ΣτΕ 241/2008, Στ 7μ, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΕΔΕ, ΟΙ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΔΕ ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΔΔ, ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ 84 ΠΑΡ.2 ΚΕΔΕ, ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΑΝΕΥΡΕΣΗΣ

ΣΤΕ

Αριθμός 241/2008 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Θ. Χατζηπαύλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος, Δ. Αλεξανδρής, Σπ. Παραμυθιώτης, Σύμβουλοι, Κ. Φιλοπούλου, Β. Πλαπούτα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 13 Νοεμβρίου 2000 αίτηση : 
των: 1) Υπουργού Οικονομικών και 2) Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, οι οποίοι παρέστησαν με την Ξανθή Μπασάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά του Δημητρίου Γιακαλή του Χαριλάου, κατοίκου Παλαιού Φαλήρου Αττικής, οδός Ζαΐμη αρ. 4, ο οποίος δεν παρέστη. 
Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1307/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Πλαπούτα. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου και Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά το νόμο καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1307/2000 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 374/1999 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την τελευταία αυτήν απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της 417/31.10.1997 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Αναστασίας Αθανασοπούλου και του 15754/21.9.1999 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών Πειραιά και ακυρώθηκε το ανωτέρω πρόγραμμα, ενώ απορρίφθηκε η ανακοπή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της παραπάνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου. 
2. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, (ν. 2717/1999, Α΄ 97), η ισχύς του οποίου άρχισε από 17.7.1999, ορίζει στο άρθρο 217 ότι «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και ιδίως, κατά: γ) του προγράμματος πλειστηριασμού…», στο άρθρο 218 ότι «1. Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι στον πρώτο βαθμό το μονομελές πρωτοδικείο, ενώ στο δεύτερο βαθμό το τριμελές πρωτοδικείο. …», στο άρθρο 219 ότι «1. Προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιούνται α) στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 217: ο καθ’ ου ή ο θιγόμενος ενυπόθηκος δανειστής, …», στο άρθρο 230 ότι «Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι γενικές διατάξεις του ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ» και στο άρθρο 285 παρ. 1 «Από την έναρξη ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν». 
3. Επειδή, στο άρθρο 224 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως». Περαιτέρω, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, (ΚΕΔΕ – ν.δ 356/1974, Α΄ 90) ορίζει, στο άρθρο 41 παρ. 2, ότι “Το πρόγραμμα κοινοποιείται α) προς τον οφειλέτην …”, στο άρθρο 73 παρ. 2 ότι “Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται … δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους : α) . . . ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων . . . ” και, στο άρθρο 75 παρ. 1, ότι “Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος. Ο οφειλέτης δύναται προσέτι να ανακόψη τον πλειστηριασμόν αν δεν εκοινοποιήθη εις αυτόν εγκύρως το πρόγραμμα πλειστηριασμού . . .”. 
4. Επειδή, εξάλλου, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, “Αι, προς τους αγνώστου διαμονής και τους εν τω εξωτερικώ διαμένοντας γνωστής διαμονής, κοινοποιήσεις γίνονται εις τον κατά το άρθρον 142 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας τυχόν διορισθέντα αντίκλητον, κατά πάσαν δε περίπτωσιν δύνανται να γίνουν εις τον σύζυγον, ένα των γονέων ή αδελφών ή άλλων εξ αίματος συγγενών του προς ον η επίδοσις μέχρι 4ου βαθμού εκ πλαγίου, εχόντων ηλικίαν ουχί κατωτέραν των 17 ετών, αρνουμένων δε τούτων να παραλάβουν το κοινοποιούμενον έγγραφον ή τούτων μη ευρισκομένων γίνεται θυροκόλλησις. Εάν ουδείς των ανωτέρω συγγενών υπάρχη η κοινοποίησις γίνεται προς τον Δήμαρχον ή τον Πρόεδρον Κοινότητος ή τον Ιερέα της Ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του προς ον η κοινοποίησις οίτινες οφείλουν να τοιχοκολλήσουν το κοινοποιηθέν έγγραφον εις το δημοσιώτερον μέρος και να πέμψουν βεβαίωσιν περί της τοιχοκολλήσεως εις την παραγγείλασαν την κοινοποίησιν Αρχήν. Πάντως η κοινοποίησις θεωρείται συντετελεσμένη από της παραλαβής του κοινοποιουμένου εγγράφου υπό των προσώπων τούτων”. 

5. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, (ν. 2717/1999), δεν περιλαμβάνει ρύθμιση για την επίδοση πράξεων της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης πριν από την άσκηση ένδικου βοηθήματος κατ’ αυτών και συνεπώς, δεδομένου ότι με το άρθρο 285 παρ. 1 αυτού καταργήθηκαν μόνο οι διατάξεις που αφορούν θέματα ρυθμιζόμενα από τον ως άνω Κώδικα, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του εν λόγω Κώδικα οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., (ν.δ. 356/1974), που ορίζουν ότι, όταν ο προς ον η επίδοση είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί να γίνει κοινοποίηση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας στο Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας ή τον Ιερέα της Ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής αυτού, αν δεν έχει διορισθεί, κατά τη διάταξη αυτή, αντίκλητος και αν δεν υπάρχουν οι αναφερόμενοι στην ίδια διάταξη σύζυγος και συγγενείς αυτού. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών του άρθρου 84 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., προκειμένου να χωρήσει εγκύρως επίδοση πράξης της διοικητικής εκτέλεσης, όπως το επίδικο πρόγραμμα πλειστηριασμού, στον οφειλέτη, ως αγνώστου διαμονής, πρέπει να βεβαιώνεται από το δικαστικό επιμελητή ή το αρμόδιο για τη διενέργεια της επιδόσεως όργανο ότι καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια για την ανεύρεση του προς ον η κοινοποίηση και ότι αυτός δεν βρέθηκε τελικά και επομένως, ότι είναι πράγματι άγνωστης διαμονής, (βλ. ΣτΕ 1021/1994 επταμ., πρβλ. ΣτΕ 3156/2005, Α.Π. 785/2000). Εξάλλου, κατά την έννοια των αναφερόμενων στην τρίτη σκέψη διατάξεων του Κ.Ε.Δ.Ε., σε περίπτωση που δεν κοινοποιήθηκε εγκύρως στον οφειλέτη το πρόγραμμα πλειστηριασμού, μπορεί αυτός να ανακόψει τον πλειστηριασμό χωρίς να χρειαζεται ειδική επίκληση βλάβης που επήλθε σ’ αυτόν και δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας του πλειστηριασμού, (βλ. ΣτΕ 1021/1994 επταμ.).

 
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την 417/31.10.1997 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Αναστασίας Αθανασοπούλου, που συντάχθηκε σε εκτέλεση της 21581/137/20.10.1997 παραγγελίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών Πειραιά, κατασχέθηκε αναγκαστικά το 1/5 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση «Άγιος Ιωάννης Ρέντη» του οικείου Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη, εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του εν λόγω Δήμου και επί της οδού Λεωφ. Βασιλέως Παύλου αρ. 29, συνολικής έκτασης 2.760 τ.μ.. Η κατάσχεση αυτή έλαβε χώρα για ικανοποίηση απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 43.320.913 δραχμών συνολικά, που προερχόταν από βεβαιωθέντες φόρους εισοδήματος και φόρο προστιθέμενης αξίας, (Φ.Π.Α.), οικονομικών ετών 1992 και 1993, σε βάρος της τελούσας ήδη σε πτώχευση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΓΙΑΚΑΛΗΣ Α.Ε.», της οποίας ο αναιρεσίβλητος ήταν διευθύνων σύμβουλος και συνεπώς, υπόχρεος για την καταβολή των βεβαιωθέντων χρεών αυτής, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 1642/1986 και του άρθρου 10 του ν. 542/1977. Με βάση την παραπάνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών Πειραιά το 15754/21.9.1999 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου, κατά το οποίο το κατασχεθέν ιδανικό μερίδιο εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό την 1.12.1999, για την ικανοποίηση απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ο Προϊστάμενος της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. αναβιβάζει στο ποσό των 213.645.912 δραχμών, με την προσθήκη στα ήδη βεβαιωθέντα ποσά και οφειλών του αναιρεσίβλητου που βεβαιώθηκαν μετά τη σύνταξη της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης. Με την ανακοπή που άσκησε στις 16.11.1999, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι το πιο πάνω πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού ήταν άκυρο διότι επιδόθηκε στο Δήμαρχο Πειραιά, αν και ο αναιρεσίβλητος είχε γνωστή κατοικία, στο Παλαιό Φάληρο, όπου διέμενε μετά το διαζύγιό του. Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επίδοση της πράξης αυτής της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης εχώρησε ακύρως, με τη διαδικασία της επίδοσης προς άτομα αγνώστου διαμονής. Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης διότι έκρινε ότι ήταν ορθή η ανωτέρω κρίση αυτής περί ακυρότητας της επίδοσης, εφόσον από τον εφαρμοστέο εν προκειμένω Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, (ν. 2717/1999), δεν προβλέπεται επίδοση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας στο Δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του προς ον η επίδοση. Εξάλλου, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ότι το ανωτέρω πρόγραμμα πλειστηριασμού δεν ήταν νόμιμο, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 75 παρ. 1 εδ. δεύτερο του Κ.Ε.Δ.Ε., (ν.δ. 356/1974), αφού δεν κοινοποιήθηκε εγκύρως στον αναιρεσίβλητο το πρόγραμμα αυτό, αυτός μπορούσε να ανακόψει τον πλειστηριασμό, χωρίς να απαιτείται η από μέρους του επίκληση βλάβης που δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας του πλειστηριασμού. 
7. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του Διοικητικού Εφετείου κατά την οποία το επίδικο πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν κοινοποιήθηκε εγκύρως στον αναιρεσίβλητο με επίδοση στο Δήμαρχο Πειραιά, διότι ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας δεν προβλέπει επίδοση στο Δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του προς ον η κοινοποίηση, δεν είναι ορθή, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, εφόσον ο αναιρεσίβλητος ήταν άγνωστης διαμονής κατά το χρόνο της επίδοσης σ’ αυτόν του ανωτέρω προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού, εφαρμοστέες ήσαν οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., που προβλέπουν, υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις, επίδοση στο Δήμαρχο της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του προς ον η επίδοση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο, προκειμένου να κρίνει σχετικά με το κύρος της επίδοσης του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού στον αναιρεσίβλητο, έπρεπε να εξετάσει αν το όργανο που διενήργησε την επίδοση είχε βεβαιώσει ότι καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια για την ανεύρεσή του και ότι αυτός δεν βρέθηκε τελικά, καθώς και ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε. για την εγκυρότητα της επίδοσης αυτής, (μη ύπαρξη συζύγου και των αναφερόμενων στην ανωτέρω διάταξη συγγενών κλπ.) και επομένως, ότι είναι πράγματι άγνωστης διαμονής. Ως εκ τούτου, για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση. 
Αναιρεί την 1307/2000 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αιτιολογικό και 
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2008. 
Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος 
  
  
Θ. Χατζηπαύλου           Β. Ραφαηλάκη