Ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος αυτός, υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τέτοιο μάλιστα τρόπο ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το οικόπεδο.
Αριθμός 2329/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ. Γκορτζολίδου, Σύμβουλοι, Χρ. Λιάκουρας, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.
Για να δικάσει την από 16 Ιανουαρίου 2006 έφεση:
του Κωνσταντίνου Παν. Κόκκορη, κατοίκου Αθήνας (Θεμιστοκλέους 75-77), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Βαχαβιόλο (Α.Μ. 4276), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1) Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και 2) Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας, οι οποίοι δεν παρέστησαν,
και κατά των παρεμβαινόντων: 1) Βασιλείου Ιωάννη Καράμπελα και 2) Μαρίας συζ. Βασιλείου Καράμπελα, κατοίκων Γυθείου Ν. Λακωνίας (Ηρακλέους 2), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Διαμαντή Μπιλιάνη (Α.Μ. 13181), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,
και κατά της υπ’ αριθμ. 211/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Λιάκουρα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο των παρεμβαινόντων, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1937187, 2644874/2008 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 211/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 6.4.1999 αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος κατά της υπ’ αριθμ. πρωτ. 52/1998 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Γυθείου της Ν.Α. Λακωνίας, με την οποία επετράπη στους Βασίλειο και Μαρία Καράμπελα η ανέγερση ισογείου οικοδομής με υπόγειο στη θέση «Προφήτης Ηλίας», στην περιφέρεια του Δήμου Γυθείου του Νομού Λακωνίας.
3. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνουν, το πρώτον στην παρούσα δίκη, διά του από 27.6.2008 δικογράφου (αρ. καταθ. 628/1.7.2008) οι δικαιούχοι της προσβαλλόμενης οικοδομικής άδειας Βασίλειος Καράμπελας και Μαρία συζ. Βασιλείου Καράμπελα.
4. Επειδή, στο άρθρο 1 του π.δ/τος της 24/31.5.1985 «Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών» (Δ΄ 270), όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω οικοδομικής άδειας, ορίζεται ότι: «1. Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων που βρίσκονται εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή εκτός των ορίων των νόμιμα υφισταμένων πριν από το έτος 1923 οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικών ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίσθηκαν με το από 6.10.1978 π.δ/γμα (ΦΕΚ 538 Δ) ως ισχύει τροποποιούνται ως εξής: 1 α) ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα. β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ώς και σε εγκατελειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο: σαράντα πέντε (45) μέτρα, ελάχιστο βάθος: πενήντα (50) μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: τέσσερις χιλιάδες (4.000) τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών και οικισμών και είχαν την 24.4.1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5.4.1977 π.δ/τος (Δ΄ 133), ελάχιστο εμβαδόν δύο χιλιάδες (2.000) τ.μ. β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν : αα) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.11.1962, ημέρα δημοσίευσης του από 24.10.1962 β.δ. (Δ΄ 142): ελάχιστο πρόσωπο : δέκα (10) μέτρα, ελάχιστο βάθος: δέκα πέντε (15) μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: επτακόσια πενήντα (750) τ.μ., ββ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 12.9.1964, ημέρα δημοσίευσης του από 21.7.1964 β.δ. (Δ΄ 141): ελάχιστο πρόσωπο: είκοσι (20) μέτρα, ελάχιστο βάθος: τριάντα πέντε (35) μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: χίλια διακόσια (1.200) τ.μ. γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 17.10.1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.1978 π.δ. (Δ΄ 538): ελάχιστο πρόσωπο: είκοσι πέντε (25) μέτρα, ελάχιστο βάθος: σαράντα (40) μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: δύο χιλιάδες (2.000) τ.μ. δδ) τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν κατά τη 17.10.1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.1978 π.δ. (ΦΕΚ 538 Δ΄) μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος ελάχιστο εμβαδόν τέσσερις 4.000 τ.μ. …». Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του Γ.Ο.Κ. (ν. 1577/1985, Α΄ 210), «… 12. Γήπεδο είναι η συνεχόμενη έκταση γης που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε έναν ή σε περισσότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου. 13. Οικόπεδο είναι κάθε γήπεδο, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή μέσα στα όρια οικισμού χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο 14. … 15. Πρόσωπο οικοπέδου ή γηπέδου είναι το όριό του προς τον κοινόχρηστο χώρο», ενώ, κατά άρθρα 6 και 24 του Γ.Ο.Κ., για να είναι οικοδομήσιμο ένα οικόπεδο πρέπει να έχει πρόσωπο, δηλαδή όριο, προς κοινόχρηστο χώρο.
5. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η υποχρέωση προσήκουσας διαμόρφωσης, ανάπτυξης, πολεοδόμησης και επέκτασης των πόλεων και των οικιστικών γενικώς περιοχών, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης, συνάγεται θεμελιώδης, από πλευράς δυνατότητας δόμησης, διαφοροποίηση μεταξύ των περιοχών που αναπτύσσονται με βάση οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο οικισμών και των εκτός σχεδίου περιοχών, οι οποίες δεν έχουν ως προορισμό, κατ’ αρχήν, τη δόμηση (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3135/2002 κ.ά.).
Για την μεν πρώτη κατηγορία περιοχών, η δόμηση επιτρέπεται με μόνη προϋπόθεση την τήρηση των ορισμών του σχεδίου πόλεως και των όρων και περιορισμών δόμησης που το συνοδεύουν.
Στην δεύτερη, όμως, κατηγορία περιοχών, ως προς τις οποίες δεν είναι δυνατόν, να εξασφαλισθεί η τήρηση των κατά τα ανωτέρω συνταγματικών σκοπών, λόγω της έλλειψης πολεοδομικής οργάνωσης και συγκροτημένου κανονιστικού πλαισίου οικιστικής ανάπτυξης, προσαρμοσμένου στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, η δόμηση μόνον κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, δυναμένη και να απαγορεύεται εν όλω ή εν μέρει ή να επιτρέπεται υπό ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους και περιορισμούς. Οι όροι, πάντως, αυτοί δεν επιτρέπεται να είναι ευνοϊκότεροι, δηλαδή να καθιστούν ευχερέστερη τη δόμηση, σε σχέση προς τους ισχύοντες για τις εντός σχεδίου περιοχές. Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω περιοριστικών της δόμησης διατάξεων του π.δ/τος της 24/31.5.1985, οι οποίες αποβλέπουν, πρωτίστως, στην διαφύλαξη του κατά τα εκτεθέντα ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών και στην αποφυγή καταστρατήγησης παγίων πολεοδομικών κανόνων ορθολογικής δόμησης (ΣτΕ 2606/2005), η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη στις περιοχές αυτές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο βασικός κανόνας δόμησης της εν γένει πολεοδομικής νομοθεσίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα οικόπεδα που έχουν πρόσωπο, κοινό όριο δηλαδή, σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση, δοθέντος ότι με τις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται ρητώς εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, αφού, μάλιστα, υπό την αντίθετη εκδοχή, πέραν του ζητήματος αν τυχόν σχετική διάταξη θα ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα, θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί δυνατή η δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους από την ανωτέρω άποψη, ακόμη και εκείνων που ισχύουν στις εντός σχεδίου περιοχές (ΣτΕ 3504/2010 7μελούς).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος αυτός, ανεξαρτήτως εάν είναι εθνικός, επαρχιακός, δημοτικός ή κοινοτικός, υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τέτοιο, μάλιστα, τρόπο ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το γήπεδο.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υπ’ αριθμ. 52/2.4.1998 πράξη του Προϊσταμένου του Γραφείου Πολεοδομίας Γυθείου της Ν.Α. Λακωνίας χορηγήθηκε στους Βασίλειο και Μαρία Καράμπελα άδεια ανέγερσης «νέας ισογείου οικοδομής με υπόγειο» στη θέση «Προφήτης Ηλίας» του Δήμου Γυθείου Λακωνίας. Με την από 17.3.1999 αίτησή του προς το ανωτέρω Γραφείο (αρ. πρωτ. ΠΓ 286/17. 3.1999), ο εκκαλών ζήτησε την ανάκληση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας και την διακοπή των οικοδομικών εργασιών, ισχυριζόμενος (α) ότι το οικόπεδο, το οποίο αφορά η άδεια «δεν έχει άμεση επαφή με τον επαρχιακό δρόμο Γυθείου – Σκάλας, δηλαδή η παραπάνω άδεια εκδόθηκε βάσει ψευδούς τοπογραφικού ως προς τα όρια και τα υψόμετρα και είναι πολύ μικρότερο των τεσσάρων στρεμμάτων», (β) ότι ο ίδιος ο εκκαλών είναι συγκύριος ομόρου ακινήτου «επί μέρους του οποίου γίνεται η οικοδομή» και (γ) ότι ο «αναγραφόμενος στο συμβόλαιο και στα σχέδια αγροτικός δρόμος δεν είναι αγροτικός, αλλά ιδιόκτητός μου, επί του οποίου υπάρχει δουλεία διόδου». Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΠΓ 286/7.5.1999 έγγραφο του προαναφερόμενου Γραφείου Πολεοδομίας προς το Αστυνομικό Τμήμα Γυθείου διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών στην εν λόγω οικοδομή, λόγω υπέρβασης της ένδικης οικοδομικής άδειας. Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. ΠΓ 594/25.5.1999 πράξη του ιδίου Προϊσταμένου αναθεωρήθηκε η εν λόγω οικοδομική άδεια «κατόπιν υποβολής νέων σχεδίων του Μηχ/κού (Π.Μ.) Γεωργίου Π. Καράμπελα και υπό την επίβλεψη του ιδίου μηχανικού», ορίσθηκε δε ότι η αναθεωρηθείσα άδεια ισχύει μέχρι 1.4.2002, σύμφωνα με το Π.Δ. της 8/13.7.1993 (Δ΄ 795). Ενόψει της ανωτέρω αναθεώρησης, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. οικ. 217/24. 9.1999 έγγραφό του προς το Αστυνομικό Τμήμα Γυθείου, ο προϊστάμενος του Πολεοδομικού Γραφείου Γυθείου επέτρεψε τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών. Εν τω μεταξύ, κατά της ανωτέρω οικοδομικής άδειας ο εκκαλών άσκησε στις 8.4.1999, δηλαδή πριν από την κατά τα ανωτέρω αναθεώρησή της, την από 6.4.1999 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, ενώπιον του οποίου κατέθεσε και το από 21.4. 2003 δικόγραφο προσθέτων λόγων (αρ. καταθ. 8/2003). Ακολούθως, ο εκκαλών, με νέα από 29.12.1999 αίτησή του προς το Πολεοδομικό Γραφείο Γυθείου (αρ. πρωτ. ΠΓ 1691/29.12.1999), επανέλαβε τις προεκτεθείσες αιτιάσεις του ότι η ένδικη οικοδομή κτίζεται «επί ιδικού του εδάφους», ισχυρίστηκε δε και ότι «δεν πρόκειται για ισόγεια οικοδομή με υπόγειο, ως αναφέρεται στην 52/98 άδεια, αλλά περί δι[ω]ρόφου οικοδομής» και ζήτησε να διαταχθεί η διακοπή των οικοδομικών εργασιών «μέχρι της εκδικάσεως της σχετικής αιτήσεως ακυρώσεως». Τέλος, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης το αρμόδιο Τμήμα Πολεοδομίας Γυθείου, με το υπ’ αριθμ. 1707/2.9.2008 έγγραφό του, ενημέρωσε τους παρεμβαίνοντες, σε απάντηση προς αίτησή τους σχετικά με τους όρους δόμησης που ισχύουν στο γήπεδο, το οποίο αφορά η επίδικη οικοδομική άδεια ότι το εν λόγω γήπεδο βρίσκεται εντός ζώνης της πόλης του Γυθείου, ότι για τα εντός ζώνης γήπεδα η αρτιότητα είναι 2.000,00 τ.μ. και ότι, συνεπώς, το ακίνητό τους είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με το από 24.5.1985 π.δ. Εξάλλου, στο 998 πε/15.1.2008 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας, στο οποίο περιέχονται οι απόψεις της υπηρεσίας αυτής προς το Δικαστήριο, εκτίθεται ότι το ανωτέρω γήπεδο, που προϋφίσταται του έτους 1978, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση διότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 περ. β΄ εδ. γγ του από 24.5.1985 π.δ/τος ως προς το εμβαδόν, το βάθος και το μήκος προσώπου σε επαρχιακή οδό και, περαιτέρω, ότι «η προσβασιμότητα ή μη στο γήπεδο δεν εξετάζεται από την Υπηρεσία μας ούτε αποτελεί λόγο αρνήσεως εκδόσεως οικοδομικής άδειας και κατ’ επέκταση ανακλήσεως εκδοθείσας διοικητικής πράξης. Εξάλλου, ως φαίνεται από το Τοπογραφικό Διάγραμμα της άδειας, το οποίο σας διαβιβάζουμε σε φωτοαντίγραφο η πρόσβαση στο ακίνητο πέραν των άλλων, γίνεται και από τον αγροτικό δρόμο. Επιπλέον θέματα ιδιοκτησιακών διαφορών δεν αποτελούν αρμοδιότητα της Υπηρεσίας μας αλλά των Διοικητικών Δικαστηρίων». Στο δε μεταγενέστερο 52/18.1.2010 έγγραφο του ίδιου ως άνω Τμήματος Πολεοδομίας προς το Δικαστήριο αναφέρεται, αφενός μεν ότι η προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια και η πράξη αναθεώρησής της εκδόθηκαν για αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με την παράγραφο 2β του άρθρου 1 του π.δ/τος της 24.5.1985, αφετέρου δε ότι βρίσκεται εντός της ζώνης των 500 μ. από το σχέδιο πόλεως και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με την παράγραφο 2α του π.δ/τος της 24.5.1985 αφού έχει ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ. και προϋπάρχει της 24.4.1977.
7. Επειδή, η εκκαλουμένη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως του εκκαλούντος, δεχόμενη, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον το ανωτέρω γήπεδο έχει πρόσωπο στην Εθνική οδό Σκάλας – Γυθείου πληρούνται οι προϋποθέσεις της κατά παρέκκλιση αρτιότητας του γηπέδου αυτού, μη απαιτουμένης προς τούτο και της δυνατότητας προσπέλασης, και ότι, επομένως, η επίμαχη οικοδομική άδεια είναι νόμιμη. Η κρίση, όμως, αυτή της εκκαλούμενης απόφασης είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη 5, εσφαλμένη δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια εκδόθηκε δυνάμει της διάταξης του εδαφ. α της παρ. 2 του άρθρου 1 του από 25.5. 1985 π.δ/τος ή της περ. γγ του εδαφ. β της παρ. 2 του άρθρου 1 του ίδιου π.δ/τος, ως προς το οποίο υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί της Διοίκησης στα έγγραφα προς το Δικαστήριο, τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 6, το γήπεδο των παρεμβαινόντων για να καταστεί άρτιο και οικοδομήσιμο τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές δεν αρκεί να έχει κοινό όριο με κοινόχρηστο χώρο, αλλά πρέπει να υφίσταται δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στον κοινόχρηστο χώρο, εν προκειμένω δε στην επαρχιακή οδό Γυθείου – Σκάλας, στην οποία εμφανίζεται να έχει πρόσωπο το ανωτέρω γήπεδο κατά τα διαγράμματα, βάσει των οποίων εκδόθηκε η επίδικη οικοδομική άδεια. Για τον ανωτέρω λόγο, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Κατόπιν τούτου, πρέπει να εκδικασθεί η αίτηση ακυρώσεως κατά της ανωτέρω οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ/τος 18/89 (Α΄ 8). Καθ’ ερμηνεία δε του δικογράφου της αιτήσεως αυτής, πρέπει να θεωρηθεί ως συμπροσβαλλόμενη και η προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. ΠΓ 594/25.5.1999 πράξη αναθεώρησης της εν λόγω οικοδομικής άδειας.
8. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση, παρά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ότι το επίδικο ακίνητο δεν έχει πρόσωπο στον επαρχιακό δρόμο Σκάλας – Γυθείου λόγω της υφιστάμενης υψομετρικής διαφοράς 30 – 35 μ., ερεύνησε το κρίσιμο αυτό στοιχείο της προσβασιμότητας στον εν λόγω δρόμο. Εξάλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του π.δ/τος της 24.5.1985, για να θεωρηθεί το επίδικο ακίνητο ως άρτιο και οικοδομήσιμο είναι αδιάφορο εάν εξασφαλίζεται πρόσβαση σε αυτό από αγροτικό δρόμο, όπως υποστηρίζουν τόσο το Τμήμα Πολεοδομίας Γυθείου στο ανωτέρω υπ’ αριθμ. 998 πε/15.1.2008 έγγραφό του προς το Δικαστήριο όσο και οι παρεμβαίνοντες. Με τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτει ότι πληρούνται οι οριζόμενες στο π.δ/γμα αυτό προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του επίμαχου γηπέδου, και, συνεπώς, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος ακυρώσεως.
9. Επειδή, περαιτέρω, εφόσον εγείρονται σοβαρές αμφισβητήσεις ή αμφιβολίες ως προς την έκταση ή την κυριότητα του οικοπέδου ή γηπέδου, για το οποίο ζητείται να χορηγηθεί οικοδομική άδεια, ή ως προς την ύπαρξη εμπραγμάτων εν γένει δικαιωμάτων που επηρεάζουν τη δόμηση του ακινήτου, η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της οικοδομικής αδείας, έχει υποχρέωση να εξετάσει και να κρίνει παρεμπιπτόντως το ζήτημα αυτό, του οποίου, πάντως, η τελική επίλυση ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Αναλόγως δε του πορίσματος της παρεμπίπτουσας αυτής έρευνας, οφείλει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να εκδώσει την άδεια ή να αρνηθεί τη χορήγησή της, επιτρέπεται δε, καταρχήν, να προβεί και στην ανάκληση χορηγηθείσας αδείας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2628/2010, 772/ 2001, 1192/ 2000, 4652/1997 κ.ά.). Εξάλλου, η ίδια υποχρέωση ανακύπτει καταρχήν για την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία και όταν σοβαρές αμφισβητήσεις ή αμφιβολίες ως προς την έκταση ή την κυριότητα του οικοπέδου ή γηπέδου ή ως προς την ύπαρξη εμπραγμάτων εν γένει δικαιωμάτων που επηρεάζουν τη δόμηση του ακινήτου, ανακύπτουν πριν από την αναθεώρηση οικοδομικής αδείας, έστω και αν δεν είχαν εγερθεί πριν από την έκδοσή της.
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στη σκέψη 6, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι ο αιτών με την από 17.3.1999 αίτησή του προς το Πολεοδομικό Γραφείο Γυθείου (αρ. πρωτ. ΠΓ 286/17.3.1999), ζήτησε την ανάκληση της προσβαλλόμενης οικοδομικής άδειας και την διακοπή των οικοδομικών εργασιών, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι είναι συγκύριος ομόρου ακινήτου, σε τμήμα του οποίου ανεγείρεται η επίμαχη οικοδομή. Από τα στοιχεία του φακέλου, όμως, δεν προκύπτει ότι η εν λόγω υπηρεσία προέβη σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του αμφισβητούμενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος τμήματος του επίμαχου ακινήτου προκειμένου να εκδώσει την συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ΠΓ 594/25.5.1999 πράξη της, με την οποία αναθεωρήθηκε η οικοδομική άδεια «κατόπιν υποβολής νέων σχεδίων», ύστερα από διακοπή των οικοδομικών εργασιών με το προαναφερόμενο έγγραφο 286/7.5.1999 του ίδιου Πολεοδομικού Γραφείου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις μη νομίμως εκδόθηκαν χωρίς να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση η αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιούχων της αδείας σε τμήμα του ακινήτου.
11. Επειδή, σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, να ακυρωθούν η προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια και η πράξη αναθεώρησής της, να απορριφθεί δε η παρέμβαση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την έφεση και εξαφανίζει την 211/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, κατά το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της εφέσεως.
Δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και την δέχεται.
Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. 52/1998 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Γυθείου και την υπ’ αριθμ. ΠΓ 594/25.5.1999 πράξη αναθεώρησής της του ίδιου Πολεοδομικού Γραφείου.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της αιτήσεως ακυρώσεως.
Επιβάλλει στους Βασίλειο και Μαρία Καράμπελα, στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λακωνίας και στο Δημόσιο να καταβάλουν συμμέτρως στον εκκαλούντα τη δικαστική δαπάνη για την έφεση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ, στο δε Δημόσιο και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καθ’ ης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 3 περ. ι΄ και 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), να καταβάλουν συμμέτρως στον εκκαλούντα τη δικαστική δαπάνη για την αίτηση ακυρώσεως, η οποία ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2011 και στις 10 Ιανουαρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 27 Ιουνίου 2012.
Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας
Κ. Μενουδάκος Π. Μερτζανάκη
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Ο Γραμματέας
κ.α.α.
1
-1-
Αριθμός 2329/2012
./.
Ν.Σ.(m)
./.
