Αριθμός 1912/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Δ. Σκαλτσούνης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Φ. Ντζίμας, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Σ. Κωνσταντίνου, Π. Γρουμπού, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτηση:
του Παναγιώτη Γιουλάκου του Νικολάου, κατοίκου Πειραιά (Δραγάτση 2), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Σοφία Βλάχου-Ζουνέλη (Α.Μ. 21733), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Δικαιοσύνης και ήδη Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γεώργιο Αθανασόπουλο (Α.Μ. 1538 Δ.Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθ. 67/24.6.2009 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου (Α.Π.Σ.) Δικηγόρων και 2) η υπ’ αριθ. 5/2009 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή Συμβούλου Φ. Ντζίμα.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1091368/2009 ειδικό έντυπο), ζητείται η ακύρωση: α) της 67/24.6.2009 αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου (Α.Π.Σ.) Δικηγόρων, με την οποία απερρίφθη έφεση του αιτούντος, πρώην Δικηγόρου Πειραιώς, κατά της 5/10.2.2009 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου (Π.Σ.) του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, και β) της τελευταίας αυτής αποφάσεως, με την οποία επεβλήθη εις βάρος του αιτούντος η ποινή της οριστικής παύσεως για το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς, κατά τα άρθρα 45 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων (Α΄ 235).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται και πράξη του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ. Πειραιώς. Συνεπώς, διάδικος στην παρούσα δίκη είναι, εκτός από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, και ο εν λόγω Δικηγορικός Σύλλογος (βλ. ΣτΕ 189/2007 Ολομ., 2578/2014, κ.ά.). Μόνη όμως παραδεκτώς προσβαλλομένη πράξη είναι η 67/24.6.2009 απόφαση του Α.Π.Σ. Δικηγόρων, διότι η επίσης προσβαλλόμενη 5/10.2.2009 απόφαση του Π.Σ. του Δ.Σ. Πειραιώς ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου οργάνου και απώλεσε την εκτελεστότητά της (ΣτΕ 2578, 1087/2014, 1924/2013 7μ., 2037, 1622/2011 7μ., 1151/2008 κ.ά.).
3. Επειδή, η ένδικη αίτηση ασκείται εμπροθέσμως, καθόσον η προσβαλλομένη πράξη του Α.Π.Σ. Δικηγόρων κοινοποιήθηκε στον αιτούντα στις 20.7.2009, ήτοι κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών, και η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε στις 16.10.2009.
4. Επειδή, στον ισχύοντα, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, Κώδικα περί Δικηγόρων οριζόταν ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο Πρωτοδικείο για το οποίο υπέβαλε σχετική αίτηση, υπάγεται δε σε πειθαρχική εξουσία ασκούμενη κατά τις διατάξεις του Κώδικα αυτού (άρθρο 1). Ο ίδιος Κώδικας όριζε, στο άρθρο 45 παρ. 1 ότι «Ο Δικηγόρος, … οφείλει να ασκή το λειτούργημα αυτού ευόρκως, να διάγη και να φαίνηται διάγων αξιοπρεπώς, να συμπεριφέρηται συμφώνως προς τας παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος…» και στο άρθρο 64 παρ. 1 ότι: «Η παράβασις των καθηκόντων και των υποχρεώσεων των επιβαλλομένων τω Δικηγόρω εκ τε των διατάξεων του Κώδικος, του εσωτερικού κανονισμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, ως και εξ αποφάσεώς τινος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα κρινόμενον και κολαζόμενον υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συλλόγου, κατά τας σχετικάς διατάξεις περί πειθαρχικής ποινής, ανεξαρτήτως πάσης ποινικής ευθύνης ή άλλης συνεπείας, κατά τους κειμένους νόμους». Τέλος, ο ίδιος Κώδικας όριζε στο άρθρο 76 παρ. 1 ότι: «1. Αι υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβαλλόμεναι πειθαρχικαί ποιναί είναι: α) επίπληξις, β) πρόστιμον, γ) προσωρινή παύσις από του Δικηγορικού Λειτουργήματος 8 ημερών μέχρις 6 μηνών και δ) οριστική παύσις».
5. Επειδή, από τις προσβαλλόμενες πράξεις και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την από 5.6.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως πειθαρχική δίωξη σε βάρος του αιτούντος, ο οποίος εφέρετο σε δημοσιεύματα των εφημερίδων «ΕΘΝΟΣ» και «ΤΟ ΒΗΜΑ» ως κατηγορούμενος για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων (ληστείες Τραπεζών, παράνομη οπλοφορία). Με την ίδια απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγω Δικηγορικού Συλλόγου αποφασίσθηκε να ανασταλεί η πειθαρχική διαδικασία μέχρι την τελεσιδικία της εκκρεμούσης ποινικής δίκης. Στις 16.3.2007 δημοσιεύθηκαν οι 1178 και 1177/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με την πρώτη απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε σε κάθειρξη έξι ετών και έξι μηνών επειδή την 1.12.2005 και ώρα 14:20 εισήλθε στο επί της Λεωφόρου Ελ. Βενιζέλου αριθμ. 210 στην Καλλιθέα Αττικής υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και, αφού ακινητοποίησε τους εντός αυτού υπαλλήλους, με την απειλή πιστολιού αφαίρεσε από τα ταμεία και το κεντρικό χρηματοκιβώτιο ποσό 67.860 ευρώ με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, το ως άνω δε όπλο ήταν απαγορευμένο από τον νόμο και το έφερε χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Με τη δεύτερη απόφαση ο αιτών καταδικάσθηκε σε κάθειρξη έξι ετών και έξι μηνών επειδή στις 23.5.2006 και ώρα 14:28 εισήλθε στο επί της οδού Αμφιθέας αριθμ. 93 στο Π. Φάληρο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και απειλώντας με αεροβόλο πιστόλι τους ταμίες της Τράπεζας και αφοπλίζοντας τον φρουρό αυτής, τους εξανάγκασε να του παραδώσουν το ποσό των 27.465 ευρώ με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, το ως άνω δε όπλο ήταν απαγορευμένο από τον νόμο. Επί εφέσεων του αιτούντος κατά των ως άνω πρωτοβάθμιων ποινικών αποφάσεων εκδόθηκαν οι 2181 και 2182/2008 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 19.9.2008, με τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε τελεσίδικα σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών και δέκα μηνών και σε τριετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για τις ως άνω πράξεις της ληστείας και παράνομης οπλοφορίας. Αιτήσεις αναιρέσεως του αιτούντος κατά των αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου απορρίφθηκαν με τις 866 και 867/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 26.3.2009. Εν τω μεταξύ, μετά τη δημοσίευση των πρωτοβάθμιων ποινικών αποφάσεων, ο δικηγόρος Πειραιώς Γ. Αθανασόπουλος, ο οποίος είχε ορισθεί ως εισηγητής για τη διερεύνηση της υποθέσεως, συνέταξε το από 24.6.2008 κατηγορητήριο, σύμφωνα με το οποίο συνέτρεχε περίπτωση παραβιάσεως εκ μέρους του αιτούντος των επιβαλλόμενων από τις διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων υποχρεώσεων περί αξιοπρεπούς συμπεριφοράς σύμφωνα με τις παραδόσεις του σώματος των δικηγόρων. Εν συνεχεία, με το από 26.6.2008 έγγραφο του ίδιου δικηγόρου, ο αιτών εκλήθη, αφού λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας, να υποβάλει έγγραφη απολογία, την οποία υπέβαλε στις 7.7.2008. Ακολούθως, και μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς εξέδωσε αρχικώς την 42/10.11.2008 απόφαση, με την οποία ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον αιτούντα, ο οποίος εκρατείτο στις φυλακές Χαλκίδας, να παραστεί αυτοπροσώπως στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, εν συνεχεία δε την 5/10.2.2009 απόφαση, με την οποία, μετά από συνεκτίμηση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, του απολογητικού υπομνήματος και της προφορικής ενώπιόν του απολογίας του αιτούντος, με την οποία αυτός αποδέχθηκε τις ως άνω ενέργειες που του απεδίδοντο, έκρινε ότι η συμπεριφορά του αιτούντος (τέλεση δύο ληστειών σε διάστημα έξι μηνών περίπου) στοιχειοθετούσε το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς για δικηγόρο συμπεριφοράς και επέβαλε εις βάρος του την ποινή της οριστικής παύσεως από το δικηγορικό λειτούργημα. Έφεση του αιτούντος κατά της ανωτέρω αποφάσεως απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, αφού έγιναν δεκτά τα πραγματικά περιστατικά, όπως κατεγράφοντο στο κατηγορητήριο και στις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, και ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη απαξία και ο ποινικός, και δη κακουργηματικός, χαρακτήρας των αδικημάτων στα οποία είχε υποπέσει ο αιτών, κρίθηκε ότι, παρά τον πρότερο έντιμο βίο και τη μεταγενέστερη ειλικρινή μεταμέλειά του, αυτός είχε υποπέσει στο αποδοθέν σ’ αυτόν πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς, κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων του Κώδικα περί Δικηγόρων και ότι, συνεπώς, ορθώς επιβλήθηκε σε βάρος του η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως. Με την ίδια απόφαση απερρίφθησαν ως αλυσιτελείς οι αιτιάσεις (λόγοι εφέσεως) του αιτούντος σχετικά με πλημμέλειες της αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς και της τηρηθείσης πρωτοβαθμίως διαδικασίας, με το σκεπτικό ότι το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων εξετάζει εξ υπαρχής και κατ’ ουσίαν την πειθαρχική κατηγορία.
6. Επειδή, το άρθρο 69 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Κώδικα περί Δικηγόρων όριζε ότι: «Εάν η δικαστική αρχή επελήφθη ποινικής κατά του Δικηγόρου διώξεως, το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δεν κωλύεται να εξετάση την αυτήν πράξιν έχον το εκ του άρθρου 65 παρ. 1 δικαίωμα να αναστείλη κατά την κρίσιν του την πειθαρχικήν δίωξιν μέχρι πέρατος της ποινικής. Η αθωωτική ή καταδικαστική απόφασις του Δικαστηρίου, ως και το απαλλακτικόν βούλευμα, δεν κωλύει το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εις την ενέργειαν του, δικαιούμενον να λάβη υπ’ όψιν του την σχετικήν ποινικήν δικογραφίαν, ην οφείλει ο αρμόδιος Εισαγγελεύς ν’ αποστείλη προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον επί τη αιτήσει του αρμοδίου Εισηγητού». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ποινικής δίκης, η δε ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία· το πειθαρχικό όργανο όμως έχει ευχέρεια, και όχι υποχρέωση, να αναστείλει την πειθαρχική διαδικασία μέχρι και το πέρας της ποινικής δίκης, η απόφασή του δε αυτή είναι ελευθέρως ανακλητή (πρβλ. ΣτΕ 1264/2014, 1430/2005, 945/2004 κ.ά.). Εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε, με την από 5.6.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, με την οποία ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως πειθαρχική δίωξη εις βάρος του αιτούντος, αποφασίσθηκε να ανασταλεί η πειθαρχική διαδικασία μέχρι την τελεσιδικία της αντίστοιχης ποινικής δίκης, η οποία εκκρεμούσε εις βάρος του αιτούντος. Ωστόσο, μετά τη δημοσίευση των ως άνω αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν σε πρώτο βαθμό, ο δικηγόρος Πειραιώς Γ. Αθανασόπουλος, ο οποίος είχε ορισθεί ως εισηγητής για τη διερεύνηση της υποθέσεως, συνέταξε κατηγορητήριο εις βάρος τους αιτούντος. Η σύνταξη του κατηγορητηρίου δεν κατέστησε πλημμελή την πειθαρχική διαδικασία, καθότι η ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς περί αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας είχε προφανώς την έννοια αναστολής της κύριας πειθαρχικής διαδικασίας, ήτοι της εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, και όχι και της προδικασίας. Εν πάση περιπτώσει όμως, όπως εκτέθηκε, η τυχόν αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας είναι ελευθέρως ανακλητή και δεν κωλύει το πειθαρχικό όργανο να προχωρήσει, αν το κρίνει αναγκαίο ή σκόπιμο, στην έκδοση πράξεων πειθαρχικού ελέγχου. Κατόπιν τούτων, ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ο σχετικός λόγος εφέσεως του αιτούντος, τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα (πρβλ. ΣτΕ 945/2004).
7. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1087/2014, 1924/2013 7μ., 2037/2011 7μ. κ.ά.), από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 66, 68, 77 και 78 του Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου, με την οποία επιβάλλεται πειθαρχική ποινή σε δικηγόρο, υποβάλλεται, με την κατ’ αυτής άσκηση εφέσεως, στον έλεγχο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, το οποίο, κατά τις διατάξεις αυτές, έχει πλήρη δικαιοδοσία να προβεί σε νέα εξέταση όχι μόνο του νομικού, αλλά και του πραγματικού μέρους της υποθέσεως. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του νόμου, το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο προβαίνει σε επανεκτίμηση των αποδείξεων, δικαιούμενο να διατάξει νέα ανάκριση και να καλέσει τον τιμωρηθέντα δικηγόρο σε ακρόαση, έχει δε εξουσία να μεταρρυθμίσει ή και να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση. Εκ τούτου παρέπεται ότι οιαδήποτε πλημμέλεια της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου καλύπτεται με την έκδοση της αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Κατ΄ ακολουθίαν τούτου, ο λόγος περί μη νομίμου συνθέσεως (και όχι «συγκροτήσεως», όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο δικόγραφο) του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου εκ του ότι προήδρευσε αυτού ο δικηγόρος Κ. Πεταλάς, χωρίς να μνημονεύεται στην απόφαση ποίο ήταν το κώλυμα του Προέδρου του Δ.Σ. Πειραιώς ο οποίος κατά νόμο θα έπρεπε να προεδρεύσει, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού η ανωτέρω τυχόν πλημμέλεια της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς έχει καλυφθεί μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου (ΣτΕ 1924/2013 7μ.).
8. Επειδή, το άρθρο 73 του ως άνω Κώδικα περί Δικηγόρων όριζε ότι: «1. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται πριν ή απολογηθή ή κληθή εμπροθέσμως προς απολογίαν ο διωκόμενος Δικηγόρος. 2. Ο Εισηγητής υποχρεούται να συντάσση κατηγορητήριον και να καλή τον διωκόμενον Δικηγόρον δια κλήσεως επιδιδομένης προς αυτόν δια δικαστικού κλητήρος ίνα λάβη γνώσιν του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και απολογηθή εγγράφως. Η προς απολογίαν προθεσμία δεν δύναται να είναι βραχυτέρα των πέντε ημερών από της επιδόσεως της κλήσεως. 3. Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την πάροδον της τεταγμένης προθεσμίας εφ’ όσον επερατώθη η ανάκρισις, ο Εισηγητής ανακοινοί τούτο εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, όστις ορίζει ημέραν και ώραν συνεδριάσεως αυτού. Ο διωκόμενος καλείται δια πράξεως του Προέδρου κοινοποιουμένης αυτώ πέντε τουλάχιστον ημέρας προ της εκδικάσεως, δικαιούται δε να παραστή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου. 4. Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον κατά την προσδιορισθείσαν ημέραν δύναται να εξετάζη μάρτυρας κατά την κρίσιν του, μετά δε την απολογίαν του διωκομένου ή εν περιπτώσει μη εμφανίσεώς του, μετά την διαπίστωσιν της νομίμου κλητεύσεως αυτού, εκδίδει παραχρήμα την απόφασίν του…». Περαιτέρω, στο μεν άρθρο 77 του ίδιου Κώδικα οριζόταν ότι: «1. Ο τιμωρηθείς Δικηγόρος δικαιούται εντός 10 ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου. 2. …», στο δε άρθρο 78 ότι: 1. Το Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον, δικάζον κατά δεύτερον βαθμόν δικαιούται να διατάξη νέαν ανάκρισιν, ενεργουμένην κατά τα εν άρθρ. 67 επόμ., να καλή τον τιμωρηθέντα Δικηγόρον, αν ζητηθή παρά τούτου, πάντοτε δε αν δεν έχη απολογηθή πρωτοβαθμίως, να μεταρρυθμίζη ή και να εξαφανίζη την εκκαλουμένην απόφασιν. 2. … 3. …». Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το από 26.6.2008 έγγραφο του δικηγόρου Γ. Αθανασόπουλου, ο αιτών εκλήθη, δυνάμει του άρθρου 73 του Κώδικα των Δικηγόρων, αφού λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας, να υποβάλει έγγραφη απολογία εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση του εγγράφου. Η κλήση αυτή επιδόθηκε στον αιτούντα στις 27.6.2008 (βλ. το αποδεικτικό κοινοποιήσεως του δικαστικού επιμελητή Ι. Κορωναίου), ο δε αιτών υπέβαλε «απολογητικό υπόμνημα» στις 7.7.2008. Με το υπόμνημα αυτό ο αιτών αποδέχθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες. Περαιτέρω, με το από 23.1.2009 έγγραφο του προέδρου του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Κ. Πεταλά, ο αιτών εκλήθη, δυνάμει του ίδιου άρθρου 73 του Κώδικα των Δικηγόρων, να προσέλθει την 10.2.2009 στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για την εκδίκαση της κατ’ αυτού ασκηθείσης πειθαρχικής δίωξης. Η κλήση επιδόθηκε στον αιτούντα στις 27.1.2009 (βλ. το αποδεικτικό κοινοποιήσεως του δικαστικού επιμελητή Ι. Κορωναίου), ο δε αιτών, όπως προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αλλά και από τα σχετικά πρακτικά, προσήλθε, και αφού υπέβαλε αίτημα αναβολής, το οποίο απερρίφθη, έλαβε το λόγο και ανέπτυξε τις απόψεις του για τα ελαφρυντικά που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να του αναγνωρισθούν. Εξάλλου, με το από 11.6.2009 έγγραφο του Προέδρου του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, ο αιτών εκλήθη να εμφανισθεί στις 24.6.2009 στη συνεδρίαση του Συμβουλίου αυτού κατά την εκδίκαση της εφέσεως που είχε ασκήσει κατά της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής αποφάσεως. Η κλήση αυτή επιδόθηκε στον αιτούντα στις 16.6.2009 (βλ. το αποδεικτικό κοινοποιήσεως του δικαστικού επιμελητή Ι. Κορωναίου), ο δε αιτών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων αλλά και από τα σχετικά πρακτικά, προσήλθε και, αφού επανέλαβε τους λόγους της εφέσεώς του, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του ελαφρυντικές περιστάσεις. Με τα δεδομένα αυτά, οι σχετικοί ισχυρισμοί του αιτούντος περί μη κλήσεώς του προς απολογία ή περί μη απολογίας του, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Το γεγονός δε ότι ο αιτών παρέστη χωρίς δικηγόρο στη συνεδρίαση του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου δεν ασκεί επιρροή, καθότι δεν προκύπτει ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα και αυτό απερρίφθη.
9. Επειδή, η κατά την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 73 του Κώδικα περί Δικηγόρων νομότυπη και έγκαιρη ανακοίνωση στον διωκόμενο δικηγόρο της ημέρας και ώρας εκδικάσεως της πειθαρχικής του υποθέσεως από το πειθαρχικό συμβούλιο, προκειμένου να παραστεί ενώπιον αυτού, αποτελεί ουσιώδη τύπο της πειθαρχικής διαδικασίας, η παράλειψη ή η μη νομότυπη τήρηση του οποίου επάγονται την ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας που επακολουθεί. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της προμνησθείσας διατάξεως συνάγεται ότι, εφ’ όσον τηρηθεί ο εν λόγω ουσιώδης τύπος, η μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της πειθαρχικής διαδικασίας. Κατόπιν αυτών, η τυχόν υποβολή, εκ μέρους του διωκομένου, αιτήματος περί αναβολής εκδικάσεως της πειθαρχικής υποθέσεώς του δεν υποχρεώνει το πειθαρχικό συμβούλιο σε αναβολή, οσεσδήποτε φορές και αν το ζητήσει ο διωκόμενος, αλλά η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού απόκειται, κατ’ αρχήν, στην διακριτική ευχέρεια του πειθαρχικού συμβουλίου· και τούτο διότι, άλλως, θα μπορούσε ο φερόμενος ως διαπράξας πειθαρχικό παράπτωμα δικηγόρος να ματαιώσει, με την συνεχή υποβολή αιτημάτων αναβολής, τον πειθαρχικό του έλεγχο (ΣτΕ 624/2010). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το από 24.10.2008 έγγραφο του προέδρου του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Κ. Πεταλά, ο αιτών εκλήθη, δυνάμει του άρθρου 73 του Κώδικα των Δικηγόρων, να προσέλθει στις 10.11.2008 στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για την εκδίκαση της κατ’ αυτού ασκηθείσης πειθαρχικής διώξεως. Η κλήση αυτή επιδόθηκε στον αιτούντα στις 27.10.2008 (βλ. το αποδεικτικό κοινοποιήσεως του δικαστικού επιμελητή Ν. Αντωνίου). Κατά την ημέρα της δικασίμου εμφανίσθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ως εκπρόσωπος του αιτούντος, η δικηγόρος Πειραιώς Μ. Δηλανά, η οποία ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, καθότι δεν κατέστη εφικτή η προσαγωγή του αιτούντος, ο οποίος επιθυμούσε να εμφανισθεί στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως, από τις Φυλακές Χαλκίδας όπου ήταν έγκλειστος. Εν όψει του αιτήματος αυτού, το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, με την 42/10.11.2008 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως. Ακολούθως, με το από 23.1.2009 έγγραφο του προέδρου του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο αιτών εκλήθη να προσέλθει την 10.2.2009 στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για την εκδίκαση της υποθέσεώς του. Η κλήση αυτή επιδόθηκε στον αιτούντα στις 27.1.2009 (βλ. το αποδεικτικό κοινοποίησης του δικαστικού επιμελητή Ι. Κορωναίου), ο δε αιτών προσήλθε μεν, υπέβαλε όμως εκ νέου αίτημα αναβολής λόγω του ότι ήθελε περισσότερο χρόνο προκειμένου να προετοιμασθεί, καθώς και του ότι, αφενός στις 20.2.2009 συζητούνταν στον Άρειο Πάγο οι αιτήσεις αναιρέσεως που είχε ασκήσει κατά των καταδικαστικών αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου, αφετέρου στις 4.5.2009 επρόκειτο να υποβάλει αίτηση για την υφ’ όρον απόλυσή του. Στη συνέχεια, ο αιτών εξήλθε της αιθούσης προκειμένου το Πειθαρχικό Συμβούλιο να εξετάσει το αίτημά του περί αναβολής, το οποίο τελικώς απέρριψε, αφενός διότι οι πράξεις του αιτούντος ήταν ομολογημένες, αφετέρου διότι επρόκειτο να παραγραφούν τα αδικήματά του στις 19.9.2009, ένα έτος δηλαδή μετά την τελεσιδικία της ποινικής αποφάσεως. Κατόπιν τούτου, ο αιτών επανήλθε στο Συμβούλιο και ανέπτυξε τις απόψεις του για τα ελαφρυντικά που θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να του αναγνωρισθούν. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, το Πειθαρχικό Συμβούλιο έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί ή να απορρίψει αίτημα αναβολής του εγκαλούμενου δικηγόρου, οι σχετικοί περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτούντος είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέοι, εφόσον δεν προκύπτει εν προκειμένω υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Πειθαρχικού Συμβουλίου να κάνει δεκτό, και μάλιστα για δεύτερη φορά, το αίτημα αναβολής (πρβλ. ΣτΕ 624/2010)· είναι δε, για τον λόγο αυτόν, αλυσιτελής με για αιτούντα η εξέταση των ειδικότερων αιτιολογιών που επικαλέστηκε το Συμβούλιο προκειμένου να απορρίψει το αίτημα αναβολής.
10. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1705/1987 (Α΄ 89), ορίζει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Η διάταξη αυτή η οποία εκφράζει την αρχή non bis in idem (ουχί δις εν τω αυτώ) (ΣτΕ 1741/2015 Ολομ., 2543/2015), δεν αναφέρεται, όπως έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποκλειστικώς και μόνον σε πράξεις που εντάσσονται στα απαριθμούμενα από την ποινική νομοθεσία του εθνικού κράτους αδικήματα και τιμωρούμενα ως τοιαύτα από αυτήν, αλλά, υπό προϋποθέσεις, και σε πράξεις που ο εθνικός νομοθέτης χαρακτηρίζει πειθαρχικά παραπτώματα ή διοικητικές κυρώσεις, προβλέποντας την επιβολή τύποις πειθαρχικών κυρώσεων ή διοικητικών μέτρων (ΣτΕ 1900/2014 Ολ., 1405/2007 7μ.). Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία του ανωτέρω Δικαστηρίου, μια συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά χαρακτήρα «ποινικής φύσεως», ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον συγκεντρώνει τρία κριτήρια, που δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά. Τα κριτήρια αυτά άπτονται του χαρακτηρισμού του αδικήματος από την εθνική έννομη τάξη, δηλ. του εάν το αδίκημα διέπεται από διατάξεις του ποινικού δικαίου, της φύσεως του αδικήματος και της βαρύτητας της μέγιστης προβλεπόμενης από τις οικείες διατάξεις κυρώσεως, η οποία θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να οδηγεί σε στέρηση ή περιορισμό της προσωπικής ελεύθερίας (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ κυρίως της 8.6.1976 Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας, της 10.2.2009 Zolotoukhine κατά Ρωσίας, μείζονος συνθέσεως, βλ. επίσης ΠΕ 65/2010 5μ., βλ. και ΣτΕ 1900/2014 Ολομ.). Εν όψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι α) με τον πειθαρχικό έλεγχο των δικηγόρων σκοπείται η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα, αφενός μεν η διαφύλαξη του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος, το οποίο, λόγω του στενού συνδέσμου του προς την απονομή της δικαιοσύνης και τη σημασία του, ως εκ τούτου, για το κοινωνικό σύνολο, υπόκειται σε ιδιαίτερες δεσμεύσεις και κανονιστικές ρυθμίσεις, αφετέρου δε η καλή λειτουργία της Δικαιοσύνης, με την άσκηση της δικηγορίας από πρόσωπα που διαθέτουν τα κατάλληλα ηθικά προσόντα (βλ. ΣτΕ 2932, 2496/2015, πρβλ. και ΣτΕ 1900/2014 Ολ., 4662/2012 Ολ., 3376/2013 7μ., 3262/2012, 519/2010, 1680/2007, 1536/2007 7μ., 1405/2007 7μ.) και β) πάντως, η ποινή της οριστικής παύσης δεν συνιστά στέρηση ή περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας που ισοδυναμεί με στερητική της ελευθερίας ποινή του ποινικού δικαίου, η εν λόγω ποινή όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό της στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα της διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Συνεπώς, εφόσον η κύρωση της οριστικής παύσης δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής non bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατ’ ακολουθίαν τούτου, ούτε η έναρξη ούτε η εξέλιξη της διαδικασίας επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης κωλύεται σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη, ο δε περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
11. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Α.Π.Σ. Δικηγόρων, αφού ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη απαξία και ο ποινικός, και ιδίως ο κακουργηματικός χαρακτήρας των αδικημάτων, στα οποία υπέπεσε ο αιτών, κρίθηκε ότι, παρά τον πρότερο έντιμο βίο και τη μεταγενέστερη ειλικρινή μεταμέλειά του, αυτός είχε υποπέσει στο αποδοθέν σ’ αυτόν πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς, κατά παράβαση των άρθρων 45 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, και ότι, συνεπώς, ορθώς επιβλήθηκε εις βάρος του με την πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση, η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ως άνω απόφαση είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 1924/2013). Το γεγονός δε ότι το πειθαρχικό όργανο δεν αναγνώρισε στον αιτούντα ελαφρυντικές περιστάσεις ή ότι δεν επέδειξε σ’ αυτόν διάθεση επιεικείας με την επιβολή ηπιότερης ποινής, δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου με την ένδικη αίτηση προβαλλόμενα, στερούμενα βασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν.
12. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 16 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45) ορίζεται μεν ότι στην ατομική διοικητική πράξη πρέπει να μνημονεύονται μεταξύ άλλων, η τυχόν δυνατότητα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής, το αρμόδιο για την εξέτασή της όργανο, η προθεσμία, καθώς και οι συνέπειες παραλείψεως της ασκήσεώς της, προβλέπεται όμως, περαιτέρω, ότι πάντως, η παράλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών δεν επάγεται ακυρότητα της πράξεως. Κατά συνέπεια, η αιτίαση ότι η πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, αφού στο σώμα της δεν μνημονεύθηκε η δυνατότητα του αιτούντος να ασκήσει κατ’ αυτής έφεση εντός 10 ημερών, προβάλλεται αβασίμως. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, εν πάση περιπτώσει, ο αιτών άσκησε εμπροθέσμως έφεση κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, και επομένως, η ως άνω πλημμέλεια καλύφθηκε.
13. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου και του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα ευρώ (460) ευρώ για τον καθένα.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2015
Ο Προεδρεύων ΣύμβουλοςΗ Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος
Δ. ΣκαλτσούνηςΔ. Τετράδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 2016.
Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΟ Γραμματέας
Αικ. ΣακελλαροπούλουΝικ. Βασιλόπουλος
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, …………………………………………………..
