσιγάρων […] [και] στη τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας […]. Εξάλλου το επικαλούμενο από τον εκκαλούντα 86/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, το οποίο παραδεκτώς προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον εκδόθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, δεν μπορεί να στηρίξει αντίθετη κρίση δεδομένου ότι αποφάνθηκε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του για το αδίκημα της λαθρεμπορίας λόγω παραγραφής του, απορρίπτονται δε ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι έφεσης. […] Ειδικότερα, ο εκκαλών […] υποστηρίζει ότι η επιβολή πολλαπλού τέλους στο 7πλάσιο των δασμών συνιστά ουσιαστικώς κατηγορία ποινικής φύσεως και έπρεπε να εφαρμοσθούν οι εξασφαλιστικές εγγυήσεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων και το τεκμήριο αθωότητας του διωκομένου, που καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της επιβολής του τέλους, εφόσον δεν επακολούθησε καταδίκη ποινικού δικαστηρίου. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι απαιτείται καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για τη βεβαίωση της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας, ενώ σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η ποινική διαδικασία χωρεί ανεξάρτητα από τη διαδικασία της επιβολής πολλαπλού τέλους, τυχόν δε [αμετάκλητη] απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αν μεν είναι καταδικαστική, δεσμεύει και το διοικητικό δικαστήριο, [το οποίο] άλλως οφείλει να τη συνεκτιμήσει χωρίς να το δεσμεύει. […] Ενόψει δε των ανωτέρω είναι απορριπτέος και ο συναφής πρόσθετος λόγος ότι το πολλαπλό τέλους, που [επιβλήθηκε] παρά την παύση της ποινικής δίωξης σε βάρος του, παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας. […]». Εξάλλου, με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε παράλληλα παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προβάλλοντας ότι για την ίδια ακριβώς πράξη ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και, στη συνέχεια, αθωώθηκε με το προαναφερόμενο αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, με συνέπεια να υποχρεούται το Διοικητικό Εφετείο να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με την ακύρωση του καταλογισθέντος σε βάρος του πολλαπλού τέλους. Ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβλήθηκε παραβίαση του κανόνα ne bis in idem, δεν αντιμετωπίσθηκε ρητώς από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρίφθηκε εμμέσως με τις προεκτεθείσες σκέψεις του περί αυτοτέλειας της διοικητικής διαδικασίας και δίκης σχετικά με την επιβολή πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας έναντι της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας και περί μη δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από την τυχόν προηγηθείσα αμετάκλητη απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστή.
8. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, δεχόμενο ότι το 86/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας δεν το δεσμεύει, απέρριψε τον ως άνω (πρόσθετο) λόγο έφεσης κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ άλλων, προς την απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος, δοθέντος ότι η ανωτέρω έμμεση ερμηνευτική κρίση του Διοικητικού Εφετείου για το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ [ότι, δηλαδή, ο εν λόγω κανόνας της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων εθνικής νομοθεσίας, όπως εκείνων των άρθρων 97 (παρ. 8) του Τελωνειακού Κώδικα και 5 (παρ. 2) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τις οποίες προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία και δίκη περί της επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο χρηματικής κύρωσης για διοικητική παράβαση λαθρεμπορίας/φοροδιαφυγής είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία έναντι του ίδιου προσώπου, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, με συνέπεια να εξακολουθεί και να μην επηρεάζεται από την αμετάκλητη περάτωση, με αθωωτική απόφαση, της οικείας ποινικής διαδικασίας] έρχεται, κατ’ αρχήν, σε αντίθεση με την προεκτεθείσα ερμηνεία της ίδιας διάταξης της ΕΣΔΑ στην απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ (βλ. ανωτέρω, σκέψη 5). Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, εν προκειμένω, η ποινική διαδικασία έναντι του αναιρεσείοντος τερματίσθηκε δια βουλεύματος, που έπαυσε την σε βάρος του ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αδικήματος της λαθρεμπορίας και όχι βάσει εκτίμησης για την στοιχειοθέτηση ή μη της παράβασης.
9. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, απέρριψε τον (πρόσθετο) λόγο έφεσης περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι η επιβολή σε βάρος του πολλαπλού τέλους θέτει εν αμφιβόλω την αθώωσή του με το προαναφερόμενο βούλευμα, έστω κι αν αυτό στηρίχθηκε στην παραγραφή του αδικήματος. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, διατυπώνεται, με το εισαγωγικό δικόγραφο, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Διαμαντίδης κατά Ελλάδας, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας και Παραπονιάρης κατά Ελλάδας, ενώ περαιτέρω, με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προβάλλεται και αντίθεση προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας και Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας. Ανεξαρτήτως του παραδεκτού της επίκλησης, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, αντίθεσης της αναιρεσιβαλλομένης προς τις δύο τελευταίες αποφάσεις του ΕΔΔΑ (που εκδόθηκαν, αντίστοιχα, το 2015 και το 2016, δηλαδή πολύ μετά από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, το 2012), πάντως καμία από τις προαναφερόμενες πέντε αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν επιλύει το τιθέμενο, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα, καθώς δεν αφορά σε κρίση διοικητικού οργάνου ή δικαστηρίου περί διοικητικής παράβασης, κατόπιν παύσης της σχετικής ποινικής διαδικασίας λόγω παραγραφής του αδικήματος (βλ. ανωτέρω σκέψη 6 in fine). Επομένως, από τις εν λόγω αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν προκύπτει ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αντίθετη με τις προεκτεθείσες κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες άλλωστε, συνάδουν προς τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ανωτέρω σκέψη 6). Τούτων έπεται ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
10. Επειδή, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης αποδίδονται διάφορες άλλες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολό τους, ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, διότι δεν προβλήθηκαν με το εισαγωγικό δικόγραφο (βλ. ΣτΕ 4667/2012, 2410/2013, Ολομ. 800/2015, 4196/2015, 2403/2016 κ.ά.). Εξάλλου, το εν λόγω απαράδεκτο δεν μπορεί να θεραπευθεί, εν όλω ή εν μέρει, με βάση τη νεότερη διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (σύμφωνα με την οποία, το απαράδεκτο του εδαφίου α΄ «[…] καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμα και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση»), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 – έναρξη ισχύος του άρθρου 15 από τη δημοσίευση του νόμου 4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού), διότι η διάταξη αυτή δεν έχει, εν προκειμένω, πεδίο εφαρμογής ratione temporis, δεδομένου ότι, κατά γενική δικονομική αρχή, η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί/συζητηθεί, πριν από το χρόνο έναρξης της ισχύος της (βλ. ΣτΕ 2467/2001, 3953/2007), αλλά και ratione materiae, δοθέντος ότι δεν καλύπτει το απαράδεκτο που προκύπτει, βάσει του εδαφίου α΄ της ίδιας παραγράφου, από την παράλειψη προβολής λόγου αναίρεσης με το εισαγωγικό δικόγραφο.
11. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2017 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2017.
Η Πρόεδρος του Β΄ ΤμήματοςΗ Γραμματέας
Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα
./.
Επιστροφή
Τέλος φόρμας
