Αριθμός 2515/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012, με την εξής σύνθεση: Α. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Μ.Ε. Παπαδημήτρη, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Γκίκα, Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 16 Οκτωβρίου 2011 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ” (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (Χαλκοκονδύλη 30), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χ. Συνοδινό (Α.Μ. 13863), που τον διόρισε με πληρεξούσιο ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου,
κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ο οποίος παρέστη με τους Σ. Διαμαντοπούλου και Γ. Γρυλλωνάκη, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Δ9/Δ/Φ53/20643/3785/7.9.2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Θ. Ζιάμου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (3091360, 3091345-6/17.10.2011 έντυπα παραβόλου, σειράς Α).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της Δ9/Δ/Φ53/20643/3785/7.9.2011 (ΦΕΚ ΑΑΠ 234/14.9.2011) απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (με εντολή Υφυπουργού), καθ΄ ο μέρος κηρύσσεται με αυτήν αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικών ακινήτων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά με δαπάνες της αιτούσας Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), προς μετεγκατάσταση του οικισμού Μαυροπηγής του Δήμου Εορδαίας Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης, για τις ανάγκες εκμετάλλευσης του υποκείμενου λιγνιτικού κοιτάσματος του Ορυχείου Μαυροπηγής. Η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 128-138 του ν.δ. 210/73 «Περί Μεταλλευτικού Κώδικος» (ΦΕΚ Α 277), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 274/1976 (ΦΕΚ Α 50) σε συνδυασμό με το άρθρο 29 παρ. 9 περιπτ. ε του ν. 2882/2001 «Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων» (ΦΕΚ Α 17), όπως η περιπτ. (ε) αναριθμήθηκε από περιπτ. (δ) με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3175/2003 «Αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού, τηλεθέρμανση και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 207).
3. Επειδή, το π.δ. 361/2001 «Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας» (Α΄ 244) ορίζει στο μεν άρθρο 6 ότι: «Στο ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) . . . β) τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και τις επιτάξεις, ανεξάρτητα από το όργανο που τις κηρύσσει, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. ε΄ του παρόντος», στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ότι: «Στο Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες ανακύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) . . . β) … γ) τα μεταλλεία και λατομεία . . .». Όπως έχει κριθεί, η αρμοδιότητα των Τμημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνεται από τη φύση της νομοθεσίας, κατ’ εφαρμογή της οποίας εκδίδεται η προσβαλλόμενη πράξη, ενώ σε περίπτωση διάταξης που μπορεί να υπαχθεί εννοιολογικά σε περισσότερους τομείς της νομοθεσίας, πρέπει να αναζητείται ο προέχων χαρακτήρας της, ώστε να αποφεύγεται η κατάτμηση ομοειδών διαφορών σε περισσότερα Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3004/2010, Ολομ.1570/2005, Ολομ.3143/2004). Εφόσον δε, στην παρούσα περίπτωση, ο προέχων χαρακτήρας της νομικής βάσης της προσβαλλόμενης πράξης συνίσταται στην κήρυξη απαλλοτριώσεως εδαφικής έκτασης για την εκτέλεση έργων προοριζόμενων για την εκμετάλλευση μεταλλείου, η εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως υπάγεται στην αρμοδιότητα του ΣΤ Τμήματος, ασχέτως αν η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης διέπεται από τις ειδικότερες διατάξεις της νομοθεσίας περί μεταλλείων (πρβλ. ΣτΕ 1077/2009).
4. Επειδή, στο άρθρο 18 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπονται τα εξής: «Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών, ιαματικών, ρεόντων και υπόγειων υδάτων και γενικά του υπόγειου πλούτου.» Περαιτέρω, στο άρθρ. 29 παρ. 9 περ. ε) του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, έτσι όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρ. 22 του Ν.3175/2003, ορίζεται ότι: «Οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που επιβάλλονται: α) …. β) …. γ) …. δ) …. ε) κατά τον μεταλλευτικό κώδικα κηρύσσονται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τις απαλλοτριώσεις αυτές». Εξάλλου, στο ν.δ. 210/1973 «Μεταλλευτικός Κώδικας» προβλέπονται τα εξής: «Άρθρον 3 – Κυριότης μεταλλευτικών ορυκτών. Το δικαίωμα της επί του εδάφους κυριότητος δεν επεκτείνεται επί των μεταλλευτικών ορυκτών, είτε ταύτα ευρίσκονται επί της επιφανείας είτε υπό ταύτην. Το δικαίωμα ερεύνης και εκμεταλλεύσεως των ορυκτών τούτων, πλην των υπέρ του Δημοσίου εξηρημένων, περί ων αι διατάξεις του άρθρου 143 του παρόντος, παραχωρείται εις πάντα, κατά τας διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος. (…) Άρθρον 65 – Δικαίωμα Μεταλλειοκτησίας 1. Τα μεταλλεία ως και τα συστατικά αυτών είναι ακίνητα, από της δημοσιεύσεως δε διά της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του υπό του άρθρου 59 του παρόντος προβλεπομένου παραχωρητηρίου Πρ. Δ/τος, συνιστάται το δικαίωμα κυριότητος επί μεταλλείου (Μεταλλειοκτησία), όπερ είναι αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα, όλως διακεκριμένον από της κυριότητος επί του εδάφους. 2. Επιμελεία του μεταλλειοκτήτου το παραχωρητήριον Πρ. Δ//γμα μεταγράφεται εις τα οικεία βιβλία μεταγραφών. Άρθρον 66 – 1. Επί της κατά τα άρθρα 59 και 65 του παρόντος συνιστωμένης Μεταλλειοκτησίας εφαρμόζονται αι εις τα ακίνητα ισχύουσαι διατάξεις του Αστικού Κώδικος, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως εις το παρόν. 2. Τα μεταλλευτικά ορυκτά, μετά την εκ του μεταλλείου εξόρυξίν των, είναι κινητά. Άρθρο 128 1. Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωσις αστικών ή αγροτικών ακινήτων, κειμένων εντός ή εκτός του χώρου του μεταλλείου, η εις βάρος αυτών σύστασις εμπραγμάτων δικαιωμάτων προς τον σκοπόν εκτελέσεως έργων προοριζομένων διά την εκμετάλλευσιν των μεταλλείων, οίον στοών, φρεάτων, ορυγμάτων, εκσκαφών, πλατειών προς εναπόθεσιν μεταλλευμάτων ή απορριμμάτων (στείρων), οικοδομών προς εγκατάστασιν μηχανημάτων, εργοστασίων διαλογής, εμπλουτισμού, καμινείας και μεταλλουργικής επεξεργασίας, γραφείων, αποθηκών, κατοικιών υπαλλήλων και εργατών, οδών, σιδηροδρόμων, εναερίων συστημάτων μεταφοράς, εγκαταστάσεων αποβαθρών φορτώσεως, υδραγωγείων κ.λπ του σκοπού τούτου λογιζομένου ως δημοσίας ωφελείας. 2. Ωσαύτως είναι επιτρεπτή η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιοκτησιών, περί ων η προηγούμενη παράγραφος οσάκις εκ των υπογείων ή επιφανειακών εργασιών εκμεταλλεύσεως, τίθενται εν κινδύνω τα επί των ιδιοκτησιών τούτων κτίσματα ή η ζωή ή η υγεία των εν αυταίς οικούντων. Άρθρο 130 – Η κατά τας διατάξεις του άρθρου 128 του παρόντος επιτρεπομένη αναγκαστική απαλλοτρίωσις, κηρύσσεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. Άρθρο 131 – 1. Διά την έκδοσιν αποφάσεως κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως απαιτείται η υπό του μεταλλειοκτήτου ή του διαδόχου αυτού ή υπό του εκ τούτων έλκοντος δικαιώματα εκμεταλλεύσεως μεταλλείου, υποβολή αιτήσεως εις την Περιφερειακήν Διοίκησιν εις την περιφέρειαν της οποίας κείται η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία ή το μείζον μέρος αυτής, εις ην δέον να εκτίθενται οι λόγοι περί της ανάγκης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. 2. … Άρθρο 134 – 1. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας μετ’ εκτίμησιν των υποβληθέντων αυτώ στοιχείων, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3 του άρθρου 133 του παρόντος, εκδίδει απόφασιν δημοσιευομένην διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δι’ ης διατάσσεται η απαλλοτρίωσις ή απορρίπτεται η σχετική αίτησις εν όλω ή εν μέρει. 2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις θεωρείται κηρυχθείσα από της δημοσιεύσεως της περί κηρύξεως αυτής αποφάσεως διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 3. Η κατά την παράγρ. 1 του παρόντος εκδιδομένη απόφασις αποτελεί και την έγκρισιν της εκτελέσεως των έργων δι’ α η απαλλοτρίωσις, μη απαιτουμένης άλλης αδείας παρ’ ετέρας διοικητικής αρχής, επιφυλασσομένων των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 160 και 161 του παρόντος. (…)»
5. Επειδή, όπως συνάγεται από τις παραπάνω διατάξεις του Μεταλλευτικού Κώδικα, ερμηνευόμενες στο πλαίσιο των προστατευτικών για τα μεταλλεία και τα ορυχεία διατάξεων του Συντάγματος, το δικαίωμα της κυριότητας επί του εδάφους διαχωρίζεται από το δικαίωμα επί του μεταλλείου, το οποίο δύναται το Δημόσιο να παραχωρήσει σε ιδιώτη συστήνοντας υπέρ αυτού το αυτοτελές εμπράγματο δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας (άρ. 3, 65). Η μεταλλειοκτησία συνεπάγεται το αποκλειστικό, πλην χρονικά περιορισμένο, δικαίωμα του μεταλλειοκτήτη να ερευνά, να εξορύσσει και να εκμεταλλεύεται όλα τα μεταλλευτικά ορυκτά που βρίσκονται εντός του παραχωρηθέντος χώρου, πάνω ή κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, και μάλιστα, χωρίς να υποχρεούται σε αποζημίωση του ιδιοκτήτη του εδάφους (άρ. 67-68). Επιτρέπεται εξάλλου η απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης, μετά από αίτηση της εκμεταλλεύτριας επιχείρησης, με σκοπό είτε την εκτέλεση έργων προοριζόμενων για την εκμετάλλευση των μεταλλείων είτε την προστασία των κτισμάτων ή της ζωής και της υγείας των κατοίκων που βρίσκονται στις ιδιοκτησίες αυτές και τίθενται σε κίνδυνο από τις υπόγειες ή επιφανειακές εργασίες εκμετάλλευσης (άρ. 128 επ.).
6. Επειδή, για την απαλλοτρίωση που λαμβάνει χώρα μετά την απόκτηση του δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας και σκοπεί στην εξυπηρέτηση της εκμεταλλεύσεως του μεταλλείου, ο νόμος δεν ορίζει ρητά ούτε το πρόσωπο υπέρ του οποίου αυτή κηρύσσεται ούτε, κυρίως, τον βαρυνόμενο με το κόστος της. Ενόψει όμως των ορισμών του άρθρου 17 του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και η απαλλοτρίωση που κηρύσσεται με σκοπό την εξυπηρέτηση της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης δεν μπορεί να αποκλίνει από τον κανόνα κατά τον οποίο η κυριότητα της απαλλοτριούμενης εκτάσεως περιέρχεται καταρχήν στον βαρυνόμενο με το κόστος της απαλλοτριώσεως.
Επομένως, αν η απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, ο υπερού η απαλλοτρίωση υποχρεούται να καλύψει και τη σχετική δαπάνη. Αν, αντιθέτως, καλείται με την απαλλοτριωτική πράξη ο μεταλλειοκτήτης να καλύψει τη δαπάνη αυτή, τότε η απαλλοτρίωση πρέπει να κηρυχθεί υπέρ του. Δεν ασκεί δε εν προκειμένω επιρροή το γεγονός ότι η μεταλλειοκτησία παραχωρείται για χρονικώς περιορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ η πλήρης κυριότητα είναι διαρκής, διότι, πάντως, είναι νοητή η χωριστή διατήρηση από τον μεταλλειοκτήτη της κυριότητας των ιδιωτικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν με δαπάνη του προς εξυπηρέτηση του σκοπού της μεταλλειοκτησίας, έστω και μετά την παύση της. Άλλωστε, τις εκτάσεις αυτές θα μπορούσε, αν δεν υπήρχε η δυνατότητα της απαλλοτριώσεως ή αν ο μεταλλειοκτήτης γνώριζε ότι θα υποχρεωθεί να καλύψει τη δαπάνη απαλλοτριώσεως υπέρ άλλου, να τις αποκτήσει και με απευθείας αγορά, διατηρώντας, στην περίπτωση αυτή, την κυριότητα και μετά την παύση της μεταλλειοκτησίας.
Κατά την ειδικότερη γνώμη της Παρέδρου Θ. Ζιάμου, η απαλλοτρίωση αυτή, η οποία έχει ως αιτία την υφιστάμενη μεταλλευτική εκμετάλλευση, κηρύσσεται κατ’ επίκληση των ειδικότερων διατάξεων του Μεταλλευτικού Κώδικα (άρθρα 128 επ.), οι οποίες δέον να ερμηνευτούν ενόψει της ιδιαίτερης προστασίας που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στα μεταλλεία και του έντονου δημόσιου ενδιαφέροντος για την επωφελέστερη εκμετάλλευση αυτών (άρθρο 18 του Συντάγματος). Σύμφωνα με την υποστηριζόμενη εδώ ερμηνεία του Μεταλλευτικού Κώδικα, η απαλλοτρίωση εδαφικών εκτάσεων επί ή υπό των οποίων το Κράτος έχει ήδη παραχωρήσει το εμπράγματο δικαίωμα της μεταλλειοκτησίας, δύναται να κηρυχθεί μόνον υπέρ της εκμεταλλεύτριας εταιρείας που ασκεί το δικαίωμα, εν προκειμένω, της ΔΕΗ (πρβλ. Απόφαση του ΕΔΔΑ της 14.12.2006, Dimitrie Dan Popescu, appl. 21397/02). Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που επιτάσσει την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως στους κυρίους των απαλλοτριούμενων ακινήτων για την οριστική στέρηση της ιδιοκτησίας τους, σε αντιστοιχία με την πραγματική της αξία, οι δαπάνες της απαλλοτριώσεως βαρύνουν υποχρεωτικώς τη ΔΕΗ. Τούτο πρέπει να γίνει δεκτό ιδίως ενόψει του ότι ο νόμος δεν προβλέπει την υποχρέωση της εκμεταλλεύτριας εταιρείας να αποζημιώνει τους ιδιοκτήτες των εδαφικών εκτάσεων κατά τη διάρκεια ασκήσεως του παραχωρηθέντος σ’ αυτήν δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας (άρθρο 68 του Μεταλλευτικού Κώδικα), ούτε υποχρεώνει τη Διοίκηση, πριν από την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, να εξαντλεί τη δυνατότητα απόκτησης της μεταλλευτικής γης από την εκμεταλλεύτρια εταιρεία, κατά το λιγότερο επαχθή τρόπο, όπως με αγορά απευθείας από τους ιδιοκτήτες (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1939/1972).
7. Επειδή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με δαπάνες της ήδη αιτούσας ΔΕΗ ΑΕ, με σκοπό την περιέλευση στο Δημόσιο έκτασης εμβαδού 415.000 τ.μ. προς μετεγκατάσταση του οικισμού Μαυροπηγής του Δήμου Εορδαίας Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης, για τις ανάγκες εκμετάλλευσης του υποκείμενου λιγνιτικού κοιτάσματος του Ορυχείου Μαυροπηγής του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας της ΔΕΗ ΑΕ. Πριν από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως η αιτούσα (Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού – ΔΕΗ) άσκησε την υπ’ αριθμ.πρωτ.ΥΠΕΚΑ 21941/26.9.2011 αίτηση θεραπείας ζητώντας την ανάκληση της προσβαλλόμενης καθ’ ό μέρος αφορούσε την κήρυξη της απαλλοτρίωσης υπέρ του Δημοσίου. Με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι οι ιδιωτικές εκτάσεις που απαλλοτριώνονται με σκοπό την εξυπηρέτηση μεταλλευτικής δραστηριότητας που ασκείται από τη ΔΕΗ, πρέπει να παραχωρούνται κατά κυριότητα στην εκμεταλλεύτρια εταιρεία, η οποία προβαίνει και στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, διαφορετικά το Κράτος αποκτά εκτάσεις, χωρίς να καταβάλλει το ίδιο αντάλλαγμα στους ιδιοκτήτες, προσβάλλοντας συγχρόνως τα περιουσιακά δικαιώματα που η ΔΕΗ αντλεί από την εκμετάλλευση της επένδυσής της στο μεταλλευτικό τομέα. Κατά την αιτούσα ΔΕΗ, τούτο απορρέει από τη γενική συνταγματική υποχρέωση του Κράτους για την προστασία της ιδιοκτησίας και την καταβολή πλήρους αποζημίωσης σε περίπτωση επιβολής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν σχετίζεται δε με το ειδικό προστατευτικό καθεστώς ιδιοκτησίας και διάθεσης των μεταλλείων που κατοχυρώνει το άρθρο 18 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, η κήρυξη απαλλοτρίωσης ακινήτου για την υποστήριξη της εκμετάλλευσης μεταλλείου, υπέρ του Δημοσίου και όχι υπέρ της εκμεταλλεύτριας ΔΕΗ, υποβαθμίζει ουσιωδώς, άλλως εκμηδενίζει το παραχωρηθέν σε αυτή δικαίωμα για την εκμετάλλευση των λιγνιτικών κοιτασμάτων, δοθέντος ότι η ιδιοκτησία επί του εδάφους συνδέεται αρρήκτως με τη δυνατότητα επωφελούς εκμετάλλευσης των ορυχείων. Κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, η διοικητική πρακτική που διακρίνει μεταξύ της απαλλοτρίωσης για την εκμετάλλευση μεταλλείου, που κηρύσσεται υποχρεωτικά υπέρ της εκμεταλλεύτριας εταιρείας (άρ. 115 του Μεταλλευτικού Κώδικα) και της απαλλοτρίωσης ιδιωτικών εκτάσεων για την υποστήριξη της εκμετάλλευσης, που κηρύσσεται, κατά διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και όχι υπέρ της εκμεταλλεύτριας εταιρείας, αφενός μεν, ερείδεται σε αντισυνταγματική ερμηνεία του Μεταλλευτικού Κώδικα, αφετέρου δε, είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης, αλλά και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της ΔΕΗ, η οποία υφίσταται δυσμενή μεταχείριση σε σύγκριση με προηγούμενες απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν υπέρ της, για όμοιο σκοπό, και μάλιστα χωρίς να της παρασχεθεί η δυνατότητα προηγούμενης ακρόασης.
8. Επειδή, με βάση όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 6, οι προβαλλόμενοι με την αίτηση ακυρώσεως λόγοι, κατά το μέρος που αφορούν τη διαφοροποίηση του υπερού η απαλλοτρίωση από τον βαρυνόμενο με το κόστος της, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Και ισχυρίζεται μεν το καθού Δημόσιο ότι η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και όχι υπέρ της ΔΕΗ, διότι γίνεται χάριν της μεταλλειοκτησίας που παραχωρείται προσωρινά μόνον στη ΔΕΗ, ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι βάσιμος, διότι, ναι μεν, η παραχώρηση του δικαιώματος μεταλλειοκτησίας δεν γίνεται κατά πλήρη κυριότητα, όμως, με την απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης, διαφορετικής από το μεταλλείο, ο υπέρ ου αποκτά πλήρη κυριότητα και ως εκ τούτου φέρει το σχετικό κόστος, καταβάλλοντας την πλήρη αποζημίωση στους θιγόμενους.
9. Επειδή, ενόψει της αποδοχής του ως άνω λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη καθ’ ο μέρος δεν ταυτίζονται ο υπερού η απαλλοτρίωση και ο βαρυνόμενος με το κόστος της. Κατά τη γνώμη, όμως, της Παρέδρου Θ. Ζιάμου, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί καθ’ ο μέρος κηρύσσει απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και όχι υπέρ της ΔΕΗ που υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών της, Κατόπιν αυτών αποβαίνει περιττή η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Ακυρώνει εν μέρει την Δ9/Δ/Φ53/20643/3785/7.9.2011 (ΦΕΚ ΑΑΠ 234/14.9.2011) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατά το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αιτούσα ΔΕΗ.
Επιβάλλει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας ΔΕΗ, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 2013.
Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος
Α. Ράντος Ε. Γκίκα
Παρατηρήσεις
Με τη σχολιαζόμενη απόφαση ΣτΕ 2515/2013 αντιμετωπίστηκαν για πρώτη φορά τα εξής ζητήματα: α) ποιος αποκτά την κυριότητα του εδάφους σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης λόγω μετεγκατάστασης οικισμού για την εξυπηρέτηση της εκμετάλλευσης λατομείου και β) ποιος βαρύνεται με την καταβολή της αποζημίωσης.
Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι στον Μεταλλευτικό Κώδικα (ΝΔ 210/1973) προβλέπονται δύο περιπτώσεις κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με σκοπό την εξυπηρέτηση της μεταλλευτικής δραστηριότητας: α) Σύμφωνα με το άρθρο 115, είναι δυνατή η αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικής έκτασης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπό την παραχώρηση της έκτασης αυτής προς εκμετάλλευση του μεταλλευτικού κοιτάσματος και β) Σύμφωνα με το άρθρο 128 κατόπιν αίτησης της εκμεταλλεύτριας επιχείρησης και κατά τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης, είναι δυνατή η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είτε για την εξυπηρέτηση του μεταλλευτικού δικαιώματος που έχει παραχωρηθεί στον εκμεταλλευτή της λατομικής έκτασης είτε αν τίθενται σε κίνδυνο τα επί των ιδιοκτησιών κτίσματα ή η ζωή ή η υγεία των κατοίκων.
Στην επίδικη περίπτωση, η κήρυξη της απαλλοτρίωσης αφορούσε απαλλοτρίωση ιδιωτικής έκτασης για την μετεγκατάσταση σε αυτήν οικισμού λόγω της ανάγκης εκμετάλλευσης του υποκείμενου πλούσιου λιγνιτικού κοιτάσματος που βρισκόταν στο υπέδαφος του οικισμού. Έτσι, η εν προκειμένω ανάγκη μετεγκατάστασης του οικισμού συνδέεται εμμέσως με την εξυπηρέτηση του μεταλλευτικού δικαιώματος που έχει παραχωρηθεί στον εκμεταλλευτή της λατομικής έκτασης, δεδομένου ότι ο εκμεταλλευτής του κοιτάσματος θα ασκήσει χωρίς περιορισμούς το δικαίωμα εξόρυξης του μεταλλεύματος. Συνεπεία δε της ακώλυτης άσκησης της εξορυκτικής δραστηριότητας, η εκμετάλλευση του μεταλλεύματος θα καταστεί πιο προσοδοφόρα προς όφελος της εκμεταλλεύτριας επιχείρησης υπέρ της οποίας έχει ήδη συσταθεί το δικαίωμα μεταλλειοκτησίας.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή όταν η απαλλοτρίωση λαμβάνει χώρα μετά την απόκτηση του δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας και σκοπεί στην εξυπηρέτηση της εκμετάλλευσης του μεταλλείου, όπως ορθώς παρατηρεί η σχολιαζόμενη απόφαση, ο νόμος δεν ορίζει ρητά ούτε το πρόσωπο υπέρ του οποίου αυτή κηρύσσεται ούτε, κυρίως, τον βαρυνόμενο με το κόστος της. Το Δικαστήριο αντιμετώπισε το επίμαχο κενό δικαίου, συνάγοντας ερμηνευτικώς τον κανόνα που απορρέει από το δίκαιο της απαλλοτρίωσης ότι «αν η απαλλοτρίωση κηρύσσεται υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, ο υπερού η απαλλοτρίωση υποχρεούται να καλύψει και τη σχετική δαπάνη». Έτσι, εφόσον η κυριότητα των απαλλοτριωμένων ιδιωτικών ιδιοκτησιών περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, πράγματι, αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί και ως υπόχρεο της καταβολής της αποζημίωσης [1] . Όμως, ο προαναφερόμενος κανόνας πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται και από τον κανόνα που έχει συνάγει Άρειος Πάγος, ο οποίος με έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του Ν 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) [2] , έκρινε ερμηνευτικώς ότι: «ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως δεν ταυτίζεται αναγκαίως προς τον υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση» [3] . Πράγματι, δεν πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η εκμεταλλεύτρια επιχείρηση ωφελείται σε σημαντικό βαθμό ή και αποκλειστικώς από την ενέργεια του Δημοσίου να απαλλοτριώσει την ιδιωτική έκταση για την εξυπηρέτηση της μεταλλευτικής δραστηριότητάς της. Αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο γίνεται κύριος μίας ιδιόκτητης έκτασης που χρησιμεύει άμεσα ή έμμεσα για την ακώλυτη λειτουργία της εξορυκτικής δραστηριότητας και επομένως ουδεμία άμεση ωφέλεια καρπώνεται το ίδιο.
Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές ότι το ζήτημα του υπόχρεου της αποζημίωσης, ενόψει και της εφαρμογής της ειδικής νομοθεσίας περί μεταλλείων, πρέπει να αντιμετωπισθεί κατά τρόπο εξαιρετικό και ειδικό, σε σχέση με τις λοιπές περιπτώσεις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Βεβαίως, παρότι το ζήτημα του αν, μετά την απόκτηση του δικαιώματος της μεταλλειοκτησίας, ταυτίζονται ο υπερου η απαλλοτρίωση και ο υπόχρεος καταβολής της αποζημίωσης, δεν ρυθμίζεται ευθέως στον νόμο, η εφαρμογή του κανόνα ότι «ο υπερού η απαλλοτρίωση υποχρεούται να καλύψει και τη σχετική δαπάνη» φαίνεται να ανταποκρίνεται στους κανόνες της λογικής ότι όποιος ωφελείται από την απαλλοτρίωση, οφείλει και να καταβάλλει τη σχετική αποζημίωση [4] .
Ωστόσο, η εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα προϋποθέτει ότι έχει προσδιορισθεί προηγουμένως ο υπερου η απαλλοτρίωση, δηλαδή ο ωφελούμενος από αυτήν. Έτσι, στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ζήτημα που ανακύπτει στην επίδικη περίπτωση είναι το ποιος είναι ο πράγματι ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση με σκοπό τη μετεγκατάσταση του οικισμού για την εξυπηρέτηση της μεταλλευτικής δραστηριότητας και υπέρ ποιού τελικώς κηρύσσεται η απαλλοτρίωση. Στη σχολιαζόμενη απόφαση θεωρήθηκε ως δεδομένο ότι η «ωφέλεια» συνίστατο μόνον στην απόκτηση της κυριότητας των απαλλοτριωμένων εκτάσεων από το Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο ωφελήθηκε μέσω της κυριότητας, αποκτώντας την ιδιότητα του υπέρ ού η απαλλοτρίωση, κρίθηκε κατά λογική ακολουθία ότι πρέπει να καταβάλει και τη σχετική δαπάνη. Αντιθέτως, όμως, φαίνεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η ωφέλεια της εκμεταλλεύτριας επιχείρησης, η οποία θα ασκήσει την εξορυκτική της δραστηριότητας κατά τρόπο πολύ πιο προσοδοφόρο μετά τη διενεργηθείσα απαλλοτρίωση με αυτονόητη πραγματοποίηση σημαντικών κερδών, αποκτώντας και αυτή κατ’ ουσίαν την ιδιότητα του υπέρ ου η απαλλοτρίωση.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, αν λαμβανόταν υπόψη και η ωφέλεια της εκμεταλλεύτριας επιχείρησης, η συλλογιστική της σχολιαζόμενης απόφασης θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί, χαρακτηριζόμενης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ως ακυρωτέας όχι «καθ’ ο μέρος δεν ταυτίζονται ο υπέρ ού η απαλλοτρίωση και ο βαρυνόμενος με το κόστος της», αλλά «καθ΄ ο μέρος δεν βαρύνονται με το κόστος της απαλλοτρίωσης όλοι οι πράγματι ωφελούμενοι», δηλαδή τόσο το Ελληνικό Δημόσιο που απέκτησε την ιδιοκτησία της απαλλοτριωθείσας έκτασης όσο και η εκμεταλλεύτρια επιχείρηση που μέσω της απαλλοτρίωσης θα αυξήσει τα κέρδη της.
Βεβαίως, ο καταμερισμός στους ωφελούμενους της αναλογούσας αποζημίωσης, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν θα ήταν μία εύκολη υπόθεση, καθώς προϋποθέτει σταθμίσεις και εκτίμηση δεδομένων οικονομικού χαρακτήρα που μόνο η Διοίκηση θα μπορούσε να διεκπεραιώσει [5] . Νομοθετικό έρεισμα για τον καταμερισμό της αποζημίωσης με βάση το μέγεθος της αποκτώμενης από την απαλλοτρίωση ωφέλειας θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 106 του Συντάγματος που προβλέπουν την υποχρεωτική συμμετοχή των ωφελούμενων στις δαπάνες του Δημοσίου («Νόμος μπορεί να ορίσει τα σχετικά με τη συμμετοχή στη δαπάνη του Δημοσίου αυτών που ωφελούνται από την εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη της Χώρας») [6] . Εξ όσων όμως γνωρίζουμε, η συγκεκριμένη συνταγματική πρόβλεψη δεν έχει ενεργοποιηθεί ακόμη από τον νομοθέτη, όσον αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, ώστε να προβλεφθούν συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια συμμετοχής των ωφελούμενων τρίτων στις δαπάνες της αποζημίωσης.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, τίθεται το ερώτημα, κατά πόσον η Διοίκηση θα μπορέσει, μετά την ακύρωση της εν προκειμένω προσβαλλόμενης απόφασης, να κατανείμει αναλόγως την οφειλόμενη αποζημίωση σε βάρος των ωφελούμενων, επικαλούμενη ευθέως τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 106 παρ. 5 του Συντάγματος.
Σωτήριος Κ. Κυβέλος,
Διδάκτωρ Νομικής Α.Π.Θ., Δικηγόρος
[ 1 ]. Πρ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλας, 6η έκδοση, 2012, αρ. περιθ. 1341, Ανδρ. Γαζής, Η καταβολή αποζημιώσεως στην αναγκαστική απαλλοτρίωση. Τόμος Τιμητικός του ΣτΕ, Β΄ 1992, σ. 17επ.
[ 2 ]. Άρθρο 14 παρ.1 του Ν 2882/2001: «ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι: α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο …».
[ 3 ]. ΑΠ 1687/2012, 1671/2006.
[ 4 ]. Βλ. τη ΣτΕ Ολ 3641/1971 από την οποία συνάγεται, πάντως όχι και τόσο ευκρινώς, ότι υπόχρεη της καταβολής αποζημίωσης είναι η ωφελούμενη επιχείρηση που εκμεταλλεύεται το μεταλλείο.
[ 5 ]. Όπως προαναφέρθηκε, ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1687/2012, 1671/2006) έκρινε ότι «ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως δεν ταυτίζεται αναγκαίως προς τον υπέρ ου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση», γεγονός που φαίνεται ότι επιτρέπει ή τουλάχιστον δεν αποκλείει τη διαφοροποίηση του υπερου η απαλλοτρίωση από τον υπόχρεο της καταβολής, εφόσον τελικώς ωφελείται και κάποιο τρίτο πρόσωπο.
[ 6 ]. Πρ. Δαγτόγλου, ό.π., αρ. περιθ. 1336.
./.
./.
