Αριθμός 21/2006
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Σωτήριος Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ελένη Δανδουλάκη, Ευθύμιος Αντωνόπουλος, Σύμβουλοι, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μαρία Ιωαννίδου.
Για να δικάσει την από 31 Μαρτίου 2000 αίτηση:
του Μιχαήλ Ιωάννου Μουταφίδη, κατοίκου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης (Άλσους 35, Γαλήνη), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Δημ. Μπελούρη (Α.Μ. 922 Δ.Σ. Θεσ/κης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), το οποίο παρέστη με τον Κ. Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 1171/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Ιδρύματος, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη (υπ΄ αριθμ. 4083630-1/2000 διπλότυπα της Δ.Ο.Υ. Ενσήμων και Δικαστικών Εισπράξεων Θεσσαλονίκης) και το παράβολο (υπ΄ αριθμ. 2053283, 415465/2000 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1171/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθμ. 2549/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθμ. 265/συν34/22-5-1997 αποφάσεως της Τ.Δ.Ε. του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης. Με την προαναφερόμενη απόφαση της Τ.Δ.Ε. είχε απορριφθεί ένσταση του αναιρεσείοντος κατά των υπ΄ αριθμ. 2619 και 2620/1997 πράξεων επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.) καθώς και κατά της υπ΄ αριθμ. 1858/1997 πράξεως επιβολής πρόσθετης επιβαρύνσεως εισφορών (Π.Ε.Π.Ε.Ε.). Με τις δύο πρώτες πράξεις (Π.Ε.Ε.) επεβλήθησαν εισφορές δρχ. 1.626.400 και 6.822.700 αντιστοίχως για την ασφαλιστική τακτοποίηση μισθωτών που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση (κέντρο διασκεδάσεως) του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 10-6-1996 έως 30-9-1996, και με την τρίτη (Π.Ε.Π.Ε.Ε.) πρόσθετη επιβάρυνση δρχ. 3.411.350 λόγω μη καταχωρίσεως ωρισμένων από αυτούς στις καταστάσεις προσωπικού.
3. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 3 του Π.Δ. 18/1989 (Α 8), όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α 112) ορίζοντο τα εξής: «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από 500.000 δραχμές. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατ΄ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από το παραπάνω ποσό, όταν με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται από το διάδικο ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι΄ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό της εισφοράς, φόρου κ.λπ. χωρίς προσαυξήσεις και προσθέτους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγουμένων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου, σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από την διάδικο διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή από τον προϊστάμενό τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως». Περαιτέρω, στο άρθρο 52 παρ. 1 και 2 του ως άνω ν. 2721/1999 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οι διατάξεις των άρθρων 29 έως και 31 και 33 έως και 37 του Δ Κεφαλαίου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις και ισχύουν από 16.9.1999. 2. Στις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις αναιρέσεως, με αντικείμενο της διαφοράς κατώτερο από 500.000 δραχμές, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α). Ο αναιρεσείων μπορεί, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τις 16.9.1999, να προβάλει με υπόμνημα ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει ευρύτερες για αυτόν οικονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται υποχρεωτικά για συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος και αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι περίπτωση να καταργηθεί η δίκη». Ακολούθως, με το ν. 2944/2001 (Ε.τ.Κ. Φ.Ε.Κ. Α 222) αυξήθηκε το ανωτέρω όριο των 500.000 δραχμών. Ειδικότερα, με το άρθρο 5 θεσπίστηκε ως πάγια ρύθμιση το απαράδεκτο της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς, που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι κατώτερο από 2.000.000 δραχμές. Εξ άλλου, με το άρθρο 10 του προαναφερθέντος ν. 2944/2001 ορίζεται ότι: «1. Οι διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5 και 8 του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις. 2. …3. Επί αιτήσεων αναιρέσεως με αντικείμενο της διαφοράς κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αλλά δεν έχουν συζητηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α). Ο αναιρεσείων μπορεί, μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, να προβάλει με υπόμνημα ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει γι΄ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται υποχρεωτικά για συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος και αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι περίπτωση να καταργηθεί η δίκη». Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, στις οποίες παραπέμπουν η παράγραφος 2 του άρθρου 52 του ν. 2721/1999, καθώς και η παράγραφος 3 του άρθρου 10 του ν. 2944/2001, που έχουν παρατεθεί ανωτέρω «1. … 6. Εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αιτήσεων αναίρεσης, οι οποίες έχουν ασκηθεί από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αφορούν διαφορές από φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, ασφαλιστικές εισφορές, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, καταργούνται αυτοδικαίως, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς είναι κατώτερο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές. Ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το αμφισβητούμενο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ποσόν χωρίς προσθέτους φόρους και προσαυξήσεις. 7. Για να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου, η διάδικος διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου υποβάλλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας σημείωμα για το ποσόν της διαφοράς, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου. 8. Για την κατάργηση της δίκης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του προέδρου του οικείου σχηματισμού του δικαστηρίου. 9. …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των Ν. 2298/95, 2721/99 και 2944/2001, όταν με την προσφυγή προσβάλλεται μία μεν απόφαση ασφαλιστικού οργάνου (Τ.Δ.Ε.), η οποία όμως έχει εκδοθεί κατόπιν ενστάσεως που εστρέφετο κατά δύο ή περισσοτέρων πράξεων επιβολής εισφορών, ως ποσό του αντικειμένου της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, από το ύψος του οποίου εξαρτάται η κατάργηση ή μη της δίκης, λαμβάνεται το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πράξη επιβολής εισφορών χωριστά (πρβλ. ΣΕ 3595/1999 επταμ. 1146/2000 επταμ. 2784/2000, 1462/2005 Ολομ.).
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το συνολικό ποσό της διαφοράς που έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ανώτερο των 2.000.000 δρχ. Όπως όμως προκύπτει από το υπ΄ αριθμ. 2855/6-2-2003 σημείωμα του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Νεαπόλεως προς το Δικαστήριο, το ποσό που αμφισβητείται στην παρούσα δίκη, ως προς την υπ΄ αριθμ. 2619/1997 Π.Ε.Ε. είναι κατώτερο των 2.000.000 δρχ. ήτοι: 1.629.400 δρχ. Συνεπώς, εν όψει των όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη και δεδομένου ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 3-4-2000 και ήταν εκκρεμής στις 8-10-2001, ο δε αναιρεσείων δεν υπέβαλε μέχρι τις 8-1-2002 υπόμνημα για συνέχιση της δίκης, η παρούσα δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς την υπ΄ αριθμ. 2619/1997 ΠΕΕ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 2944/2001.
5.Επειδή, ως προς τις λοιπές πράξεις η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
6. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρ. 26 παρ. 9 του ΑΝ 1846/51 (Α 179), όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρ. 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 4104/60 (Α 147) και το αρ. 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984 (Α 111), της παρ. 11 του ιδίου άρθρου και των άρθρων 23 έως 26 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. [ΑΥΕ 55575/Ι.479/1965-Β΄ 816], εάν μεν ο εργοδότης τηρεί προσηκόντως τα στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και εν γένει εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από αυτές για την ασφάλιση του προσωπικού που απασχολεί, τα ελεγκτικά όργανα του Ι.Κ.Α. φέρουν πλήρως το βάρος της αποδείξεως ότι τα ασφαλιστικά δεδομένα που προκύπτουν από τα τηρούμενα από τον εργοδότη στοιχεία είναι εικονικά. Αντιθέτως, εάν ο εργοδότης δεν τηρεί τις υποχρεώσεις αυτές, τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α., μπορούν, προκειμένου να αποδειχθούν ο αριθμός των προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση, το είδος και ο χρόνος της απασχολήσεως και το ύψος των αποδοχών, να προσδιορίσουν τις καταβλητέες εισφορές βάσει των κατά την κρίση τους στοιχείων που προκύπτουν από την ασφαλιστική σχέση [πρβλ. ΣτΕ 3188/1994, 2669/92, 1458/91 κ.α.]. Εξάλλου, στο άρθρο 26 παρ. 8α του αν.ν. 1846/1951 (179 Α), όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.δ. 4104/1960 (147 Α), οριζόταν στο ε εδάφιο, όπως το εδάφιο αυτό είχε αντικατασταθεί από την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του ν. 1469/1984 (111 Α) ότι: «Ο εργοδότης υποχρεούται να καταχωρεί στις καταστάσεις προσωπικού, που προβλέπονται από την επόμενη παράγραφο, τους μισθωτούς του με τα ακριβή στοιχεία απασχόλησης και αμοιβής μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις και το αργότερο ως τη λήξη της προθεσμίας καταβολής των αντίστοιχων εισφορών. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 825/1978 καθώς και των διατάξεων του επόμενου εδαφίου, σε περίπτωση μη καταχώρησης μισθωτών στις ανωτέρω καταστάσεις μέσα στην προθεσμία καταβολής των αντίστοιχων εισφορών ή καταχώρησης αυτών με ανακριβή στοιχεία απασχόλησης και αμοιβής, πλην των λοιπών συνεπειών, που προβλέπονται από το νόμο αυτόν ή άλλους νόμους, ο εργοδότης επιβαρύνεται με εφάπαξ ποσό εισφορών ίσο με το 50% των οφειλόμενων εισφορών…». Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. (Α.Υ.Ε. 55575/1965, Β΄ 816) αρ. 3 παρ. 11 του από 11.5/26.6.1954 Β. Διατάγματος (Α 134) και 43, 44, 49 παρ. 2 και 50 του π.δ. 341/1978 (Α΄ 71) προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία κρίσεως οποιουδήποτε ασφαλιστικού ζητήματος ενώπιον των οργάνων του Ι.Κ.Α, λαμβάνονται νομίμως υπ΄ όψη μόνο οι μαρτυρίες προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον των οργάνων αυτών, κατά δε τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όταν δικάζουν επί διαφορών του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), λαμβάνονται υπ΄ όψη τόσο οι ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες αποτελούν στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, όσο και οι μαρτυρίες που λαμβάνονται κατά τα άρθρα 49 και 50 του π.δ. 341/1978. Συνεπώς, μαρτυρίες υπό τη μορφή υπευθύνων δηλώσεων ή βεβαιώσεων του ν.δ. 105/1969 ή του ν. 1599/1986 δεν αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον των ασφαλιστικών οργάνων του Ι.Κ.Α. ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 1175/1992). Ωστόσο, τα όργανα του Ι.Κ.Α, αν υποβληθούν ενώπιόν τους τέτοιες υπεύθυνες δηλώσεις ή βεβαιώσεις, οφείλουν να καλέσουν για κατάθεση αυτούς που υπέγραψαν τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις αυτές, προκειμένου οι μαρτυρίες τους να αποτελέσουν νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Εξ άλλου, τα διοικητικά δικαστήρια, επιλαμβανόμενα προσφυγής, αν διαπιστώσουν ότι ο προσφεύγων είχε υποβάλει ενώπιον των οργάνων του Ι.Κ.Α. σχετικές δηλώσεις ή βεβαιώσεις και τα όργανα αυτά δεν είχαν ακολουθήσει την ως άνω διαδικασία, οφείλουν να ακυρώσουν την προσβαλλομένη απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής και να αναπέμψουν την υπόθεση σ΄ αυτήν, προκειμένου να καταθέσουν ενώπιόν της αυτοί που υπέγραψαν τις άνω δηλώσεις ή βεβαιώσεις, έτσι ώστε η μαρτυρία τους να αποτελέσει νόμιμο αποδεικτικό μέσο για την επίλυση της διαφοράς (ΣτΕ 1049/1993, 1175/1992, 116/1991, 2390/1991, 3218/1990, 1007/1989 κ.ά). Τέλος, κατ΄ άρθρο 172 του εν προκειμένω εφαρμοστέου ΚΦΔ (πδ 331/1985, Α 116), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και επί των σε δεύτερο βαθμό εκδικαζομένων διαφορών του αρ. 7 του ν. 702/77 (Α 268), δυνάμει της παρ. 2 του αρ. 8 του νόμου τούτου (όπως αυτό αντικαταστάθηκε δια της παρ. 2 του αρ. 20 του ν. 1868/1989, Α 230) ορίζεται ότι «Στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, μόνον όμως για πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται για πρώτη φορά, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Αυτεπαγγέλτως όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να συμπληρωθούν οι αποδείξεις, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 95. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αρ. 50 του πδ 341/1978 (Α 71) «Το δικαστήριον εις εξαιρετικάς περιπτώσεις δύναται αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει τινός των διαδίκων να διατάσση την εξέτασιν μαρτύρων, πλην των περιπτώσεων κατά τας οποίας αποκλείεται επί ωρισμένων θεμάτων ή σχέσεων ή δια μαρτύρων απόδειξις, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των άρθρων 152 έως 157 του Κωδ. Φορολογ. Δικονομίας», ενώ σύμφωνα με το αρ. 51 του ίδιου πδ «όταν η δια μαρτύρων απόδειξις αποκλείεται δεν επιτρέπεται και η δια δικαστικών τεκμηρίων». Τέλος, σύμφωνα με τα αρ. 152 και 153 του ΚΦΔ, «1. Το δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, την εξέταση μαρτύρων…2. Η απόφαση για την εξέταση μαρτύρων πρέπει…να αιτιολογεί ειδικά την ανάγκη για την εξέταση τους» (αρ. 152), «Ο διάδικος που προτείνει την εξέταση μαρτύρων οφείλει να προσδιορίζει και τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία αυτοί θα εξεταστούν, να αναφέρει επίσης τα ονοματεπώνυμά τους, την κατοικία και τη διεύθυνσή τους, και να βεβαιώνει ότι οι προτεινόμενοι δεν τελούν σε σχέση ή κατάσταση, εξαιτίας των οποίων μπορεί να εξαιρεθεί ο μάρτυρας ή να απαλλαγεί από τη μαρτυρία» (αρ. 153).
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων διατηρούσε κατά το έτος 1996 κέντρο διασκεδάσεως με μουσική στο Σταυρό Θεσσαλονίκης. Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 5/2/1997 από υπάλληλο του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σταυρού Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε ότι ο ανωτέρω αφενός μεν δεν είχε καταβάλει στο ΙΚΑ εισφορές για την ασφαλιστική τακτοποίηση του απασχοληθέντος στην επιχείρησή του προσωπικού κατά το από 10-6-1996 έως 30-9-1996 χρονικό διάστημα, αφετέρου δε δεν είχε καταχωρίσει στις μισθολογικές καταστάσεις ορισμένο από το προσωπικό αυτό ή το είχε καταχωρήσει με ανακριβή ως προς το χρόνο απασχολήσεως και τις αποδοχές του στοιχεία. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές επιβλήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, με τις υπ΄ αρ. 2619 και 2620/5-2-1997 πράξεις του παραπάνω Υποκαταστήματος, εισφορές από 1.629.400 και 6.822.700 δρχ. αντίστοιχα, ενώ με την υπ΄ αρ. 1858/5-2-1997 πράξη του ίδιου Υποκαταστήματος επιβλήθηκε σε βάρος του και πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών από 3.411.350 δρχ. Ειδικότερα, η πρώτη από τις πράξεις αυτές (υπ΄ αρ. 2619/5-2-1997) συντάχθηκε βάσει των μισθολογικών καταστάσεων που προσκόμισε στο ΙΚΑ ο αναιρεσείων και αφορά στην ασφαλιστική τακτοποίηση 31 συνολικά μισθωτών, από τους οποίους α) οι 14 (Παναγιώτα Αντωνίου, Ιωάννης Μουταφίδης, Κων/νος Καραμαλής, Δημήτριος Κιοσσές, Παναγιώτης Μουταφίδης, Αθανάσιος Σαράβας, Φραγκούλης Παναγιωτίδης, Στέργιος Σαράβας, Ηλίας Καρακεχαγιάς, Δήμος Λιπώνης, Παύλος Λιπώνης, Γεωργία Λιαμάκη, Χρήστος Σαρακατσιάνος και Σιδέρη Ρυζιώτη) από 2 ημέρες ο καθένας κατά τον Ιούλιο του 1996 (πλην του Στεργίου Σαράβα, ο οποίος απασχολήθηκε επί 17 ημέρες από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους), έναντι των αναφερομένων στην πράξη αποδοχών, β) οι 8 (Αβραάμ Ματσούκας, Ευάγγελος Φυτοκλής, Αντώνιος Καραμαγκάλης, Απόστολος Ρηπάντας, Ιωάννης Σιλιβρίδης, Πέτρος Πέτρου, Θεράπων Κελέμπεης και Δημήτριος Τσιώμος) για 30, 30, 25, 51, 20, 30, 21 και 15 ημέρες ο καθένας από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1996, έναντι των αναφερομένων στην πράξη αποδοχών και γ) οι υπόλοιπες 9 (Ρίνα Νικιτίνα, Ζάνα Ζαλέσκαϊα, Ναταλία Ζακρεβσκαϊα, Ιρίνα Ντενίσοβα, Μαρία Ρομάνοβα, Έλενα Μισνίνα, Ναταλία Μπακλάσοβα, Βικτωρία Κένι και Οχάνα Τούτχακ) από 3 ημέρες η καθεμία τον Ιούλιο του ίδιου έτους, έναντι των αναφερομένων στην πράξη αποδοχών. Η δεύτερη από τις προαναφερόμενες πράξεις (υπ΄ αρ. 2620/5-2-1997), συντάχθηκε βάσει των πινάκων εβδομαδιαίας αναπαύσεως και ωρών εργασίας προσωπικού, που υπογράφονται από τον αναιρεσείοντα και θεωρήθηκαν από τον αρμόδιο Επιθεωρητή Εργασίας, καθώς και άλλων εγγράφων της Υποδιευθύνσεως Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης και αφορά στην ασφαλιστική τακτοποίηση 23 από τους προαναφερθέντες από τους οποίους α) οι 14 πρώτοι απασχολήθηκαν κατά την περίοδο Ιουνίου – Αυγούστου 1996 από 59 ημέρες ο καθένας, πλην των Αθανασίου Σαράβα και Στεργίου Σαράβα, οι οποίοι απασχολήθηκαν 58 και 49 ημέρες ο καθένας αντιστοίχως και β) οι 9 ρωσίδες χορεύτριες – καλλιτέχνιδες, οι οποίες απασχολήθηκαν κατά την περίοδο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 1996 από 31, 28, 30, 30, 29, 29, 28, 31 και 31 ημέρες αντιστοίχως η καθεμία. Με την ένσταση που άσκησε ο αναιρεσείων ενώπιον της ΤΔΕ κατά των προαναφερομένων πράξεων ισχυρίσθηκε ότι οι ως άνω 14 εργαζόμενοι απασχολήθηκαν στην επιχείρηση του μόνον κατά τις 6 και 7 Ιουνίου 1996 και στη συνέχεια απολύθηκαν (πλην του Στεργίου Σαράβα, ο οποίος απασχολήθηκε επί 17 ημέρες συνολικά), γιατί δεν είχαν αφιχθεί έγκαιρα στην Ελλάδα οι ρωσίδες χορεύτριες και ως εκ τούτου το κατάστημά του, παρέμενε κλειστό από 17-6-1996 έως 16-7-1996, ότι από λάθος του λογιστή του δεν δηλώθηκε έγκαιρα στο ΙΚΑ η διακοπή της εργασίας των παραπάνω εργαζομένων, μολονότι αυτοί είχαν κανονικά δηλωθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας και το ΙΚΑ, ότι μετά την άφιξη του ξένου συγκροτήματος (ρωσίδες χορεύτριες) στην Ελλάδα (16/7/1996) και την επανάληψη της λειτουργίας του κέντρου (27-7-1996) οι παραπάνω εργαζόμενοι αντικαταστάθηκαν από άλλους και συγκεκριμένα από τους αναφερόμενους στην υπ΄ αρ. 2619/5-2-1997 ΠΕΕ 8 μουσικούς (Αβραάμ Ματσούκας κλπ), καθώς και ότι οι ρωσίδες χορεύτριες απασχολήθηκαν από 27-7-1996 έως 10-9-1996 μόνον δύο φορές την εβδομάδα (Παρασκευές και Σάββατα), δηλ. συνολικά επί 12 ημέρες, με την αναφερόμενη στις οικείες σύμβαση αμοιβή των 5.500 δρχ. και όχι των 13.580 δρχ την ημέρα, όπως θεώρησαν τα όργανα του ΙΚΑ. Η ένσταση όμως αυτή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την υπ΄ αρ. 265/συν34/22-5-1997 απόφαση της ΤΔΕ ως αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς ένα από τους απασχοληθέντες μισθωτούς (Δημ. Κιοσσέ), ως προς τον οποίο εκρίθη ότι απασχολήθηκε μόνο κατά τον μήνα Ιούνιο του 1996, και απερρίφθη κατά τα λοιπά. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφού εξετίμησε α) τα προγράμματα εργασίας που υπεγράφησαν από τον ίδιο ως προς τις ημέρες αναπαύσεως του προσωπικού που αναφερόταν στις ΠΕΕ και στην ΠΕΠΕΕ και ως προς τον μισθό που κατεβλήθη στις χορεύτριες, β) το ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνυόταν η μερική απασχόληση του ίδιου προσωπικού, αφού δεν είχαν συνταχθεί οι προβλεπόμενες από το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 (Α΄ 101) έγγραφες σχετικές ατομικές συμφωνίες γ) το ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 του ίδιου προσωπικού που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε πρωτοδίκως ο αιτών για την απόδειξη του χρόνου απασχολήσεώς του δεν μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψη ως μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δ) ότι το αναγραφόμενο στις συμβάσεις εργασίας των αλλοδαπών χορευτριών ως αμοιβή ποσό, καθώς και το αναγραφόμενο σε εννέα γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης ποσό, τα οποία ο αιτών επικαλέσθηκε και προσεκόμισε πρωτοδίκως, δεν αποτελούσαν τον ημερομίσθιο των χορευτριών, αλλά εγγύηση για την παλλινόστησή τους, έκρινε ότι το αναγραφόμενο στις ΠΕΕ και την ΠΕΠΕΕ προσωπικό απασχολήθηκε πράγματι στην επιχείρησή του κατά τον αναφερόμενο στις πράξεις αυτές χρόνο και με τις αποδοχές που αναφέρονται σ΄ αυτές.
7. Επειδή, προβάλλεται κατ΄ αρχήν ότι κατ΄ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι το ποσό των 5.500 δρχ. που αναγραφόταν στις συμβάσεις εργασίας των αλλοδαπών χορευτριών δεν αποτελούσε το ημερομίσθιό τους, παρά το ότι οι συμβάσεις αυτές έφεραν την υπογραφή των μερών και είχαν κατατεθεί σε Δημόσια αρχή (Διεύθυνση Αλλοδαπών). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικάσαν εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι το ποσόν των 5.500 δρχ. δεν αποτελούσε το ημερομίσθιο των χορευτριών, εξετίμησε αφενός τα προγράμματα εργασίας που υπεγράφησαν από τον αναιρεσείοντα και θεωρήθηκαν από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, όπου ανεγράφετο ως ημερομίσθιο το ποσό των 13.580 δρχ. στα οποία προσέδωσε μείζονα βαρύτητα (ΣΕ 2401/1994) και αφετέρου και τις επικαλούμενες από αυτόν συμβάσεις εργασίας και τα γραμμάτια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, που αφορούσαν, κατά την κρίση του, την εγγύηση παλλινοστήσεως.
8. Επειδή, ο περαιτέρω προβαλλόμενος λόγος ότι η αναιρεσι- βαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία εφόσον αξιώνει για την απόδειξη της μειωμένης απασχολήσεως του προσωπικού την ύπαρξη σχετικών ατομικών συμφωνιών παρά το ότι υπάρχουν γραπτές ενυπόγραφες συμβάσεις κατατιθέμενες σε δημόσια αρχή, προβάλλεται επίσης αβασίμως διότι, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προσεκόμισε τις προβλεπόμενες από το άρθρο 38 παρ. 1 Ν. 1892/1990 ατομικές συμφωνίες, για να αποδείξει την μειωμένη απασχόληση του προσωπικού, όπως, άλλωστε υπεχρεούτο (ΣΕ 3188/1994).
9. Επειδή, περαιτέρω, ως προς τις προσκομισθείσες από αυτόν υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 του απασχοληθέντος προσωπικού, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι με μη νόμιμη αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις απέρριψε ως μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα, ενώ ώφειλε να τις δεχθεί τουλάχιστον ως τεκμήρια. Περαιτέρω, δε προβάλλεται ότι ως προς ορισμένους από τους απασχοληθέντες δεν ελήφθησαν υπόψει οι καταθέσεις τους ενώπιον της ΤΔΕ, όπου παρευρέθησαν και επιβεβαίωσαν το περιεχόμενο των υπευθύνων δηλώσεών τους. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και κατά τα δύο σκέλη του: ως προς μεν το πρώτο διότι, οι υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 δεν συνιστούν, όπως ανεφέρθη σε προηγούμενη σκέψη, νόμιμα αποδεικτικά μέσα καθ΄ εαυτές, και συνεπώς, δεν μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψει ούτε ως δικαστικά τεκμήρια (ΣΕ 1254/1991 7μ, 542/1998, 1295/1999) ούτε και προβάλλεται άλλωστε ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθή ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ότι οι εν λόγω υπεύθυνες δηλώσεις είχαν προσκομισθεί ενώπιον του ασφαλιστικού οργάνου του Ι.Κ.Α. Ως προς το δεύτερο σκέλος, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας με προσαγωγή και επίκληση της καταθέσεως ενώπιον της ΤΔΕ (ΣΕ 4110/2001, 4764/1998) αλλά προβάλλεται απαραδέκτως το πρώτον κατ΄ αναίρεση και δι΄ αναφοράς σε μη διαδικαστικό έγγραφο (πρακτικά ΤΔΕ).
9. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η απόφαση του διοικητικού εφετείου είναι αναιρετέα, διότι απέρριψε σιγή το αίτημα του αναιρεσείοντος να εκδοθεί προδικαστική απόφαση για να εξετασθεί το προσωπικό που αναφέρεται στις πράξεις των οργάνων του ΙΚΑ ως μάρτυρες. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει το εν λόγω αίτημα του αναιρεσείοντος υπεβλήθη το πρώτον με υπόμνημα κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και όχι προαποδεικτικώς κατ΄ άρθρο 42 του Π.Δ. 341/1978 (ΣΕ 3773/1998), στη κρίση δε του δικαστηρίου απέκειτο κατ΄ αρχήν, να διατάξει ή μη τη αναπλήρωση των αποδείξεων με εξέταση μαρτύρων.
10. Επειδή, δεν προβάλλεται άλλος λόγος, η αίτηση είναι απορριπτέα κατά το εξασφαλισμένο μέρος της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Κηρύσσει τη δίκη κατηργημένη κατά το μέρος που αφορά την υπ΄ αριθμ. 2619/1997 πράξη επιβολής εισφορών του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σταυρού Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστικά δαπάνη του ΙΚΑ που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2005 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2006.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Σωτήριος Ρίζος Μαρία Ιωαννίδου
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
