Παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης επέρχεται και, επομένως, ανακύπτει ευθύνη του Δημοσίου και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., όταν τα όργανα του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου όχι απλώς προτρέπουν τον διοικούμενο, αλλά του παρέχουν, προκειμένου να προβεί σε κάποια ενέργεια, συγκεκριμένες υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις δημιουργώντας έτσι σ’ αυτόν βάσιμες προσδοκίες για την εκπλήρωσή τους, και στη συνέχεια αρνούνται να τις εκπληρώσουν ή του δημιουργούν, εν όψει των συγκεκριμένων ενεργειών τους, την εύλογη πεποίθηση ότι θα τύχει μιάς συγκεκριμένης μεταχειρίσεως, αλλά δεν ολοκληρώνουν τις απαιτούμενες από μέρους τους ενέργειες ώστε να πραγματοποιηθεί η προσδοκία του διοικουμένου.
Αριθμός 2202/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α’ Τμήματος, Α. Καλογεροπούλου, Τ. Κόμβου, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α’ Τμήματος.
Α. Για να δικάσει την από 14 Ιουλίου 2006, αίτηση:
του Παναγιώτη Ι. Ασημακόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Βαλαωρίτου 10 – Π. Ψυχικό), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους Αντωνία Τσίκα (Α.Μ. 20873) και Άγγελο Τσάση (Α.Μ. 24648), που τους διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1) Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 30 – Πανεπιστημιακό Μέγαρο), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Μιχαήλ Φραγκούλη (Α.Μ. 8435), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Β. Για να δικάσει την από 24 Ιουλίου 2006 αίτηση:
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 30 – Πανεπιστημιακό Μέγαρο), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Μιχαήλ Φραγκούλη (Α.Μ. 8435), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Παναγιώτη Ασημακόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Βαλαωρίτου 10 – Π. Ψυχικό), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους Αντωνία Τσίκα (Α.Μ. 20873) και Άγγελο Τσάση (Α.Μ. 24648), που τους διόρισε στο ακροατήριο και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Γ. Για να δικάσει την από 7 Οκτωβρίου 2006 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του Παναγιώτη Ασημακόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Βαλαωρίτου 10 – Π. Ψυχικό), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους Αντωνία Τσίκα (Α.Μ. 20873) και Άγγελο Τσάση (Α.Μ. 24648), που τους διόρισε στο ακροατήριο.
Με τις αιτήσεις αυτές οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 887/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. Καλογεροπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξουσίους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την πρώτη εκ των κρινομένων αιτήσεων, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (1078475 – 6, 1300571 – 2/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου), και η οποία εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του A΄ Τμήματος λόγω αρμοδιότητας, ύστερα από την 2204/2008 παραπεμπτική απόφαση του Στ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων, ιατρός και πρώην καθηγητής καρδιακής χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ζητεί την εν μέρει αναίρεση της 887/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση μεταρρυθμίστηκε, κατά μερική αποδοχή εφέσεως του αναιρεσείοντος, η 15257/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο και το Πανεπιστήμιο Αθηνών (εφεξής: αναιρεσίβλητοι) υποχρεούνται να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία προκλήθηκε από την παράνομη παράλειψη λειτουργίας της καρδιοχειρουργικής κλινικής του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία είχε διορισθεί Διευθυντής. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν αντίθετες εφέσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος, όπως συμπληρώθηκε με το από 13.11.2002 δικόγραφο πρόσθετων λόγων και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Εξ άλλου, με την αίτηση αναιρέσεως του Πανεπιστημίου Αθηνών και την αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, όπως η τελευταία αυτή συμπληρώθηκε με το από 3.4.2007 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, για την άσκηση των οποίων δεν απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο, καταβολή παραβόλου και οι οποίες εισάγονται προς συζήτηση ύστερα από τις 2205 και 2206/2008 παραπεμπτικές αποφάσεις του Στ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, αντιστοίχως, ζητείται η αναίρεση της αυτής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
2. Επειδή, οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας εφετειακής αποφάσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας.
3. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ( Εισ.Ν.Α.Κ .) (π.δ. 456/1984- Α΄164 ) ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …», στο δε άρθρο 106 ορίζονται τα εξής: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση λόγω πράξεως ή παραλείψεως οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή η παράλειψη αυτή να είναι παράνομη (ΣτΕ Ολομ. 3086/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995). Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 2796/2006 7μ., 1219/2012). Τέτοια παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου συνιστά και κάθε πράξη ή παράλειψη αυτών που παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως (ΑΠ 1170/1980) και τη συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΣτΕ Ολ. 2034/2011, 3334/2012). Παραβίαση δε των αρχών αυτών επέρχεται και, επομένως, ανακύπτει ευθύνη του Δημοσίου και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση κατ’ εφαρμογή των πιο πάνω άρθρων του ΕισΝ.Α.Κ., όταν τα όργανα του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου όχι απλώς προτρέπουν τον διοικούμενο, αλλά του παρέχουν, προκειμένου να προβεί σε κάποια ενέργεια, συγκεκριμένες υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις δημιουργώντας έτσι σ’ αυτόν βάσιμες προσδοκίες για την εκπλήρωσή τους, και στη συνέχεια αρνούνται να τις εκπληρώσουν (ΣτΕ 3334/2012) ή του δημιουργούν, ενόψει συγκεκριμένων ενεργειών τους, την εύλογη πεποίθηση ότι θα τύχει μιας συγκεκριμένης μεταχειρίσεως αλλά δεν ολοκληρώνουν τις απαιτούμενες από μέρους τους ενέργειες ώστε να πραγματοποιηθεί η προσδοκία του διοικουμένου. Εξ άλλου, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων (βλ. ΣτΕ 4100/2012), απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της, κατά τα ανωτέρω, παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του οργάνου και της επελθούσας ζημίας. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία. Και η μεν κρίση περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Η περαιτέρω όμως κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 334/2008 7μ., 1019/2008, 2780/2010, 3839/2012 7μελούς, 4100/2012). Το Δημόσιο δε και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία (ΣτΕ 3829/2011).
4. Επειδή, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Κατά τη θέσπιση της διατάξεως αυτής ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την σε ότι αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως . Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως , πραγματικών περιστατικών που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως , ελέγχεται κατ’ αναίρεση. Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ., μόνο αν κριθεί ότι το δικαστήριο υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω διάταξη εξουσίας του ( Σ.τ.Ε. 4133/2011 7μ., 424/2012, 1219/2012, 4100/2012 ). Ειδικότερα συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των άκρων ορίων της διαγραφομένης από την ως άνω διάταξη εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας κατά τον προσδιορισμό στην συγκεκριμένη περίπτωση του ύψους του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως – είτε για ηθική βλάβη, η οποία επήλθε σε συγκεκριμένο πρόσωπο συνεπεία της διαταραχής του εσωτερικού του κόσμου είτε για ψυχική οδύνη, για τον πόνο που προκλήθηκε σ’ αυτό από την θανάτωση ορισμένου προσώπου – ιδίως, όταν το ύψος του ποσού που επιδικάζεται εκάστοτε από το δικαστήριο της ουσίας υπέρ ορισμένου προσώπου, ως εύλογο, για την ικανοποίηση της επισυμβάσης σ’ αυτό ηθικής βλάβης ή της προκληθείσης σ’ αυτό ψυχικής οδύνης, παρίσταται, υπό τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης, πάντοτε υποθέσεως, εμφανώς δυσανάλογο είτε ως ιδιαιτέρως χαμηλό είτε ως ιδιαιτέρως υψηλό εν σχέσει με την έκταση της διαπιστωθείσας, στην συγκεκριμένη περίπτωση, από το δικαστήριο της ουσίας, ηθικής βλάβης ή την ένταση της προκληθείσας ψυχικής οδύνης.
5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1268/1982 (Α΄ 87, βλ. ήδη άρθρο 31 του ν. 4009/2011) οριζόταν ότι το διδακτικό έργο, το οποίο κατανέμεται σε εξαμηνιαία μαθήματα, περιλαμβάνει την αυτοτελή διδασκαλία ενός μαθήματος, τα φροντιστήρια και τις φροντιστηριακές ασκήσεις, τις εργαστηριακές και κλινικές ασκήσεις και την εν γένει πρακτική εξάσκηση των φοιτητών, την επίβλεψη διπλωματικών εργασιών, καθώς και την πραγματοποίηση σεμιναρίων ή άλλων ανάλογων δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην ενίσχυση των γνώσεων των φοιτητών. Στο άρθρο 7 του ν. 1268/1982 με τίτλο «Εργαστήρια, Κλινικές και Βιβλιοθήκες», όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά, δηλαδή, την τροποποίησή της από το άρθρο 79 παρ. 3 του ν. 1566/1985 (Α΄ 167) και πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 81 παρ. 3 του ν. 4009/2011 (Α΄ 195), ορίζονταν τα εξής: «1. Κάθε Εργαστήριο ή Κλινική ανήκει σε Τομέα ή σε Τμήμα και η λειτουργία τους διέπεται από εσωτερικό κανονισμό. Μπορεί να ανήκει σε Σχολή αν υπάρχει τεκμηριωμένο ενδιαφέρον συμμετοχής στις δραστηριότητές του από μέλη του Δ.Ε.Π που ανήκουν σε διαφορετικά τμήματα της ίδιας Σχολής και σχετική πρόταση του Τμήματος ή της Σχολής. Κάθε Εργαστήριο ή Κλινική διευθύνεται από ένα Διευθυντή που είναι μέλος του ΔΕΠ του τομέα ή του Τμήματος ή της Σχολής αντίστοιχα και ανήκει κατά προτεραιότητα στις βαθμίδες του Αναπληρωτή Καθηγητή ή του Καθηγητή … 2. Τα κριτήρια και η διαδικασία για την εκλογή του Διευθυντή ορίζονται με Π.Δ/τα ύστερα από γνώμη των Α.Ε.Ι.». Εξάλλου, στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά, δηλαδή, την τροποποίησή του με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 1404/1983 (Α΄ 173) και πριν από τη συμπλήρωσή του με το άρθρο 62 του ν. 2413/1996 ( Α΄124 ), τη συμπλήρωσή του με το άρθρο 62 του ν. 2413/1996 (Α’ 124), την τροποποίησή του με το άρθρο 13 παρ. 22γ του ν. 3149/2003 (Α΄ 141) και την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 3 του ν. 4009/2011, οριζόταν ότι: «Η ίδρυση Εργαστηρίου ή Κλινικής γίνεται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από γνώμη του οικείου τμήματος ή σχολής. Στο προεδρικό διάταγμα καθορίζεται και ο εσωτερικός κανονισμός τους …». Κατ’ εξουσιοδότηση της προπαρατεθείσης διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 1268/1982, εκδόθηκε το π.δ. 46/1989 (Α΄ 21), με το οποίο, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 44 του ν. 4009/2011, καθορίσθηκαν τα κριτήρια και η διαδικασία για την εκλογή των διευθυντών εργαστηρίων και κλινικών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του διατάγματος, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το π.δ.265/1990 (Α΄ 107), διαγράφηκε ειδική διοικητική διαδικασία για την, κατά τα ανωτέρω, εκλογή, ουσιώδη τύπο της οποίας αποτελεί η προηγούμενη προκήρυξη από το αρμόδιο όργανο της οικείας θέσεως (βλ. ΣτΕ 2417/2001). Ακολούθησε ο ν. 2083/1992 (Α΄ 159), στο άρθρο 28 παρ. 22 του οποίου, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 9 του ν. 4009/2011, ορίζονταν τα εξής: «Από το ακαδημαϊκό έτος 1993 – 1994, κάθε Κλινική ή Εργαστήριο διευθύνεται από ένα Διευθυντή που είναι μέλος του ΔΕΠ της βαθμίδας του Καθηγητή του αντίστοιχου γνωστικού αντικειμένου και ανήκει στον οικείο τομέα ή στο τμήμα. Αν υπάρχουν περισσότεροι από έναν καθηγητές η Γ.Σ. του Τμήματος αποφασίζει για τη διαδικασία με την οποία ανατίθεται η διεύθυνση της κλινικής ή του εργαστηρίου σε έναν από αυτούς. Σε περίπτωση που στον τομέα ή στο τμήμα δεν υπάρχει καθηγητής η διεύθυνση ανατίθεται σε αναπληρωτή καθηγητή, που υπηρετεί στον τομέα ή στο τμήμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του ν. 1268/1982, όπως ήδη ισχύει και για το χρονικό διάστημα που δεν υπάρχει ούτε αναπληρωτής καθηγητής η διεύθυνση ανατίθεται σε επίκουρο καθηγητή της κλινικής ή του εργαστηρίου κατά την ίδια ως άνω διαδικασία». Εξ άλλου, στο άρθρο 13 του ν. 1397/1983 (Α΄ 143), η ισχύς του οποίου δεν εθίγη με το ν. 2889/2001 (βλ. άρθρο 13 παρ. 14, Α΄ 37), ορίσθηκαν τα εξής: «1. Στα νοσοκομεία μπορεί να εγκαθίστανται και να λειτουργούν πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες που στελεχώνονται αποκλειστικά με πανεπιστημιακό ιατρικό και λοιπό επιστημονικό προσωπικό. Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στους ειδικευόμενους και μετεκπαιδευόμενους. Οι πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και μονάδες εντάσσονται στον αντίστοιχο τομέα του νοσοκομείου και αποτελούν τμήματά του. Η δύναμη κάθε πανεπιστημιακής κλινικής δεν υπερβαίνει τα σαράντα πέντε (45) κρεβάτια. Η διάταξη ισχύει και για τις πανεπιστημιακές κλινικές που λειτουργούν σήμερα στα νοσοκομεία. Η εγκατάσταση γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη του ιατρικού τμήματος και πρόταση του ΚΕ.Σ.Υ. Με όμοιες αποφάσεις μεταφέρονται πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες που λειτουργούν σήμερα στα νοσοκομεία … 2. Τα πανεπιστημιακά τμήματα στα πλαίσια του τομέα που υπάγονται λειτουργούν και διοικούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του νόμου αυτού. Το πανεπιστημιακό προσωπικό, σε ό,τι αφορά την υπηρεσία του στο νοσοκομείο, θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική σχέση με αυτό και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του νοσοκομείου, όπως και το λοιπό προσωπικό της ιατρικής υπηρεσίας». Περαιτέρω, στο άρθρο 53 παρ. 3 του ν. 2071/1992 (Α΄ 123) ορίζεται ότι: «εποπτεία του επιστημονικού ή εκπαιδευτικού έργου των πανεπιστημιακών κλινικών γίνεται από τα οικεία πανεπιστημιακά όργανα».
6. Επειδή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 1268/1982 εκδόθηκε, μετά από γνώμη της γενικής συνελεύσεως του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (συν. 16.6.1992), το π.δ. 398/1993 (Α΄ 168), με το οποίο, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ιδρύθηκε η επίδικη καρδιοχειρουργική κλινική στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγκρίθηκε ο εσωτερικός κανονισμός της. Σύμφωνα με το προοίμιο του ως άνω διατάγματος, από τις διατάξεις του δεν προκαλείται, για το οικονομικό έτος 1993, ουδεμία δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών και του νοσοκομείου, στο οποίο θα εγκατασταθεί, τελικώς, η κλινική, ενώ, για τα επόμενα οικονομικά έτη προκαλείται δαπάνη 150.000 δραχμών κατ’ έτος, η οποία θα καλυφθεί από τον προϋπολογισμό του Πανεπιστημίου Αθηνών, για δε νοσηλευτικές ανάγκες ουδεμία δαπάνη θα προκληθεί, δεδομένου ότι η νεοϊδρυθείσα κλινική θα εγκατασταθεί σε διαθέσιμους χώρους και κλίνες ήδη λειτουργούντος νοσοκομείου. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του διατάγματος, η κλινική εξυπηρετεί τις εκπαιδευτικές, ερευνητικές και νοσηλευτικές ανάγκες στο γνωστικό αντικείμενο της καρδιοχειρουργικής. Το κλινικό έργο περιλαμβάνει, πέραν της νοσηλείας, και την περίθαλψη ασθενών με καρδιοχειρουργικές παθήσεις, η οποία συνίσταται, ειδικότερα, στην κλινική διάγνωση, την εργαστηριακή διερεύνηση, τη θεραπεία (συντηρητική ή χειρουργική) και τη συνολική φροντίδα των πασχόντων (άρθρο 1). Όπως, εξ άλλου, προβλέπεται στον εγκριθέντα κανονισμό της κλινικής (άρθρο 2), η κλινική έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, « την κάλυψη των διδακτικών και ερευνητικών αναγκών του Τμήματος Ιατρικής, καθώς και άλλων Τμημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στα θέματα με τα οποία ασχολείται η κλινική, σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος», «την εξυπηρέτηση των διαφόρων κοινωνικών αναγκών όταν και όποτε ζητείται συγκεκριμένη συνδρομή που ανήκει στο αντικείμενο της κλινικής», «την ειδίκευση ιατρών, νοσηλευτών, καθώς και άλλων λειτουργών των κλάδων υγείας και τη συνεχή εκπαίδευση και επιμόρφωση αυτών», «την εκτέλεση κλινικών και πειραματικών ερευνητικών προγραμμάτων με σκοπό τη μελέτη και αναζήτηση νέων τεχνικών και θεραπευτικών μεθόδων», «τη συνεργασία και ανταλλαγή επιστημονικών γνώσεων με άλλα ακαδημαϊκά ή ερευνητικά ιδρύματα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής», καθώς και «την οργάνωση τοπικών, εθνικών και διεθνών συνεδρίων, συμποσίων, σεμιναρίων, διαλέξεων και μετεκπαιδευτικών μαθημάτων με σκοπό την ενημέρωση του κοινού, του νοσηλευτικού, του ιατρικού και λοιπού προσωπικού της Κλινικής» (άρθρο 3). Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, η κλινική, η οποία εγκαθίσταται σε χώρο, που παραχωρείται, ειδικώς, για τη διεξαγωγή του διδακτικού, ερευνητικού και νοσηλευτικού της έργου (άρθρο 6), στελεχώνεται με μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του τμήματος ιατρικής, στο γνωστικό αντικείμενο του οποίου εμπίπτουν οι διδακτικές, ερευνητικές και νοσηλευτικές δραστηριότητες της σχολές, με ειδικευόμενους ιατρούς, νοσηλευτές και λοιπούς επιστήμονες, καθώς και με υγειονομικό και λοιπό προσωπικό που τοποθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 1397/1983 και 1579/1985 (άρθρο 4). Η κλινική διευθύνεται από μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του Τμήματος Ιατρικής που επιλέγεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 παρ. 22 του ν. 2083/1992. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του κανονισμού της, ο διευθυντής της κλινικής, πέραν των ρητώς μνημονευομένων στο άρθρο 7 παρ. 4 του ν. 1268/1982 αρμοδιοτήτων, έχει την ευθύνη για την εν γένει λειτουργία της κλινικής και την ορθή χρήση του εξοπλισμού και των αναλώσιμων υλικών της, καταρτίζει και εισηγείται το πρόγραμμα λειτουργίας για τις διδακτικές και ερευνητικές δραστηριότητές της και λαμβάνει μέριμνα για την υλοποίησή του, προωθεί την υλοποίηση των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων διοικήσεως του νοσοκομείου που εγκαθίσταται η κλινική και οι οποίες αφορούν την παροχή του νοσηλευτικού έργου, διαχειρίζεται τους πόρους της και μεριμνά για τη στελέχωσή της με το αναγκαίο προσωπικό (άρθρο 5). Εξ άλλου, στο άρθρο 6 παρ. 5 του διατάγματος, ορίζεται ότι με εισήγηση του διευθυντή στα αρμόδια όργανα του οικείου ιδρύματος είναι δυνατή η πρόσληψη διακεκριμένων επιστημόνων σε τομείς σχετικούς με τις διδακτικές ερευνητικές και νοσηλευτικές δραστηριότητες της κλινικής, στο δε άρθρο 7 του διατάγματος ορίζεται ότι: «Πόροι της Κλινικής είναι: α) Οι πιστώσεις οι οποίες προέρχονται από τις δημόσιες επενδύσεις ή τον τακτικό προϋπολογισμό ή την ιδιαίτερη περιουσία του Πανεπιστημίου Αθηνών και οι οποίες χορηγούνται από το Τμήμα της Ιατρικής, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 8 του ν. 1268/1982. β) Οι πιστώσεις από άλλες πηγές όπως: i) η ετήσια επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό και τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων από διάφορα Υπουργεία της χώρας, ii) οι κληρονομιές, κληροδοτήματα, δωρεές και κάθε άλλη οικονομική ενίσχυση που προέρχονται από ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά και νομικά πρόσωπα προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών για τους σκοπούς της Κλινικής, εφόσον δεν τίθενται όροι που αντιβαίνουν στο σκοπό της Κλινικής και του Πανεπιστημίου Αθηνών». Ακολούθησε η έκδοση του π.δ/τος 123/2000 (Α΄ 10), με τις διατάξεις του οποίου αναθεωρήθηκε, κατ’ αποδοχήν γνώμης της γενικής συνελεύσεως της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (συν. 18.5.1999), ο εσωτερικός κανονισμός της κλινικής. Στο άρθρο 1 του νεότερου διατάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Η κατά τις διατάξεις του Π.Δ.398/93 (Α ΄168) Κλινική Καρδιοχειρουργικής της Ιατρικής Κλινικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, εξυπηρετεί διδακτικές , ερευνητικές και νοσηλευτικές ανάγκες στα επιστημονικά αντικείμενα της, που είναι: χειρουργική θώρακος, χειρουργική καρδίας, χειρουργική των μεγάλων αγγείων, χειρουργική συγγενών καρδιοπαθειών σε ενήλικες και παιδιά, καθώς επίσης και μεταμοσχεύσεις καρδιάς, πνευμόνων και μεταμοσχεύσεις καρδιάς πνευμόνων. 2. Η εξέταση των ασθενών με καρδιοχειρουργικά προβλήματα γίνεται προγραμματισμένα στα Κανονικά Εξωτερικά Ιατρεία της Κλινικής, κατόπιν προσυνεννοήσεως, ή εκτάκτως στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών … Σε ειδικές περιπτώσεις εξέταση ασθενούς μπορεί να γίνει σε άλλο νοσοκομείο και μόνον κατόπιν προσκλήσεως από τους θεράποντες γιατρούς του ασθενούς. Η νοσηλεία συνίσταται στην προεγχειρητική αξιολόγηση και εκτίμηση, την χειρουργική αντιμετώπιση και την μετεγχειρητική ανάνηψη και αποκατάσταση ασθενών, όλων των ηλικιών, με συγγενή ή επίκτητα προβλήματα της καρδιάς και των μεγάλων αγγείων του θώρακα. Σε έκτακτες περιπτώσεις, επίσης, παρέχεται κλινικό έργο από την καρδιοχειρουργική κλινική εφόσον αυτό ζητηθεί από την Ιατρική Σχολή ή την Πολιτεία. 3. Η κλινική εκπαιδεύει: α) Προπτυχιακούς φοιτητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο γνωστικό αντικείμενο της Χειρουργικής θώρακος – Καρδίας – Μεγάλων Αγγείων. Μπορεί να εκπαιδεύονται επίσης, εφόσον το επιθυμούν και είναι εφικτό, φοιτητές Ιατρικής άλλων Πανεπιστημίων, μετά από έγκριση της Γ. Σ. της Σχολής που φοιτούν. β. Ειδικευόμενους γιατρούς για την απόκτηση της ειδικότητας της χειρουργικής θώρακα … γ. Ειδικευόμενους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, στην ειδικότητα της χειρουργικής θώρακα … δ. Ιατρούς ή άλλους επιστήμονες, στα πλαίσια της εκπονήσεως διδακτορικών διατριβών ή άλλων επιστημονικών εργασιών, μετά από απόφαση της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. ε. Ειδικευμένους χειρουργούς θώρακα, αλλά και γιατρούς άλλων συναφών ειδικοτήτων, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης διά βίου ιατρικής εκπαίδευσής τους. στ. Φοιτητές νοσηλευτικών τμημάτων ΑΕΙ και ΤΕΙ και σε συνεργασία με το νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής και τις αντίστοιχες νοσηλευτικές σχολές. ζ. Νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου, αλλά και άλλων νοσοκομείων, στα πλαίσια προγραμμάτων επιμορφώσεως ή εκπαιδεύσεως, σε συνεργασία με το νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής. η. Στα εκπαιδευτικά προγράμματα της κλινικής περιλαμβάνεται επίσης η ενημέρωση και η διαφώτιση του κοινού σε σχετιζόμενα με την καρδιοχειρουργική θέματα … 5. Για την εκπαίδευση του προσωπικού η κλινική διοργανώνει … 6. Για την εκπαίδευση των φοιτητών η κλινική: α. Καταρτίζει προγράμματα θεωρητικής και πρακτικής εκπαιδεύσεως. Στα πλαίσια της θεωρητικής εκπαιδεύσεως περιλαμβάνονται τα από έδρας μαθήματα, φροντιστήρια, σεμινάρια με την ενεργό συμμετοχή των φοιτητών, που περιγράφουν και αναλύουν ενδιαφέρουσες περιπτώσεις της κλινικής, αναπτύσσουν επίκαιρα ή βασικά θέματα και παρουσιάζουν την βιβλιογραφική ενημέρωση και η συμμετοχή σε ερευνητικά πρωτόκολλα … Στην πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών περιλαμβάνεται η καθ` ομάδες συμμετοχή τους στην εξέταση των ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία και τους θαλάμους νοσηλείας, η λήψη του ιστορικού του ασθενούς, ο προγραμματισμός και η διεκπεραίωση των απαραίτητων προεγχειρητικών εξετάσεων, η παρακολούθηση του χειρουργείου και των διαδικασιών της μετεγχειρητικής ανανήψεως, έτσι ώστε οι φοιτητές να αποκτούν πλήρη εικόνα της όλης αντιμετωπίσεως του καρδιοχειρουργικού ασθενούς καθώς επίσης και η συμμετοχή τους στα πειραματικά πρωτόκολλα της κλινικής, στο πειραματικό χειρουργείο. β. Η εκπαίδευση των φοιτητών γίνεται από όλο το προσωπικό της κλινικής. Την κατάρτιση και την ευθύνη του προγράμματος έχουν μέλη ΔΕΠ της κλινικής που ορίζονται με την έναρξη κάθε ακαδημαϊκού έτους από τον διευθυντή της κλινικής … 7. Για την εκπαίδευση των ειδικευομένων γιατρών η κλινική … 9. Η επιστημονική έρευνα, που αποτελεί πρωταρχικό μέλημα της κλινικής, γίνεται με σκοπό την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των διαφόρων καρδιοπαθειών και τελικό στόχο την βελτίωση της παρεχομένης περιθάλψεως στους ασθενείς. 10. Για την επίτευξη των ερευνητικών στόχων της η κλινική συνεργάζεται με άλλα ακαδημαϊκά ιδρύματα, με δημόσια ή ιδιωτικά ερευνητικά κέντρα, με κοινωφελή ιδρύματα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού και: α. διενεργεί ή συμμετέχει σε κλινικές μελέτες και ερευνητικά προγράμματα. β. διατηρεί πειραματικό χειρουργείο που παρέχει την δυνατότητα της πραγματοποιήσεως κάθε καρδιοχειρουργικής επεμβάσεως και μακροχρονίων πειραμάτων σε πειραματόζωα … γ. κοινοποιεί τα αποτελέσματα των κλινικών και πειραματικών ερευνών της με τη μορφή ανακοινώσεων, δημοσιεύσεων, διατριβών και ομιλιών, σε επιστημονικά συνέδρια ή εκδηλώσεις της Ελλάδος ή του εξωτερικού ή σε ιατρικές εκδόσεις Ελληνικές ή ξενόγλωσσες. δ. εκδίδει ή συμμετέχει στην έκδοση επιστημονικών συγγραμμάτων, βιβλίων και άρθρων …». Εξάλλου, στο μεν άρθρο 2 του διατάγματος ορίζεται ότι η κλινική διαθέτει χώρους χειρουργείου, ανανήψεως, μονάδος εντατικής θεραπείας, μονάδος προεγχειρητικής και μετεγχειρητικής νοσηλείας, εξωτερικά ιατρεία και γραφεία, στο δε άρθρο 3 ότι η κλινική στελεχώνεται από ιατρικό προσωπικό (μέλη Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. και ιατρούς του Ε.Σ.Υ.), παραϊατρικό – νοσηλευτικό προσωπικό, και από ειδικό διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, διευθύνεται δε από μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του Τομέα Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, βαθμίδας Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή του Επίκουρου Καθηγητή, το οποίο εκλέγεται βάσει της προβλεπόμενης από το άρθρο 28 παρ. 22 του ν. 2083/1992 διαδικασίας. Τέλος, στο άρθρο 5 ορίζονται τα εξής: «1. Ως έσοδα της κλινικής νοούνται: α. Οι οικονομικές επιχορηγήσεις του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μέσω του Πανεπιστημίου Αθηνών για εκπαιδευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς. β. Οι οικονομικές επιχορηγήσεις του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, μέσω του νοσοκομείου. γ. Οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων δημοσίων ή ιδιωτικών φορέων για ερευνητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς. δ. Οι πάσης φύσεως δωρεές, παροχές, εισφορές, κληροδοτήματα, και εν γένει οικονομικές ενισχύσεις φυσικών ή νομικών προσώπων, υπέρ του Πανεπιστημίου Αθηνών για τις ανάγκες της κλινικής. ε. Τα έσοδα από την παραχώρηση πνευματικών δικαιωμάτων ή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας προϊόντων που ανήκουν ή παρήχθησαν στην κλινική».
7. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 1 του ν. 2530/1997 (Α΄ 218 ), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 16 του ν. 4009/2011 προβλεπόταν ότι τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των διδακτικών και ερευνητικών καθηκόντων τους (παρ. 1), έχουν υποχρέωση να παρέχουν διδακτικό, ερευνητικό – επιστημονικό και διοικητικό έργο (παρ. 2). Το διδακτικό έργο περιλαμβάνει, κυρίως, τη διδασκαλία προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων, την οργάνωση, επίβλεψη και λειτουργία εργαστηρίων και κλινικών, εργαστηριακών ή κλινικών ασκήσεων και εργασιών, τη συμμετοχή σε φροντιστηριακά μαθήματα και σεμινάρια, τη συγγραφή διδακτικών βοηθημάτων, τη διεξαγωγή εξετάσεων και την εν γένει αξιολόγηση των φοιτητών, καθώς και την άσκηση εποπτικών καθηκόντων κατά την εξεταστική διαδικασία (παρ. 2 περ. α΄). Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, στο ερευνητικό – επιστημονικό έργο περιλαμβάνεται, ιδίως, η βασική ή εφαρμοσμένη έρευνα, η καθοδήγηση διπλωματικών εργασιών, μεταπτυχιακών διπλωμάτων ειδίκευσης και διδακτορικών διατριβών, καθώς και η συμμετοχή σε συνέδρια και ερευνητικά σεμινάρια (παρ. 2 περ. β΄).
8. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, ο οποίος είναι ιατρός και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδικότητα γενικής χειρουργικής, χειρουργικής θώρακος και αγγειοχειρουργικής, άσκησε επί σειρά ετών το ιατρικό επάγγελμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, απασχολούμενος στο νοσοκομείο «Methodist του Χιούστον» και σε διάφορα άλλα πανεπιστημιακά νοσοκομεία (Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, Medical College of Wisconsin και Baylor College of Medicine), ενώ, παραλλήλως, συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και του Ιδρύματος Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIT) καθώς και σε προγράμματα εκπαιδεύσεως φοιτητών και ιατρών. Κατείχε, επίσης, επί μακρόν ακαδημαϊκές θέσεις διαφόρων βαθμίδων στο Baylor College of Medicine του Χιούστον και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, έχοντας δημοσιεύσει πλήθος επιστημονικών εργασιών, ενώ διετέλεσε μέλος ελληνικών και ξένων επιστημονικών εταιρειών (βλ. αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα αναιρεσείοντος του έτους 1993). Με απόφαση της γενικής συνελεύσεως της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 1992, αποφασίσθηκε η προκήρυξη μίας θέσεως διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού στη βαθμίδα του καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο την «καρδιακή χειρουργική», προκειμένου να καλυφθούν ουσιώδη κενά στον τομέα της έρευνας, της νοσηλείας και της διδασκαλίας. Μετά την υιοθέτηση της αποφάσεως αυτής από το διοικητικό συμβούλιο της ιατρικής σχολής (συν. της 30.7.1993), το Πρυτανικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατ’ αποδοχήν της αναγκαιότητας πληρώσεως της επίδικης θέσεως, ενέκρινε την προκήρυξή της (συν. της 24.8.1993). Ακολούθησε η υπ’ αριθμ. Φ.121.1./36/Β2-3516/22.9.1993 απόφαση του Υπουργού Παιδείας (ΦΕΚ 29/1993, τ. Παράρτημα), με την οποία προκηρύχθηκε η θέση, στην οποία εξελέγη, τελικώς, ως τακτικός καθηγητής, ο αναιρεσείων. Ο τελευταίος, αφού διορίσθηκε με την υπ’ αριθμ. 2678/13.12.1994 πράξη του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΦΕΚ 143/24.8.1995, τ. ν.π.δ.δ.), εγκατέλειψε οριστικά την καριέρα του στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσήλθε για την ανάληψη των καθηκόντων του στην Ελλάδα και την 29η Αυγούστου 1995 ορκίστηκε (5434/7.3.1997 βεβαίωση της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών). Πριν από τον ως άνω διορισμό του, είχε εκδοθεί, ύστερα από σχετική γνώμη της γενικής συνελεύσεως του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (συν. 16.6.1992), το π.δ/γμα 398/1993 (Α΄ 168), με το οποίο ιδρύθηκε στο ιατρικό τμήμα του ως άνω Πανεπιστημίου καρδιοχειρουργική κλινική και εγκρίθηκε ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της. Μετά την παρέλευση πέντε, περίπου, ετών από την ίδρυση της κλινικής και κατόπιν απορρίψεως προτάσεως της γενικής συνελεύσεως της Ιατρικής Σχολής περί εγκαταστάσεως της ανωτέρω κλινικής στο μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη» (συν. 23.1.1996), εκδόθηκε η Α1α/4230δις/1998 κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του Υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β΄ 803/3.8.1998). Με την τελευταία αυτή υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά από σχετική γνώμη της γενικής συνελεύσεως της Ιατρικής Σχολής (συν. 3.2.1998) και αντίστοιχη πρόταση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ) (συν. 139/25/2.4.1998), εγκρίθηκε η εγκατάσταση και λειτουργία της κλινικής στο «Κοργιαλένειο Μπενάκειο Νοσοκομείο». Ακολούθησε νεότερη απόφαση της γενικής συνελεύσεως της Ιατρικής Σχολής ( συν. 1.12.1998 ), με την οποία ο αναιρεσείων διορίσθηκε στη θέση του διευθυντή της εν λόγω κλινικής. Εν τούτοις, παρά την ίδρυση και την έγκριση της εγκαταστάσεως και λειτουργίας της, η επίμαχη καρδιοχειρουργική κλινική ουδέποτε λειτούργησε κατά το χρόνο κατά τον οποίο υπηρετούσε στο Πανεπιστήμιο ο αναιρεσείων καθηγητής. Όπως, μάλιστα, προκύπτει, κατά τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από τα στοιχεία του φακέλου, μέχρι την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία έλαβε χώρα την 29η Μαΐου 2001, ουδεμία πρόοδος είχε συντελεσθεί ως προς την κτηριακή εγκατάσταση της κλινικής, την προμήθεια του αναγκαίου εξοπλισμού και την πρόσληψη του προσωπικού, που ήταν απαραίτητο για την έναρξη της λειτουργίας της (βλ. σχετικώς το υπ’ αριθμ. 918/21.11.2000 έγγραφο του Κοργιαλένειου – Μπενάκειου Νοσοκομείου προς τον αναιρεσείοντα, καθώς και διάφορες επιστολές του αναιρεσείοντος προς τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας, το Πρυτανικό Συμβούλιο και τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον Πρόεδρο της Ιατρικής Σχολής ).
9. Επειδή, με την από 16.12.2002 αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να του καταβάλουν νομιμοτόκως από την επομένη της λήξεως εκάστου εκ των τελευταίων πέντε ετών που προηγήθηκαν της ασκήσεως της αγωγής του, ήτοι από το έτος 1997 έως το έτος 2001 που αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, κατόπιν παραιτήσεως, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής έως της ολοσχερούς εξοφλήσεως του επιδικασθέντος σε αυτόν ποσού, αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον, άλλως, διαιρετώς και κατ’ ισομοιρίαν, το ποσό των 2.336.127 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη, λόγω της εγκαταλείψεως της καριέρας του στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και της επιστροφής του στην Ελλάδα, όπου εξελέγη μεν ως τακτικός καθηγητής καρδιακής χειρουργικής και τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή της αντίστοιχης πανεπιστημιακής κλινικής, η οποία, όμως, εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων των εναγομένων, ουδέποτε λειτούργησε. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, το αιτηθέν ποσό αντιστοιχούσε στο σύνολο των αποδοχών που θα ελάμβανε ο αναιρεσείων από την άσκηση του επαγγέλματός του στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθ’ όλο το διάστημα της εν Ελλάδι παραμονής του και δη από την άφιξή του στη χώρα τον Ιούλιο του έτους 1994 μέχρι την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 29 Μαΐου 2001, όπως οι αμοιβές αυτές προσδιορίζονταν, ειδικότερα, βάσει των φορολογικών του δηλώσεων των παρελθόντων ετών και μετά από έκπτωση του κτηθέντος εισοδήματός του ως πανεπιστημιακού καθηγητή και ιατρού στην Ελλάδα. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου και του Πανεπιστημίου Αθηνών (ίδρυση της ένδικης κλινικής, έγκριση της εγκαταστάσεώς και της λειτουργίας της και διορισμός του αναιρεσείοντος ως διευθυντή της), του δημιούργησαν την αντικειμενικώς δικαιολογημένη πεποίθηση ότι τα ήδη ανειλημμένα διοικητικά τους προγράμματα, στα οποία εκλήθη να συμμετάσχει διά της υποβολής υποψηφιότητας για την κατάληψη της προκηρυχθείσης θέσεως του καθηγητή της καρδιοχειρουργικής, θα υλοποιούνταν και, μάλιστα, εντός ευλόγου, κατά τις περιστάσεις, χρόνου. Η προοπτική, εξάλλου, αυτή ήταν εκείνη που τον οδήγησε, επί θυσία των επαγγελματικών κατακτήσεών του στο εξωτερικό και της σταθερότητας της οικογενειακής και κοινωνικής του ζωής, να μεταβεί στην Ελλάδα, ωθούμενος από κίνητρα προσφοράς των επιστημονικών του γνώσεων στον τομέα της χειρουργικής θώρακος και καρδίας, για να συνδράμει στην ανάπτυξη του τομέα αυτού και στη μετεξέλιξή του σε αυτοτελές αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και πανεπιστημιακής διδασκαλίας. Η εμπιστοσύνη, εν τούτοις, αυτή διαψεύσθηκε εκ των υστέρων λόγω της παράνομης συμπεριφοράς των αρμοδίων πανεπιστημιακών και κρατικών οργάνων, τα οποία, παραλείποντας να εκδώσουν τις διοικητικές πράξεις και να λάβουν τα μέτρα που ήταν απαραίτητα για την έναρξη της λειτουργίας της κλινικής, δεν συμμορφώθηκαν προς τις απορρέουσες από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης υποχρεώσεις τους. Παράνομη, κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν και η παράλειψη του αναιρεσίβλητου πανεπιστημίου να εγγράψει στον προϋπολογισμό του και να διαθέσει, κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας του άρθρου 8 του ν. 1268/1982 ή βάσει άλλης παρεμφερούς διαδικασίας, πιστώσεις για τον εξοπλισμό και τη στελέχωση της κλινικής, καθώς, επίσης, και η παράλειψη των αρμόδιων πανεπιστημιακών οργάνων να επιτύχουν, μέσω κατάλληλων ενεργειών, την εξασφάλιση από τα συναρμόδια Υπουργεία Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας και Πρόνοιας επαρκών χρηματοδοτικών πόρων για την προμήθεια εξοπλισμού και την πρόσληψη προσωπικού για την έναρξη της πραγματικής λειτουργίας της νεοϊδρυθείσας πανεπιστημιακής κλινικής. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η κατά τα ανωτέρω, συμπεριφορά ήταν αντίθετη και προς την αρχή της εύρυθμης λειτουργίας της διοικήσεως, διότι η παράλειψη λειτουργίας οργανωμένης καρδιοχειρουργικής κλινικής στο αναιρεσίβλητο πανεπιστήμιο είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία πρακτικής εξασκήσεως των φοιτητών της ιατρικής σχολής στο συγκεκριμένο κλάδο και, κατ’ επέκταση, την παροχή αμιγώς θεωρητικών γνώσεων, γεγονός που καθιστούσε δυσχερή την ανάπτυξη και την εν γένει εξέλιξη της καρδιοχειρουργικής, κλάδου, δηλαδή, της ιατρικής επιστήμης, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, προϋποθέτει την προηγούμενη εξάσκηση σε πανεπιστημιακή κλινική. Προεβλήθη, επίσης, ότι η παράλειψη λειτουργίας της καρδιοχειρουργικής κλινικής, η οποία κατέστησε ατελή και απρόσφορη τη διδασκαλία του αντίστοιχου επιστημονικού αντικειμένου, που παρέχεται υπό συνθήκες ελλιπούς και ανεπαρκούς οργανώσεως, συνιστά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθώς, επίσης, και της απορρέουσας από το δημόσιο δίκαιο αρχής της βασικής υποχρεώσεως της διοικήσεως για επιμέλεια, η οποία παραβιάσθηκε, εν προκειμένω, λόγω της παραλείψεως των αρμόδιων οργάνων να επιμεληθούν της ομαλούς και εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας, μέσω της οποίας παρέχεται η διδασκαλία της χειρουργικής θώρακος και καρδίας. Κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η συμπεριφορά των κρατικών και πανεπιστημιακών οργάνων ήταν αντίθετη και προς την αρχή της νομιμότητας, η οποία διέπει τη δράση της δημόσιας διοικήσεως, διότι, κατά παράβαση της ρητής συνταγματικής επιταγής του άρθρου 16 παρ. 1, παρεμποδίσθηκε η διδασκαλία, η έρευνα και η ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης και, συγκεκριμένα, του κλάδου της καρδιοχειρουργικής, ενώ, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν ελήφθησαν τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών για τη διασφάλιση της υγείας των πολιτών στον τομέα της καρδιοχειρουργικής και για την απόκτηση της απαραίτητης προς τούτο επιστημονικής και κλινικής υποδομής. Παραβιάσθηκε, τέλος, κατά τον αναιρεσείοντα, και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μισθωτών, καθόσον, με την παράνομη συμπεριφορά της διοικήσεως, ετέθη αυτός σε δυσμενέστερη θέση έναντι των λοιπών συναδέλφων του, οι οποίοι στελέχωναν αντίστοιχες με την ειδικότητά τους λειτουργούσες πανεπιστημιακές κλινικές. Με την αγωγή, ο αναιρεσείων ζήτησε, επίσης, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως , ύψους 5.000.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από την, κατά τα ανωτέρω, παράνομη συμπεριφορά της διοικήσεως, η οποία έθεσε εμπόδια στην ελεύθερη ανάπτυξη της επιστημονικής και επαγγελματικής του εξελίξεως και προσέβαλε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την προσωπικότητά του ως επιστήμονα, ερευνητή και πανεπιστημιακού διδασκάλου, πλήττοντας, παραλλήλως, το διεθνές επιστημονικό του κύρος. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο αναιρεσείων προέβαλε ότι, λόγω της μη λειτουργίας της επίδικης πανεπιστημιακής κλινικής και, κατ’ επέκταση, της αδυναμίας παράλληλης οργανώσεως κλινικών μαθημάτων, το διδακτικό και ερευνητικό του έργο περιορίσθηκε αποκλειστικώς και μόνον στην παράδοση ενός προαιρετικού χαρακτήρα και ήσσονος σημασίας θεωρητικού μαθήματος, το οποίο παρακολουθούσε ελάχιστος αριθμός φοιτητών. Αποτέλεσμα, εξάλλου, της, κατά τα ανωτέρω, παράνομης συμπεριφοράς, η οποία δεν απετράπη, παρά τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε ο αναιρεσείων για την έναρξη λειτουργίας της ένδικης πανεπιστημιακής κλινικής, ήταν και η αποχώρησή του από το αναιρεσίβλητο πανεπιστημιακό ίδρυμα, κατόπιν παραιτήσεως, η υποβολή της οποίας κατέστη επιβεβλημένη εκ του λόγου ότι, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2889/2001, με τις διατάξεις του οποίου απαγορεύθηκε η εξωπανεπιστημιακή απασχόληση των πανεπιστημιακών ιατρών, δεν μπορούσε να εξασκεί καθ’ οιανδήποτε τρόπο την ειδικότητά του.
10. Επειδή, με την 15257/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 150.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του από την παράλειψη λειτουργίας της επίμαχης καρδιοχειρουργικής κλινικής. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσίβλητου Δημοσίου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του στην πρωτόδικη δίκη, με την αιτιολογία ότι από το δικόγραφο της αγωγής προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων επιχείρησε να στηρίξει τις αγωγικές του αξιώσεις σε παράνομες ενέργειες και παραλείψεις τόσο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όσο και του Ελληνικού Δημοσίου. Απορριπτέοι κρίθηκαν, επίσης, οι ισχυρισμοί των ήδη αναιρεσιβλήτων περί αοριστίας της αγωγής, καθόσον, κατά την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η τελευταία διελάμβανε όλα τα μνημονευόμενα στο άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στοιχεία και, συγκεκριμένα, την έννομη σχέση, από την οποία απέρρεε η οικεία αξίωση, σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αξίωση και σαφώς καθορισμένο αίτημα. Απορρίφθηκε, περαιτέρω, και η κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, διότι, όπως εκρίθη, πέραν του ότι με τους σχετικώς προβληθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων δεν εξειδικεύθηκαν οι λόγοι, για τους οποίους η άσκηση της αγωγής του αναιρεσείοντος υπερέβη τα όρια που επέβαλαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πάντως, το άρθρο 281 του Α.Κ. αφορά την άσκηση δικαιωμάτων του ιδιωτικού δικαίου και δεν τυγχάνει εφαρμογής επί σχέσεων διεπόμενων από το δημόσιο δίκαιο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε και τη συναφώς προβληθείσα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, την οποία το αναιρεσίβλητο επιχείρησε να στηρίξει στο ότι ο αναιρεσείων είχε εμμέσως αναγνωρίσει την έλλειψη αστικής ευθύνης προς αποζημίωση, αφενός μεν υποβάλλοντας παραίτηση από άλλη αγωγή, που είχε, κατά το παρελθόν, εγείρει, ζητώντας την επιδίκαση μικρότερης αποζημιώσεως, αφετέρου δε παραλείποντας να ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά της παραλείψεως της διοικήσεως να προβεί στην ίδρυση της ένδικης καρδιοχειρουργικής κλινικής. Κατά τις ειδικότερες σκέψεις της πρωτόδικης αποφάσεως μορφή παρανόμου διοικητικής δράσεως, στην οποία είναι δυνατόν να θεμελιωθεί το νόμω βάσιμο της κατ’ άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ αγωγής αποζημιώσεως, αποτελεί και η παράβαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη. Προϋπόθεση για την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων είναι η ύπαρξη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, της οποίας η αποκατάσταση ζητείται. Ο αντικειμενικός αυτός σύνδεσμος υφίσταται, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή από μόνη της να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι, ιδρύοντας την ένδικη πανεπιστημιακή κλινική, εγκρίνοντας την εγκατάσταση και λειτουργία της και διορίζοντας τον αναιρεσείοντα στη θέση του διευθυντή της, του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι η πανεπιστημιακή κλινική θα λειτουργήσει και ότι αυτός θα ασκήσει τα αντίστοιχα καθήκοντά του, η αποτελεσματική άσκηση των οποίων απαιτούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και ενόψει της φύσεως του συγκεκριμένου κλάδου της ιατρικής επιστήμης, όχι μόνον τη θεωρητική διδασκαλία των φοιτητών, αλλά και την πρακτική τους εξάσκηση. Η δικαιολογημένη αυτή εμπιστοσύνη διαψεύστηκε, εν τούτοις, με την εκ των υστέρων παράλειψη αμφοτέρων των εναγομένων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου να εξασφαλίσουν τα μέσα και τους πόρους για την εν τοις πράγμασι έναρξη λειτουργίας της καρδιοχειρουργικής κλινικής, υποχρέωση, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του εγκριθέντος με το π.δ/γμα 398/1993 εσωτερικού κανονισμού της κλινικής και των άρθρων 7 παρ. 5 του ν. 1268/1982 και 13 παρ. 1 του ν. 1397/1983. Κατ’ εκτίμηση τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι η, κατά τα ανωτέρω, συμπεριφορά συνιστούσε παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και δημιουργούσε, κατ’ αρχήν, υποχρέωση των εναγομένων προς αποκατάσταση της ζημίας που προεκλήθη εξ αυτής. Απερρίφθησαν, κατά τούτο, σιωπηρώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου πανεπιστημίου, με τους οποίους αυτό είχε προβάλει ότι ουδεμία ευθύνη έφερε για τη μη λειτουργία της κλινικής, διότι ενήργησε παν ό,τι επεβάλλετο και ηδύνατο για την ίδρυση και λειτουργία της, αποστέλλοντας συνεχώς έγγραφα προς τα συναρμόδια υπουργεία για την εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδoτήσεως. Σιωπηρώς απορρίφθηκαν, επίσης, και οι αντίστοιχου περιεχομένου ισχυρισμοί που είχε προβάλει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, ειδικότερα, υποστήριξε ότι προέβη σε όλες τις κατά νόμον απαραίτητες ενέργειες για την ίδρυση, την εγκατάσταση και τη λειτουργία της επίδικης κλινικής, όπως ήταν, ιδίως, η έγκριση του ιδρυτικού αυτής προεδρικού διατάγματος, με το οποίο εγκρίθηκε και ο εσωτερικός της κανονισμός, καθώς και η έκδοση των υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες αποφασίσθηκε η εγκατάστασή της στο Κοργιαλένειο Νοσοκομείο και τοποθετήθηκε ο αναιρεσείων στη θέση του διευθυντή της. Η παράνομη, ωστόσο, αυτή συμπεριφορά δεν αποτελούσε, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την πρόσφορη αιτία απώλειας των εισοδημάτων που ο αναιρεσείων θα αποκόμιζε στην Αμερική από την άσκηση του επαγγέλματος του, αφού ακόμη και αν είχε λειτουργήσει η πανεπιστημιακή κλινική, ο ίδιος θα ελάμβανε μόνον τις αποδοχές που πράγματι έλαβε ως καθηγητή του αναιρεσίβλητου πανεπιστημίου. Ελλείψει δε πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης παραλείψεως της διοικήσεως και της υλικής ζημίας, που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη ο αναιρεσείων λόγω της αποχωρήσεώς του από τις Ηνωμένες Πολιτείας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο αστική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων προς αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας. Με την πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε, περαιτέρω, ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του ως επιστήμονα, ερευνητή και πανεπιστημιακού διδασκάλου δεν γεννήθηκε με την εκλογή του ως καθηγητή (1994), όπως εσφαλμένως υπέλαβε το αναιρεσίβλητο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά μόνον μετά την ίδρυση και εγκατάσταση της κλινικής (1998) στο Κοργιαλένειο – Μπενάκειο Νοσοκομείο, οπότε και έπρεπε να αρχίσει η λειτουργία της και, ως εκ τούτου, η αξίωση αυτή δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 48 του ν.δ/τος 496/1974 περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: (α) τους πανεπιστημιακούς τίτλους, την επαγγελματική εμπειρία, την επιστημονική κατάρτιση και φήμη και το ερευνητικό, επιστημονικό και διδακτικό έργο του αναιρεσείοντος, (β) το έργο του ως καθηγητή καρδιοχειρουργικής, το οποίο δεν εξαντλείται στη θεωρητική απλώς διδασκαλία των φοιτητών, αλλά περιλαμβάνει και την πρακτική εξάσκησή τους σε αντίστοιχη κλινική, η οποία, ενόψει της φύσεως του οικείου πανεπιστημιακού κλάδου, είναι πρώτιστης σημασίας για την ορθή και ολοκληρωμένη διδασκαλία του αντικειμένου της χειρουργικής καρδίας και θώρακος, (γ) το γεγονός ότι η αποστολή της ιδρυθείσας πανεπιστημιακής κλινικής συνίστατο, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του κανονισμού της, στην εκπαίδευση των προπτυχιακών φοιτητών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο γνωστικό αντικείμενο της καρδιοχειρουργικής, η οποία θα υλοποιούνταν με την κατάρτιση και εφαρμογή προγραμμάτων τόσο θεωρητικής (μαθήματα, φροντιστήρια, σεμινάρια κ.α.), όσο και πρακτικής εκπαίδευσης (συμμετοχή των φοιτητών στην εξέταση ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία και στους θαλάμους νοσηλείας, παρακολούθηση χειρουργείου και διαδικασιών μετεγχειρητικής ανάνηψης κ.α.), και (δ) το γεγονός ότι το έργο των μελών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2530/1997, στην παροχή διδακτικού και ερευνητικού επιστημονικού έργου, το οποίο περιλαμβάνει και κλινικές ασκήσεις και εργασίες, καθώς και εφηρμοσμένη έρευνα, έκρινε ότι η, κατά τα ανωτέρω, παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος ως επιστήμονα, ερευνητή και πανεπιστημιακού διδασκάλου, καθόσον είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία αναπτύξεως της διδακτικής και ερευνητικής του δραστηριότητας και της ασκήσεως των αντίστοιχων καθηκόντων του ως καθηγητή καρδιακής χειρουργικής και διευθυντή πανεπιστημιακής κλινικής. Ενόψει τούτων, με την πρωτόδικη απόφαση επιδικάσθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του σύμφωνα με τα άρθρα 57 και 59 του Α.Κ., ενώ έγινε, περαιτέρω, δεκτό ότι το, κατά τα ανωτέρω, επιδικασθέν χρηματικό ποσό έπρεπε, παρά το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, να καταβληθεί νομιμοτόκως από την επίδοσή της τελευταίας. Επί του ζητήματος αυτού, κρίθηκε ότι από το άρθρο 21 του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, στο οποίο ορίζεται ότι ο υπολογισμός του νόμιμου και του τόκου υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής, εν συνδυασμώ ερμηνευομένου προς το άρθρο 75 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, συνάγεται ότι το Δημόσιο δεν οφείλει τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που προηγείται της επιδόσεως της αγωγής.
11. Επειδή, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αφενός μεν του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως αυτής, αφετέρου δε των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ζήτησαν την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής αποζημιώσεως. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις ασκηθείσες εφέσεις, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε εν μέρει την έφεση του αναιρεσείοντος, μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι τα αρχικώς εναχθέντα νομικά πρόσωπα υποχρεούνται να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 250.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση του, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την παράνομη παράλειψη λειτουργίας της επίμαχης πανεπιστημιακής κλινικής. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επανελήφθησαν σε γενικές γραμμές οι αντίστοιχες κρίσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι αστική ευθύνη του Δημοσίου γεννάται όχι μόνον από την έκδοση παράνομης διοικητικής πράξεως, αλλά και από υλικές ενέργειες ή παραλείψεις οφειλόμενων νομίμων ενεργειών των οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στις περιπτώσεις, βεβαίως, που οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνδέονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των αντίστοιχων υπηρεσιών και δεν έχουν σχέση με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή δεν οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου ενεργούντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Συναφώς έγινε δεκτό ότι ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο όταν, με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κειμένης εν γένει νομοθεσίας, των δεδομένων της κοινής πείρας και των αρχών της καλής πίστεως προσιδιάζοντα στην συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις. Κρίθηκε, επίσης, ότι από τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., ερμηνεύομενες σε συνδυασμό προς τις προμνησθείσες διατάξεις του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ζημίας, που προήλθε από παράνομη πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ήταν επαρκώς ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, που πράγματι, τελικώς, επήλθε. Συναφώς, κρίθηκε ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση είναι παρόμοια με την αξίωση του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και ότι στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων της ουσίας ανήκει η κρίση περί του αν ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και περί του επιδικαστέου, κατά περίπτωση, ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάστασή της βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής. Προς διαμόρφωση της κρίσεώς του, το δικαστήριο της αποζημιώσεως πρέπει, επίσης, να λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος, καθώς και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των διάδικων μερών. Εκ τούτων, το δικάσαν δικαστήριο συνήγαγε ότι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης, κατά τα ανωτέρω, χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου, απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του στην αρχική δίκη. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, ευθύνη προς αποζημίωση είχε, εν προκειμένω, αποκλειστικώς και μόνον το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την έναρξη λειτουργίας της κλινικής, καθόσον όχι μόνον προέβη στην ίδρυση και στην εγκατάστασή της στο Κοργιαλένειο – Μπενάκειο Νοσοκομείο αλλά και στις ενέργειες που απαιτούντο για την πλήρωση της θέσεως πρωτοβάθμιου καθηγητή της καρδιοχειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος θα διοριζόταν, εν συνεχεία, ως διευθυντής της πανεπιστημιακής κλινικής. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορούσαν, εξάλλου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Δημοσίου, και οι προβλέψεις της Α1α/4230δις/1998 κοινής υπουργικής αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες η λειτουργία της κλινικής θα γινόταν σταδιακώς με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, στο οποίο η κλινική αυτή επρόκειτο να εγκατασταθεί. Πρόσθετα επιχειρήματα επιχείρησε να αντλήσει το αναιρεσίβλητο Δημόσιο τόσο από το προοίμιο του π.δ. 398/1993, στο οποίο δεν αναγράφεται δαπάνη σε βάρος του, όσο και από τις αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 5 του μεταγενέστερου π.δ. 123/2000, με το οποίο τροποποιήθηκε το προγενέστερο διάταγμα. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την αιτιολογία ότι το Δημόσιο είχε εκ του νόμου (άρθρο 7 του π.δ/τος 398/1993), όχι μόνον την υποχρέωση ιδρύσεως και εγκαταστάσεως της καρδιοχειρουργικής κλινικής αλλά και την πρόσθετη υποχρέωση εξασφαλίσεως της αναγκαίας για τη λειτουργία της χρηματοδοτήσεως. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στους πόρους της κλινικής περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 398/1993, οι πιστώσεις, που, μεταξύ άλλων, προέρχονται από δημόσιες επενδύσεις ή από τον τακτικό προϋπολογισμό, καθώς και από την ετήσια επιχορήγηση της κλινικής από τον κρατικό προϋπολογισμό και τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων. Υπέρ της ερμηνευτικής αυτής εκδοχής συνηγορούσαν, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, και οι διατάξεις του άρθρου 5 του μεταγενέστερου π.δ. 123/2000, με τις οποίες, κατά τροποποίηση του προμνησθέντος προεδρικού διατάγματος, ορίσθηκε ρητώς ότι στα έσοδα της κλινικής περιλαμβάνονται και οι οικονομικές επιχορηγήσεις των Υπουργείων Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας και Πρόνοιας προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Κοργιαλένειο – Μπενάκειο Νοσοκομείο, αντιστοίχως. Κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι αίτημα χρηματοδοτήσεως της κλινικής είχε υποβληθεί από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το αίτημα, ωστόσο, αυτό ουδέποτε ικανοποιήθηκε από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, ( βλ. το 2238/431/30.9.1998 έγγραφο του Ε.Κ.Π.Α., με το οποίο είχε ζητηθεί η χρηματοδότηση της προμήθειας εξοπλισμού, συνολικής αξίας 533.500.000 δραχμών και στο οποίο, επί λέξει, αναφερόταν ότι «εκτός από την εκπαίδευση των φοιτητών θα προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο και θα ανακουφίσει τις υπάρχουσες ανάγκες για καρδιοχειρουργικές κλινικές» ). Συναφώς, κρίθηκε ότι η ευθύνη του Δημοσίου δεν αίρεται, σύμφωνα με το άρθρο 926 του ΑΚ, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι μέρος της ευθύνης για τη μη λειτουργία της κλινικής έχει και το Κοργιαλένειο – Μπενάκειο Νοσοκομείο, απορρίφθηκαν δε ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο λόγο του αναιρεσίβλητου Πανεπιστημίου, σύμφωνα με τον οποίο αυτό δεν είχε παρανομήσει αφού είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη λειτουργία της καρδιοχειρουργικής κλινικής, όπως προέκυπτε από τα επικαλούμενα από αυτό έγγραφα προς τα Υπουργεία Παιδείας και Θρησκευμάτων, Υγείας, Πρόνοιας κ.λπ. και ότι μόνο υπεύθυνο για τη μη λειτουργία της ως άνω κλινικής ήταν το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 398/1993, πόροι της κλινικής είναι πιστώσεις από την ιδιαίτερη περιουσία του Πανεπιστημίου ή τον προϋπολογισμό του και ότι το Πανεπιστήμιο όφειλε να στελεχώσει την κλινική με το απαραίτητο για τη λειτουργία της πανεπιστημιακό και λοιπό επιστημονικό προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 1397/1983, συνεπώς ότι ο αναιρεσείων είχε αξίωση αποζημιώσεως κατά το άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και κατά του Πανεπιστημίου Αθηνών και ότι ο βαθμός ευθύνης στην προκειμένη περίπτωση του καθενός από τους συνυποχρέους (Δημόσιο και Πανεπιστήμιο Αθηνών) θα καθοριστεί στη δίκη περί αναγωγής του υποχρέου που κατέβαλε ολόκληρο το ποσό (άρθρο 927 ΑΚ). Απορριπτέοι κρίθηκαν, επίσης, και οι ισχυρισμοί περί αοριστίας της αγωγής, η οποία, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, περιελάμβανε όλα τα μνημονευόμενα στο άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στοιχεία και, συγκεκριμένα, τόσο την έννομη σχέση, από την οποία απέρρευσε η ένδικη αξίωση, όσο και τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους που θεμελιώνουν τη βασιμότητα του αγωγικού αιτήματος, το οποίο ήταν επαρκώς καθορισμένο. Κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του το δικάσαν δικαστήριο έλαβε ιδιαιτέρως υπόψη ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι το Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν διέθεσε πιστώσεις από τον προϋπολογισμό του, ούτε προέβη στις κατάλληλες ενέργειες προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την εξασφάλιση των μέσων και του επιστημονικού και τεχνικού εξοπλισμού, που απαιτείτο για τη λειτουργία της πανεπιστημιακής κλινικής καθώς και για την πρόσληψη του αντίστοιχου νοσηλευτικού και ερευνητικού προσωπικού. Απερρίφθησαν, επίσης, οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Κατά τους ειδικότερους ισχυρισμούς του Πανεπιστημίου Αθηνών, η παραίτηση από την προγενέστερη αγωγή δημιούργησε ευλόγως την εντύπωση ότι ο αναιρεσείων απεδέχθη τη νομιμότητα των ενεργειών και των παραλείψεων των αρμόδιων πανεπιστημιακών οργάνων, εντύπωση, η οποία ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε άσκησε τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα βοηθήματα κατά των παραλείψεων της διοικήσεως να θέσει σε λειτουργία την πανεπιστημιακή κλινική. Το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 281 του Α.Κ. αφορούν την άσκηση δικαιωμάτων του ιδιωτικού δικαίου και ότι δεν έχουν εφαρμογή επί σχέσεων που, όπως εν προκειμένω, διέπονται από το δημόσιο δίκαιο. Συναφώς, κρίθηκε ότι το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε, κατά το παρελθόν, εγείρει άλλη αγωγή αποζημιώσεως, από το δικόγραφο της οποίας, εν συνεχεία, παραιτήθηκε, δεν καθιστούσε καταχρηστική την άσκηση της νεότερης αγωγής, καθόσον η παραίτηση από ήδη ασκηθείσα αγωγή αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντος, το οποίο αναγνωρίζεται ρητώς και στο άρθρο 76 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά, χωρίς την παράθεση ειδικής αιτιολογίας, το αίτημα του αναιρεσίβλητου Πανεπιστημίου περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την εξέταση των προτεινόμενων από αυτό μαρτύρων, οι οποίοι θα επιβεβαίωναν αφενός μεν την ανυπαρξία οιασδήποτε ευθύνης του Πανεπιστημίου για τη μη λειτουργία της καρδιοχειρουργικής κλινικής, αφετέρου δε την ανυπαρξία της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφ΄ ενός μεν το δικαστήριο της ουσίας έχει ευχέρεια και όχι υποχρέωση να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων, αφ΄ ετέρου δε η εξέταση μαρτύρων στη διοικητική δίκη πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, το αναιρεσίβλητο δε Πανεπιστήμιο δεν εξέθεσε τους λόγους που καθιστούσαν εν προκειμένω αναγκαία, κατά την άποψή του, την προσφυγή στη χρήση του εξαιρετικού αυτού αποδεικτικού μέσου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε και νεότερο αίτημα του Πανεπιστημίου Αθηνών περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την εξέταση μαρτύρων, με την αιτιολογία ότι το πρωτοδίκως υποβληθέν αίτημα δεν είχε υποβληθεί νομίμως, ότι το δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε περίπτωση, ευχέρεια έχει και όχι υποχρέωση να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων και ότι, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, ο λόγος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να κάνει δεκτό το αίτημα του Πανεπιστημίου για την εξέταση μαρτύρων για την ισότητα των δικονομικών όπλων αφού ο αντίδικος (αναιρεσείων) εξέτασε μάρτυρες ενώπιον συμβολαιογράφου και αυτό δεν ηδυνήθη να πράξει το ίδιο για λόγους ανωτέρας βίας, προβλήθη το πρώτον απαραδέκτως ενώπιον του εφετείου. Ορθές, εξάλλου, ήταν, κατά την εκτίμηση του δικάσαντος δικαστηρίου, και οι σκέψεις της πρωτόδικης αποφάσεως περί μη παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, διότι οι αξιώσεις αυτές δεν γεννήθηκαν με την εκλογή του αναιρεσείοντος στη θέση του καθηγητή (1994), αλλά μόνον μετά την έκδοση της κοινής υπουργικής αποφάσεως (1998) περί εγκαταστάσεως της κλινικής στο Κοργιαλένειο- Μπενάκειο Νοσοκομείο, καθόσον από τότε κατέστη δυνατή η έναρξη της λειτουργίας της κλινικής. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε, περαιτέρω, δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι, προβαίνοντας στις θετικές πράξεις της ιδρύσεως της πανεπιστημιακής κλινικής, της εγκαταστάσεώς της και του διορισμού του αναιρεσείοντος στη θέση του καθηγητή της καρδιοχειρουργικής και, εν συνεχεία, του διευθυντή αυτής, δημιούργησαν στον τελευταίο την εύλογη πεποίθηση ότι η κλινική θα λειτουργήσει και ότι αυτός θα ασκήσει πράγματι τα ανατεθειμένα σε αυτόν καθήκοντα, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνίστανται όχι μόνον στη θεωρητική διδασκαλία των φοιτητών, αλλά και στην πρακτική εξάσκησή τους. Εν τούτοις, η κλινική αυτή δεν λειτούργησε, λόγω παραλείψεων των κρατικών και πανεπιστημιακών οργάνων, που ήταν αρμόδια για τη χρηματοδότησή της, την προμήθεια του τεχνολογικού της εξοπλισμού και το διορισμό του πανεπιστημιακού, επιστημονικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού που ήταν απαραίτητο για την έναρξη λειτουργίας της. Η, κατά τα ανωτέρω, συμπεριφορά συνιστούσε, κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, ειδικότερη απόρροια της οποίας είναι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Η παράνομη, ωστόσο, αυτή συμπεριφορά δεν αποτελούσε, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πρόσφορη αιτία απώλειας των εισοδημάτων που αποκόμιζε ο αναιρεσείων στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής από την άσκηση των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, αφού ακόμη και στην περίπτωση που η εν λόγω κλινική είχε λειτουργήσει, αυτός δεν θα ελάμβανε τις αποδοχές του εξωτερικού, αλλά αυτές που ήδη έλαβε ως καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Απορριπτέος ως αναπόδεικτος κρίθηκε, συναφώς, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προέβαλε ότι, εάν είχε ενημερωθεί από τα αρμόδια όργανα ότι η προαναφερόμενη κλινική δεν θα λειτουργούσε, δεν θα είχε εγκαταλείψει την καριέρα που είχε δημιουργήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν θα είχε απωλέσει τα εισοδήματά του στο εξωτερικό. Κατ’ εκτίμηση τούτων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι δεν υπήρχε, ως προς το αιτούμενο διαφυγόν κέρδος των 2.336.127 ευρώ, ο κατ’ άρθρα 298 Α.Κ. και 105 ΕισΝΑΚ αξιούμενος αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανόμου παραλείψεως λειτουργίας της πανεπιστημιακής κλινικής και της απώλειας των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος στις ΗΠΑ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε, αντιθέτως, δεκτό, κατόπιν συνεκτιμήσεως των στοιχείων, που είχαν ληφθεί υπόψη και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της αντίστοιχης κρίσεώς του καθώς και του ότι στο κλινικό έργο της επίδικης πανεπιστημιακής κλινικής περιλαμβάνεται η περίθαλψη και νοσηλεία των ασθενών με καρδιοχειρουργικές παθήσεις, ότι η, κατά τα ανωτέρω, παράνομη συμπεριφορά τόσο των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου όσο και των οργάνων του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος ως επιστήμονα, ερευνητή και πανεπιστημιακού δασκάλου, διότι είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία του τελευταίου να προσφέρει τη διδακτική και ερευνητική εργασία, για την εκτέλεση της οποίας υπέβαλε υποψηφιότητα κατά την προηγηθείσα διαδικασία προκηρύξεως της οικείας θέσεως. Νομίμως, ως εκ τούτου, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναγνωρίσθηκε, με την πρωτόδικη απόφαση, ότι υπήρχε υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, η οποία, ενόψει του είδους της παρανομίας και της οικονομικής και ηθικής καταστάσεως των διάδικων μερών, προσδιορίστηκε στο ποσό των 250.000 ευρώ, ύστερα από μερική μεταρρύθμιση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε αναγνωρίσει ως οφειλόμενο στον αναιρεσείοντα για την ίδια αιτία το ποσό των 150.000 ευρώ. Απορριπτέοι κρίθηκαν, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου Πανεπιστημίου, με τους οποίους προεβλήθη ότι ο αναιρεσείων δεν υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον απολάμβανε πλήρως τα προσόντα που απέρρεαν από την ιδιότητά του ως μέλους του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διδακτικό και ερευνητικό έργο του αναιρεσείοντος, το οποίο αποτελούσε και το κύριο καθήκον του ως πανεπιστημιακού διδασκάλου, ήταν, λόγω της αδυναμίας λειτουργίας της επίδικης πανεπιστημιακής κλινικής, εξαιρετικά περιορισμένο, ενώ, για τον ίδιο λόγο, το κλινικό του έργο στο δημόσιο τομέα ήταν ανύπαρκτο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, τέλος, ότι τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπεχρεούντο να καταβάλουν νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσό, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων μετέτρεψε, με προφορική δήλωσή του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
13. Επειδή, η από 16.12.2002 αγωγή του αναιρεσείοντος είναι ορισμένη, εφόσον σε αυτήν αναφέρονται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνιστούν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, παράνομες παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις οποίες αυτός στηρίζει την αξίωσή του τόσο προς αποκατάσταση της υλικής του ζημίας όσο και της ηθικής του βλάβης, εξειδικεύεται στην αγωγή, ενόψει των παραλείψεων αυτών, η προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος εν προκειμένω, περιέχεται δε στην αγωγή αυτή σαφώς καθορισμένο αίτημα. Συνεπώς, η σχετική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος είναι ορισμένη, παρίσταται ορθή και νόμιμη, τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί εσφαλμένης κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου, περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής του αναιρεσείοντος και περί παραβάσεως του άρθρου 73 του ΚΔΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, ενόψει του προεκτεθέντος πραγματικού της υποθέσεως, το οποίο δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που εκτέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, ανεξαρτήτως της υπάρξεως υποχρεώσεως της Διοικήσεως (Δημοσίου και Πανεπιστημίου) να λειτουργήσει την ιδρυθείσα κλινική, ο διορισμός του αναιρεσείοντος ως Διευθυντή στην κλινική αυτή του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι η εν λόγω κλινική θα λειτουργήσει και ότι αυτός θα ασκήσει τα σχετικά καθήκοντα του Διευθυντή της κλινικής αυτής. Το γεγονός δε ότι μέχρι το έτος 2001 η ανωτέρω κλινική δεν λειτούργησε παρά τις σχετικές προσπάθειες και ενέργειες του αναιρεσείοντος τόσο προς τα όργανα του Δημοσίου όσο και προς τα όργανα του Πανεπιστημίου Αθηνών και η στέρηση της δυνατότητας αυτού να ασκήσει εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα του Διευθυντή της κλινικής αυτής, τα οποία συναρτώντο άμεσα με την άσκηση των κυρίων του καθηκόντων ως πανεπιστημιακού δασκάλου στον τομέα της καρδιοχειρουργικής, συνιστούν παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως εκ μέρους των οργάνων τόσο του Δημοσίου όσο και του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία γεννά αξίωση προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, όπως ορθώς, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, έκρινε το δικάσαν διοικητικό εφετείο . Όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα τόσο με την αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου όσο και με την αίτηση αναιρέσεως του Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και τα ειδικότερα προβαλλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο ότι εν προκειμένω δεν ενομιμοποιείτο παθητικώς το τελευταίο αλλά μόνον το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξ άλλου, ενόψει της αξιώσεως του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση λόγω παράβασεως εκ μέρους των οργάνων τόσο του Ελληνικού Δημοσίου όσο και του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά τα ανωτέρω, της αρχής της χρηστής διοικήσεως, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελή όλα τα προβαλλόμενα με τα δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το από 3.7.2007 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, και του Πανεπιστημίου Αθηνών περί ανυπαρξίας παράνομης παραλείψεως των οργάνων αμφοτέρων των ως άνω νομικών προσώπων να χρηματοδοτήσουν τη λειτουργία της ανωτέρω κλινικής και περί πλημμελούς αιτιολογίας της αντίθετης σχετικής κρίσεως του δικάσαντος διοικητικού εφετείου. Περαιτέρω, με νόμιμη, κατ’ αρχήν, αιτιολογία έκρινε το δικάσαν δικαστήριο και ανελέγκτως κατ΄αναίρεση ως προς την ουσιαστική του κρίση ότι η διάψευση της εμπιστοσύνης του αναιρεσείοντος ότι θα λειτουργούσε η κλινική, στην οποία αυτός είχε διοριστεί ως Διευθυντής, δεν αποδείχτηκε ότι τελούσε, σε αιτιώδη συνάφεια με την υλική ζημία, την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι υπέστη και συγκεκριμένα με την απώλεια των εισοδημάτων του στο εξωτερικό. Τούτο δε διότι, κατά την έννοια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν κατέληξε ούτε και πιθανολόγησε κρίση από την εκτίμηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ότι η υλική ζημία, την οποία ο αναιρεσείων υπέστη και συγκεκριμένα η απώλεια των αποδοχών του στις ΗΠΑ (διαφυγόντα κέρδη) τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη μη λειτουργία της κλινικής, υπό την έννοια ότι εάν ο αναιρεσείων εγνώριζε εκ των προτέρων ότι η κλινική δεν επρόκειτο να λειτουργήσει, δεν θα εγκατέλειπε την καριέρα του και τη ζωή του στις ΗΠΑ. Η κρίση αυτή παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη ενόψει του ότι, κατά τα βεβαιούμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων εγκατέλειψε την αλλοδαπή και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα όχι όταν διορίστηκε Διευθυντής της ως άνω κλινικής αλλά σε προγενέστερο χρονικό σημείο και συγκεκριμένα όταν, πριν από το διορισμό του ως Διευθυντή της εν λόγω κλινικής, εξελέγη και διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θέση στην οποία και παρέμεινε, υπηρετών ως καθηγητής, μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο μεταβλήθηκε η νομοθεσία ( ν. 2889/2001 ) και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν θα μπορούσε εφεξής, υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς, ως πανεπιστημιακός ιατρός, να ασκήσει το επάγγελμά του χειρουργού εκτός του Πανεπιστημίου όπως μπορούσε μέχρι τότε. Τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, ότι εν προκειμένω δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία, αν αυτός γνώριζε εκ των προτέρων ότι η ως άνω κλινική δεν επρόκειτο ποτέ να λειτουργήσει δεν θα εγκατέλειπε τη ζωή του και την επαγγελματική του σταδιοδρομία στις ΗΠΑ και ότι επομένως αυτός θα εξακολουθούσε να αμείβεται στις ΗΠΑ για την παροχή των υπηρεσιών του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, κατά το μέρος δε που αμφισβητείται η ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι εν προκειμένω δεν αποδείχτηκε ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και του Πανεπιστημίου και συγκεκριμένα μεταξύ της διαψεύσεως της εμπιστοσύνης του αναιρεσείοντος ότι η εν λόγω κλινική θα λειτουργούσε και της απώλειας των αποδοχών του αναιρεσείοντος στις ΗΠΑ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα. Εξ άλλου, αβασίμως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι εν προκειμένω υπήρχε υποχρέωση της Διοικήσεως να τον ενημερώσει ήδη πριν αυτός αναχωρήσει μονίμως από τις ΗΠΑ για τη μη λειτουργία της ανωτέρω κλινικής, ενόψει του ότι από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας καθιερώνεται αντίστοιχη υποχρέωση ενημερώσεως των υποψηφίων για την κατάληψη θέσεων διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ανεξαρτήτως της αδυναμίας της Διοικήσεως να διαγνώσει εκ των προτέρων τις δυσχέρειες που τυχόν θα ανέκυπταν κατά την οργάνωση ενός πρωτοπόρου επιστημονικού τομέα, όπως η λειτουργία της ανωτέρω κλινικής και να είναι σε θέση να ενημερώσει τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.
14. Επειδή, περαιτέρω, η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του ως επιστήμονα, ερευνητή και πανεπιστημιακού δασκάλου από τη μη λειτουργία της ως άνω κλινικής δεν γεννήθηκε με την εκλογή του ως καθηγητή (1994), όπως αβασίμως είχε προβάλει τα Ελληνικό Δημόσιο, αλλά μόνον ύστερα από την εγκατάσταση της κλινικής στο « Κοργιαλένειο Μπενάκειο Νοσοκομείο» και το διορισμό του αναιρεσείοντος ως Διευθυντή της κλινικής αυτής (1998), οπότε ο αναιρεσείων πίστεψε ευλόγως ότι έπρεπε να αρχίσει η λειτουργία της και ότι, ως εκ τούτου, η αξίωση αυτή του αναιρεσείοντος δεν είχε υποπέσει, κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής αυτού (16.12.2002), στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 48 του ν.δ. 496/1974 (Α΄204) περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 (Α΄247) περί δημοσίου λογιστικού, είναι ορθή, τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, ορθώς το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι νομίμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το αίτημα του Πανεπιστημίου Αθηνών να εξεταστούν μάρτυρες, νομίμως δε απέρριψε και το ίδιο το δικάσαν διοικητικό εφετείο αντίστοιχο αίτημα του Πανεπιστημίου Αθηνών, περί εξετάσεως μαρτύρων, εφόσον η εξέταση μαρτύρων απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων της ουσίας, η σχετική δε απορριπτική αιτήματος των διαδίκων για την εξέταση μαρτύρων κρίση τους, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Συνεπώς όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την αίτηση αναιρέσεως του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
15. Επειδή, όπως εξετέθη ανωτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη του ότι: α) σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2350/1997, μεταξύ των καθηκόντων των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, είναι η παροχή διδακτικού και ερευνητικού έργου, β) ότι η αποστολή της ιδρυθείσας πανεπιστημιακής κλινικής ήταν, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της, η εκπαίδευση των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο γνωστικό αντικείμενο της Χειρουργικής Θώρακος – Καρδίας – Μεγάλων Αγγείων, η οποία εκπαίδευση θα υλοποιείτο με την κατάρτιση και εφαρμογή προγραμμάτων θεωρητικής (από έδρας μαθήματα, φροντιστήρια, σεμινάρια, περιγραφή και ανάλυση περιπτώσεων της κλινικής) και πρακτικής εκπαιδεύσεως (συμμετοχή των φοιτητών στην εξέταση των ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία και στους θαλάμους νοσηλείας, παρακολούθηση χειρουργείου και μετεγχειρητικής ανανήψεως κ.λπ.), γ) ότι στο κλινικό έργο της πιο πάνω κλινικής περιλαμβανόταν η περίθαλψη και νοσηλεία των ασθενών με καρδιοχειρουργικές παθήσεις, δ) ότι το έργο του καθηγητή των κλάδων της ιατρικής επιστήμης και ειδικότερα του κλάδου της καρδιοχειρουργικής, δεν εξαντλείται μόνο στη θεωρητική απλώς διδασκαλία των φοιτητών αλλά περιλαμβάνει και πρακτική εξάσκηση αυτών σε αντίστοιχη κλινική, το δε πρακτικό αυτό μέρος είναι πρωτίστης σημασίας για την ορθή και ολοκληρωμένη διδασκαλία των φοιτητών, ε) την ιδιότητα, τις σπουδές, τους τίτλους, την επαγγελματική εμπειρία, την επιστημονική κατάρτιση και φήμη και το ερευνητικό, επιστημονικό και διδακτικό έργο του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτουν από το βιογραφικό σημείωμα αυτού και επιβεβαιώνονται από τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα, στ) τις προαναφερόμενες πράξεις των αντιδίκων του αναιρεσείοντος καθηγητή που του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι η κλινική θα λειτουργήσει και ότι αυτός θα μπορέσει να εκτελέσει τα καθήκοντά του καθώς και τις προαναφερόμενες παραλείψεις αυτών ως προς την έκδοση των απαραίτητων διοικητικών πράξεων και τη διενέργεια των κατάλληλων υλικών ενεργειών για τη λειτουργία της κλινικής. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο, κατέληξε στην κρίση ότι η εν λόγω παράνομη συμπεριφορά των ως άνω νομικών προσώπων (του Κράτους και του Πανεπιστημίου Αθηνών) είχε ως αποτέλεσμα να προσβληθεί η προσωπικότητα του αναιρεσείοντος ως επιστήμονα – ερευνητή και πανεπιστημιακού δασκάλου, αφού ουσιαστικά δεν του επιτράπηκε να προσφέρει τη διδακτική και ερευνητική του εργασία, για την οποία συμμετείχε στη διαδικασία της προκηρύξεως της οικείας θέσεως και εκλογής του, εμποδίζοντας αυτόν ουσιαστικά να ασκήσει τα καθήκοντα του καθηγητή της καρδιοχειρουργικής και του Διευθυντή της οικείας κλινικής και αναγνώρισε ότι τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα όφειλαν να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενόψει του είδους της παρανομίας, το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, αντί του ποσού των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ που είχε αναγνωρίσει ως οφειλόμενο στον αναιρεσείοντα για την ίδια αιτία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μεταρρυθμίζοντας, ύστερα από μερική αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση. Με τον προσδιορισμό όμως της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δηλαδή της διαταραχής που προκλήθηκε στον εσωτερικό κόσμο του προαναφερθέντος από την ανωτέρω αιτία, σε ποσό ανερχόμενο σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και μάλιστα κατά λίαν σημαντική επαύξηση του επιδικασθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσού, το δικάσαν εφετείο παραβίασε, κατά την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, διότι υπερέβη, κατά τα εκτεθέντα στην τέταρτη σκέψη, τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από την εν λόγω διάταξη εξουσίας του, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω προσδιορισθέν ποσό, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως αυτές εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρίσταται υπερβολικά υψηλό, δοθέντος ότι ευρίσκεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε προφανή δυσαναλογία σε σχέση με την έκταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως με την αίτηση αναιρέσεως του Πανεπιστημίου Αθηνών, η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τον ως άνω λόγο, ενώ πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά όπως και οι αιτήσεις αναιρέσεως του αναιρεσείοντος και του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της αυτό, με το οποίο επιδικάστηκε υπέρ του αναιρεσείοντος (αναγνωρίστηκε ως οφειλόμενο στον αναιρεσείοντα) το ανωτέρω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, να αναπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος στο δικάσαν δικαστήριο προκειμένου αυτό να προβεί στον εκ νέου προσδιορισμό του ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, κινούμενο εντός των διαγραφόμενων από τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. ορίων και σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα (βλ. την τέταρτη και τη δέκατη πέμπτη σκέψη).
16. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων.
Δ ι α τ α ύ τ α
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Αναιρεί εν μέρει την 887/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Απορρίπτει την αίτηση αυτή κατά τα λοιπά.
Απορρίπτει την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα κριθέντα στο αιτιολογικό.
Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος καθηγητή, κατά τα εκτεθέντα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων. Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος
Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη
