ΣτΕ 1800/2013, Α τμ.7μ., ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ RICOMEX, ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΕΙΣΜΟΣ, ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ

ΣΤΕ

Αριθμός 1800/2013

Aφορά  αναγνώριση δικαιώματος αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., για σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν  από την ολοκληρωτική κατάρρευση του κτιρίου της εταιρείας Ricomex στον Δήμο Αχαρνών Αττικής κατά το σεισμό του Σεπτεμβρίου 1999.

Πρόκειται για μία από τις σχετικές δικαστικές διαφορές, η οποία κινήθηκε με  αγωγή εργαζομένου σε λογιστική επιχείρηση που στεγαζόταν στο κτίριο της Ricomex. Ο ενάγων καταπλακώθηκε από τα ερείπια, υπέστη σύνδρομο καταπλάκωσης κάτω άκρων που είχε ως συνέπεια να υποστεί  οξεία νεφρική ανεπάρκεια, να καταστούν αναγκαίες πολλές χειρουργικές επεμβάσεις και η υποβολή του για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε  αιμοκάθαρση και σε φαρμακευτική αγωγή λόγω αντιδραστικής κατάθλιψης, οφειλόμενης στον σεισμό. Τελικώς, εξαιτίας του τραυματισμού, προκλήθηκε στον ενάγοντα μόνιμη αναπηρία που δημιουργεί σοβαρή δυσχέρεια στο βάδισμα.

Στην υπόθεση αυτή τα δικαστήρια ερμήνευσαν σειρά διατάξεων της πολεοδομικής κυρίως νομοθεσίας, οι οποίες αφορούν την έκδοση οικοδομικών αδειών, τις προδιαγραφές εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών, την αντισεισμική προστασία, τον έλεγχο των ανεγειρόμενων οικοδομών, το χαρακτηρισμό των αυθαίρετων κατασκευών και την κατεδάφισή τους και τον έλεγχο των επικίνδυνων κατασκευών και διαπίστωσαν τις εξής παράνομες ενέργειες και παραλείψεις, που κρίθηκαν ότι θεμελιώνουν δικαίωμα αποζημίωσης:

α. Τα αρμόδια όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης είχαν υποχρέωση να ασκήσουν προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο κατά την κατασκευή του εργοστασίου της Ricomex, από την παράλειψη διενέργειας του οποίου ή από την πλημμελή άσκησή του γεννάται αυτοτελής ευθύνη της, αφού από τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις δεν θεσπίζεται αποκλειστική ευθύνη των μηχανικών μελετητών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα όργανα άσκησαν πλημμελώς τον οφειλόμενο προληπτικό έλεγχο διότι εξέδωσαν τις σχετικές οικοδομικές άδειες παρά τις ανακρίβειες και ελλείψεις των στοιχείων που υποβλήθηκαν στην υπηρεσία προς έλεγχο και επιπροσθέτως παρέλειψαν να ασκήσουν τον επιβαλλόμενο από τις σχετικές διατάξεις κατασταλτικό έλεγχο κατά την κατασκευή του εργοστασίου. Αποτέλεσμα του πλημμελούς αυτού ελέγχου ήταν, μεταξύ άλλων, να προκύψουν με βάση τις άδειες σημαντικά μειωμένα ποσοστά οπλισμών των υποστυλωμάτων σε σχέση με τα απαιτούμενα σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις.

β. Η Πολεοδομική Αρχή, παρέλειψε να διενεργήσει την απαιτούμενη κατά το νόμο αυτοψία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδόσεως δεύτερης οικοδομικής αδείας που αφορά προσθήκες σε κτίριο που είχε κατασκευαστεί ύστερα από προηγούμενη άδεια, η οποία είχε χορηγηθεί χωρίς αρχική αυτοψία και είχε προσωρινό χαρακτήρα. Εξαιτίας της παράλειψης αυτής, δεν διαπιστώθηκε ότι με το διάγραμμα που υποβλήθηκε για την έκδοση της δεύτερης αδείας, αλλά και με το διάγραμμα που συνόδευε τη μελέτη για την πρώτη άδεια, η έκταση του οικοπέδου εμφανίστηκε μεγαλύτερη, έως τριπλάσια, από αυτή που εμφανίζεται στους τίτλους ιδιοκτησίας, σε βάρος του παρακειμένου ρέματος, δηλαδή δεν διαπιστώθηκε η ασυμφωνία που υπήρχε μεταξύ των τοπογραφικών και της πραγματικής κατάστασης, η οποία θα οδηγούσε σε διακοπή των εργασιών και σε εφαρμογή των διατάξεων για την κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών. Οι παραλείψεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να επιτραπεί η ανέγερση κτιρίου με επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη βάσει των πραγματικών διαστάσεων του οικοπέδου, το οποίο πλησίαζε στο έντονο πρανές του ρέματος, λόγω του οποίου επηρεάστηκε δυσμενώς το κτίριο για την απόκρισή του στον σεισμό.

γ. Τα αρμόδια όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης δεν είχαν διενεργήσει, όπως όφειλαν κατά το νόμο, έλεγχο και τουλάχιστον μία αυτοψία κατά την εκτέλεση των εργασιών ανεγέρσεως του ισογείου και των υπογείων καθώς και του πρώτου και του δεύτερου ορόφου. Αν είχαν πραγματοποιηθεί οι επιβαλλόμενοι έλεγχοι και αυτοψίες, θα είχε διαπιστωθεί ότι: αα) είχαν κατασκευαστεί λιγότερα υποστυλώματα (24 αντί των 32) και σε μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους από τις προβλεπόμενες στις άδειες, ββ) οι πλάκες δεν είχαν κατασκευαστεί με δοκούς που είχαν τις προβλεπόμενες στις οικοδομικές άδειες προδιαγραφές, γγ) στα υπόγεια δεν είχαν κατασκευαστεί τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα σε όλο το μήκος της περιμέτρου τους, όπως προβλεπόταν στις άδειες, δδ) τα τοιχία που υπήρχαν είχαν κατασκευαστεί σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση του σκελετού κατευθείαν στο έδαφος, χωρίς θεμελίωση, και ήταν ουσιαστικά ασύνδετα με τον σκελετό του κτιρίου, εε) υπήρχε πλημμελής σύνδεση με τις πλάκες και, γενικά, με τον σκελετό του κτιρίου γύρω και από τους δύο ανελκυστήρες και το κλιμακοστάσιο και στστ) τα φέροντα στοιχεία ήταν πλημμελώς οπλισμένα. Η διενέργεια των επιβαλλόμενων ελέγχων και αυτοψιών θα είχε ως συνέπεια να διαπιστωθούν οι κατασκευαστικές ελλείψεις, να διακοπούν εγκαίρως οι οικοδομικές εργασίες και να απαιτηθεί από τα πολεοδομικά όργανα είτε η προσαρμογή στις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ύστερα από την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας είτε η κατεδάφιση των κατασκευών που είχαν διενεργηθεί κατά παράβαση των ουσιαστικών πολεοδομικών διατάξεων αν ήταν επικίνδυνες για τη στατικότητα του κτιρίου.

Τελικώς διαπιστώθηκε ότι κύριο λόγο κατάρρευσης του κτιρίου αποτέλεσε «ο μηχανισμός αστοχίας υπό σεισμό» που είχε σχέση με τα κρίσιμα υποστυλώματα των περιμετρικών υποστυλωμάτων και οδήγησε στην άμεση κατάρρευση. Ως επιβαρυντικός παράγοντας στο παραπάνω αποτέλεσμα λειτούργησε το ανάγλυφο της περιοχής του κτιρίου, καθώς και η πρόσθετη εκσκαφή του ρέματος λόγω των αυθαίρετων κατασκευών του τρίτου υπογείου και των πρόσθετων υποστέγων στο επίπεδο του δεύτερου υπογείου.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε ότι το κτίριο της Ricomex κατέρρευσε λόγω των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να ανεγερθεί το κτίριο στατικά και αντισεισμικά με μη ασφαλή τρόπο και ότι ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος που προκλήθηκε από την κατάρρευση του κτιρίου, τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις πράξεις και παραλείψεις αυτές της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Επίσης, κρίθηκε ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν διακόπηκε από συμβάν ανωτέρας βίας διότι το απρόβλεπτο γεγονός του σεισμού δεν συνεπαγόταν αναπότρεπτη ζημία, εφόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν η ένταση του σεισμού που συνετέλεσε στην κατάρρευση του κτιρίου, αφού η τελευταία θα ήταν δυνατή και με μικρότερη σεισμική δόνηση, αλλά η μη σύννομη κατασκευή του. Συνέτρεχε, επομένως, περίπτωση ευθύνης της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 932 ΑΚ.

 

 

 

 

Αριθμός 1800/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος που είχε κώλυμα, Ι. Ζόμπολας, Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 25 Νοεμβρίου 2008 αίτηση:

της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής και ήδη Περιφέρειας Αττικής, που εδρεύει στην Παλλήνη (17ο χλμ. Λ. Μαραθώνος), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Σταμ. Σκουλά (Α.Μ.19004), που την διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Γεωργίου Σωτηρόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Αγίας Ζώνης 95, Κυψέλη), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Α. Αναγνωστάκη (Α.Μ. 4127), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Περιφέρεια επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2569/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Β. Ανδρουλάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας Περιφέρειας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία νομίμως ασκήθηκε χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 2569/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά τη συνεκδίκαση αντιθέτων εφέσεων των ήδη διαδίκων κατά της 6452/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η μεν έφεση του αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε στο σύνολό της, η δε έφεση της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης έγινε εν μέρει δεκτή, μεταρρυθμίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως το ποσό των 180.200 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την κατάρρευση του κτηρίου της εταιρείας Ricomex στον Δήμο Αχαρνών Αττικής εξαιτίας του σεισμού που συνέβη στις 7-9-1999, για την οποία (κατάρρευση) κρίθηκε ότι υπήρχε ευθύνη, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, των οργάνων της αναιρεσείουσας.

2. Επειδή, ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010 «Νέα αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α’ 87), νομίμως παρίσταται στην προκειμένη περίπτωση και συνεχίζει τη δίκη ως αναιρεσείουσα η Περιφέρεια Αττικής (Σ.τ.Ε. 2872/2011 κ.ά.).

3. Επειδή, στο μεν άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ/μα 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…», στο δε άρθρο 106 του ίδιου νόμου ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Εξάλλου, στο άρθρο 52 παρ. 1 και 2 του ν.δ/τος της 17.7/16.8.1923 «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών» (Α’ 228) ορίζεται ότι: «1. Πάσα οικοδομή και εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας δομήσεως … εντός ή εκτός των πόλεων, κωμών κ.λπ. υπόκειται ως προς την μελέτην, την εκτέλεσιν και την χρησιμοποίησιν αυτής από απόψεως υγιεινής, ασφαλείας, αισθητικής και εν γένει τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος Δ/τος και οιωνδήποτε ετέρων (καθ’ όλα τα στάδια της κατασκευής και μετά ταύτην) εις τον έλεγχον του Κράτους, ασκούμενον υπό της κατά το παρόν Δ/μα αρμοδίας υπηρεσίας κατά τα ειδικότερον δια Δ/τος κανονισθησόμενα. 2. Προς ανέγερσιν, επισκευήν ή κατεδάφισιν οιασδήποτε οικοδομής και προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως … υπό οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτείται η προηγουμένη έγγραφος άδεια της αρμοδίας υπηρεσίας …». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του πρώτου μέρους του β.δ/τος. της 10/31.12.1945 «Περί κανονισμού φορτίσεων δομικών έργων» (Α΄ 325, αναδημοσίευση Α’ 171/1946) ορίζεται ότι: «1. Τα φορτία των οικοδομικών έργων υπολογίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού, λαμβανόμενα κατά την δυσμενεστέραν πραγματοποιήσιμον από απόψεως αντοχής ή ευσταθείας του οικοδομικού στοιχείου διάταξιν, πλην αν άλλως εξ ειδικής διατάξεως ως προς τον στατικόν υπολογισμόν ορίζεται. 2. …». Επίσης, στο άρθρο 2 του β.δ/τος της 18.2/26.7.1954 «Περί Κανονισμών δια την μελέτην και εκτέλεσιν οικοδομικών έργων εξ ωπλισμένου σκυροδέματος» (Α’ 160) ορίζεται ότι: «1. Εκάστη μελέτη εξ ωπλισμένου σκυροδέματος υποβαλλομένη προς την αρμοδίαν Κρατικήν Υπηρεσίαν Ελέγχου δι’ έκδοσιν αδείας δέον να περιλαμβάνη τα κάτωθι στοιχεία: Α) Στατικόν υπολογισμόν περιέχοντα: α) Τας γενομένας παραδοχάς ως προς τα φορτία και τας επιτρεπομένας τάσεις των υλικών. β) Διάταξιν και υπολογισμούς ενός εκάστου μέλους της κατασκευής, εξ ων να εμφαίνωνται το στατικόν σύστημα του φορέως και η ενεργούσα επ’ αυτού φόρτισις, αι αναπτυσσόμεναι αντιδράσεις, ροπαί κάμψεως, τέμνουσαι και αξονικαί δυνάμεις και να διαπιστούται η επάρκεια των διατομών. Οι υπολογισμοί δέον να συνοδεύωνται απαραιτήτως υπό του διαγράμματος φορτίσεως, επίσης δε και υπό του διαγράμματος τεμνουσών δυνάμεων, όπερ παραλείπεται μεν προκειμένου περί πλακών, επιτρέπεται δε να συντάσσεται εν σκαριφήματι εις τας απλουστέρας των μορφών και φορτίσεων. Επί φορέων συνθετωτέρων διατάξεων φορτίσεως και σημαντικώτερον επιβαρυνομένων θα συντάσσεται και διάγραμμα ροπών κάμψεως…. γ) Προκειμένου περί κατασκευής σοβαρών έργων υποβάλλονται και στατικοί υπολογισμοί των ικριωμάτων. Β) Σχέδια γενικής διατάξεως ανά όροφον και δια την θεμελίωσιν … εφ’ ων να εμφαίνωνται: α) Αι θέσεις και συμβολισμοί των διαφόρων μελών μεθ’ απασών των αναγκαιουσών διαστάσεων, ήτοι αποστάσεων δοκών και υποστυλωμάτων, …β) Εφ’ όσον πρόκειται περί συνήθων κατασκευών, εν κατακλίσει αι διατομαί πλακών, δοκών, υποστυλωμάτων, ενισχύσεων δοκών, προβόλων, πεδίλων, εδράνων κ.λπ. μετά των διαστάσεων αυτών, καθώς και των οπλισμών, περιλαμβανομένων και των συνδετήρων. Γ) Σχέδια οπλισμών και δη: Εφ’ όσον προβλέπονται κατασκευαί πλαισίων, δοκών ανοίγματος μεγαλυτέρου των 8,00 m και γενικώς φορέων άλλου τύπου πλην των απλών ή συνεχών δοκών μικροτέρων ανοιγμάτων, δέον όπως δι’ έκαστον τοιούτον φορέα συντάσσηται επιπροσθέτως σχέδιον … εις ο να εμφαίνωνται λεπτομερώς η διάταξις, τα αναπτύγματα και μήκη των οπλισμών αυτού και αι θέσεις των ενώσεων, ως επίσης και διαγράμματα τομών εις τας χαρακτηριστικάς θέσεις. Επί των διατομών τούτων δέον να εμφαίνωνται οι συνδετήρες και η διάταξις των οπλισμών. … Δ) Προκειμένου περί φορέων, ως εν εδαφ. 1Α, γ΄ του παρόντος άρθρου, θα υποβάλλεται και σχέδιον ικριωμάτων. 2. Επί εκάστου των υποβαλλομένων σχεδίων θα αναγράφωνται σαφώς: α) Τα ληφθέντα υπ’ όψιν δια τον υπολογισμόν φορτία. β) Η προβλεπομένη ποιότης σκυροδέματος. γ) Το προβλεπόμενον είδος οπλισμού». Ακολούθως, στο άρθρο 3 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Η σύνταξις μελέτης έργων ωπλισμένου σκυροδέματος δέον απαραιτήτως να πληρή τα ακόλουθα: α) Να είναι σύμφωνος προς τους παρόντας Κανονισμούς και να ανταποκρίνεται προς τους ανεγνωρισμένους κανόνας της τεχνικής. β) Οι υπολογισμοί να διαπραγματεύωνται εξαντλητικώς και επιτυχώς πάντα τα ουσιώδη δια την ασφάλειαν του έργου στοιχεία, να είναι απηλλαγμένοι λογιστικών σφαλμάτων και απολύτως ακριβείς. 2. … 3. Ο έλεγχος της κατά τα ανωτέρω μελέτης, εφ’ όσον αύτη έχει συνταχθή υπό διπλωματούχου Μηχανικού Ανωτάτης Σχολής, περιορίζεται εις την διαπίστωσιν του γεγονότος ότι αι βασικαί προϋποθέσεις των υπολογισμών και αι εφαρμοσθείσαι μέθοδοι υπολογισμού είναι ορθαί. … Μετά τον κατά τα ανωτέρω γενόμενον έλεγχον ακολουθεί η έγκρισις της μελέτης, ήτις χορηγείται κατόπιν της διαπιστώσεως ότι έχει πραγματοποιηθή ο κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου έλεγχος». Στο άρθρο 10 παρ. 1 του εν λόγω διατάγματος ορίζεται ότι: «Η εποπτεία της εφαρμογής των παρόντων Κανονισμών ασκείται παρά των εκασταχού Πολεοδομικών Γραφείων ή λοιπών αρμοδίων δια τον έλεγχον Κρατικών Υπηρεσιών» και στο άρθρο 59 του ίδιου διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Ως μυκητοειδείς πλάκες χαρακτηρίζονται αι σταυροειδώς ωπλισμέναι πλάκες, εδραζόμεναι άνευ μεσολαβήσεως δοκών απ’ ευθείας επί υποστυλωμάτων, μεθ’ ων αύται συνδέονται ακάμπτως. 2. … Δια την άκαμπτον σύνδεσιν του υποστυλώματος μετά της πλακός, αλλά και δια την κανονικήν μετάδοσιν των φορτίων της πλακός επί του υποστυλώματος η κεφαλή του υποστυλώματος διαπλατύνεται …». Εξ άλλου, το β.δ/μα της 19/26.2.1959 «Περί αντισεισμικού κανονισμού οικοδομικών έργων» (Α’ 36) ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Άπαντα τα οικοδομικά έργα της Χώρας θα μελετώνται και κατασκευάζονται συμφώνως προς τα εν τοις επομένοις καθοριζόμενα και κατά τρόπον ώστε να καθίστανται ικανά να αναλάβωσιν, εκτός των προβλεπομένων συνήθων φορτίσεων, και τας εκ των σεισμικών ενεργειών προκαλουμένας επιβαρύνσεις», στο άρθρο 2 ότι: «1. Επί τη βάσει των μέχρι τούδε δεδομένων και των αποτελεσμάτων των δονήσεων αι περιοχαί της Χώρας κατατάσσονται από απόψεως σεισμικότητος εις τρεις κατηγορίας: Ι. Ασθενώς σεισμόπληκτοι περιοχαί. ΙΙ. Μετρίως σεισμόπληκτοι περιοχαί. ΙΙΙ. Ισχυρώς σεισμόπληκτοι περιοχαί. 2. Οικισμοί της Χώρας αντιστοιχούντες χαρακτηριστικώς εις τας κατηγορίας ταύτας εμφαίνονται εις τον ακόλουθον πίνακα Ι. … Αθήναι Ι…», στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι: «Από της απόψεως της σεισμικής επικινδυνότητος τα εδάφη κατατάσσονται εις τέσσαρας κατηγορίας: α) Εδάφη μικράς σεισμικής επικινδυνότητος. β) Εδάφη μετρίας σεισμικής επικινδυνότητος. γ) Εδάφη μεγάλης σεισμικής επικινδυνότητος. δ) Εδάφη εξαιρετικής σεισμικής επικινδυνότητος. …», στο άρθρο 4 ότι: «1. Προς έλεγχον της εκ σεισμού καταπονήσεως του κτηρίου θα εισάγωνται εις τον υπολογισμόν, εκτός των υπό των οικείων Κανονισμών προβλεπομένων φορτίσεων, και σεισμικαί δυνάμεις. Επιτρέπεται όπως εισάγωνται εις τον υπολογισμόν μόναι αι οριζόντιαι συνιστώσαι των σεισμικών δυνάμεων, λαμβανόμεναι με φοράν εναλλασσομένην. Εις ειδικάς περιπτώσεις όπου τούτο κατωτέρω καθορίζεται, θα λαμβάνωνται υποχρεωτικώς και αι κατακόρυφοι συνιστώσαι. … 2. … 3. Καθορισμός των επί του κτιρίου ή των στοιχείων αυτού ενεργουσών σεισμικών δυνάμεων κατά τρόπον διάφορον των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων δύναται να γίνει δεκτός κατόπιν ειδικού δυναμικού υπολογισμού και εγκρίσεως της θεωρούσης την μελέτην αρχής. 4. Δια τον υπολογισμόν των σεισμικών δυνάμεων θα λαμβάνωνται υπ’ όψιν τα σύνολα των μονίμων και κινητών κατακορύφων φορτίων. 5. … 6. …», στο άρθρο 5 ότι: «1. Κατά την σύνταξιν των αρχιτεκτονικών σχεδίων θα απαιτήται διάταξις επιτρέπουσα την διαμόρφωσιν ενός κατά το δυνατόν σαφούς σταθερού εν τω χώρω στατικού οργανισμού. Κατά την μεταξύ των κατακορύφων οριζοντίων ή κεκλιμένων μερών του στατικού οργανισμού σύνδεσιν πρέπει να εξασφαλίζεται ο υπό του στατικού υπολογισμού προβλεπόμενος τρόπος λειτουργίας των συνδέσεων. 2. Τα στοιχεία του οργανισμού συμπληρώσεως και διαχωριστικά τοιχώματα θα κατασκευάζωνται και εν ανάγκη θα υπολογίζωνται ώστε να δύναται να αντέχωσιν εις τας επ’ αυτών δυναμένας να ενεργήσωσι οριζοντίας δυνάμεις και να μεταφέρωσιν ταύτας επί του οργανισμού αντοχής, συνδεόμενα καταλλήλως μετ’ αυτού. 3. … 4. … 5. … 6. … 7. Συνιστάται όπως αποφεύγηται η διάταξις φυτευτών υποστηλωμάτων ή τοιχωμάτων. Οσάκις τούτο δεν είναι δυνατόν, θα απαιτείται ειδικός υπολογισμός κατά τα εν άρθρω 6 καθοριζόμενα», στο άρθρο 13 παρ. 2 ότι: «Αι υποβαλλόμεναι στατικαί μελέται θα περιλαμβάνουν και αντισεισμικόν στατικόν υπολογισμόν, ενσωματούμενον εις τον γενικόν τοιούτον» και, τέλος, στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι: «Η εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος ασκείται υπό των αρμοδίων δια τον έλεγχον Κρατικών Υπηρεσιών».

4. Επειδή, κατά το κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρονικό διάστημα, το οποίο έχει ως αφετηρία τον χρόνο έκδοσης της πρώτης οικοδομικής αδείας για την καταρρεύσασα οικοδομή (26.5.1976), εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.δ/τος 194/1969 (Α’ 103) τρεις (3) αποφάσεις του τότε αρμόδιου Υπουργού Δημοσίων Έργων, οι οποίες διείπαν τις τρεις διαδοχικά εκδοθείσες οικοδομικές άδειες και ρύθμιζαν τα θέματα διαδικασίας έκδοσης των οικοδομικών αδειών, τροποποιώντας κατά τούτο την κυρωθείσα με το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ/τος Ε 39941/2287/1967 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Β’ 114/1968), όπως προέβλεπε ρητώς η παρ. 2 του ίδιου άρθρου 2. Έτσι, με την Ε18241/1976 υπουργική απόφαση «Περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών» (Δ’ 147) οριζόταν ότι «1. Από της ισχύος της παρούσης αι οικοδομικαί άδειαι θα εκδίδωνται κατόπιν ελέγχου υπό των αρμοδίων Πολεοδομικών Υπηρεσιών της σχετικής μελέτης, εις ό,τι αφορά την επιτρεπομένην κάλυψιν εις επιφάνειαν, και τον επιτρεπόμενον όγκον των κτισμάτων … εις τα οποία αύτη αναφέρεται. 2. Αι Πολεοδομικαί Υπηρεσίαι υποχρεούνται όπως προ της χορηγήσεως της αδείας ελέγχουν: α) Την ακρίβειαν του υποβαλλομένου τοπογραφικού διαγράμματος, βάσει των επί τόπου μονίμων υλικών ορίων και των οικείων τίτλων ιδιοκτησίας. β) Το σύννομον της καλύψεως και του όγκου. γ) Το σύννομον των κατόψεων, τομών, προσόψεων. δ) Την καταβολήν φόρων, εισφορών, κρατήσεων, τελών κ.λπ. 3. Η Υπηρεσία θα ελέγχη κατά το εφικτόν και κατά την κρίσιν αυτής τους τίτλους ιδιοκτησίας του εφ’ ου τα εκτελεσθησόμενα έργα οικοπέδου, ως και παν έτερον στοιχείον αποσαφηνίζον τα όρια και την εν γένει κατάστασιν αυτού και την ταύτισιν αυτού με τας επί τόπου πραγματικάς και νομίμους συνθήκας, αίτινες συναρτώνται με τας αφορώσας αυτό Πολεοδομικάς διατάξεις και παροχάς. 4. Ο ανωτέρω έλεγχος των τίτλων θα περιορίζεται εις τα στοιχεία άτινα απαιτούνται προς διαπίστωσιν, κατ’ αρχήν, αυτής ταύτης της υπάρξεως του οικοπέδου και περαιτέρω των διαστάσεων, της επιφανείας, της αρτιότητος, της μορφής και της θέσεως αυτού και ουχί προς διαπίστωσιν της κυριότητας αυτού. … 4α. Ο έλεγχος των τίτλων καθίσταται υποχρεωτικός μερίμνη των υπογραφόντων την άδειαν υπαλλήλων, προκειμένου περί δομήσεως εκτός σχεδίου γενικώς … και τούτο προς εξακρίβωσιν των αναγραφομένων διαστάσεων και την διαπίστωσιν του χρόνου της τελευταίας κατατμήσεως του οικοπέδου. 4β. … 5. … 5α. Η ευθύνη δια την σύνταξιν της στατικής μελέτης, δια την ακρίβειαν των υπολογισμών, ως και δια την επίβλεψιν της εκτελέσεως ανήκει εξ ολοκλήρου εις τον μελετητήν και τον επιβλέποντα μηχανικόν, ως και εις τον εκτελεστήν του έργου, της υπηρεσίας μη βαρυνομένης με ουδεμίαν σχετικήν ευθύνην. Οπωσδήποτε όμως η στατική μελέτη πρέπει να είναι πλήρης και ανταποκρινομένη απολύτως προς την αρχιτεκτονικήν μελέτην. … 8. Η διαδικασία της χορηγήσεως αυτής θα πραγματοποιείται εις δύο φάσεις: α) Πρώτη Φάσις: Εντός 15/νθημέρου από της υποβολής της μελέτης θα διενεργήται και αυτοψία και γενική θεώρησις απάντων των σχεδίων της μελέτης, αναγραφομένων των αποτελεσμάτων εις Φύλλον Ελέγχου, ευθύνη του ενεργούντος την αυτοψίαν και τον έλεγχον υπαλλήλου. Όλαι αι τυχόν ελλείψεις ή ατέλειαι θα ανακοινούνται εγγράφως, σαφώς και λεπτομερώς εις τον συντάξαντα την μελέτην μηχανικόν και ιδιοκτήτην. … β) Δευτέρα Φάσις: Εντός 15/νθημέρου από της υποβολής των αιτηθέντων συμπληρωματικών στοιχείων ως και του διπλοτύπου καταβολής των φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων, και εφόσον ταύτα είναι πλήρη και ακριβή, η υπηρεσία προβαίνει εις γενικήν θεώρησιν της μελέτης κατά τ’ ανωτέρω και χορηγεί την αιτηθείσαν οικοδομικήν άδειαν. … 9. Αι πολεοδομικαί άδειαι ισχύουν, εφόσον δι’ οιονδήποτε λόγον δεν ανακληθούν, ως κατωτέρω ορίζεται: α) Αι αφορώσαι μονορόφους οικοδομάς απλάς ή μεθ’ υπογείων επί εν έτος … β) … γ) … δ) … 10. … 11. … 12. Κατά την διάρκειαν της κατασκευής δέον όπως διενεργήται είς τουλάχιστον έλεγχος κατ’ έτος υπό των κατά τόπους αρμοδίων Πολεοδομικών Υπηρεσιών, μερίμνη του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Πολεοδομίας. Ο έλεγχος θα ασκήται ειδικώτερον εις ό,τι αφορά την ταύτισιν, την κάλυψιν, την εκμετάλλευσιν του οικοπέδου, εις το ύψος της οικοδομής, την διαμόρφωσιν του υπογείου και τας υπερκειμένας του δώματος κατασκευάς, εφαρμοζομένης της περί αυθαιρέτων διαδικασίας εν περιπτώσει διαπιστώσεως υπερβάσεως της αδείας ή των κειμένων διατάξεων ή μη συμμορφώσεως προς τας υποδείξεις των Επιτροπών Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου». Επίσης, με την Ε.37608/1976 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων «Περί αντικαταστάσεως της υπ’ αριθ. Ε.18241/12.5.1976 αποφάσεως …» (Δ’ 361) ορίζεται ότι: «1. Από της ισχύος της παρούσης αποφάσεως αι οικοδομικαί άδειαι θα εκδίδωνται ως κάτωθι: 1α. Οι ενδιαφερόμενοι θα υποβάλλουν μελέτην, η οποία πρέπει να περιέχη πλήρη και ακριβή όλα τα τεύχη και στοιχεία τα οποία προβλέπονται. Εις τα ως άνω στοιχεία περιλαμβάνονται και οι τίτλοι του οικοπέδου, προκειμένου περί εκτός σχεδίου δομήσεως γενικώς, ως και δι’ οικόπεδα κατά παρέκκλισιν άρτια, κείμενα είτε εντός πόλεων εχουσών εγκεκριμένον σχέδιον, είτε οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923, προς εξακρίβωσιν των διαστάσεων και του χρόνου τελευταίας κατατμήσεως αυτών ή εις όσας περιπτώσεις κρίνεται υπό της υπηρεσίας ως απαραίτητον (ασάφειαι ορίων κ.λπ.). 1β. Βάσει των συνυποβαλλομένων πλήρων τοπογραφικών διαγραμμάτων και άνευ αρχικής αυτοψίας, η αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία υποχρεούται εντός 10 ημερών από της υποβολής της μελέτης να προβή εις τον πλήρη έλεγχον του συννόμου αυτής από της απόψεως του να εντάσσεται, δια το δεδομένον οικόπεδον, η προβλεπoμένη κατασκευή εντός των επιτρεπομένων, βάσει των ισχυουσών γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων, ορίων καλύψεως, ύψους, όγκου, κ.λπ. κατά θέσιν και μέγεθος. 1γ. Εφόσον μετά τον έλεγχον διαπιστωθή το σύννομον της υποβληθείσης μελέτης, η άδεια θα εκδίδηται εντός 10ημέρου από της προσκομίσεως αποδείξεων καταβολής των κατά νόμον απαιτουμένων τελών, κρατήσεων, εισφορών κ.λπ., άνευ διενεργείας αυτοψίας κατά το στάδιον τούτο. … 1δ. … 1ε. Η ούτω άνευ αυτοψίας χορηγουμένη άδεια έχει προσωρινόν χαρακτήρα και ισχύει υπό την προϋπόθεσιν ακριβείας του τοπογραφικού διαγράμματος της υποβληθείσης μελέτης και ακριβούς και ορθής τοποθετήσεως της οικοδομής επί του οικοπέδου. Την ευθύνην των ως άνω προϋποθέσεων φέρει ακεραίαν ο ιδιώτης Μηχανικός, ο δε έλεγχος τούτων θα γίνη κατά την πρώτην αυτοψίαν, οπότε και ολοκληρώνεται η έκδοσις της αδείας ως κατά τα επόμενα αναφέρεται. 2. Η ως άνω χορηγουμένη άδεια ισχύει μόνον δια την κατασκευήν της πρώτης υπέρ το ισόγειον πλακός δια τας νέας οικοδομάς ή της πρώτης πλακός επικαλύψεως άνωθεν της υπαρχούσης κατασκευής δια τας καθ’ ύψος προσθήκας και εν πάση περιπτώσει ουχί πέραν του τριμήνου, δεδομένου ότι προς ολοκλήρωσιν της διαδικασίας εκδόσεως αδείας είναι απαραίτητος η αυτοψία και η θεώρησις της αδείας. 2α. Η αυτοψία και η θεώρησις της αδείας προς ολοκλήρωσιν της διαδικασίας εκδόσεως αυτής δύναται να γίνη και προ της παρελεύσεως του τριμήνου, αρκεί να πληρούται η ετέρα προϋπόθεσις της διαστρώσεως της, κατά την παρ. 2, πλακός. Πάντως, μετά την παρέλευσιν του τριμήνου διακόπτονται αι εργασίαι και αυτεπαγγέλτως γίνεται η αυτοψία και ο έλεγχος της οικοδομής εις οιονδήποτε στάδιον και εάν ευρίσκωνται αι εργασίαι. Οίκοθεν νοείται ότι δεν διακόπτονται αι εργασίαι εφόσον έχει υποβληθεί αίτησις περί αυτοψίας εντός του τριμήνου και η αυτοψία καθυστερεί υπαιτιότητι της υπηρεσίας. Εις την περίπτωσιν ταύτην αι εργασίαι μέχρι της αυτοψίας συνεχίζονται υπό την ευθύνην του ιδιώτου Μηχανικού όσον αφορά την ακρίβειαν του τοπογραφικού και ορθήν τοποθέτησιν της οικοδομής – βάσει της μελέτης – επί του οικοπέδου και την πιστήν εφαρμογήν της εγκεκριμένης μελέτης. 2β) Εάν κατά την αυτοψίαν προς θεώρησιν της ως άνω αδείας διαπιστωθή ασυμφωνία τοπογραφικού και πραγματικής καταστάσεως ή μη σύννομος εκτέλεσις των εργασιών, η άδεια παύει ισχύουσα, ο δε φάκελος διαβιβάζεται οίκοθεν εις το αρμόδιον επί των αυθαιρέτων τμήμα της υπηρεσίας δια τας περαιτέρω κατά νόμον ενεργείας. 3. Αι κατά τα ανωτέρω θεωρούμεναι άδειαι ισχύουν, εφόσον δεν ανακληθούν δι’ οιονδήποτε νόμιμον λόγον, επί διετίαν δια τας μέχρι 3 ορόφων οικοδομάς, επί τριετίαν δε δια τας άνω των 3 ορόφων τοιαύτας. 3α. Κατά το στάδιον της κατασκευής και μόλις αποπερατωθή ο φέρων οργανισμός και ο οργανισμός συμπληρώσεως (καραγιαπί), επιβάλλεται η διενέργεια ελέγχου εκ μέρους της υπηρεσίας κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, άλλως αι συνεχιζόμεναι εργασίαι πέραν του σταδίου αυτού θεωρούνται κατά παράβασιν της αδείας και καθίστανται αυθαίρετοι, νομιμοποιούμεναι μόνον κατόπιν του κατά τα ανωτέρω ελέγχου και θεωρήσεως. 3β. Η ως άνω εν παραγράφω 3α θεώρησις της αδείας δι’ ειδικής σφραγίδος αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια να γίνη δεκτή αίτησις προς οργανισμόν αποχετεύσεως και εταιρίαν υδάτων προς σύνδεσιν του κτηρίου εις τα δίκτυα των ως άνω οργανισμών. 3γ. … 4. … 5. … 12. …». Περαιτέρω, με την 27067/1978 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων «Περί της διαδικασίας και του τρόπου εκδόσεως οικοδομικών αδειών και του ελέγχου των ανεγειρομένων οικοδομών» (Δ’ 585) ορίζεται ότι: «Ι. Εκδοσις αδείας οικοδομικών εργασιών: 1. Η άδεια οικοδομικών εργασιών χορηγείται υπό της αρμοδίας Υπηρεσίας κατόπιν εγγράφου αιτήσεως του ενδιαφερομένου, υποβάλλοντος την μελέτην του εκτελεσθησομένου έργου και τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) Τίτλον ακινήτου (οικοπέδου ή γηπέδου) προκειμένου περί δομήσεως: εκτός εγκεκριμένου σχεδίου γενικώς … β) Σχέδιον με το διάγραμμα καλύψεως του οικοπέδου και σχηματικήν τομήν του υπό ανέγερσιν ή επέκτασιν κτηρίου ή του συγκροτήματος κτηρίων … Εις το σχέδιον τούτο θα σημειούται η ακριβής μορφή και διαστάσεις του οικοπέδου και τα σχετικά με την αρτιότητά του στοιχεία, η χρήσις της οικοδομής, οι υπολογισμοί της καλύψεως και του συντελεστού δομήσεως του οικοπέδου, οι πλάγιες και οπίσθιες αποστάσεις της οικοδομής από τα όρια καθώς και το ύψος, ο πραγματοποιούμενος αριθμός ορόφων της οικοδομής, η κατασκευή και χρήσις υπογείων και το πλάτος των προεξοχών. … γ) Τοπογραφικόν διάγραμμα …, εις το οποίον θα σημειούται το ακριβές σχήμα και η θέσις του οικοπέδου εντός του οικοδομικού τετραγώνου. Εις το σχέδιον τούτο θα εμφαίνωνται η υπό ανέγερσιν οικοδομή και τα τυχόν υπάρχοντα κτίσματα ως και τα κτίσματα των ομόρων ιδιοκτησιών, ώστε να δύναται να ελεγχθή η αρτιότης και το οικοδομήσιμον αυτών ή η ανάγκη τακτοποιήσεώς των, …δ) … 2. Η στατική και μηχανολογική μελέτη του έργου δύνανται να υποβληθούν είτε με την αρχικήν αίτησιν, είτε μετά τον έλεγχον των ανωτέρω δικαιολογητικών και της αρχιτεκτονικής μελέτης. 3. … 4. Η αρμοδία τεχνική Υπηρεσία υποχρεούται εντός 30 ημερών από της υποβολής της αιτήσεως να ελέγξη τα υποβληθέντα στοιχεία και να ενημερώση εγγράφως τον ενδιαφερόμενον σχετικώς με την δυνατότητα εκδόσεως της αιτουμένης αδείας ή σχετικώς με την έλλειψιν στοιχείων του φακέλλου. 5. Μετά την υποβολήν υπό των ενδιαφερομένων εις την αρμοδίαν τεχνικήν υπηρεσίαν προς συμπλήρωσιν του φακέλλου όλων των απαιτουμένων δικαιολογητικών και εφ’ όσον ταύτα είναι πλήρη και ακριβή, η Υπηρεσία υποχρεούται εντός 15 ημερών να προβή εις την έκδοσιν της αδείας ή να ενημερώση εγγράφως τον ενδιαφερόμενον όπως ορίζεται και ανωτέρω. 6. Η αρμόδια τεχνική Υπηρεσία δύναται να επιφέρη μικράς διορθώσεις της μελέτης δι’ ερυθράς μελάνης δια την προσαρμογήν της προς τας ισχουούσας διατάξεις. Η υπηρεσία δύναται να επιστρέψει την υποβληθείσα μελέτην εις τον ενδιαφερόμενον, όταν αύτη παρουσιάζει ασαφείας ή ελλείψεις, μετά τρίμηνον από την έγγραφη ενημέρωση του ενδιαφερομένου και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής. Μετά πάροδον δε εξαμήνου υποχρεούται να επιστρέψει αυτήν. 7. … 8. Η στατική μελέτη με τον κατά περίπτωσιν αντισεισμικόν υπολογισμόν και τα συνοδεύοντα ταύτην διαγράμματα ξυλοτύπων θα υποβάλλωνται πλήρη εις την τεχνικήν Υπηρεσίαν, της ευθύνης δια την εφαρμοζομένην μέθοδον ως και δια τας πράξεις υπολογισμού ανηκούσης εις τον μελετητήν. 9. …10. … 11. Η άδεια οικοδομής πρέπει να θεωρείται εις το οικείον αστυνομικόν τμήμα της περιοχής 10 τουλάχιστον ημέρας προ της ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών. Εάν παρέλθουν 20 ημέραι από της θεωρήσεως άνευ ενάρξεως των εργασιών, απαιτείται νέα θεώρησις της αδείας. ΙΙ. Ισχύς-Αναθεώρησις αδειών 1. Αι εκδιδόμεναι κατά τα ανωτέρω άδειαι ισχύουν επί τρία έτη, εφ’ όσον δεν ανακληθούν δι’ οιονδήποτε λόγον. Μετά την παρέλευσιν της τριετίας είναι δυνατή η αναθεώρησις της αδείας επί δύο ακόμη έτη. … 2. Αναθεώρησις της αδείας εντός του χρονικού διαστήματος ισχύος της τριετίας απαιτείται και επιβάλλεται εις τας κάτωθι περιπτώσεις: α) … β) Εις περίπτωσιν μερικής ή γενικής τροποποιήσεως της αρχιτεκτονικής ή στατικής μελέτης του έργου. … 3. … 4. Ι. … ΙΙ. … ΙΙΙ. Έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών. 1. Ο ιδιοκτήτης του έργου και ο επιβλέπων μηχανικός οφείλουν να δηλώνουν εγγράφως και 10 ημέρας ενωρίτερον εις την αρμοδίαν τεχνικήν υπηρεσίαν: α) Την έναρξιν των οικοδομικών εργασιών, β) Την αποπεράτωσιν του φέροντος οργανισμού του έργου και πληρώσεως αυτού (καρα-γιαπί) και γ) Την περαίωσιν του έργου …, δ) Τυχόν διακοπή των οικοδομικών εργασιών δια διάστημα υπερβαίνον τας 30 ημέρας. 2. Κατά την έναρξιν των οικοδομικών εργασιών επιβάλλεται η τοποθέτησις πινακίδος εις το εργοτάξιον και εις εμφανή θέσιν, εις την οποίαν θα αναγράφεται ο αριθμός αδείας και η ημερομηνία εκδόσεώς της. Παράλειψις τοποθετήσεως της πινακίδος υποχρεώνει τα αστυνομικά όργανα, καθώς και τας τεχνικάς υπηρεσίας όπως διακόψουν αμέσως τας εργασίας και εφαρμόσουν τας εκ του νόμου επιβαλλομένας κυρώσεις. 3. Ο έλεγχος των οικοδομών διενεργείται υπό της Υπηρεσίας εις οιονδήποτε στάδιον της κατασκευής. Εάν διαπιστωθεί ασυμφωνία μεταξύ των εκτελουμένων εργασιών και των σχεδίων της αδείας σε βαθμόν αναθεωρήσεως, διακόπτονται αι οικοδομικαί εργασίαι και τίθεται εύλογος προθεσμία εις τον ενδιαφερόμενον δια την αναθεώρησιν της αδείας. … Εάν κατά την διενεργουμένην αυτοψίαν διαπιστωθεί ότι η οικοδομή ανεγείρεται κατά παράβασιν των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, διακόπτονται αι οικοδομικαί εργασίαι και εφαρμόζονται αι οικείαι περί αυθαιρέτων διατάξεις. 4. Κατά το στάδιον αποπερατώσεως του φέροντος οργανισμού του κτηρίου και συμπληρώσεως αυτού (καρά-γιαπί), γνωστοποιουμένου εις την Υπηρεσίαν κατά τα ανωτέρω, διενεργείται αυτοψία και εφ’ όσον αι οικοδομικαί εργασίαι είναι σύμφωνοι προς την εγκριθείσαν μελέτην, γίνεται θεώρησις της αδείας της οικοδομής. Η ως άνω θεώρησις αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια να γίνει δεκτή αίτησις του ενδιαφερομένου προς την ΔΕΗ δια την προεργασίαν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, πλην της τελικής συνδέσεως με το δίκτυον. Εφ’ όσον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της υποβολής της αιτήσεως προς διενέργειαν του ανωτέρω ελέγχου δεν πραγματοποιηθή υπό της Υπηρεσίας αυτοψία, η άδεια θεωρείται δι’ ειδικής σφραγίδος και υπογράφεται υπό του αρμοδίου υπαλλήλου (εις την σφραγίδα αναφέρεται ο αριθμός αιτήσεως και η άπρακτος παρέλευσις της ανατρεπτικής ως άνω προθεσμίας) και ούτω παρέχεται η δυνατότης υποβολής αιτήσεως προς την ΔΕΗ δια την παροχήν ηλεκτρικού ρεύματος. 5. Όταν περαιωθεί το έργον, γνωστοποιουμένου τούτου εις την Υπηρεσίαν κατά τα ανωτέρω, διενεργείται αυτοψία και εφ’ όσον αι οικοδομικαί εργασίαι είναι σύμφωναι προς την εγκριθείσαν μελέτην, γίνεται η τελική θεώρησις της αδείας. Η ως άνω θεώρησις αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια να γίνει δεκτή η αίτησις του ενδιαφερομένου προς την ΔΕΗ δια την τελικήν σύνδεσιν του κτηρίου μετά του δικτύου της ΔΕΗ. Η σύνδεσις του κτηρίου μετά του δικτύου της ΔΕΗ πραγματοποιείται και εις περίπτωσιν κατά την οποίαν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της υποβολής αιτήσεως δι’ αυτοψίαν και θεώρησιν της αδείας δεν πραγματοποιηθή ο έλεγχος υπό της Υπηρεσίας και εις την περίπτωσιν αυτήν τίθεται επί του στελέχους της αδείας η εν τη προηγουμένη παραγράφω αναφερομένη ειδική σφραγίς. 6. Οι κατά το παρόν κεφάλαιον έλεγχοι γίνονται παρουσία του επιβλέποντος μηχανικού δια της συμπληρώσεως ειδικού εντύπου επί τόπου του εργοταξίου, του οποίου αντίγραφον λαμβάνει ούτος. 7. Ο έλεγχος δύναται να πραγματοποιείται και εις τμήμα της οικοδομής (π.χ. διαμέρισμα, όροφον κ.λπ.) προς τελικήν σύνδεσιν τούτου μετά του δικτύου της ΔΕΗ, εφ’ όσον ή οικοδομή είναι σύμφωνη ως προς το νόμιμον περιτύπωμα. … 8. Εις περίπτωσιν διαφωνίας ελέγχοντος και ελεγχομένου, αύτη λύεται υπό του Προϊσταμένου της αρμοδίας τεχνικής Υπηρεσίας μετά γνώμην των τμηματαρχών της ως άνω υπηρεσίας. 9. Οικοδομαί περατωθείσαι άνευ των κατά τα ανωτέρω γνωστοποιήσεων υπό των ενδιαφερομένων προς την Υπηρεσίαν, εις περίπτωσιν μεταβολής του νομικού καθεστώτος ελέγχονται βάσει των κατά τον χρόνον του ελέγχου ισχυουσών διατάξεων. 10. Δια λοιπάς εργασίας δια τας οποίας απαιτείται άδεια από τας αρμοδίας τεχνικάς υπηρεσίας, αύτη θα χορηγείται κατόπιν υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών κατά περίπτωσιν. Η αρμοδία τεχνική υπηρεσία διενεργεί αυτόν εις οιονδήποτε στάδιον της εργασίας. IV. Oργάνωσις και αρμοδιότητες τεχνικών Υπηρεσιών. Οι Προϊστάμενοι των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών εξουσιοδοτούνται όπως: α) Ρυθμίσουν πάσαν λεπτομέρειαν δια την εφαρμογήν της παρούσης. β) Μεριμνήσουν δια την εξουσιοδότησιν του αναγκαίου αριθμού τεχνικών υπαλλήλων … δια τον έλεγχον των υποβαλλομένων μελετών και υπογραφήν των αδειών … γ) Ελέγχουν είτε αυτοπροσώπως, είτε δι’ αναπληρωτών των την υπό των υπαλλήλων της Υπηρεσίας ακριβή άσκησιν ελέγχου εις τας ανεγειρομένας οικοδομάς. δ) Συστήσουν εις την Υπηρεσίαν αυτών Γραφείον παροχής πληροφοριών προς τους ιδιώτας μηχανικούς και το κοινόν σχετικώς με την εφαρμογήν των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων. ε) Εφαρμόζουν και παν έτερον μέτρον που θα συνέτεινε εις την περαιτέρω απλούστευσιν της διαδικασίας και μόνον, τόσον της εκδόσεως αδειών όσον και τον έλεγχον των οικοδομών. V. Μεταβατικαί διατάξεις και έναρξις ισχύος της παρούσης αποφάσεως. 1. Οικοδομικαί άδειαι εκδοθείσαι μέχρι της ημέρας ενάρξεως ισχύος της παρούσης ισχύουν επί τριετίαν, μετρουμένην από της 25.5.76 (ημερομηνίας δημοσιεύσεως της υπ’ αριθ. Ε. 18241/12.5.76 αποφάσεως περί τρόπου εκδόσεως οικοδομικών αδειών) ή από της μεταγενεστέρας ημερομηνίας εκδόσεώς των, εφαρμοζομένων και δια ταύτας των διατάξεων της παρούσης. 2. Από της ισχύος της παρούσης αντικαθίσταται η υπ’ αριθ. Ε. 37608/5.11.1976 απόφασις. 3. Η ισχύς της παρούσης άρχεται από της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 22 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (Α’ 210), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. … 2. … 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως ισχύουν. Σε περίπτωση αυθαίρετης κατασκευής, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του ελέγχου της από την πολεοδομική υπηρεσία, ειδοποιούνται εγγράφως οι υπόχρεοι για την καταβολή του προστίμου … να μεριμνήσουν ώστε να υποβληθούν τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για να εκδοθεί ή να αναθεωρηθεί τυχόν υφισταμένη οικοδομική άδεια, μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η κατασκευή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 … Αν η άδεια εκδοθεί ή αναθεωρηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία, επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 …». Εξάλλου, στο άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 1337/1983 (Α’ 33) ορίζεται ότι: «1. Τα αυθαίρετα κτίσματα … κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο. … 2. … 3. … 7. Με π.δ/γμα … καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία διαπιστώσεως και ο χαρακτηρισμός του αυθαιρέτου…». Κατ’ επίκληση της τελευταίας αυτής εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε αρχικά το από 5.7/12.7.1983 π.δ/μα «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδαφίσεως νέων αυθαιρέτων κατασκευών και ρύθμιση συναφών θεμάτων» (Δ’ 291), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρ. 3 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του. … 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα και οι διαστάσεις του. Περιλαμβάνει επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί. 3. Η πιο πάνω έκθεση, που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία της τοιχοκόλλησης και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης στέλνεται με απόδειξη αμέσως στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα και την αρμόδια αστυνομική αρχή. Η αστυνομική αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. …». Ακολούθως, εκδόθηκε το π.δ/μα 267 της 6/21.8.1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαίρετων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Α’ 195), με το άρθρο 9 του οποίου καταργήθηκε το προηγούμενο. Στο άρθρο 1 του π.δ/τος αυτού ορίζεται ότι: «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του. … 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με οδοιπορικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα, οι διαστάσεις του, καθώς και οι πολεοδομικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν. Η ίδια έκθεση περιλαμβάνει υπολογισμό της αξίας του αυθαιρέτου και επιβολή των προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/83, όπως ισχύει. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης, να υποβάλει ένσταση ή αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό του ύψους των προστίμων κατά τις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 23 του ν. 2300/90 στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, το αυθαίρετο θα κατεδαφισθεί, τα δε επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος των υποχρέων, κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 1337/83, όπως ισχύει. 3. Η πιο πάνω έκθεση, που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο ή κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή. Η Αστυνομική Αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. …».

6. Επειδή, στο άρθρο 1 του π.δ/τος της 13.4/22.4.1929 και ήδη άρθρο 422 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Δ’ 580/1999) ορίζεται ότι: «1. Διακρίνονται τέσσερις περιπτώσεις επικίνδυνων οικοδομών: Επικίνδυνες από άποψη στατικής και δομικής, από άποψη υγιεινής, από άποψη ασφάλειας κατά του πυρός και από άποψη κυκλοφορίας του κοινού στο εσωτερικό χώρων συνάθροισης. 2. Οικοδομή και εν γένει κατασκευή θεωρείται επικίνδυνη από άποψη στατική και δομική (κοινώς ετοιμόρροπη), όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελίωσης, κακής ποιότητας ή σύνθεσης των υλικών από τα οποία αποτελείται, κακότεχνης εργασίας δόμησης, υποσκαφής ή διάβρωσης από ύδατα ή άλλα υγρά, ακατάλληλης διάταξης ή σύνδεσης ή ανεπαρκών διαστάσεων των στοιχείων της, δεν παρουσιάζει εν όλω ή εν μέρει την απαιτούμενη για τα φορτία που θα βαστάζει και γενικά για τον προορισμό της ασφάλεια. Για όποιες περιπτώσεις δεν έχει εκδοθεί ειδικός κανονισμός ασφάλειας (δηλαδή όρια ασφάλειας υλικών, τηρητέοι κανόνες υπολογισμού, όροι ποιότητας, επεξεργασίας και εφαρμογής υλικών, κανόνες δόμησης και δοκιμές υλικών και κατασκευών), λαμβάνονται υπόψη τα γενικώς στην επιστήμη ισχύοντα σε σχέση προς την ειδική φύση και επεξεργασία των υλικών και τον τρόπο δόμησης της υπό έλεγχο κατασκευής. Όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις του κινδύνου που εκδηλώνονται με σημαντικές καθιζήσεις, παρεκκλίσεις, αποσύνθεση μαζών τοιχοποιίας, ρωγμές δηλωτικές στατικής ανεπάρκειας σε σημείο επικίνδυνο, ο κίνδυνος θεωρείται ως άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπη. Το ίδιο ισχύει και όταν δεν υπάρχουν οι παραπάνω εξωτερικές ενδείξεις, αλλά από τον υπολογισμό ή τον τρόπο δόμησης (για τα υπό εκτέλεση έργα) ή την επενέργεια ορισμένων γνωστών αιτίων προκύπτει αναμφισβήτητα η ύπαρξη του κινδύνου. Στο άρθρο 4 του ίδιου π.δ/τος (ήδη άρθρο 425 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας) ορίζεται ότι: 1. Η αρμόδια για τον έλεγχο του κινδύνου πολεοδομική υπηρεσία, ύστερα από καταγγελία ή αίτηση ή ειδοποίηση της αστυνομίας ή και αυτεπάγγελτα, προβαίνει σε αυτοψία για την εξακρίβωση του κινδύνου και συντάσσει σχετική έκθεση (πρωτόκολλο)… 2. Η παραπάνω έκθεση πρέπει να περιγράφει σαφώς το ακίνητο που εξετάστηκε και να καθορίζει το είδος και την έκταση του κινδύνου, καθώς επίσης και λεπτομερώς τα εφαρμοστέα για την άρση του μέτρα, το αναγκαίο ή όχι της εν όλω ή εν μέρει εκκένωσης των διαμερισμάτων για την πραγματοποίηση των μέτρων αυτών και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει αυτά να αρθούν (ανάλογα με τον κίνδυνο). Αν με την αυτοψία διαπιστωθεί ότι πρόκειται για κίνδυνο που ανάγεται στην ασφάλεια κατά του πυρός ή στην κυκλοφορία χώρων συνάθροισης του κοινού και τα μέτρα που πρέπει να επιβληθούν δεν προβλέπονται από ειδικό κανονισμό, τότε η έκθεση παραπέμπει την εξέταση του ζητήματος στην επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 429. Η έκθεση, εκτός των άλλων, πρέπει να μνημονεύει αν η κατεδάφιση επιβάλλεται επειδή αποκλείονται οι επισκευές (βλέπε επόμενη παράγραφο 3), καθώς επίσης να ορίζει σαφώς και λεπτομερώς τις συνέπειες των υποδεικνυόμενων από αυτή μέτρων (παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου). 3. Για την αποτροπή του κινδύνου πρέπει να υποδεικνύονται κατά προτίμηση τα ηπιότερα μέτρα, όπως επισκευές, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκες κλπ. και σε έσχατη περίπτωση οριστικές κατεδαφίσεις. Πάντως, οι υποδεικνυόμενες εργασίες πρέπει να επιτρέπονται από τις κείμενες διατάξεις (π.χ. περίπτωση μη επισκευής αλλά κατεδάφισης επισκευάσιμου μεν αλλά ρυμοτομούμενου επικίνδυνου τμήματος κτηρίου). Σε περίπτωση κατεδάφισης μεσότοιχου για ανοικοδόμηση ασφαλέστερου και για τις συνέπειες της κατεδάφισης αυτής πρέπει να επιβάλλεται μόνιμος τρόπος αποσόβησης του κινδύνου και όχι πρόχειρα μέτρα. Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να εφαρμόζει ταχέως και εμπροθέσμως τα υποδεικνυόμενα στην έκθεση αυτοψίας μέτρα, δικαιούμενος να πραγματοποιεί και ριζικότερα… 4. Αν δεν πραγματοποιήσει ο ιδιοκτήτης εμπρόθεσμα την εφαρμογή των υποδεικνυόμενων από την έκθεση μέτρων, τότε η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην άρση του κινδύνου, με την αναγκαστική εκκένωση και αχρησία των επικίνδυνων διαμερισμάτων μέχρι την οριστική άρση του κινδύνου από τον ιδιοκτήτη, εφόσον πρόκειται για κίνδυνο από τους προβλεπόμενους από τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 422, και η αχρησία κρίνεται ως επαρκές μέτρο για την αποσόβηση του κινδύνου για κίνδυνο προβλεπόμενο από την παράγραφο 2 του άρθρου 422 ή και των υπόλοιπων παραγράφων του ίδιου άρθρου. Αν η κατά τα παραπάνω αχρησία δεν κρίνεται επαρκής για την αποσόβηση του κινδύνου, η πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει στην κατεδάφιση των επικίνδυνων μερών της κατασκευής. Αν το επικίνδυνο της κατασκευής οφείλεται σε παράβαση ρητών διατάξεων των οικοδομικών κανονισμών, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, τότε η παραπάνω αχρησία δεν είναι επαρκής και επιβάλλεται η κατεδάφιση του επικίνδυνου μέρους και η προσαρμογή προς τους κανονισμούς αυτούς. Για την παραπάνω αποσόβηση του κινδύνου από την αρμόδια υπηρεσία δεν απαιτείται ειδική διατύπωση, δικαιούται δε αυτή να αχρηστεύει ή και κατεδαφίζει και μη επικίνδυνα τμήματα της κατασκευής, εφόσον αυτό απαιτείται κατά την κρίση της για την αποσόβηση και άρση του κινδύνου από τα επικίνδυνα διαμερίσματα ή αποτελεί συνέπεια της κατεδάφισής τους. Η αρμόδια υπηρεσία δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση για την υποστύλωση, ενίσχυση και επισκευή της κατασκευής. Εφόσον πρόκειται για οικοδομή που κατασκευάζεται ή επισκευάζεται, η σύνταξη της παραπάνω έκθεσης συνεπάγεται εν γένει την αναστολή των εργασιών μέχρι την οριστική άρση του κινδύνου». Τέλος, στο άρθρο 17 του Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής (απόφαση 229/1995, Β’ 400) ορίζεται ότι: «1. Η Δ/νση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος έχει ως αποστολή τη μέριμνα για τη μελέτη και ανάπτυξη της χωροταξικής κατανομής των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στα πλαίσια της Ν.Α. και τη λήψη μέτρων για τη προστασία και αναβάθμιση των περιβαλλοντικών συνθηκών στο Νομό, καθώς και στην οικιστική ανάπτυξη και πολεοδομική ανασυγκρότηση της περιοχής. 2. Η Δ/νση αυτή ασκεί και τις συναφείς αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται στη Ν.Α. από τις Κεντρικές Υπηρεσίες. 3. Τη Δ/νση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος, συγκροτούν τα πιο κάτω τμήματα: Τμήμα Χωροταξίας. Τμήμα Πολεοδομικών Σχεδίων και Κανονισμών. Τμήμα Χορήγησης Αδειών. Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών. Τμήμα Προστασίας Περιβάλλοντος. 4. Στη Δ/νση Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος λειτουργεί και το Γραφείο ΕΠΑ και Πράξεων Εφαρμογής, υπαγόμενο στο Τμήμα Πολεοδομίας. 5. Οι αρμοδιότητες της Δ/νσεως Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος κατανέμονται ως εξής: …Γ. ΤΜΗΜΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΩΝ, στο οποίο ανήκουν οι πιο κάτω αρμοδιότητες: 1. Η έκδοση οικοδομικών αδειών ανεγέρσεως κτηρίων, σε εφαρμογή του εκάστοτε ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού. 2. Η παροχή Οδηγιών και έλεγχος εφαρμογής του ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού, στα πλαίσια των γεωλογικών χαρτογραφικών υποβάθρων, εδαφοτεχνικών χαρτών και κανονισμών σεισμικής ή γεωλογικής επικινδυνότητας, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς του Δημοσίου ή Ιδιωτικού τομέα και 3. Κάθε άλλο συναφές θέμα, σχετικό με την εφαρμογή της πολεοδομικής Νομοθεσίας, το οποίο δεν ανατίθεται ρητώς σε άλλο τμήμα ή Διεύθυνση. Δ. ΤΜΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ, στο οποίο ανήκουν οι πιο κάτω αρμοδιότητες: 1. Ο έλεγχος εφαρμογής των προτύπων, προδιαγραφών και κανονισμών ειδικών οικοδομικών εργασιών, όπως υγρομόνωση, θερμομόνωση, πυροπροστασία κ.λπ. 2. Ο έλεγχος ειδικών εργασιών κατασκευής κτηριακών έργων. 3. … 6. Κάθε άλλο συναφές θέμα που δεν ανατίθεται ρητώς σε άλλο όργανο ή Υπηρεσία. Ε…».

7. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. λόγω πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή η παράλειψη να είναι παράνομη, δηλαδή πρέπει με αυτή να παραβιάζεται κανόνας δικαίου, με τον οποίο να προστατεύεται, πέραν του γενικού συμφέροντος, και ορισμένο ατομικό δικαίωμα. Εξάλλου, η ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. στοιχειοθετείται και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή από παράνομες παραλείψεις υλικών ενεργειών των οργάνων τους, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Επίσης, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και στην περίπτωση που με την πράξη ή παράλειψη παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης. Περαιτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης σε βάρος του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του οργάνου τους και της επελθούσας ζημίας. Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία. Η κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 3559, 1703/2010, 445/2011 κ.ά.).

8. Επειδή, ειδικότερα, από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων, περί εκτέλεσης οικοδομικών έργων από οπλισμένο σκυρόδεμα, περί αντισεισμικού κανονισμού, περί τρόπου και διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, περί αυθαιρέτων και περί επικινδύνων κατασκευών που παρατίθενται προηγουμένως, προκύπτει ότι με αυτές, πέραν της προστασίας του γενικού συμφέροντος, προστατεύονται και ατομικά δικαιώματα και ιδίως το δικαίωμα σε ανέγερση οικοδομής που πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλούς διαβίωσης έναντι κινδύνων από φυσικά ή γεωλογικά φαινόμενα. Εξαιτίας δε του προστατευτικού σκοπού των διατάξεων αυτών, η τήρηση των κανόνων που τίθενται με αυτές δεν εναπόκειται μόνο στη βούληση και την τεχνική επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, αλλά εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης και των αρμόδιων πολεοδομικών υπηρεσιών, που στελεχώνονται από προσωπικό που διαθέτει τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για να ελέγξει την ακριβή τήρησή τους. Εξάλλου, με τις τρεις υπουργικές αποφάσεις που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ανέγερσης του καταρρεύσαντος εργοστασίου προβλέπεται ότι η οικοδομική άδεια εκδίδεται κατόπιν υποβολής συγκεκριμένων δικαιολογητικών και στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνεται και η πλήρης κατά περιεχόμενο στατική μελέτη, ορίζεται δε ότι η ευθύνη για την εφαρμοζόμενη μέθοδο και την ορθότητα των σχετικών πράξεων υπολογισμού ανήκει στον ιδιώτη μελετητή. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο διενεργούμενος από τις πολεοδομικές υπηρεσίες έλεγχος στις υποβαλλόμενες από τους ιδιώτες στατικές μελέτες, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικής άδειας, περιορίζεται στη διαπίστωση της πληρότητας του περιεχομένου αυτών και όχι στην ακρίβεια των υπολογισμών ή στην επιλογή της μεθόδου, ζητήματα για τα οποία αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο μελετητής. Στην περίπτωση δε κατά την οποία οι πολεοδομικές υπηρεσίες διαπιστώνουν ότι μία στατική μελέτη δεν είναι πλήρης, γιατί δεν περιέχει όλους τους υπολογισμούς ή δεν πραγματεύεται όλα τα ζητήματα στατικής επάρκειας του κτηρίου σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς, οφείλει να αρνηθεί την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, οι ίδιες διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση οικοδομικών αδειών μόνο κατόπιν ελέγχου της πληρότητας, χωρίς να απαιτείται και έλεγχος της ορθότητας των μελετών, δεν έχουν την έννοια ότι αφαιρούν από τις κατάλληλα στελεχωμένες πολεοδομικές υπηρεσίες την αρμοδιότητα να ελέγξουν και την ορθότητα αυτών, αν από άλλους ελέγχους, στο στάδιο της κατασκευής (αυτοψίες), υπάρξουν ενδείξεις στατικής ανεπάρκειας, δεδομένου ότι οι ίδιες υπηρεσίες είναι αρμόδιες, σε κάθε περίπτωση, να ελέγχουν την επικινδυνότητα από στατική άποψη των ανεγειρομένων ή των ανεγερθεισών σε οιονδήποτε χρόνο οικοδομών. Από τις ίδιες υπουργικές αποφάσεις προβλέπεται η διενέργεια αυτοψιών από τις πολεοδομικές υπηρεσίες σε διάφορα στάδια της κατασκευής και ειδικότερα στο στάδιο της ολοκλήρωσης του φέροντος οργανισμού και στο στάδιο αποπεράτωσής της και πριν τη σύνδεσή της με τα δίκτυα αποχέτευσης και ύδρευσης, χωρίς να αποκλείεται η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου της οικοδομής σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της κατασκευής. Αντικείμενο του ελέγχου, κατά τις διατάξεις των αποφάσεων αυτών, αποτελεί οποιαδήποτε ασυμφωνία μεταξύ των εκτελούμενων εργασιών και των εγκριθεισών μελετών, δηλαδή οποιαδήποτε παραβίαση των κανονισμών που εφαρμόσθηκαν στην εγκριθείσα μελέτη. Επομένως, οι πολεοδομικές υπηρεσίες υποχρεούνται τουλάχιστον μια φορά, κατά το στάδιο της κατασκευής και αποπεράτωσης της οικοδομής, να διενεργούν αυτοψία και να επισημαίνουν οποιεσδήποτε παραλείψεις και σφάλματα τα οποία είναι εφικτό κατά τη διενέργεια του ελέγχου να διαπιστωθούν, και να διατάξουν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προς επανόρθωσή τους. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται περισσότερο επιτακτική αν κατά το στάδιο του ελέγχου της στατικής μελέτης που υποβάλλεται σε αυτές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις, διαπιστωθεί ότι αυτή δεν είναι πλήρης. Εξάλλου, οι ρυθμίσεις των ως άνω κανονιστικών αποφάσεων, με τις οποίες επιτρέπεται η συνέχιση των εργασιών ή η σύνδεση με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, ακόμα και στην περίπτωση που η πολεοδομική υπηρεσία δεν έχει διενεργήσει τις προβλεπόμενες αυτοψίες, δεν έχουν την έννοια ότι οι αυτοψίες αυτές είναι προαιρετικές ούτε ότι η πολεοδομική υπηρεσία δεν φέρει ευθύνη σε περίπτωση που παραλείψει να τις διενεργήσει και κατ’ επέκταση να επισημάνει σφάλματα κατά την κατασκευή, αλλά έχουν τεθεί προκειμένου να μην υφίσταται ο ιδιώτης που οικοδομεί τις αρνητικές συνέπειες από την ανεπάρκεια προσωπικού ή την ελλιπή οργάνωση της πολεοδομικής υπηρεσίας. Την υποχρέωση αυτή έχει η πολεοδομική υπηρεσία και κάθε φορά που διενεργεί αυτοψία σε οικοδομή είτε για να διαπιστώσει την ύπαρξη αυθαίρετων κατασκευών και προσθηκών μετά την ολοκλήρωση της οικοδομής, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος της 8.7/13.7.1983, είτε για να διαπιστώσει το επικίνδυνο της οικοδομής κατά το άρθρο 1 του π.δ/τος της 13.4/22.4.1929, εφόσον πρόκειται για εμφανείς παραλείψεις και κακοτεχνίες, αφού στελεχώνεται από άτομα καταρτισμένα και κατέχοντα ειδικές γνώσεις στον τομέα των δομικών κατασκευών, τα οποία μπορούν να διαπιστώσουν τη στατική επάρκεια του κτηρίου. Ενόψει των ανωτέρω, τυχόν παραλείψεις των αρμόδιων πολεοδομικών υπηρεσιών κατά τη διενέργεια ελέγχων στο στάδιο της ανέγερσης ή μετά την αποπεράτωση οικοδομής, που αφορούν τη στατική επάρκεια του οικοδομήματος, συνιστούν, κατ’ αρχήν, πρόσφορη αιτία για την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος της κατάρρευσης από σεισμική δόνηση του μη ελεγχθέντος επαρκώς από στατική άποψη κτηρίου (Σ.τ.Ε. 3559, 1703/2010 κ.ά.).

9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν με την ειδικότητα του λογιστή στην εταιρεία με την επωνυμία «Εστία Εμπορική Α.Ε.», όπου είχε προσληφθεί στις 19-7-1999 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Τις υπηρεσίες του προσέφερε στο λογιστήριο της εταιρείας αυτής, το οποίο στεγαζόταν στον ημιώροφο του κτηρίου της εταιρείας με την επωνυμία «Ricomex Α.Ε.» στην οδό Τατοΐου 1, στον δήμο Αχαρνών Αττικής. Κατά τον σεισμό της 7-9-1999 εργαζόταν στον χώρο αυτό, οπότε από την κατάρρευση του κτηρίου καταπλακώθηκε από τα ερείπια και ανασύρθηκε ύστερα από πολλές ώρες βαριά τραυματισμένος. Αρχικά μεταφέρθηκε στο Π.Γ.Ν. Αττικής «ΚΑΤ» και νοσηλεύθηκε στο Αγγειοχειρουργικό Τμήμα του Νοσοκομείου από 8-9-1999 έως 9-9-1999, όπου και διαπιστώθηκε σύνδρομο καταπλάκωσης κάτω άκρων και υποβλήθηκε σε σχάσεις σε όλα τα διαμερίσματα στα κάτω άκρα, ενώ ακολούθως διακομίστηκε στην Πλαστική Χειρουργική Κλινική του ίδιου Νοσοκομείου για περαιτέρω νοσηλεία. Στη συνέχεια, στις 10-9-1999 διακομίστηκε με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και σύνδρομο συνθλίψεως των κάτω άκρων στο Π.Γ.Ν. Αθηνών «Λαϊκό», όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι τις 3-11-1999, υποβληθείς σε αιμοκάθαρση, καθώς και σε χειρουργικές επεμβάσεις στα κάτω άκρα. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος ακολούθησε επί οκτώ μήνες φαρμακευτική αγωγή, η οποία του χορηγήθηκε από τα εξωτερικά ιατρεία του Ψυχιατρικού Τμήματος του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Πατησίων, γιατί έπασχε από αντιδραστική κατάθλιψη, οφειλόμενη στον σεισμό της 7-9-1999, όπως προκύπτει από την 1993/2000 βεβαίωση του Διευθυντή του Υγειονομικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Πατησίων. Τέλος, εξαιτίας του τραυματισμού του, η δεξιά κνήμη του απογυμνώθηκε από μύες και παρέμεινε μόνο μικρό ποσοστό του τρικέφαλου της γαστροκνημίας, η οποία υπολειπόταν σημαντικότατα σε διαστάσεις, ενώ αυτός βάδιζε με προβληματικό τρόπο λόγω αδυναμίας ελέγχου του δεξιού άκρου ποδός και της έλλειψης αισθητικότητας από το γόνατο και κάτω. Εν τω μεταξύ, με βάση τις 6109, 6157 και 6720/1999 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., συστήθηκε «Επιτροπή για τον έλεγχο εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας και τη διερεύνηση των αιτίων κατάρρευσης των κτηρίων κατά το σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999». Η Επιτροπή αυτή συνέταξε τον Μάρτιο του έτους 2001 έκθεση πορίσματος σχετικά με την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και τις αιτίες κατάρρευσης του κτηρίου του ανωτέρω εργοστασίου, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Για την κατασκευή του εργοστασίου «Ricomex» είχαν εκδοθεί τρεις οικοδομικές άδειες: 1) η 2914/26.5.1976 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας του Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής της Νομαρχίας Αττικής, για την ανέγερση του ισογείου με τα δύο υπόγεια, ολικής επιφάνειας 2.537,64 τ.μ. και καλυπτόμενης επιφάνειας 845,88 τ.μ., η αίτηση για την έκδοση της οποίας υποβλήθηκε στις 12.12.1975, 2) η 1709/1977 άδεια της ίδιας αρχής, για την προσθήκη καθ’ ύψος Α΄ ορόφου (πλήρους) και Β΄ ορόφου (σε εσοχή) και 3) η 6022/1.9.1979 άδεια της εν λόγω αρχής, για την επέκταση κατά 247 τ.μ. του δεύτερου υπογείου, στην πλευρά του κτηρίου που είχε πρόσοψη στον Κηφισό ποταμό. Για την έκδοση των αδειών αυτών δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τις ισχύουσες κατά τον χρόνο έκδοσής τους πολεοδομικές διατάξεις προϋποθέσεις, καθόσον: α) το εμβαδόν του οικοπέδου παρουσιάστηκε ως τριπλάσιο από το εμβαδό των τίτλων ιδιοκτησίας, σε βάρος του παρακείμενου ρέματος, β) η απόσταση του κτηρίου από την οδό Τατοΐου εμφανίστηκε 14 περίπου μέτρα στην πρώτη άδεια και 24 μέτρα στη δεύτερη, ενώ επιτόπου μετρήσεις παρουσιάζουν απόσταση 19 μέτρων, γ) οι ξυλότυποι του υπάρχοντος κτηρίου (ισογείου και δύο υπογείων), που συνόδευαν την αίτηση για τη δεύτερη άδεια, δεν συμφωνούσαν με εκείνους που κατατέθηκαν για να ληφθεί η αρχική άδεια, δ) στη στατική μελέτη του κτηρίου για τα φορτία (μόνιμα και ωφέλιμα), τα τελευταία ήταν αρκετά μειωμένα σε σχέση με αυτά που πραγματικά θα δρούσαν, ε) η στατική μελέτη του συνόλου του κτηρίου και των επιμέρους στοιχείων του ήταν στοιχειώδης, χωρίς λεπτομερή και ουσιαστικό σχεδιασμό αναλόγως των φορέων και των φορτίων και χωρίς αναφορές ή λεπτομέρειες για την όπλιση κρίσιμων στοιχείων, όπως τα υποστυλώματα, στ) οι αντισεισμικές μελέτες ήταν ελλιπείς και πλημμελείς, καθόσον περιορίζονταν μόνο σε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό για τα περιμετρικά στοιχεία – υποστυλώματα (κατά τον αντισεισμικό κανονισμό που ίσχυε τότε) και δεν περιλάμβαναν κανονικό γενικό αντισεισμικό υπολογισμό του συνόλου του κτηρίου και των υποστυλωμάτων ούτε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό των γωνιακών υποστυλωμάτων και των περιμετρικών δοκών, παρότι η επικινδυνότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη λόγω του αναγλύφου της περιοχής, δηλαδή του έντονου πρανούς προς το ρέμα, με υψομετρική διαφορά τριάντα μέτρων. Το σύνολο του κυρίως κτηρίου κατασκευάστηκε σε μία φάση, μετά την έκδοση της πρώτης και δεύτερης άδειας, κατά τη χρονική περίοδο 1976-1980, ενώ οι εγκαταστάσεις προς τον Κηφισό ποταμό, με βάση την τρίτη άδεια, κατασκευάστηκαν σε δεύτερη φάση, κατά τη δεκαετία του 1980 ή αργότερα. Σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση του σκελετού, κατασκευάστηκαν και τα στοιχεία των όψεων, καθώς και τα τοιχία των υπογείων, από ανεπίχριστο έγχυτο οπλισμένο σκυρόδεμα. Η πραγματική κατασκευή του σκελετού του κτηρίου, η οποία προέκυψε από τους ελέγχους και τις μετρήσεις, και για την οποία δεν βρέθηκε μελέτη ή σχέδια ξυλότυπων/όπλισης, παρουσίαζε πολλές παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού Φόρτισης Δομικών Έργων (β.δ/μα της 10/31.12.1945), του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων εξ Ωπλισμένου Σκυροδέματος (β.δ/μα της 26.7.1954) και του Αντισεισμικού Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (β.δ/μα της 19/26.2.1959) και ήταν τελείως διαφορετική από τις μελέτες-οικοδομικές άδειες. Συγκεκριμένα: α) κατά τις άδειες και μελέτες ο σκελετός του κτηρίου έπρεπε να είχε τέσσερις στοίχους υποστυλωμάτων σε διάταξη οκτώ σειρών, δηλαδή συνολικώς τριάντα δύο υποστυλώματα. Αντίθετα, βρέθηκαν τέσσερις στοίχοι υποστυλωμάτων σε διάταξη έξι σειρών, δηλαδή συνολικώς είκοσι τέσσερα υποστυλώματα, β) κατά τις άδειες και μελέτες οι πλάκες του κτηρίου ήταν δοκιδωτές μιας κατεύθυνσης κατά πλάτος με ικανές δοκούς κατά μήκος. Αντίθετα, οι πλάκες που βρέθηκαν ήταν μυκητοειδείς (συμπαγείς), χωρίς δοκούς προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, είτε στην περίμετρο είτε στο εσωτερικό του κτηρίου, δηλαδή εδράζονταν κατευθείαν στα υποστυλώματα και μάλιστα χωρίς καμιά διαπλάτυνση στις κεφαλές τους, η οποία είναι απαραίτητη στην περίπτωση μυκητοειδών πλακών (άρθρο 59 παρ. 1 και 2 β.δ/τος της 18.2/26.7.1954). Και τούτο, παρά το ότι η κατασκευή με μυκητοειδείς πλάκες αποτελούσε δομητικό σύστημα ιδιαιτέρως επικίνδυνο και έναντι σεισμού, το οποίο ουσιαστικά απαγορευόταν από τους ισχύοντες κανονισμούς ή, αν επιτρεπόταν, προϋπέθετε πλήθος ειδικών ελέγχων, μεταξύ των οποίων και έλεγχο διάτρησης των πλακών, γ) κατά τις άδειες και μελέτες το κτήριο είχε δύο πλήρη υπόγεια με πλήρη περιμετρικά τοιχία, ενώ τα υπόγεια βρέθηκαν ανοιχτά (χωρίς τοιχία) κατά 50% περίπου του μήκους της περιμέτρου τους, και συγκεκριμένα σε ολόκληρη τη ΝΑ και μερικώς στη ΝΔ πλευρά του κτηρίου προς το ρέμα και την υπάρχουσα ράμπα, ώστε το κτήριο στις όψεις των πλευρών αυτών παρουσίαζε πρακτικά έξι ορόφους, δηλαδή δεν ήταν υπόγεια στην πραγματικότητα ούτε από πολεοδομική ούτε από δομητική (και αντισεισμική) άποψη. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι και όπου υπήρχαν τοιχία, αυτά ήταν ασύνδετα με τον σκελετό και χωρίς καμία θεμελίωση, δηλαδή εδράζονταν χωρίς κανενός είδους πέδιλο κατ’ ευθείαν στο δάπεδο του δεύτερου υπογείου. Επίσης, ενώ ο δεύτερος όροφος προβλεπόταν, σύμφωνα με τις άδειες, σε εσοχή κατά περίπου 3,5-4,0 μέτρα, αυτός κάλυπτε το 100% του εμβαδού της κάτοψης του κτηρίου. Τέλος, κατασκευάστηκε, χωρίς να προβλέπεται από τις άδειες, ημιώροφος-πατάρι, στο ισόγειο με κάλυψη του 50% περίπου του εμβαδού της κάτοψης, δ) κατά τις άδειες και τις μελέτες το κτήριο δεν διέθετε τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής, κυρίως έναντι σεισμού. Αντίθετα, βρέθηκαν αρκετά τοιχώματα με ελλιπή και πλημμελή, όμως, όπλιση και σύνδεση με τις πλάκες, γύρω και από τους δύο ανελκυστήρες (τον μικρότερο για το προσωπικό και τον μεγάλο για τα φορτία) και από το κύριο κλιμακοστάσιο. Επίσης, πιθανολογείται και η ύπαρξη μη προβλεπόμενου από τις άδειες φυτευτού τοιχώματος πάνω από το στέγαστρο και την είσοδο του κτηρίου, στη Β γωνία του. Όλα αυτά τα τοιχώματα ήταν κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα στην κάτοψη του κτηρίου, με προβληματική συμπεριφορά και επιβαρυντικά έναντι σεισμού, ε) κατά την αρχιτεκτονική μελέτη, που όμως δεν είχε ληφθεί υπόψη στη στατική μελέτη, η περίμετρος και οι όψεις του κτηρίου διαμορφώνονταν με βαριά στοιχεία από έγχυτο ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα. Στην πραγματικότητα όλα τα στοιχεία των όψεων του κτηρίου, καθώς και τα όποια τοιχία των δύο υπογείων (που είχαν κατασκευαστεί σε δεύτερη φάση μετά τον σκελετό) δεν βρίσκονταν σε ουσιαστική σύνδεση με τον σκελετό, δημιουργώντας προβλήματα συμπεριφοράς υπό σεισμό. Έτσι, εκτός της μη μονολιθικής συμπεριφοράς και όσον αφορά στα τοιχία «υπογείων» και στις υψίκορμες ανεστραμμένες δοκούς – στηθαία στην περίμετρο των ορόφων, δημιουργήθηκαν σχεδόν σε όλη την περίμετρο ολόκληρου του κτηρίου καθ’ ύψος και κοντά στα υποστυλώματα με μικρό λόγο διατμήσεως και ιδιαίτερα ψαθυρή συμπεριφορά έναντι σεισμού και στ) κατά τις άδειες και μελέτες στους δύο επάνω ορόφους του κτηρίου (προσθήκη) προβλεπόταν ωφέλιμο φορτίο της τάξεως των 350 kg/m2 και αντίστοιχες πλάκες-δοκοί. Αντίθετα, υπάρχουν ενδείξεις ότι και σε αυτές τις στάθμες λειτουργούσαν μηχανήματα (ή υπήρχαν και αποθήκες) και ως εκ τούτου θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψη φορτίο της τάξεως των 500 kg/m2 (όπως είχε γίνει για τα υπόγεια) ή και βαρύτερο ή και προσαυξημένο λόγω κραδασμών/δονήσεων. Αργότερα, μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του κυρίως κτηρίου του εργοστασίου, πραγματοποιήθηκαν και οι παρακάτω αυθαίρετες (χωρίς έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας) εργασίες: α) κατά το έτος 1992 πιθανολογείται (με αρκετή βεβαιότητα) ότι ο ημιώροφος – πατάρι επεκτάθηκε σε πλήρη όροφο, μάλλον για χρήση γραφείων, έτσι ώστε καλύφθηκε κατά 100% το εμβαδόν της κάτοψης, β) κατά το ίδιο έτος 1992 κατασκευάστηκαν αυθαίρετες αποθήκες και υπόστεγα έκτασης 1.150 τ.μ. σε ακάλυπτα τμήματα του οικοπέδου, τα οποία δεν συνδέονταν με το κύριο κτήριο (που κατέρρευσε) και για τα οποία επιβλήθηκε πρόστιμο με την 9802/8.12.1993 (Φ178/1993) έκθεση αυτοψίας και επιβολής προστίμου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, αλλά δεν διατάχθηκε η κατεδάφισή τους, γ) κατά το χρονικό διάστημα 1992-1999 κατασκευάστηκε (χωρίς άδειες και μελέτες) τρίτο υπόγειο από οπλισμένο σκυρόδεμα (ουσιαστικά υποεκσκαφή και επιφόρτιση του πρανούς), αλλά και πρόσθετα υπόστεγα στο επίπεδο του 2ου υπογείου προς το Ρέμα της Χελιδονούς, στο πρανές του. Η κατασκευή των αυθαίρετων αυτών κτισμάτων ήταν, κατά την Επιτροπή, «και επικίνδυνη καθ’ εαυτή και επιβαρυντική για το κυρίως κτήριο, ιδίως έναντι σεισμού». Εξάλλου, μετά την παράδοση του κτηρίου σε χρήση, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον ημιώροφο (σύμφωνα με το 1625/6.10.1993 έγγραφο του ανακριτικού γραφείου της Διοίκησης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθήνας), η οποία επιβάρυνε τον φέροντα οργανισμό του ισογείου και του ημιωρόφου (και ίσως και του Α΄ ορόφου) και την οποία δεν ακολούθησε μελέτη-άδεια και αποκατάσταση. Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων η Επιτροπή κατέληξε στα εξής σχετικά με τη φέρουσα ικανότητα του κτηρίου: α) αναφορικά με τα κατακόρυφα φορτία, η ασφάλεια ήταν οριακή και πολλά κρίσιμα υποστυλώματα (και εσωτερικά και περιμετρικά και γωνιακά) μπορούσαν να θεωρηθούν ως άοπλα, με ιδιαίτερα δυσμενή και ψαθυρή συμπεριφορά, ακόμα και μόνο έναντι κατακόρυφων φορτίων και β) αναφορικά με τα οριζόντια φορτία, τα ποσοστά οπλισμών ήταν πολύ μικρότερα από τα απαιτούμενα σε μία κατασκευή με βαριές μυκητοειδείς πλάκες χωρίς δοκούς και χωρίς διαπλατύνσεις στις κεφαλές των υποστυλωμάτων. Χαρακτηριστικά, η Επιτροπή σημείωσε στις παρατηρήσεις κάτω από τον Πίνακα ΙΙ του πορίσματός της, ο οποίος αναφέρεται στα ποσοστά διαμήκους οπλισμού του συνόλου των υποστυλωμάτων του πρώτου και δεύτερου υπογείου του κτηρίου, τόσο σύμφωνα με την άδεια-μελέτη, όσο και σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση, ότι «Τα ποσοστά οπλισμού και για τις δύο περιπτώσεις είναι απαράδεκτα χαμηλά». Επίσης, η Επιτροπή, ύστερα από υπολογισμούς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «… αν είχε γίνει οποιοσδήποτε στοιχειώδης (έστω) αντισεισμικός υπολογισμός, παρά το ότι ουσιαστικώς δεν επιτρεπόταν η δόμηση με τέτοιο σύστημα (μυκητοειδείς πλάκες), θα προέκυπταν σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση της άδειες-μελέτες (που δεν τηρήθηκαν) ή τις αποτυπώσεις (πραγματική κατάσταση)…». Με βάση όλα τα πιο πάνω στοιχεία, η Επιτροπή επισήμανε ότι η συμπεριφορά του κτηρίου σε περίπτωση σεισμού καθοριζόταν από έναν μηχανισμό αστοχίας (μέχρι κατάρρευσης) που είχε σχέση με τα κρίσιμα υποστυλώματα (στους πάνω ορόφους) και κυρίως από έναν ψαθυρό μηχανισμό διάτρησης των μυκητοειδών πλακών των υπογείων και (ίσως του ισογείου). Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός αστοχίας εντοπίστηκε: α) στον κίνδυνο ψαθυρής και απότομης θλιπτοδιατμητικής αστοχίας του συνόλου των υποστυλωμάτων, λόγω υψηλής θλιπτικής καταπόνησης και ανεπάρκειας του εγκάρσιου οπλισμού (αλλά και του διαμήκους), β) στον κίνδυνο ψαθυρής και απότομης αστοχίας των περιμετρικών υποστυλωμάτων, υπερκαταπόνηση αλλά και υποαντοχή λόγω μικρού λόγου διατμήσεως (κοντά περιμετρικά υποστυλώματα) και γ) στην ύπαρξη γυμνού σκελετού λυγηρών υποστυλωμάτων (με πλημμελείς «κόμβους») και στην ανυπαρξία ανακουφιστικών τοιχοπληρώσεων ή τοιχωμάτων οπλισμένου σκυροδέματος (με ανεκτή όπλιση αλλά και καλή σύνδεση με τα διαφράγματα). Συναφώς, ο μηχανισμός διάτρησης των πλακών αποδόθηκε: α) στα μεγάλα κατακόρυφα φορτία, την τοπική υπερκαταπόνηση λόγω ροπών κάμψεως (μονοαξονικών ή και διαξονικών) λόγω φορτίων λειτουργίας και λόγω μικρών (έστω) φορτίων σεισμού, και μάλιστα υπό την επιρροή της ιδιαίτερα επιβαρυντικής κατακόρυφης συνιστώσας του ισχυρού κραδασμού και β) στην πλήρη ανεπάρκεια διατομών σκυροδέματος αλλά και οπλισμών των μυκητοειδών πλακών στις κρίσιμες (για λόγους διατρήσεως) περιοχές γύρω και πάνω από τις κεφαλές των υποστυλωμάτων, τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών, σε όλους τους ορόφους του κτηρίου και κυρίως στους κρίσιμους των «υπογείων». Όσον αφορά τη λειτουργία των παραπάνω μηχανισμών κατά τον σεισμό της 7.9.1999, η Επιτροπή κατέληξε ότι αυτοί είχαν ως αποτέλεσμα την άμεση, απότομη και καθολική αστοχία των κρίσιμων περιοχών των πλακών γύρω από τα υποστυλώματα (ίσως κατ’ αρχήν στα εσωτερικά) και την κατάρρευση και των υποστυλωμάτων προς το εσωτερικό του κτηρίου και το πρανές (προς τη διεύθυνση του σεισμού), χωρίς δυνατότητες ανακατανομής της έντασης. Ταυτοχρόνως, στην περίμετρο των υπογείων συνέβη και αστοχία των αγκυρώσεων των πλακών στα περιμετρικά τοιχία ή και απόσχιση από τα τοιχώματα του κλιμακοστασίου/ανελκυστήρα, δηλαδή πλήρης εξόλκευση ή και θραύση του οπλισμού υπό τη μεμβρανική δράση των καταρρεουσών πλακών. Συμπληρωματικά, η Επιτροπή τόνισε ότι οι πιο πάνω μηχανισμοί ήταν οι κύριοι λόγοι της ιδιαιτέρως δυσμενούς απόκρισης του κτηρίου στο σεισμό, ενόψει και του ότι το έδαφος ήταν φυσικό και όχι τεχνικές αποθέσεις (μπάζα) και δεν παρατηρήθηκε πρόβλημα ή αστοχία του, ενώ δυσμενή επιρροή άσκησε το ανάγλυφο της περιοχής του κτηρίου, καθώς και η ύπαρξη της πρόσθετης εκσκαφής του ρέματος λόγω του τρίτου υπογείου και των πρόσθετων υποστέγων στο επίπεδο του δεύτερου υπογείου. Τελικά, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι κατακόρυφες επιταχύνσεις του σεισμού της 7.9.1999 ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές (έως καθοριστικές) για την καθολική κατάρρευση του κτηρίου, αλλά και μόνο οι οριζόντιες επιταχύνσεις (και μάλιστα πολύ μικρότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν) θα ήταν ικανές να οδηγήσουν σε καθολική αστοχία – κατάρρευση. Ο αναιρεσίβλητος με την από 1-9-2004 αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, προέβαλε ότι η κατάρρευση του κτηρίου της Ricomex, που είχε ως αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του, οφείλεται σε παράνομες πράξεις των εναγομένων κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων τους. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο με την 6452/2007 απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ την έκανε εν μέρει δεκτή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 188.289,28 ευρώ. Επί αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η μεν έφεση του αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε, η δε έφεση της αναιρεσείουσας έγινε εν μέρει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση μεταρρυθμίστηκε και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 180.200 ευρώ νομιμοτόκως από την κατάθεση της αγωγής του. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, απορριφθέντων αντίστοιχων λόγων εφέσεως της αναιρεσείουσας, ότι τα αρμόδια όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως είχαν υποχρέωση να ασκήσουν προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο κατά την κατασκευή του εργοστασίου της Ricomex, από την παράλειψη διενέργειας του οποίου ή από την πλημμελή άσκηση αυτού γεννάται αυτοτελής ευθύνη της, αφού από τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις δεν θεσπίζεται αποκλειστική ευθύνη των μηχανικών μελετητών. Το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι τα ανωτέρω όργανα άσκησαν πλημμελώς τον οφειλόμενο προληπτικό έλεγχο, γιατί εξέδωσαν τις σχετικές οικοδομικές άδειες παρά τις ανακρίβειες και ελλείψεις των υποβληθέντων προς έλεγχο στοιχείων, ενώ παρέλειψαν να ασκήσουν τον επιβαλλόμενο από τις σχετικές διατάξεις κατασταλτικό έλεγχο, αφού δεν διενήργησαν τους προβλεπόμενους ελέγχους κατά την κατασκευή του εργοστασίου. Συγκεκριμένα: α) σύμφωνα με τις περ. Β1, Δ και Ε1 της Ε.39941/2287/1967 αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως (12-12-1975) για την έκδοση της πρώτης οικοδομικής άδειας (της 2914/1976), η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση της υπουργικής αυτής αποφάσεως, την επόμενη ημέρα της ενάρξεως ισχύος της Ε. 18241/1976 υπουργικής αποφάσεως (25-5-1976), για την ανέγερση του ισογείου και των δύο υπογείων του ανωτέρω εργοστασίου, η Πολεοδομική υπηρεσία υποχρεούται να ελέγχει την υποβαλλόμενη στατική μελέτη, η οποία συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των απαιτούμενων για την έκδοση της οικοδομικής άδειας δικαιολογητικών, όπως επιτάσσει η περ. Β1 της εν λόγω υ.α. Εξάλλου η ίδια υποχρέωση προβλέπεται και από τις παραγράφους 5α και 8 της Ε.1824/1976 υπουργικής αποφάσεως, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω άδειας. Η Πολεοδομική Υπηρεσία, όμως, εξέδωσε την πρώτη οικοδομική άδεια ασκώντας πλημμελώς τον επιβαλλόμενο έλεγχο της στατικής μελέτης που υποβλήθηκε για την έκδοσή της, καθόσον αυτή, σύμφωνα με το προαναφερθέν πόρισμα, ήταν ελλιπής, αφού δεν περιελάμβανε αναφορές ή λεπτομέρειες για την όπλιση κρίσιμων στοιχείων, όπως τα υποστυλώματα, και δεν περιελάμβανε πλήρη αντισεισμικό στατικό υπολογισμό, όπως επέτασσε το άρθρο 13 παρ. 2 του τότε ισχύοντος αντισεισμικού κανονισμού (β.δ/μα της 19/26-2-1959). Και τούτο, αφού η αντισεισμική μελέτη που υποβλήθηκε περιοριζόταν μόνο σε ειδικό αντισεισμικό υπολογισμό για τα περιμετρικά στοιχεία – υποστηλώματα και δεν περιελάμβανε τους απαιτούμενους από το άρθρο 6 του ίδιου β.δ/τος κανονικό αντισεισμικό υπολογισμό των γωνιακών υποστυλωμάτων και των περιμετρικών δοκών, παρά το ότι η επικινδυνότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη λόγω του έντονου πρανούς προς το ρέμα. Τον ίδιο πλημμελή έλεγχο άσκησε η Πολεοδομική Υπηρεσία και στις στατικές μελέτες που υποβλήθηκαν για την έκδοση της δεύτερης (1709/1977) και της τρίτης (6022/1979) οικοδομικής άδειας, παρά την υποχρέωσή της, κατά τις διατάξεις των παρ. 1α και 1γ της Ε. 37608/1976 αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της δεύτερης άδειας, για έλεγχο της μελέτης ως προς την ακρίβεια των προβλεπόμενων από τις σχετικές διατάξεις τευχών και στοιχείων και παρά την υποχρέωσή της, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Ι παρ. 4, 5 και 6 της 27067/1978 αποφάσεως του ίδιου Υπουργού, που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της τρίτης άδειας, για πλήρη έλεγχο της στατικής μελέτης, ως προς το αν αυτή είναι σύμφωνη με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Και τούτο, καθόσον οι εν λόγω μελέτες παρουσίαζαν τις ίδιες ελλείψεις και πλημμέλειες με τη στατική μελέτη της πρώτης άδειας, όπως προέκυπτε και από το προαναφερθέν πόρισμα, δεδομένου ότι, όπως διαπιστώθηκε, κατά την υποβολή της αιτήσεως για τη χορήγηση της δεύτερης άδειας (προσθήκης α’ και β’ ορόφου), οι ξυλότυποι του υπάρχοντος κτηρίου, που συνόδευαν τη σχετική μελέτη, δεν συμφωνούσαν με αυτούς της αρχικής άδειας. Αποτέλεσμα του πλημμελούς αυτού ελέγχου ήταν, μεταξύ άλλων, να προκύψουν με βάση τις άδειες σημαντικά μειωμένα ποσοστά οπλισμών των υποστυλωμάτων σε σχέση με τα απαιτούμενα σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, εφόσον, σύμφωνα με την έκθεση πορίσματος της Επιτροπής Καταρρεύσεων, αν είχε γίνει οποιοσδήποτε, στοιχειώδης έστω, αντισεισμικός υπολογισμός, θα προέκυπταν σημαντικά ποσοστά οπλισμών υποστυλωμάτων, πολλαπλάσια αυτών με βάση τις άδειες – μελέτες ή αποτυπώσεις. Η Πολεοδομική Αρχή, κατά παράβαση των διατάξεων της Ε.37608/1976 αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων, η οποία ίσχυε κατά την έκδοση της δεύτερης άδειας (1709/1977) για την ανέγερση των α’ και β’ ορόφων του κτηρίου του ως άνω εργοστασίου, δεν διενήργησε την απαιτούμενη από τις διατάξεις αυτές αυτοψία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδόσεως της δεύτερης άδειας, η οποία είχε εκδοθεί χωρίς αρχική αυτοψία και είχε προσωρινό χαρακτήρα κατά τις παρ. 1β και 1ε της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως, προκειμένου να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, όπως είχε υποχρέωση, τη συμφωνία ή μη του τοπογραφικού διαγράμματος του οικοπέδου που συνόδευε τη μελέτη που υποβλήθηκε με τις πραγματικές διαστάσεις του οικοπέδου και το σύννομο ή μη της μελέτης, η οποία είχε συνταχθεί με βάση το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, σχετικά με το αν η επιφάνεια της προβλεπόμενης κατασκευής ήταν σύμφωνη με το επιτρεπόμενο για το συγκεκριμένο οικόπεδο όριο κάλυψης και σχετικά με την ακριβή και ορθή τοποθέτηση της οικοδομής στο οικόπεδο. Εξαιτίας της παράλειψης αυτής, δεν διαπιστώθηκε ότι με το εν λόγω διάγραμμα, αλλά και με το διάγραμμα που συνόδευε τη μελέτη για την πρώτη άδεια, η έκταση του οικοπέδου εμφανίστηκε μεγαλύτερη, έως τριπλάσια, από αυτή των τίτλων ιδιοκτησίας, σε βάρος του παρακειμένου ρέματος, δηλαδή δεν διαπιστώθηκε η ασυμφωνία που υπήρχε μεταξύ των τοπογραφικών και της πραγματικής κατάστασης, η οποία, αν διαπιστωνόταν, οι πρώτη και δεύτερη άδειες θα έπαυαν να ισχύουν, θα διακόπτονταν οι εργασίες και ο φάκελος θα διαβιβαζόταν στο αρμόδιο για τα αυθαίρετα τμήμα της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και θα εφαρμόζονταν οι διατάξεις περί αυθαιρέτων. Εξάλλου, η ανωτέρω ασυμφωνία θα διαπιστωνόταν και οι σχετικές εργασίες θα διακόπτονταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 12 της E. 1824/1976 υπουργικής αποφάσεως, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρώτης άδειας, αν με βάση την άδεια αυτή διενεργείτο έλεγχος σχετικά με την κάλυψη του οικοπέδου. Κατ’ αυτό τον τρόπο, λόγω των παράνομων παραλείψεων, επετράπη η ανέγερση κτηρίου με επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη βάσει των πραγματικών διαστάσεων του οικοπέδου, το οποίο πλησίαζε στο έντονο πρανές του ρέματος, λόγω του οποίου η επικινδυνότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη και επηρεάστηκε δυσμενώς το κτήριο για την απόκρισή του στον σεισμό. Τα αρμόδια όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης όφειλαν, βάσει των σχετικών διατάξεων των Ε. 18241/1976, Ε.37608/1976 και 27076/1978 αποφάσεων του Υπουργού Δημοσίων Έργων, να έχουν διενεργήσει, κατά την εκτέλεση των εργασιών ανεγέρσεως του ισογείου και των υπογείων, με βάση την πρώτη άδεια, έλεγχο, μεταξύ άλλων, σχετικά με τη διαμόρφωση των υπογείων, κατά την ανέγερση των α’ και β’ ορόφων, με βάση τη δεύτερη άδεια, τουλάχιστον μια αυτοψία ύστερα από την κατασκευή της πλάκας επικαλύψεως του α’ ορόφου ή, σε κάθε περίπτωση, ύστερα από παρέλευση τριμήνου από την έκδοση της δεύτερης άδειας και έναν έλεγχο ύστερα από την αποπεράτωση του φέροντος οργανισμού και της συμπληρώσεώς του, και κατά την εκτέλεση των εργασιών για την επέκταση του 2ου υπογείου, με βάση την τρίτη άδεια, μια αυτοψία ύστερα από την αποπεράτωση του φέροντος οργανισμού και της συμπληρώσεώς του και άλλη μια ύστερα από την περάτωση του έργου. Αν τα όργανα αυτά πραγματοποιούσαν τους σχετικούς ελέγχους και αυτοψίες, θα είχαν διαπιστώσει ότι: α) είχαν κατασκευαστεί λιγότερα υποστυλώματα (24 αντί των 32) και σε μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους από τα προβλεπόμενα στις άδειες, β) οι πλάκες δεν είχαν κατασκευαστεί με δοκούς, όπως προβλεπόταν στις άδειες, αλλά ήταν μυκητοειδείς, που στηρίζονταν απευθείας στα υποστυλώματα, και χωρίς διαπλατύνσεις στις κεφαλές των τελευταίων, οι οποίες είναι απαραίτητες στην περίπτωση μυκητοειδών πλακών, δομητικό σύστημα ιδιαιτέρως επικίνδυνο και έναντι σεισμού, γ) στα υπόγεια δεν είχαν κατασκευαστεί τοιχία από οπλισμένο σκυρόδεμα στο 100% της περιμέτρου τους, όπως προβλεπόταν στις άδειες, αλλά μόνο στο 50% αυτής, δ) και τα τοιχία που υπήρχαν είχαν κατασκευαστεί σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση του σκελετού, χωρίς καμία θεμελίωση, κατ’ ευθείαν στο έδαφος και ήταν ουσιαστικά ασύνδετα με τον σκελετό του κτηρίου, όπως και τα στοιχεία των όψεων, ε) υπήρχαν φυτευτά τοιχώματα ακαμψίας και αντοχής με ελλιπή και πλημμελή σύνδεση με τις πλάκες και, γενικά, με τον σκελετό του κτηρίου γύρω και από τους δύο ανελκυστήρες και το κλιμακοστάσιο, καθώς και φυτευτό τοίχωμα πάνω από το στέγαστρο της εισόδου, κακώς και έκκεντρα διατεταγμένα, με προβληματική συμπεριφορά και επιβάρυνση έναντι σεισμού, η κατασκευή των οποίων, κατά τον αντισεισμικό κανονισμό, συνιστάται να αποφεύγεται και στ) τα φέροντα στοιχεία ήταν πλημμελώς οπλισμένα και είχαν παραβιαστεί οι διατάξεις περί συνδετήρων εγκάρσιου οπλισμού. Συνεπώς, η παράλειψη διενέργειας των ανωτέρω αυτοψιών και ελέγχων είχε ως συνέπεια να μην απαιτηθεί από τα πολεοδομικά όργανα η έγκαιρη διακοπή των σχετικών εργασιών και η προσαρμογή τους, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αν τούτο ήταν εφικτό, ύστερα από την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, ή η κατεδάφιση των κατασκευών που είχαν διενεργηθεί κατά παράβαση των ουσιαστικών πολεοδομικών διατάξεων, εφόσον αυτές ήταν επικίνδυνες για τη στατικότητα του κτηρίου. Εξάλλου, τα ανωτέρω όργανα είχαν παραλείψει να διενεργήσουν έλεγχο στο εν λόγω κτήριο, να διαπιστώσουν τις εν λόγω παραβάσεις και να απαιτήσουν τα προαναφερθέντα κατά τον έλεγχο των οικοδομικών αδειών, ο οποίος απαιτήθηκε προκειμένου να καταγραφούν οι αυθαίρετες κατασκευές που είχαν ανεγερθεί στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου του εργοστασίου, κατά την αυτοψία που πραγματοποίησαν το έτος 1993, για την οποία συντάχθηκε η 9802/1993-Φ 178/93 έκθεση αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Τέλος, κατά το πόρισμα της Επιτροπής, κύριο λόγο κατάρρευσης του κτηρίου αποτέλεσε ο μηχανισμός αστοχίας υπό σεισμό που είχε σχέση με τα κρίσιμα υποστυλώματα των κοντών περιμετρικών υποστυλωμάτων στους πάνω ορόφους και του συνόλου των εσωτερικών και κυρίως ο ψαθυρότερος μηχανισμός διατρήσεως των μυκητοειδών πλακών των υπογείων και ίσως του ισογείου, οι οποίοι οδήγησαν στην άμεση, απότομη και καθολική αστοχία των κρίσιμων περιοχών των πλακών γύρω από τα υποστυλώματα και την κατάρρευση των υποστυλωμάτων προς το εσωτερικό του κτηρίου και το πρανές, χωρίς δυνατότητες ανακατανομής της εντάσεως, ενώ ταυτόχρονα, στην περίμετρο των υπογείων συνέβη και αστοχία των αγκυρώσεων των πλακών στα περιμετρικά τοιχία ή και απόσχιση από τα τοιχώματα του κλιμακοστασίου – ανελκυστήρα. Ως επιβαρυντικός παράγοντας στο παραπάνω αποτέλεσμα λειτούργησε το ανάγλυφο της περιοχής του κτηρίου, καθώς και η πρόσθετη εκσκαφή του ρέματος λόγω των αυθαίρετων κατασκευών του τρίτου υπογείου και των πρόσθετων υποστέγων στο επίπεδο του δεύτερου υπογείου, ενώ στην καθολική αστοχία-κατάρρευση του κτηρίου θα μπορούσε να οδηγήσει και σεισμική δόνηση πολύ μικρότερη εκείνης της 7.9.1999. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι το κτήριο της Ricomex κατέρρευσε λόγω των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να ανεγερθεί το κτήριο στατικά και αντισεισμικά με μη ασφαλή τρόπο. Επομένως, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο βαρύτατος τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, που προκλήθηκε από την κατάρρευση του ανωτέρω κτηρίου, τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις πιο πάνω πράξεις και παραλείψεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος δεν διακόπηκε από το συμβάν ανωτέρας βίας, γιατί το αναπότρεπτο γεγονός του σεισμού δεν συνεπαγόταν αναπότρεπτη ζημία, εφόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν η ένταση του σεισμού που συνετέλεσε στην κατάρρευση του κτηρίου, αφού η τελευταία θα ήταν δυνατή και με μικρότερη σεισμική δόνηση, αλλά η μη σύννομη κατασκευή του. Επομένως, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνέτρεχε περίπτωση ευθύνης της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τα άρθρα 105 -105 του ΕισΝΑΚ και 932 ΑΚ. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, που προκλήθηκε από την κατάρρευση του κτηρίου, τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις προαναφερθείσες πράξεις και παραλείψεις των πολεοδομικών υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής και απέρριψε τους λόγους εφέσεως που αυτή είχε προβάλει.

10. Επειδή, η προπαρατεθείσα κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία το δικάσαν εφετείο δέχεται, μεταξύ άλλων, ότι η πολεοδομική υπηρεσία δεν ήλεγξε την πληρότητα των στατικών μελετών που είχαν υποβληθεί και δεν διενήργησε έστω και μία αυτοψία κατά το στάδιο της ανέγερσης και αποπεράτωσης του κτηρίου, είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά σε προηγούμενες σκέψεις για την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας, είναι δε αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση. Εξάλλου, αβασίμως προβάλλεται συναφώς από την αναιρεσείουσα ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται αποκλειστική ευθύνη του ιδιώτη μελετητή κατ’ επίκληση της Ε. 39941/2287/1967 υπουργικής απόφασης, εφόσον, όπως εκτέθηκε, η απόφαση αυτή δεν εφαρμοζόταν στην ένδικη περίπτωση ως εκ του χρόνου έκδοσης των οικοδομικών αδειών, αλλά και γιατί, βάσει του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.δ/τος 194/1969, η απόφαση αυτή νομίμως τροποποιήθηκε από τις προαναφερθείσες τρεις υπουργικές αποφάσεις, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι άδειες για το καταρρεύσαν κτήριο. Περαιτέρω, και οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι διεκόπη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των καταλογιζομένων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραλείψεων της πολεοδομικής υπηρεσίας και του ζημιογόνου αποτελέσματος της κατάρρευσης του κτηρίου, διότι στο αποτέλεσμα αυτό συντέλεσαν, πέραν των προαναφερομένων παραλείψεων, και άλλοι παράγοντες, όπως η υπέρβαση των ορίων του ωφέλιμου φορτίου λόγω της τοποθέτησης μηχανημάτων, η πυρκαγιά του έτους 1993, η αυθαίρετη κατασκευή υπογείου προς το ρέμα και οι αυθαίρετες προσθήκες και επεκτάσεις στους ορόφους, γεγονότα τα οποία προέκυπταν από την έκθεση της Επιτροπής που συνεστήθη για να ερευνήσει τα αίτια της κατάρρευσης και τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε την έκθεση της Επιτροπής και κατέληξε στην ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση ότι οι παραλείψεις της πολεοδομικής υπηρεσίας αποτέλεσαν την κύρια αιτία της κατάρρευσης. Επιπλέον, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο και το συναφώς προβαλλόμενο ότι η ένταση του σεισμού της 7.9.1999 ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ένταση του σεισμού που είχε υπόψη του ο νομοθέτης του αντισεισμικού κανονισμού του 1956, εφόσον η απόφαση υιοθετεί στο σημείο αυτό το πόρισμα της Επιτροπής ότι, εξαιτίας των παραλείψεων της πολεοδομικής υπηρεσίας που αφορούν στις ελλείψεις των στατικών μελετών, η κατάρρευση του κτηρίου θα προκαλείτο και από σεισμό πολύ μικρότερης έντασης.

11. Επειδή, εξάλλου, τα περαιτέρω προβαλλόμενα ότι οι τυχόν διαπιστούμενες από τις πολεοδομικές υπηρεσίες αυθαίρετες προσθήκες και κατασκευές δεν συνιστούν πρόσφορη αιτία κατάρρευσης του κτηρίου στο οποίο διαπιστώνονται, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν στήριξε την κρίση της περί αιτιώδους συνάφειας στο ότι οι αυθαίρετες προσθήκες ήταν το αίτιο της κατάρρευσης. Αλυσιτελώς επίσης προβάλλεται, για τον ίδιο λόγο, ότι οι διατάξεις περί αυθαιρέτων έχουν τεθεί αποκλειστικά χάριν γενικού σκοπού (οικοδομική τάξη, λειτουργικότητα, αισθητική οικισμών) και δεν εξυπηρετούν και την ασφάλεια των ενοίκων.

12. Επειδή, το ν.δ/μα 476/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α’ 204), που εφαρμόζεται και στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις σύμφωνα με το άρθρο 95 του π.δ/τος 30/1996, ορίζει στο άρθρο 48 παρ. 1 ότι: «Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος», στο άρθρο 49 ότι: «Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις» και στο άρθρο 51 ότι: «Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον …». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., η αξίωση αποζημίωσης από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη τέτοιας ενέργειας οργάνων των ν.π.δ.δ. υπόκειται σε 5ετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Στην περίπτωση δε που οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται αμέσως μετά τη διάπραξη της παράνομης πράξης ή της παράλειψης, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκάλεσε τις επιζήμιες συνέπειες (Σ.τ.Ε. 2692/2009 , 1703/2010).

13. Επειδή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας ότι οι αξιώσεις των αναιρεσίβλητων είχαν υποπέσει στην 5ετή παραγραφή των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, εφόσον από τα έτη 1976, 1978 και 1979, οπότε εκδόθηκαν οι οικοδομικές άδειες για το υπόψη κτήριο, μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2004 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με τη σκέψη ότι σε περίπτωση πρόκλησης θανάτου προσώπου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων ν.π.δ.δ., εφόσον για τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις εφαρμόζονται, κατ’ άρθρο 95 του π.δ/τος 30/1996, τα άρθρα 48 παρ. 1, 49 και 51 περ. α΄ του ν.δ/τος 476/1974, η αξίωση των μελών της οικογενείας του θανόντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης γεννάται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη με τον θάνατο του προσώπου, η παραγραφή δε της αξιώσεως αυτής αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο επήλθε ο θάνατος. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου επήλθε στις 7.9.1999, η ένδικη αξίωσή του γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξη κατά τον χρόνο εκείνο και ότι από το τέλος του έτους 1999 έως την άσκηση της αγωγής του την 1.9.2004 δεν είχε παρέλθει 5ετία, άρα οι ένδικες αξιώσεις του δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή. Η κρίση αυτή του δικάσαντος διοικητικού εφετείου στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως.

14. Επειδή, στο άρθρο 87 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ορίζεται ότι: «Τα δικόγραφα των ένδικων μέσων, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει να περιέχουν και: α) … . β) τους ειδικούς για κάθε ένδικο μέσο λόγους … γ) …» και στο άρθρο 95 του ίδιου Κώδικα ότι «Λόγο έφεσης μπορεί να θεμελιώσει κάθε νομικό ή πραγματικό σφάλμα της απόφασης και κάθε παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως όσα είχε υποχρέωση». Εξάλλου, στο άρθρο 97 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι «1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης… 2. Η έλλειψη δικαιοδοσίας, η αναρμοδιότητα και η μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετάζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως…». Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, εκτός από τις μνημονευόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 97 του Κ.Δ.Δ. πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης (έλλειψη δικαιοδοσίας, αναρμοδιότητα και μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, το δικαστήριο αυτό εξετάζει μόνο τις αιτιάσεις που προβάλλονται με την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης (Σ.τ.Ε. 2776/2009, 403/2010 κ.ά).

15. Επειδή, εν προκειμένω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση το ποσό των 188.289,28 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να αναγνωρίσει και την υποχρέωση νομιμότοκης καταβολής της αποζημιώσεως, παρά το γεγονός ότι στην αγωγή περιλαμβανόταν σχετικό αίτημα. Το δικάσαν εφετείο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των ήδη διαδίκων, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη, τη μεν έφεση του αναιρεσιβλήτου την απέρριψε, τη δε έφεση της αναιρεσείουσας την έκανε εν μέρει δεκτή, μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση όφειλε να καταβάλει νομιμοτόκως την επιδικασθείσα αποζημίωση. Η κρίση αυτή σχετικά με τη νομιμότοκη καταβολή της αποζημιώσεως, την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέφερε κάνοντας εν μέρει δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας (και όχι του αναιρεσιβλήτου), στην οποία προδήλως δεν περιεχόταν σχετικό παράπονο, είναι εσφαλμένη (πρβ. Σ.τ.Ε. 735/2010, 3646/2011). Ακόμα δε και αν θεωρηθεί, όπως προβάλλεται με το εμπροθέσμως κατατεθέν υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου, ότι οι τόκοι αποτελούν κεφάλαιο που συνέχεται αναγκαίως με το ποσό της χρηματικής παροχής που επιδικάζεται και ότι, επομένως, δεν απαιτείται η προβολή ειδικού παραπόνου, και πάλι έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδικάζοντας το ποσό της αποζημιώσεως εντόκως, γιατί η συνεκδικασθείσα με την έφεση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως έφεση του αναιρεσιβλήτου, αφορώσα ορισμένα αγωγικά κονδύλια, απορρίφθηκε και, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να επιδικάσει τόκους αποδεχόμενη εν μέρει την έφεση της αναιρεσείουσας, που αφορούσε διαφορετικά κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης. Για τον λόγο αυτό, που βάσιμα προβάλλεται, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο δικάσαν διοικητικό εφετείο για νέα κρίση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση,

Αναιρεί εν μέρει, κατά το σκεπτικό, την 2569/2008 απόφαση του διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος

 

 

Γ. Παπαμεντζελόπουλος

 

Η Γραμματέας

 

 

Μ. Βλασερού

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Μαΐου 2013.

Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος

 

 

Ν. Σακελλαρίου

 

Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος

 

 

Β. Ραφαηλάκη

./.

 

 

./.