Αριθμός 1887/2012, ΤΜΗΜΑ Δ΄ παρ. στην 7μ. βλ. 5/2013 7μ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Αποσπαστές πράξεις επι διοικητικών συμβάσεων υπάγονται από 1-1-2011 στα κατά τόπον αρμόδια Διοικ.Εφετεία (αρθ.70.ν.3900/10). Ειδικώς, όμως, ως προς τις εκκρεμείς την 31η.12.2010 αιτήσεις ακυρώσεως που υπήγοντο στο ν. 3886/2010 – ή στον προϊσχύσαντα ν. 2522/97 -, ο ν. 3900/2010 όρισε ότι αυτές εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσαν, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες δικονομικές ρυθμίσεις. Αντιθέτως, οι εκκρεμείς διαφορές περί την ανάθεση έργων κλπ που δεν ενέπιπταν, λόγω αντικειμένου ή προϋπολογισμού, στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω ν. 2522/97 ή 3886/2010, υπάγονται πλέον στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, βάσει του δικονομικού κανόνα του πρώτου εδαφίου του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 3900/2010, που θεσπίζει κανόνα άμεσης εφαρμογής και καταλαμβάνει, κατά τις γενικές αρχές, και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις, εφόσον δεν υπάρχει ρητή αντίθετη πρόβλεψη στον εν λόγω νόμο. Αρμοδιότητα Τμημάτων ΣτΕ κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίσιμη για τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας Διοικητικού Δικαστηρίου ή Τμήματος του ΣτΕ είναι η νομοθεσία κατ΄ επίκληση της οποίας έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη, ασχέτως των αιτιάσεων που προβάλλονται με το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα, άρα επί συμβάσεως δημοσίου έργου αρμόδιο το Δ τμ’ και όχι το Ε΄. Με έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξεως κατακύρωσης τρίτοι κάτοικοι της περιοχής επικαλούμενοι ότι παραβιάζεται η δασική νομοθεσία και για αυτούς αρμόδιο είναι το ΔΕΦ. (Μειοψ.).
Πρόεδρος : Σ. Ρίζος ( Αντιπρόεδρος ΣτΕ)
Εισηγητής : Μ.Σωτηροπούλου (Παρεδρος)
Νομικοί Παραστάτες : Θεοδώρα Κοντοζήση (Δικηγόρος), Μαρία Σαμαρά (Δικηγόρος)
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Γ. Παπαγεωργίου, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Παπαδοπούλου, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 29 Ιουνίου 2009 αίτηση:
των: 1) Σοφίας Γεωργίου Καλογεροπούλου, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης (Βαζελώνος 23), και 2) Νικολάου Κωνσταντίνου Ζαμπόγλου, κατοίκου Offenbach Γερμανίας (63069 Sfarkenburging 66), οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Θεοδώρα Κοντοζήση (Α.Μ. 2055 Δ.Σ. Πειραιώς), που τη διόρισαν με πληρεξούσιο,
κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής και ήδη Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία Σαμαρά (Α.Μ. 104 Δ.Σ. Χαλκιδικής), που τη διόρισε με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. 50/3-3-2009 απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής Προγραμματισμού και Οικονομικής Διαχείρισης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σωτηροπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της πράξης 50/3.3.2009 της Νομαρχιακής Επιτροπής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, με την οποία εγκρίθηκε το πρακτικό δημοπρασίας για την ασφαλτόστρωση οδού, σε εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή στη Χαλκιδική, μεταξύ των χερσονήσων Σιθωνίας και Αγίου ΄Ορους (περιφέρεια Δήμου Παναγίας). Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 287.000 ευρώ. Την αίτηση ασκούν οι αιτούντες, φερόμενοι ως κύριοι εκτάσεων και κατοικιών επί ως άνω οδού. Επιδιώκουν δε την ματαίωση του έργου, προβάλλοντες ότι είναι παράνομη η διαπλάτυνση και ασφαλτόστρωση οδού εντός δασικής εκτάσεως.
2. Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 2522/97 (Α΄ 178), υπήχθησαν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημόσιων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, εφόσον η σύμβαση ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 93/37/Ε.Ο.Κ., 93/36/Ε.Ο.Κ. και 92/50 Ε.Ο.Κ. ή στις διατάξεις με τις οποίες οι εν λόγω οδηγίες έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του αυτού νόμου, «Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση δημόσιων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση της κοινοτικής ή εσωτερικής νομοθεσίας, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα επόμενα άρθρα, προσωρινή δικαστική προστασία, ακύρωση ή αναγνώριση ως άκυρης της παράνομης πράξης της αναθέτουσας αρχής και επιδίκαση αποζημίωσης». Οι οδηγίες 93/37, 93/36 και 92/50, στις οποίες παρέπεμπε ο ν. 2522/97, αντικαταστάθηκαν με την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (L. 134). Στη συνέχεια, ο ως άνω ν. 2522/97 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το ν. 3886/2010 (Α΄ 173), με τον οποίον ορίσθηκαν τα εξής: «Άρθρο 1. Πεδίο εφαρμογής. 1. Οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφόσον η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 2004/17/ΕΚ (L 134) και 2004/18/ΕΚ (L 134) ή στις διατάξεις, με τις οποίες οι εν λόγω Οδηγίες μεταφέρονται στην εσωτερική έννομη τάξη. 2. … Άρθρο 2. Είδη δικαστικής προστασίας. 1. Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόµου αυτού και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα επόμενα άρθρα, προσωρινή δικαστική προστασία, ακύρωση της παράνομης πράξης της αναθέτουσας αρχής ή της υπογραφείσας σύμβασης και επιδίκαση αποζημίωσης. 2. … Άρθρο 3. Αρμόδιο δικαστήριο. 1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση όλων των διαφορών του νόμου αυτού είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής, με τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόµου, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄). 2. … 3. Κατ` εξαίρεση των διατάξεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, διαφορές του νόµου αυτού που αφορούν συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή συμβάσεις με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, εκδικάζονται από το Συµβούλιο της Επικρατείας. 4. …». Τέλος, με το άρθρο 47 παρ. 4 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίσθηκαν τα εξής: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3886/2010 (ΦΕΚ 173 Α΄), οι αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων της διαδικασίας που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών υπάγονται στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών εφετείων που αποφαίνονται ανεκκλήτως. Οι εκκρεμείς έως την 31η Δεκεμβρίου 2010 διαφορές του ν. 3886/2010 εκδικάζονται από τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων εκκρεμούν».
3. Eπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ο κανόνας ότι οι αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων της διαδικασίας που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών υπάγονται από 1.1.2011 (βλ. άρθρο 70 του ν. 3900/2010) στην αρμοδιότητα των διοικητικών εφετείων, εκτός εάν πρόκειται για συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής της οδηγίας 2004/17/ΕΚ ή συμβάσεις με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των δεκαπέντε εκατομμυρίων ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, οι οποίες εξακολουθούν να ανήκουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικώς, όμως, ως προς τις εκκρεμείς την 31η.12.2010 αιτήσεις ακυρώσεως που υπήγοντο στο ν. 3886/2010 – ή στον προϊσχύσαντα ν. 2522/97 -, ο ν. 3900/2010 όρισε ότι αυτές εκδικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώπιον του οποίου εκκρεμούσαν, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες δικονομικές ρυθμίσεις. Αντιθέτως, οι εκκρεμείς διαφορές περί την ανάθεση έργων κλπ που δεν ενέπιπταν, λόγω αντικειμένου ή προϋπολογισμού, στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω ν. 2522/97 ή 3886/2010, υπάγονται πλέον στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, βάσει του δικονομικού κανόνα του πρώτου εδαφίου του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 3900/2010, που θεσπίζει κανόνα άμεσης εφαρμογής και καταλαμβάνει, κατά τις γενικές αρχές, και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις, εφόσον δεν υπάρχει ρητή αντίθετη πρόβλεψη στον εν λόγω νόμο (ΣτΕ 91/2006 7μ, πρβ. ΣτΕ 2118,2973/2011).
4. Επειδή, περαιτέρω, προκειμένου να καθορισθεί, βάσει του άρθρου 47 παρ. 4 εδ. β΄ του ν. 3900/2010, το αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς Δικαστήριο, είναι αδιάφορο το ότι η αίτηση ακυρώσεως δεν ασκείται από πρόσωπο το οποίο είχε μετάσχει σε διαγωνισμό για την ανάληψη δημοσίου έργου, προμήθειας και υπηρεσίας, αλλά από τρίτον ο οποίος βλάπτεται από την εκτέλεση του έργου και προβάλλει αιτιάσεις σχετικές με την τήρηση της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται η ενιαία υπαγωγή διαφορών που ανακύπτουν από τον αυτό διαγωνισμό έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας στο αυτό Δικαστήριο, βάσει του κριτηρίου εάν ο εν λόγω διαγωνισμός εμπίπτει, λόγω αντικειμένου και ποσού, στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών και των ν. 2522/97 και 3886/2010, ασχέτως της ιδιότητας του αιτούντος ή των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Εξάλλου, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίσιμη για τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας Διοικητικού Δικαστηρίου ή Τμήματος του ΣτΕ είναι η νομοθεσία κατ΄ επίκληση της οποίας έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη, ασχέτως των αιτιάσεων που προβάλλονται με το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα. Περαιτέρω, και προ του ν. 3900/2010, επί αιτήσεων ακυρώσεως, κατά πράξεων του προσυμβατικού σταδίου, που ησκούντο εκ μέρους τρίτων οι οποίοι δεν είχαν μετάσχει στο διαγωνισμό και προέβαλαν λόγους ακυρώσεως που άπτονταν της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, αρμόδιο παρέμενε το Δ΄ [και όχι το Ε΄] Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάσει του κριτηρίου της νομοθεσίας κατ΄ επίκληση της οποίας είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη και όχι της ιδιότητας του αιτούντος ή των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως (πρβ. ΣτΕ 551/93, 648, 841/97,1607/98, 1095/2000, 16/2001, 839/2002, 2995/2007, 3179/2008, 617/2010, 1672/2011 κ.α.). Ως εκ τούτου, επί εκκρεμών την 31η.12.2010 αιτήσεων ακυρώσεως, αυτές ανήκουν στην αρμοδιότητα των Διοικ. Εφετείων, εάν πρόκειται περί διαγωνισμών που δεν εμπίτουν, λόγω αντικειμένου ή ποσού, στο πεδίο εφαρμογής των προπαρατεθεισών οδηγιών και των ν. 2522/97 ή 3886/2010, ασχέτως της ιδιότητας του αιτούντος ως διαγωνιζόμενου ή τρίτου και των προβαλλομένων λόγων. Αντιθέτως, οι εκκρεμείς την 31η.12.2010 αιτήσεις ακυρώσεως, προκειμένου περί διαγωνισμών που εμπίτουν στο πεδίο εφαρμογής των ν. 2522/97 ή 3886/2010, από πλευράς αντικειμένου και προϋπολογισμού, ανήκουν στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Κατά την άποψη, όμως, του Προέδρου του Τμήματος, Αντιπροέδρου Σωτ. Ρίζου, όταν ο ασκών το ένδικο μέσο είναι τρίτος ως προς την διαδικασία του διαγωνισμού, προβάλλει δε λόγους ασχέτους προς την νομιμότητα αυτής, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, τότε η διαφορά παύει να σχετίζεται με την νομοθεσία αυτή, περίπτωση, που μόνον είχε υπ΄ όψιν του ο νομοθέτης για την μεταφορά της σχετικής αρμοδιότητος στα Διοικητικά Εφετεία. Η αντίθετη άποψη οδηγεί σε μη ηθελημένο από τον νομοθέτη αποτέλεσμα, δηλαδή την αποξένωση του Συμβουλίου της Επικρατείας από υποθέσεις μη σχετιζόμενες αμέσως με το δίκαιο που διέπει τους διαγωνισμούς δημ. έργων και υπηρεσιών.
5. Επειδή, εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκε το πρακτικό δημοπρασίας για την ασφαλτόστρωση οδού (εντός δασικής περιοχής, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων), προϋπολογισμού 287.000 ευρώ, με αποτέλεσμα ο διαγωνισμός να μην υπάγεται, λόγω ποσού, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18 (βλ. άρθρο 7 αυτής, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Κανονισμό 1422/2007) και του ν. 2522/97. Ενόψει αυτού, η κρινόμενη διαφορά ανήκει κατ΄ αρχήν στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να ασκεί επιρροή στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου η ιδιότητα των αιτούντων ως περιοίκων της περιοχής που προβάλλουν αιτιάσεις σχετικώς με τη μη τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας πριν από την έναρξη εκτέλεσης του έργου. Αντιθέτως, κατά την προεκτεθείσα άποψη του Προέδρου του Τμήματος, η υπόθεση εξακολουθεί να ανήκει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας.
6. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος προσδιορισμού της αρμοδιότητας του Διοικητικού Εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί προσβολής πράξεων του προσυμβατικού σταδίου από τρίτους μη μετασχόντες στη διαδικασία του διαγωνισμού, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 εδ. β΄ του π.δ. 18/89, στην επταμελή σύνθεση του Δ΄ Τμήματος και να ορισθεί δικάσιμος η 12η Ιουνίου 2012 και εισηγητής η Πάρεδρος Μ. Σωτηροπούλου.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ορίζει νέα δικάσιμο την 12η Ιουνίου 2012 και εισηγητή την Πάρεδρο Μ. Σωτηροπούλου.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Μα ΐ ου 2012.
