Αριθμός 2089/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος και σε αναπλήρωση του Αναπληρωτή Προέδρου, που είχε κώλυμα, Σ. Χρυσικοπούλου, Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 27 Νοεμβρίου 2006 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του Ιωάννη Παυλόπουλου, νοσηλευόμενου στο Ψ.Ν. Δαφνίου, ο οποίος απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του: 1) Ελένη χήρα Ιω. Παυλοπούλου, 2) Γεώργιος Ιω. Παυλόπουλος και 3) Νικόλαος Ιω. Παυλόπουλος, οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Παναγ. Κοντογεώργη (Α.Μ. 2590), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 2747/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Σ. Χρυσικοπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τον πληρεξούσιο των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά το νόμο καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 2747/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 7519/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή δεύτερη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σ’ αυτόν, πέραν του με προηγούμενη απόφαση του αυτού δικαστηρίου επιδικασθέντος ποσού, το ποσό των 50.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του σε σύγκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε με υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.).
2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν, ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 13.2.2009, μετά, δηλαδή, την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (βλ. την 67/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Αχαρνών Αττικής), και άφησε ως πλησιέστερους συγγενείς και κληρονόμους του τη σύζυγό του Ελένη Παυλοπούλου, το γένος Νεοκλή Χατζηκωνσταντίνου, και τα τέκνα του Γεώργιο Ιω. Παυλόπουλο και Νικόλαο Ιω. Παυλόπουλο (βλ. το 17732/23.2.2009 πιστοποιητικό του Δημάρχου Αχαρνών και το 32995/1.6.2010 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών). Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως οι ανωτέρω παρίστανται ως αναιρεσίβλητοι με την από 26.4.2010 σχετική έγγραφη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους (άρθρο 31 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8).
3. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι : «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις». Περαιτέρω, στο άρθρο 197 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι : «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. … 2. Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις οι οποίες, είτε ύστερα από προβολή τους είτε αυτεπαγγέλτως, εξετάστηκαν ή έπρεπε να εξεταστούν από το δικαστήριο, … 3. … ». Εξάλλου, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.): «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» και κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. … ».
Από το συνδυασμό της τελευταίας διάταξης με τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 197 του Κ.Δ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης πάλι λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον όμως πρόκειται για απρόβλεπτη επιδείνωση σε μεταγενέστερο χρόνο των συνεπειών της αδικοπραξίας,οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή, όταν το δικαστήριο, με βάση την αδικοπραξία, τις συνέπειες από αυτήν και όσες μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν, προσδιόρισε σε ορισμένο ποσό με την πρώτη απόφασή του τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος. Συνεπώς, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος δυσμενείς συνέπειες, οι οποίες αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασής του και οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (πρβ. Α.Π. 859/2001, 648/2002, 2036/2006, 938/2010). Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, κρίση που προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως αφορώσα την εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (πρβ. Α.Π. 859/2001, 648/2002, 2036/2006, 938/2010).
4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχτηκε τα εξής : Στις 26.11.1996 και περί ώρα 23.40 ο αναιρεσίβλητος Ιω. Παυλόπουλος, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ΥΥΑ 7978 ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, εκινείτο επί της οδού Εθν. Αντιστάσεως από Άνω Λιόσια προς Αχαρνές. Στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό Φυτά, το με αριθ. κυκλοφορίας ΕΑ 16223 υπηρεσιακό αυτοκίνητο (περιπολικό) της ΕΛ.ΑΣ., οδηγούμενο από τον αστυφύλακα Παν. Καϊά και κινούμενο επί της οδού Φυτά, επέπεσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου, εξαιτίας του οποίου αυτός υπέστη «μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο» (σχετική η από 7.9.1998 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής). Κατόπιν αυτού, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 21.11.1997 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο όφειλε να του καταβάλει αποζημίωση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον πιο πάνω τραυματισμό του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 212/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι υπαίτιοι για την πιο πάνω σύγκρουση ήταν ο μεν αναιρεσίβλητος σε ποσοστό 30%, ο δε οδηγός του περιπολικού της ΕΛ.ΑΣ. σε ποσοστό 70% και αναγνωρίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 1.002.100 δραχμών ως αποζημίωση και το ποσό των 8.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη. Μετέπειτα, ο αναιρεσίβλητος και η σύζυγός του Ελένη Παυλοπούλου άσκησαν ενώπιον του αυτού ως άνω διοικητικού πρωτοδικείου την από 10.3.2003 δεύτερη αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει επιπλέον σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 300.000 ευρώ για την περαιτέρω αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία εξακολουθούσε να υφίσταται ο αναιρεσίβλητος από το ίδιο τροχαίο ατύχημα, καθόσον, σύμφωνα με το 37049/4.11.2004 πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, αυτός εξακολουθούσε να νοσηλεύεται στο νοσοκομείο αυτό από 27.1.1997, πάσχοντας από το ίδιο μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο και παρουσιάζοντας σοβαρές διαταραχές των νοητικών του λειτουργιών, με την κατάστασή του να χαρακτηρίζεται ως μη αναστρέψιμη. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο μάρτυρας των εναγόντων Συμεών Δρακούλης κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες είχαν καλή συζυγική σχέση και ότι πλέον οι ιατροί δεν έδιναν ελπίδες ανάρρωσης στον πρώτο ενάγοντα, τον οποίο η δεύτερη είχε ως στήριγμά της και επισκεπτόταν καθημερινά στο νοσοκομείο. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την 7519/2005 απόφασή του δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αυτή, μόνο όμως ως προς τον πρώτο ενάγοντα (αναιρεσίβλητο), κρίνοντας ότι η δεύτερη ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού τέτοιο δικαίωμα έχουν μόνο τα πρόσωπα που υπέστησαν άμεσα ηθική βλάβη, όχι δε και τρίτα πρόσωπα που υπέστησαν έμμεσα ηθική βλάβη, και προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του πρώτου ενάγοντος στο ποσό των 50.000 ευρώ.
5. Επειδή, ύστερα από έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε καταρχάς ως αβάσιμο το λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος) δεν είχε την ικανότητα δικαστικής παράστασης ένεκα πνευματικής νόσου τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής όσο και ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά τη συζήτηση της έφεσης, με την αναφερόμενη στην απόφασή του αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση. Στη συνέχεια, το διοικητικό εφετείο, εξετάζοντας το λόγο έφεσης, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 197 του Κ.Δ.Δ. και χωρίς επαρκή αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα με το από 14.12.2004 υπόμνημα του αναιρεσείοντος ένσταση περί απαραδέκτου της αγωγής ως προς το αίτημα του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου που απέρρεε από την προηγούμενη (212/2001) απόφασή του, έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνεται στην ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, α) ότι με την προαναφερόμενη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση προηγούμενης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, είχε επιδικαστεί σ’ αυτόν το ποσό των 8.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, β) ότι για την επιδίκαση του ποσού αυτού το δικαστήριο εκείνο είχε λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα από 7.9.1998 ιατρική βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος έπασχε από μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο, βεβαίωση η οποία αναφερόταν σε χρόνο πριν από τη συζήτηση της αγωγής εκείνης, και γ) ότι μεταγενεστέρως διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την από 4.11.2004 βεβαίωση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, ότι ο αναιρεσίβλητος από 27.1.1997 και τουλάχιστον έως την έκδοση της βεβαίωσης αυτής εξακολουθούσε να νοσηλεύεται, πάσχοντας από μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο με σοβαρές διαταραχές των νοητικών του λειτουργιών και η κατάστασή του θεωρήθηκε μη αναστρέψιμη. Με βάση τα παραπάνω το διοικητικό εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι «η μη αναστρέψιμη αυτή κατάσταση της υγείας του (εφεσιβλήτου), που δεν ήταν γνωστή σ’ αυτόν πριν από την άσκηση ή συζήτηση της προγενέστερης αγωγής, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από το δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης, οριστικής και τελεσίδικης» και ότι «δικαιούται … ο εφεσίβλητος πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη περαιτέρω από την απρόβλεπτη ως άνω συνέπεια του τραυματισμού του», απορρίπτοντας τον πιο πάνω λόγο έφεσης ως αβάσιμο. Τελικά, το διοικητικό εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τη συνυπαιτιότητα του οργάνου του Δημοσίου σε ποσοστό 70% και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, έκρινε εύλογο το ποσό των 50.000 ευρώ, στο οποίο είχε καθοριστεί από το διοικητικό πρωτοδικείο η πρόσθετη χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, επικυρώνοντας και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση. Ήδη, το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο με την πιο πάνω κρίση του εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 197 του Κ.Δ.Δ. και πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του αυτή. Και τούτο διότι, όπως προβάλλει το Δημόσιο επαναλαμβάνοντας τον πιο πάνω λόγο της έφεσής του και τη σχετική ένστασή του κατά της αγωγής, από το σκεπτικό της προηγούμενης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (212/2001) προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο είχε λάβει υπόψη όλες τις δυσμενείς συνέπειες του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου, καθώς και το μόνιμο χαρακτήρα της πάθησης για την οποία νοσηλευόταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών, ενώ, εξάλλου, με την προγενέστερη από 21.11.1997 αγωγή του ο τότε ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε ομολογήσει και είχε δεχτεί τις μόνιμες και μη αναστρέψιμες παθήσεις του, τις οποίες είχε συνεκτιμήσει και ο ίδιος κατά τον υπολογισμό του αιτηθέντος ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, περαιτέρω δε με τη μεταγενέστερη από 10.3.2003 αγωγή του δεν επικαλέστηκε κάποιο νεότερο, αιφνίδιο και απρόβλεπτο περιστατικό που να δικαιολογεί την πρόκληση σ’ αυτόν νέας σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας, προκειμένου να δικαιούται αυτός να ζητεί και άλλο ποσό για την ίδια πιο πάνω αιτία, πέραν εκείνου των 8.000.000 δραχμών. Κατόπιν αυτών, προβάλλει το αναιρεσείον Δημόσιο, το διοικητικό εφετείο δεσμευόταν από το δεδικασμένο που απέρρεε από την προηγούμενη 212/2001 απόφασή του, αφού κατά την έκδοση της απόφασης αυτής είχε λάβει υπόψη του την ψυχιατρική πάθηση του αναιρεσιβλήτου με όλες τις ενδεχόμενες εξ αυτής μελλοντικές συνέπειες, όπως την επ’ αόριστον νοσηλεία του. Προβάλλει επίσης το Δημόσιο με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι τα αναφερόμενα στη νεότερη 42690/14.12.2004 βεβαίωση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών, που προσκομίστηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής (ότι ο αναιρεσίβλητος εξακολουθεί να νοσηλεύεται στο πιο πάνω νοσοκομείο πάσχων από «μετατραυματικό οργανικό ψυχοσύνδρομο, έκπτωση των διανοητικών λειτουργιών, χρ. αλκοολισμό, ως έχει η κατάστασή του σήμερα παρουσιάζει πνευματική αναπηρία»), δεν αποτελούν νέο περιστατικό (επιδείνωση της υγείας του) που δεν μπορούσε να προβλεφθεί από το δικαστήριο το οποίο επιδίκασε για πρώτη φορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν γίνεται επίκληση της 42690/14.12.2004 βεβαίωσης του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το μέρος όμως που με το λόγο αυτόν προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι είναι πλημμελώς αιτιολογημένη όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αν η αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης (212/2001) εφετειακής απόφασης, ο λόγος αυτός προβάλλεται βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που έχει παρατεθεί στην προηγούμενη σκέψη, το διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πέραν του ποσού των 8.000.000 δραχμών που του είχε επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με την 212/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, χωρίς να αναφέρει, συγκεκριμένα, ποια είναι τα στοιχεία τα οποία είχε λάβει υπόψη το δικαστήριο που έκρινε επί της πρώτης αγωγής για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των 8.000.000 δραχμών, ούτε να διευκρινίζει με σαφήνεια γιατί τα στοιχεία εκείνα δεν καλύπτουν και τη μεταγενέστερη κατάσταση του αναιρεσιβλήτου και ιδίως το μόνιμο χαρακτήρα της πάθησής του και την εφόρου ζωής νοσηλεία του ως εξέλιξη της υγείας του. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο, ως προς την από 4.11.2004 ιατρική βεβαίωση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών που έλαβε υπόψη για να εκφέρει την πιο πάνω κρίση του, δεν εξηγεί γιατί η περιγραφόμενη στη βεβαίωση αυτή κατάσταση της υγείας του αναιρεσιβλήτου συνιστά απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του που δεν μπορούσε από την αρχή να προβλεφθεί ότι θα επέλθει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και η οποία δικαιολογεί πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Συνεπώς, όσον αφορά το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, το διοικητικό εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που παρατίθενται στην 3η σκέψη. Για το λόγο, συνεπώς, αυτόν πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω πληττόμενο μέρος της, η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει την 2747/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, σύμφωνα με το αιτιολογικό, και
Επιβάλλει συμμέτρως στους Ελένη χήρα Ιωάννη Παυλόπουλου, το γένος Νεοκλή Χατζηκωνσταντίνου, Γεώργιο Ιω. Παυλόπουλο και Νικόλαο Ιω. Παυλόπουλο τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2010
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Γ. Παπαμεντζελόπουλος Μ. Βλασερού
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2012.
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη
./.
