ΣτΕ 2544/2016, Α τμ. 7μ,ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΔΗΓΙΑΣ, ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΠΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΕ

ΣΤΕ

Αριθμός 2544/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Α. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Σ. Μαρκάτης, Ο. Ζύγουρα, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 23 Ιουνίου 2005 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Αικατερίνη Χουρμούζη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά των : 1) Στέφανου Μιχαήλ Στρουμπούλη, κατοίκου Πειραιώς (Ιωννιδών 57 – 59), 2) Νικολάου Θεοφάνη Κούμπανου, κατοίκου Νίκαιας Αττικής (Μεθώνης 65), 3) Παναγιώτη Χαραλάμπους Ρενιέρη, 4) Χαράλαμπου Παναγιώτη Ρενιέρη, κατοίκων Πειραιώς (Κ. Νταλιάνη 60), 5) Ιωάννη Μιχαήλ Ζαχαρία, κατοίκου Κερατσινίου Αττικής (Ακτή Ιωνίας 102), 6) Δημητρίου Νικολάου Λαζάρου, κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής (Λευκάδος 23) και 7) Απόστολου Ζαφειρίου Χατζησωτηρίου, κατοίκου Δραπετσώνας Αττικής (28ης Οκτωβρίου, 15η πολυκατοικία), οι οποίοι δεν παρέστησαν. 

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1063/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Σπ. Μαρκάτη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

 Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1063/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η 7730/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, στην συνέχεια, κατόπιν μερικής αποδοχής αγωγής τους, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλει, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω παραλείψεως του Δημοσίου να θεσπίσει, δια των αρμοδίων οργάνων του και σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20.10.1980, ρυθμίσεις προς εξασφάλιση των ανεξόφλητων, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, απαιτήσεων των πληρωμάτων ποντοπόρων πλοίων εκ των συμβάσεων εργασίας αυτών, απορρίφθηκε δε το αίτημά τους για έντοκη καταβολή των αναγνωρισθέντων ως οφειλομένων από το Δημόσιο χρηματικών ποσών. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είχε απορριφθεί στο σύνολό της.

2. Επειδή, η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Τμήματος υπό επταμελή σύνθεση μετά την 1629/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία η κρινόμενη αίτηση κρίθηκε ως παραδεκτώς ασκηθείσα, υποβλήθηκαν προδικαστικά ερωτήματα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως, μέχρις ότου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αποφανθεί επί των ερωτημάτων αυτών. Ήδη, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2016 (C-292/14) νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά την μη παράσταση των αναιρεσιβλήτων εν όψει του ότι, όπως προκύπτει από τo από 3.3.2015 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Δικαστηρίου Π. Μητρόπουλου, η ως άνω προδικαστική απόφαση κοινοποιήθηκε νομοτύπως στους αναιρεσίβλητους.

3. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος».

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια όργανα αυτής ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 1038/2006 7 μ., ΣτΕ 3089/2009 7μ).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αντικείμενης σε υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου νομοθετήσεως ή παραλείψεως νομοθετήσεως και της επελθούσας ζημίας. Περαιτέρω, σε περίπτωση που κράτος μέλος παραβαίνει την υποχρέωση που υπέχει, δυνάμει του άρθρου 189 εδάφιο τρίτο της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη άρθρο 288 εδάφιο τρίτο ΣΛΕΕ), να θεσπίσει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται από μια οδηγία γεννάται ευθύνη του κράτους αυτού προς αποζημίωση εφ’όσον, πέραν του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής και της ζημίας, συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα περιλαμβάνει χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες και β) το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να προσδιορισθεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας (ΔΕΚ 19.11.1991 C-6/90 και C-9/90 Francovich, Συλλ. 1991 I-05357, σκ. 38-40, κ.ά.).

4. Επειδή, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συνεκτιμώντας, μεταξύ άλλων, «ότι είναι αναγκαία η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, ιδίως για τη διασφάλιση της πληρωμής των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας μιας ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως στην Κοινότητα», εξέδωσε την οδηγία 80/97/ΕΟΚ της 20.10.1980 «περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη» (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004). Στην οδηγία αυτή (αντί της οποίας ισχύει ήδη η κωδικοποιητική οδηγία 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008, ΕΕ L 283 της 28ης Οκτωβρίου 2008 ) όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν από την τροποποίησή της με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23.9.2002 «για την τροποποίηση της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου …» (ΕΕ L 270), προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στο Τμήμα Ι της οδηγίας, υπό τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί» ότι: «1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1. 2. Τα Κράτη Μέλη δύνανται, κατ’ εξαίρεση, να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσης οδηγίας τις απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών, ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία. Ο πίνακας των κατηγοριών μισθωτών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρατίθεται στο παράρτημα. 3. ..» (άρθρο 1). «Για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας, ένας εργοδότης θεωρείται ότι ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητος: α) αν έχει ζητηθεί η έναρξη διαδικασίας προβλεπομένης από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του ενδιαφερομένου Κράτους Μέλους, κατά της περιουσίας του εργοδότη με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του, και η οποία επιτρέπει να ληφθούν υπόψη απαιτήσεις αναφερόμενες στο άρθρο 1 παράγραφος 1, και β) η αρμόδια αρχή δυνάμει των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων: – είτε αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας, – είτε διεπίστωσε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων ενεργητικών στοιχείων δεν δικαιολογεί την έναρξη της διαδικασίας. 2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών «μισθωτός», «εργοδότης», …» (άρθρο 2). Στο Τμήμα ΙΙ της οδηγίας, υπό τον τίτλο «Διατάξεις σχετικές με τους οργανισμούς εγγυήσεως», ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Τα Κράτη Μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μίαν ορισμένη ημερομηνία. 2. Η ημερομηνία της παραγράφου είναι κατ’ επιλογή των Κρατών Μελών: – είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, – είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που πραγματοποιείται λόγω της αφερεγγυότητος του εργοδότη, – είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του εν λόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη» (άρθρο 3). «1. Τα Κράτη Μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την σύμφωνα με το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως. 2. Όταν τα Κράτη Μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας της παραγράφου 1 πρέπει: – στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 3 παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται σε μία περίοδο έξι μηνών πριν την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, – στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3 παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που οφείλεται στην αφερεγγυότητα του εργοδότη, – στην τρίτη περίπτωση του άρθρου 3 παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των 18 τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ή της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή παύσεως της σχέσεως εργασίας του μισθωτού, εξ αιτίας της αφερεγγυότητας του εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή, τα Κράτη Μέλη δύνανται να περιορίσουν την υποχρέωση πληρωμής απαιτήσεων για αμοιβές μιας περιόδου το πολύ οκτώ εβδομάδων ή περισσοτέρων τμηματικών περιόδων, που έχουν συνολικά την αυτή διάρκεια. 3. Ωστόσο, τα Κράτη Μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο στη διασφάλιση πληρωμής ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητος της παρούσης οδηγίας. Όταν τα Κράτη Μέλη κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας, ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθορίζουν το ανώτατο όριο» (άρθρο 4). «Τα Κράτη Μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές: α) η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητας β) οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές γ) η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση» (άρθρο 5). Στο άρθρο 7 της οδηγίας, που εντάσσεται στο Τμήμα ΙΙΙ αυτής («Διατάξεις σχετικές με την κοινωνική ασφάλιση») ορίζεται ότι «Τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που διασφαλίζουν ώστε, στα πλαίσια των εθνικών συστημάτων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η μη καταβολή στους αντίστοιχους ασφαλιστικούς φορείς υποχρεωτικών εισφορών οφειλόμενων από τον εργοδότη, πριν από την επέλευση της αφερεγγυότητός του, να μη θίγει το δικαίωμα του μισθωτού για παροχές εκ μέρους αυτών των ασφαλιστικών φορέων, υπό την προϋπόθεση ότι από τους μισθούς που πληρώθηκαν έγινε προηγούμενη κράτηση των εισφορών των μισθωτών». Εξ άλλου, στο Τμήμα IV της οδηγίας («Γενικές και τελικές διατάξεις») ορίζονται και τα εξής: «Η παρούσα οδηγία δεν περιορίζει την ευχέρεια των Κρατών Μελών να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς» (άρθρο 9). «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των Κρατών Μελών: α) να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν την αποτροπή καταχρήσεων, β) ..» (άρθρο 10). Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 11 παρ. 1 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υπείχαν την υποχρέωση να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός προθεσμίας 36 μηνών από της κοινοποιήσεώς της, η οποία έληξε στις 23 Οκτωβρίου 1983. Περαιτέρω, στο παράρτημα που προσαρτάται στην οδηγία («Κατηγορίες μισθωτών οι απαιτήσεις των οποίων δύνανται να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2») περιλαμβάνονται, υπό το σημείο Ι, οι «Μισθωτοί με σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας ιδιαίτερης φύσεως» και, υπό το σημείο ΙΙ, οι «Μισθωτοί καλυπτόμενοι από άλλες μορφές εγγυήσεως». Καθ’όσον αφορά την Ελλάδα, στον σχετικό πίνακα περιλαμβάνονται, υπό το σημείο I, ο πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος αλιευτικού σκάφους, αν και καθ’ό μέρος αμείβονται υπό μορφής συμμετοχής στα κέρδη στα ακαθάριστα έσοδα του πλοίου και, υπό το σημείο II, τα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων. Μεταφορά της οδηγίας αυτής στο ελληνικό δίκαιο επιχειρήθηκε, αρχικώς, με τον ν. 1172/1981 (Α΄ 177) και, στην συνέχεια, με τον ν. 1836/1989 και το κατ’εξουσιοδότηση των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου εκδοθέν π.δ. 1/1990 (Α΄ 1). 

5. Επειδή, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις, το άρθρο 3 παρ. 1 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 4 της οδηγίας, την καταβολή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις (ή σχέσεις) εργασίας και αφορούν τις αμοιβές περιόδου πριν από μια καθορισμένη ημερομηνία (βλ. αποφάσεις Δ.Ε.Κ. της 16.7.2009, υποθ. C-69/08, Visciano, σκ. 26, της 11.9.2003, υποθ. C-201/01, Walcher σκ. 31). Ο επιδιωκόμενος με την οδηγία κοινωνικός αυτός σκοπός είναι η διασφάλιση σε όλους τους μισθωτούς ενός κοινοτικού κατώτατου ορίου προστασίας (μια ελάχιστη προστασία καθοριζόμενη σε κοινοτικό επίπεδο: βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 18.9.03, υποθ. C-125/01 Pflüecke σκ. 32) σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη και οι διατάξεις αυτής, οι οποίες καθορίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς. Πράγματι, τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 και 2 παρ. 1 και 2 καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό ενός προσώπου ως δικαιούχου της ελάχιστης προστασίας, αφού αρκεί το πρόσωπο αυτό να έχει την ιδιότητα μισθωτού σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και να μην αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας κατά το άρθρο 1 παρ. 2 και το παράρτημα I, βρίσκεται δε αντιμέτωπο με περίπτωση καταστάσεως αφερεγγυότητας εργοδότη κατά το άρθρο 2. Τα δε άρθρα 3 και 4 παρ. 1 και 2 επιτρέπουν τον καθορισμό με επαρκή ακρίβεια του περιεχομένου των δικαιωμάτων που προβλέπει η οδηγία (ΔΕΚ 19.11.1991 C-6/90 και C-9/90 Francovich, Συλλ. 1991 I-05357 σκ. 12-22).

6. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας αυτής παρέχει στα κράτη μέλη την δυνατότητα να αποκλείσουν, αν και κατ’ εξαίρεση, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τις απαιτήσεις εργαζομένων οι οποίοι προσδιορίζονται περιοριστικώς (βλ. αποφάσεις Δ.Ε.Κ. της 2.2.1989, υπόθεση C- 22/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας σκ. 18, της 18.10.2001, υποθ. Gharehveran, C-441/99, σκ. 26) στο παράρτημα της οδηγίας και οι οποίοι εντάσσονται σε δύο κατηγορίες. Καθ’ όσον αφορά την πρώτη από αυτές, η δυνατότητα αποκλεισμού τους παρέχεται λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας τους, δίχως, ως εκ τούτου, να εξαρτάται από την ύπαρξη άλλης μορφής εγγυήσεως που να τους εξασφαλίζει ισοδύναμη προστασία. Καθ’όσον, αντιθέτως, αφορά την δεύτερη κατηγορία, η δυνατότητα αποκλεισμού τους από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εξαρτάται από την ύπαρξη άλλων μορφών εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους εν λόγω εργαζομένους ισοδύναμη προστασία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως ισοδύναμη, μπορεί να θεωρηθεί μόνον η προστασία που, αν και στηρίζεται σε σύστημα του οποίου οι κατ’ ιδίαν ρυθμίσεις διαφέρουν από αυτές που προβλέπει η οδηγία, εξασφαλίζει στους εργαζομένους τις βασικές εγγυήσεις που ορίζει η οδηγία, τούτο δε προκύπτει τόσο από τον σκοπό της οδηγίας, που συνίσταται στην εξασφάλιση ελάχιστης προστασίας για όλους τους εργαζομένους, όσο και από τον εξαιρετικό χαρακτήρα της δυνατότητας αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 2. Εν όψει τούτων, με την απόφαση του Δ.Ε.Κ. της 8.11.1990 (C-53/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας) έγινε δεκτή προσφυγή, κατ’ άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη άρθρο 258 ΣΛΕΕ), της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την παράλειψη της Ελλάδας να λάβει μέτρα δυνάμενα να εξασφαλίσουν προστασία ισοδύναμη με αυτήν που απορρέει από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ καθ’ όσον αφορά τις δύο κατηγορίες εργαζομένων, για τους οποίους η Ελλάδα είχε ζητήσει την δυνατότητα εξαιρέσεως από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, μία εκ των οποίων είναι τα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, αφού έγινε δεκτό ότι, καθ’ όσον αφορά την εν λόγω κατηγορία εργαζομένων, το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας εξαρτά την δυνατότητα αποκλεισμού τους από το πεδίο εφαρμογής της από την ύπαρξη άλλων μορφών εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους εν λόγω εργαζομένους ισοδύναμη, υπό την ήδη ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, προστασία, κρίθηκε ότι καμία από τις διατάξεις που επικαλέσθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εξασφαλίζει στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων προστασία ισοδύναμη με εκείνη που απορρέει από την οδηγία, συγκεκριμένα δε ότι: «Όσον αφορά τον αναγκαστικό νόμο 690/1945, που προβλέπει ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών για τον εργοδότη που δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες αποδοχές στους απασχολούμενους από αυτόν, αρκεί να παρατηρηθεί ότι πρόκειται για ποινικό νόμο, που δεν εγγυάται στους εργαζομένους την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, εγγύηση που αποτελεί, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, τον κύριο σκοπό της. Όσον αφορά τον νόμο 762/1978 περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβαση εργασίας μετά ναυτικού, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν περιλαμβάνει εγγυήσεις για την περίπτωση που ο αντιπρόσωπος θα ήταν αφερέγγυος. Ούτε το άρθρο 16 του αναγκαστικού νόμου 373/1968, το οποίο απαγορεύει τη χορήγηση αδειών προς ναυτολόγηση Ελλήνων ναυτικών στους πλοιοκτήτες που δεν έχουν εξοφλήσει τις απαιτήσεις μελών του πληρώματος, εξασφαλίζει τα εν λόγω δικαιώματα των ναυτικών, εφόσον υποχρεώνει απλώς τον πλοιοκτήτη να προσλάβει αλλοδαπούς αντί για Έλληνες ναυτικούς. Όσον αφορά το άρθρο 81 του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου, που προβλέπει ότι ο απολυθείς ναυτικός δικαιούται να παραμείνει και να διατρέφεται στο πλοίο μέχρις ότου εξοφληθεί, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διάταξη αυτή δεν εξασφαλίζει την πληρωμή των αποδοχών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, αλλά παρέχει στους εργαζομένους άλλου είδους προστασία σε διαφορετική περίπτωση, συγκεκριμένα σε περίπτωση απολύσεως. Όσον αφορά το άρθρο 205 (που κατατάσσει τις απαιτήσεις των ναυτικών στη δεύτερη τάξη των ναυτικών προνομίων, συγκεκριμένα, έπειτα από τα δικαστικά έξοδα και τις απαιτήσεις του δημοσίου) και το άρθρο 207 (που ορίζει ότι σε περίπτωση συμβατικής εκποιήσεως του πλοίου το πλήρωμα μπορεί να επιδιώξει δικαστικά τις προνομιακές απαιτήσεις του εντός προθεσμίας ενός έτους) του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου, είναι αληθές ότι έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση της πληρωμής των απαιτήσεων των ναυτικών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Εντούτοις .. πρόκειται για ανεπαρκή εγγύηση διότι, κατά τον πλειστηριασμό των πλοίων, το πλειστηρίασμα δεν αρκεί πάντοτε για να ικανοποιηθούν και οι απαιτήσεις δευτέρας τάξεως. Εξ άλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι .. η προστασία που προβλέπεται στο άρθρο 205 του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου ισχύει μόνο σε περίπτωση πλειστηριασμού και επομένως όχι, όπως απαιτεί η οδηγία, αφής στιγμής ο εργοδότης βρεθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, πράγμα που μπορεί να συμβεί πολύ νωρίτερα» (σκ. 20-26). Τέλος, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι απαραδέκτως η Ελληνική Κυβέρνηση είχε επικαλεσθεί, το πρώτον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 («περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως της περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς νομοθεσίας ..», Α΄ 296) και, για τον λόγο αυτόν, ο σχετικός ισχυρισμός έμεινε, επί της ουσίας, ανεξέταστος.

7. Επειδή, στο ως άνω άρθρο 29 του ν. 1220/1981 (Α΄ 296), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, αναδρομικώς από 1ης Ιουνίου 2009, με το άρθρο 11 στ. Α παρ. 1 του ν. 3816/2010 (Α΄ 6), ορίζονταν τα εξής: «1. Επί εγκαταλείψεως εις την αλλοδαπήν Ελλήνων ναυτικών ναυτολογημένων επί πλοίων υπό ελληνικήν σημαίαν ή ξένων συμβεβλημένων μετά του “Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου”, λόγω μη τηρήσεως υπό του πλοιοκτήτου των περί μισθοτροφοδοσίας διατάξεων: α) Καταβάλλονται υπό του Ν.Α.Τ. εκ του “Κεφαλαίου Ασθενείας και Ανεργίας”, έναντι των καθυστερουμένων βασικών μισθών και επιδομάτων ως καθορίζονται εις τας οικείας συλλογικάς συμβάσεις, αποδοχαί μέχρις ενός τριμήνου. β) Πραγματοποιείται επαναπατρισμός των δικαιούχων μερίμνη της Εστίας Ναυτικών κατά τας περί αυτής διατάξεις ως και καταβολή μικροεξόδων ταξειδίου. 2. Η διαδικασία της προηγουμένης παραγράφου δεν είναι υποχρεωτική δια τον ναυτικόν ο οποίος δύναται να προτιμήση την συνέχισιν της συμβάσεως εφ` όσον όμως εισπράξει τα έξοδα παλιννοστήσεως ή αποδεχθή το προσφερόμενον εισιτήριον λογίζεται ως αυτοδικαίως λυθείσα η υφισταμένη σύμβασις ναυτικής εργασίας “λόγω εγκαταλείψεως του ναυτικού εις την αλλοδαπήν υπό του πλοιοκτήτου” εφαρμοζομένων των περί αποζημιώσεως του ναυτικού διατάξεων των άρθρων 76 και 77 του Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου. 3. Η διαπίστωσις και συνδρομή των όρων εγκαταλείψεως και η κίνησις της εν παρ. 1 διαδικασίας χωρεί δι` αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας εκδιδομένης κατόπιν ητιολογημένης γνώμης Επιτροπής συγκροτουμένης δι` αποφάσεως του ιδίου και αποτελουμένης εξ` ενός εκπροσώπου του Υ.Ε.Ν., ενός της Ενώσεως Ελλήνων Εφοπλιστών και ενός της Πανελληνίου Ναυτικής Ομοσπονδίας (Π.Ν.Ο.). 4. Το ΝΑΤ επί τη καταβολή της κατά την παρ. 1 παροχής υποκαθίσταται εις την θέσιν του ναυτικού αυτοδικαίως ως δανειστής του πλοιοκτήτου και προέρχεται εις την βεβαίωσιν και είσπραξιν των οφειλομένων υπέρ του ΚΑΑΝ κατά τας εκάστοτε περί εισπράξεως των πόρων του ΝΑΤ ισχύουσας ουσιαστικάς και δικονομικάς διατάξεις συνεισπράττον δια της ιδίας διαδικασίας και τα υπό της Εστίας Ναυτικών κατά την παρ. 1 εδ. β` υπ` αυτής καταβληθέντα. 5. Η καταβολή εις τους δικαιούχους της παροχής κατά την παρ. 1 επάγεται την απόσβεσιν των εκ της εργασιακής σχέσεως αντιστοίχων απαιτήσεων το δε τυχόν απομένον υπόλοιπον καταβάλλεται εις τους δικαιούχους υπό του εργοδότου των ή των μετ` αυτού συνυπευθύνων. 6. Δι` αποφάσεων του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως προσδιορίζονται α) τα της συγκροτήσεως και λειτουργίας της εν παρ. 3 Επιτροπής, β) τα αναγκαία στοιχεία προσδιορισμού των απαιτήσεων των ναυτικών γ) τα της γνωστοποιήσεως της γενομένης καταβολής εις τον εργοδότην, δ) παν έτερον λεπτομερειακόν ή τεχνικόν θέμα απορρέον ή σχετιζόμενον με την δια τον παρόντος άρθρου παρεχομένην προστασίαν». Στην αιτιολογική έκθεση της ως άνω διατάξεως, η οποία εισήχθη με προσθήκη στο οικείο σχέδιο νόμου, αναφέρονται τα εξής: «Εις την πράξιν παρουσιάζονται περιπτώσεις καθ’ ας λόγω ως επί το πολύ αφερεγγυότητος του πλοιοκτήτου εγκαταλείπονται εις την αλλοδαπήν τα πληρώματα των πλοίων άνευ καταβολής της μισθοτροφοδοσίας των και δυσμενείς γενικοτέρας επιπτώσεις εκ της αδυναμίας κινήσεως του πλοίου .. η παρούσα προσθήκη .. προβλέπει την υπό του Ν.Α.Τ. εκ του Κεφαλαίου ασθενείας και ανεργίας καταβολήν των μέχρι τριών μηνών αποδοχών και εν συνεχεία υπ’ αυτού αναζήτησιν βάσει των περί ΝΑΤ διατάξεων των καταβληθέντων υπ’ αυτού ως και των υπό της Εστίας Ναυτικών». Εξ άλλου, στο άρθρο μόνο της εκδοθείσας δυνάμει της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως, υπ’ αρ. 30251/Β/81/11.11.1981 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί βεβαιώσεως των δικαιουμένων αποδοχών των εγκαταλειπομένων υπό των πλοιοκτητών ναυτικών» (Β’ 728), προβλέπονται τα εξής: «1. Καθορίζομεν τα αναγκαία στοιχεία προσδιορισμού της οφειλομένης προστασίας εις τους εγκαταλειπομένους εις το εξωτερικόν ναυτικούς μέλη πληρώματος των Ελληνικών και των μετά του ΝΑΤ συμβεβλημένων υπό ξένην σημαίαν πλοίων, ως κατωτέρω: α) Ο Πλοίαρχος και το πλήρωμα, εγκαταλειφθέντες εις το εξωτερικόν υπό του πλοιοκτήτου, επιδιώκουν, κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, την δικαστικήν ικανοποίησιν των απαιτήσεών των επιτοπίως, εκτός εάν τούτο εκ των πραγμάτων καθίσταται ανέφικτον. β) Εφ` όσον ήθελε κριθεί παρά του Υπουργού μετά γνωμοδότησιν της αρμοδίας Επιτροπής της παρ. 3 του άρθρ. 29 του Ν. 1220/81 ότι το πλήρωμα εγκατελείφθη και είναι αναγκαίος ο επαναπατρισμός των εγκαταλειφθέντων ναυτικών, αποστέλλονται εις αυτούς, μερίμνη και δαπάναις της Εστίας Ναυτικών συμφώνως τω άρθρω 22 του Ν. 1085/1980, τα εισιτήρια παλιννοστήσεως και εύλογον χρηματικόν ποσόν δι` έξοδα και λοιπάς δαπάνας ταξειδίου μέσω του ΝΑΤ. γ) Μετά την επάνοδον των ναυτικών εις την Ελλάδα ούτοι προσκομίζουν τους παρά του Πλοιάρχου ή εν παραλείψει αυτού παρ` αυτών των ιδίων συνταχθέντας λογαριασμούς μισθοδοσίας των εις την Διεύθυνσιν Ναυτικής Εργασίας του ΥΕΝ αιτούντες την προβλεπομένην υπό του Νόμου προστασίαν. δ) Η Διεύθυνση Ναυτικής Εργασίας αποστέλλει επί αποδείξει εις τον πλοιοκτήτη ή τον εκπρόσωπο αυτού αντίγραφα των ανωτέρω λογαριασμών, τάσσουσα εις τούτον προθεσμίαν μέχρι 5 ημερών προς έλεγχον της ακριβείας των και επαναφορά των. ε) Μετά τον έλεγχο υπό του πλοιοκτήτου ή την πάροδο απράκτου της ταχθείσης προθεσμίας ή εν περιπτώσει διαπιστώσεως καθ` οιονδήποτε τρόπον ότι τα γραφεία των πλοιοκτητών ή εκπροσώπων του έπαυσαν να λειτουργούν στην Ελλάδα, η κατά την παρ. 3 άρθρ. 29 του Ν. 1220/81 Επιτροπή ενεργεί τον τελικόν έλεγχον των λογαριασμών και των τυχόν προσκομισθέντων λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και συντάσσει πρακτικόν περί του δικαιουμένου παρ` ενός εκάστου ναυτικού χρηματικού ποσού βάσει της παρ. 1α του άρθρ. 29 Ν. 1220/81. Το ως άνω πρακτικόν κυρούμενον δι` αποφάσεως του Γ.Δ.Π.Π. κοινοποιείται εις την Διεύθυνσιν Προνοίας Ναυτικών (ΔΠΝ 2ο), το Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον, το ΟΝ, την ΠΝΟ, την Εστίαν Ναυτικών, τον δικαιούχον ναυτικόν και τον υπόχρεον πλοιοκτήτην. Βάσει της ως άνω αποφάσεως το ΝΑΤ καταβάλλει εκ του Κεφαλαίου Ασθενείας και Ανεργίας Ναυτικών (ΚΑΑΝ) εις τον δικαιούχον το προσδιορισθέν χρηματικόν ποσόν και γνωστοποιεί την γενομένη καταβολήν εις τον υπόχρεον πλοιοκτήτην και τους αποδέκτας της αποφάσεως (οι περ. δ΄ και ε΄ τίθενται όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την 70118/1228/12 Φεβρ.- 2 Μαρτ. 1982 [Β` 89] απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας)». 

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 11.9.1992 κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά το υπό σημαία Μάλτας κρουαζιερόπλοιο «ΠΑΝΑΓΙΑ», νηολογίου Βαλέττας Μάλτας, πλοιοκτησίας της εταιρείας «PANAGIA MALTA LTD», η οποία είχε την καταστατική της έδρα στη Βαλέττα της Μάλτας. Το πλοίο αυτό, λόγω της επιβολής σ’ αυτό κατασχέσεων, ακινητοποιήθηκε στο λιμάνι του Πειραιά και παρέμεινε δεσμευμένο μέχρι και τις 7.6.1995, οπότε εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση της ενυπόθηκης δανείστριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. Προηγουμένως, στις 14.7.1994, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, Έλληνες ναυτικοί, συνήψαν στον Πειραιά συμβάσεις ναυτικής εργασίας με τον Ηλία Τροχίδη, ενεργούντα ως εφοπλιστή του ως άνω πλοίου, εν όψει επικειμένης χρονοναυλώσεως αυτού σε Τούρκο ναυλωτή κατά τη θερινή περίοδο του έτους 1994, ακολούθως δε υπογράφηκαν συμβάσεις ναυτολογήσεως μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του πλοιάρχου, ως αντιπροσώπου της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρείας. Στις εν λόγω συμβάσεις περιλήφθηκε όρος, σύμφωνα με τον οποίο οι συμβάσεις αυτές διέπονται από το δίκαιο της Μάλτας, ως δίκαιο της σημαίας του πλοίου. Στη συνέχεια και μετά τη ματαίωση της χρονοναύλωσης του πλοίου, αν και οι αναιρεσίβλητοι παρέμειναν σε αυτό και μετά τη συμπλήρωση του ορισμένου χρόνου διαρκείας των συμβάσεών τους, δεν καταβλήθηκαν σε αυτούς οι αποδοχές τους, για το λόγο δε αυτό, στις 15.12.1994, οι αναιρεσίβλητοι κατήγγειλαν τις συμβάσεις. Μετά την επιβολή, εντός του Οκτωβρίου του έτους 1994, και άλλων συντηρητικών και αναγκαστικών κατασχέσεων στο πλοίο και την επίσπευση από την προαναφερθείσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, που είχε ασφαλισθεί με υποθήκη επί του πλοίου, εκπλειστηριάσθηκε τούτο, όπως ήδη εκτέθηκε, στις 7.6.1995. Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, κατά τον οποίον ανεδείχθη υπερθεματίστρια η εν λόγω Τράπεζα και επιτεύχθηκε εκπλειστηρίασμα 1.500.000 δολαρίων Η.Π.Α., οι αναιρεσίβλητοι ανήγγειλαν νομίμως τις ως άνω απαιτήσεις τους στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και ζήτησαν την προνομιακή κατάταξη αυτών. Συγχρόνως, άσκησαν αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της πλοιοκτήτριας και του Ηλία Τροχίδη, για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους από τις προαναφερόμενες συμβάσεις (μισθών, επιδομάτων, αποδοχών αδείας, από 14.7.1994 έως 15.12.1994 και αποζημιώσεως απολύσεως). Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν κατέταξε στον σχετικό πίνακα τις απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, διότι έκρινε ότι δεν ήταν προνομιακές κατά το δίκαιο της Μάλτας. Ανακοπή των τελευταίων κατά του πίνακα κατατάξεως απορρίφθηκε με την 460/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έφεση δε αυτών κατά της εν λόγω αποφάσεως απορρίφθηκε με την 1087/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ενώ, τέλος, αναίρεση αυτών κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως απορρίφθηκε με την 1762/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εξ άλλου, οι εν λόγω απαιτήσεις έγιναν αμετακλήτως δεκτές με την 1636/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχθηκε την ως άνω αγωγή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ελληνικού δικαίου. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται για δεδουλευμένες αποδοχές (μισθοί 5 μηνών), επίδομα αδείας με το αντίτιμο τροφής, αποζημίωση απολύσεως και για την εις χρήμα καταβολή της τροφής επί του πλοίου, ο πρώτος (Στέφανος Στρουμπούλης) 3.547.694 δρχ. (2.499.600 + 481.976 + 326.118 + 240.000), ο δεύτερος (Νικόλαος Κούμπανος) 2.926.108 δρχ. (1.999.200 + 420.898 + 266.010 + 240.000), ο καθένας από τους τρίτο (Παναγιώτης Ρενιέρης) και τέταρτο (Χαράλαμπος Ρενιέρης) 2.532.732 δρχ. (1.749.600 + 312.884 + 230.248 + 240.000), ο πέμπτος (Ιωάννης Ζαχαρίας) 2.202.733 δρχ. (1.449.600 + 312.884 + 200.249 + 240.000), ο έκτος (Δημήτριος Λαζάρου) 1.736.202 δρχ. (917.470 + 420.895 + 157.837 + 240.000) και ο έβδομος (Απόστολος Χατζησωτηρίου) 2.926.106 δρχ. (1.999.200 + 420.898 + 266.010 + 240.000). Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι τα ως άνω ποσά οι αναιρεσίβλητοι τα δικαιούνται νομιμοτόκως από 16.12.1994, εκτός από εκείνο της αποζημιώσεως απολύσεως, το οποίο δικαιούνται από της επιδόσεως της αγωγής τους. Εν όψει αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφαση υποχρέωσε την εταιρεία «ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΛΤΑ ΛΤΔ» και τον Ηλία Τροχίδη (εναγομένους στη δίκη εκείνη) να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Εξ άλλου, με τις προαναφερόμενες 1636/1995 και 1087/1997 αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων κρίθηκε, πλην άλλων, ότι, από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιόν τους προέκυψε ότι η σημαία του πλοίου ήταν σημαία ευκαιρίας. Εν τω μεταξύ, με την 49/31.1.1994 απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκαν σε πτώχευση η ως άνω πλοιοκτήτρια εταιρεία και ο Ηλίας Τροχίδης. Με την 211/31.5.1994 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου ανακλήθηκε η εν λόγω απόφαση, στην συνέχεια όμως, με τις 6/9.1.1995 και 81/24.2.1995 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, οι προαναφερόμενοι κηρύχθηκαν, αντιστοίχως, σε πτώχευση. Τέλος, με τις 162/1995 και 306/1995 αποφάσεις του αυτού πάντοτε δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης της πλοιοκτήτριας εταιρείας και του Ηλία Τροχίδη, αντιστοίχως, λόγω ελλείψεως της αναγκαίας περιουσίας. Με την από 11.10.1999 αγωγή τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι παρέμειναν απλήρωτοι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα (από 14.7.1994 έως 15.12.1994) που εργάσθηκαν στο ακινητοποιημένο στο λιμάνι του Πειραιά λόγω της επιβληθείσας κατασχέσεως πλοίο «ΠΑΝΑΓΙΑ», ότι η εργοδότις τους πλοιοκτήτρια εταιρεία και ο εφοπλιστής είχαν κηρυχθεί προηγουμένως σε πτώχευση, μετά δε την ανάκληση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως και, ενώ εν τω μεταξύ είχαν συναφθεί οι συμβάσεις ναυτολογήσεώς τους και οι ίδιοι εργάζονταν επί του πλοίου, επανακηρύχθηκε η πτώχευση πλοιοκτητρίας και εφοπλιστού, ότι παρά τον πλειστηριασμό του πλοίου οι εκ δεδουλευμένων αποδοχών αξιώσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν από το εκπλειστηρίασμα, λόγω μη κατατάξεως αυτών στον οικείο πίνακα διανομής και της αμετάκλητης απορρίψεως της κατά του πίνακα αυτού ασκηθείσας ανακοπής τους και ότι δεν ικανοποιήθηκαν από την πτωχευτική περιουσία πλοιοκτητρίας και εφοπλιστού, η οποία αποδείχθηκε ανύπαρκτη, πράγμα που αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο κηρύχθηκε η παύση των εργασιών των πτωχεύσεων με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατόπιν τούτων, οι αναιρεσίβλητοι απευθύνθηκαν στον Ο.Α.Ε.Δ. και ζήτησαν να υπαχθούν στον συσταθέντα σε αυτόν, δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 1836/1989, «Λογαριασμό προστασίας εργαζομένων από την αφερεγγυότητα του εργοδότη», έλαβαν, όμως, από τον ως άνω Οργανισμό την έγγραφη απάντηση ότι δεν υπάγονται στην προστασία του π.δ/τος 1/1990, διότι ως ναυτικοί, καλυπτόμενοι από άλλης μορφής εγγυήσεις της εσωτερικής νομοθεσίας, αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ «περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη». Επικαλούμενοι τις διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας και την προαναφερθείσα απόφαση του Δ.Ε.Κ. της 8.11.1990, ιδίως κατά το μέρος που έκρινε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε λάβει μέτρα δυνάμενα να εξασφαλίσουν στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων προστασία ισοδύναμη με αυτήν που απορρέει από την οδηγία, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, με την αγωγή τους, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, δια των αρμοδίων νομοθετικών και διοικητικών οργάνων του, παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την ως άνω κοινοτική οδηγία και την καταδικαστική απόφαση του Δ.Ε.Κ. και, συγκεκριμένα, ότι παρέλειψε να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις που θα οδηγούσαν στην εφαρμογή της οδηγίας και επί των πληρωμάτων των ποντοπόρων πλοίων, με τη σύσταση αρμοδίου προς τούτο οργανισμού εγγυήσεως και συνέχισε να εξαιρεί την εν λόγω κατηγορία εργαζομένων από την προβλεπόμενη στην οδηγία προστασία, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να μην τύχουν της προστασίας αυτής και να υποστούν ζημία, για τον λόγο ότι δεν κατεβλήθησαν σε αυτούς, είτε από τον Ο.Α.Ε.Δ., λόγω αρνήσεώς του, είτε από κάποιον άλλον οργανισμό ή φορέα εγγυήσεως, τα ποσά που τους είχαν επιδικασθεί με την 1636/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τα οποία αδυνατούσαν να εισπράξουν από τους αφερέγγυους εργοδότες τους. Για τον λόγο αυτό, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί το Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε έναν από αυτούς ως αποζημίωση, βάσει των διατάξεων του άρθρου 105 Εισ.ΝΑ.Κ., τα ποσά που τους είχαν επιδικασθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, στα οποία προσέθεσαν τους νόμιμους, κατά τους υπολογισμούς τους, τόκους, από 16.12.1994, επομένης της καταγγελίας των συμβάσεών τους, ως προς όλα τα ως άνω κονδύλια πλην εκείνου της αποζημιώσεως απολύσεως, για το οποίο ζήτησαν την καταβολή τόκων από της επιδόσεως της ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου αγωγής τους (14.6.1995), έως την ημέρα συντάξεως της απευθυνόμενης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς αγωγής (11.10.1999), δηλ. συνολικώς ζήτησαν ο πρώτος από αυτούς 7.841.316 δρχ., οι δεύτερος και έβδομος από 6.467.923 δρχ., οι τρίτος και τέταρτος από 5.598.398 δρχ., ο πέμπτος 4.868.966 δρχ. και ο έκτος από αυτούς 3.826.239 δρχ., τα ως άνω δε συνολικά ποσά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής τους. Το ως άνω καταψηφιστικό αίτημα μετέτρεψαν, με το πρωτοδίκως υποβληθέν υπόμνημά τους, σε αναγνωριστικό, ζητώντας, μάλιστα, να αναγνωρισθεί ότι δια της επιδόσεως της αγωγής τους και της εντεύθεν οχλήσεως το Δημόσιο κατέστη υπερήμερο και οφείλει σε αυτούς τόκους υπερημερίας. Προσέθεσαν δε, με το ίδιο υπόμνημα, στα όσα είχαν υποστηρίξει με την αγωγή τους, μεταξύ άλλων και τα εξής: α) κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας, όταν ένα Κράτος Μέλος δεν ανακοινώνει στην Επιτροπή ότι ασκεί την ευχέρεια που του παρέχεται από το άρθρο αυτό να περιορίσει την κατά το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας υποχρέωση των οργανισμών εγγυήσεως προς πληρωμή, θεωρείται ότι δεν επιλέγει το χρονικό περιορισμό και επομένως ισχύει η κατά το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή, απεριορίστως, των αναφερομένων στη διάταξη αυτή αξιώσεων των μισθωτών, β) ως «πληρώματα ποντοπόρων πλοίων» νοούνται τα πληρώματα των «θαλασσοπλοούντων» πλοίων, κατ’ ορθή απόδοση του χρησιμοποιούμενου στο αγγλικό κείμενο της οδηγίας όρου «sea-going vessels», καθώς δεν υφίσταται από νομικής απόψεως διάκριση μεταξύ ποντοπόρων και μη πλοίων, γ) αναφέρθηκαν στις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που κρίθηκαν από το Δ.Ε.Κ. ότι δεν παρέχουν στα πληρώματα των θαλασσοπλοούντων πλοίων ισοδύναμη με εκείνην της οδηγίας προστασία, υπεστήριξαν ότι τέτοια προστασία δεν παρέχεται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1220/1981, η οποία αφορά σε άλλη περίπτωση, δηλαδή εκείνη της εγκαταλείψεως στο εξωτερικό ναυτικού εργαζομένου είτε επί πλοίου υπό ελληνική σημαία είτε υπό ξένη μεν αλλά συμβεβλημένου με το Ν.Α.Τ., δ) καθ’όσον αφορά το μεταγενέστερο της ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως π.δ. 1/1990, υποστήριξαν ότι με αυτό δεν καταργήθηκε η επίμαχη, σχετική με τους ναυτικούς, εξαίρεση, καθώς δεν προβλέφθηκε η δημιουργία ειδικού γι’ αυτούς λογαριασμού, αντίστοιχου προς εκείνου που συνεστήθη στον Ο.Α.Ε.Δ. για τους εργαζομένους στην ξηρά, με εισφορές καταβλητέες από τους πλοιοκτήτες και το κράτος, επικαλέσθηκαν δε και σχετικά απευθυνόμενα προς αυτούς έγγραφα του Ο.Α.Ε.Δ. και του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (υπ’ αρ. πρωτ. Β116693/3.8.99 και 2325.12/4/8.10.1999, αντιστοίχως) προς απόδειξη του ότι σύστοιχη με την ως άνω ερμηνεία είναι η κρατούσα στη διοίκηση αντίληψη και πρακτική. Εξ άλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, με το πρωτοδίκως υποβληθέν υπόμνημά του, αντέτεινε, αφ’ ενός, ότι η ισχύουσα ελληνική νομοθεσία εξασφαλίζει ισοδύναμη προς την επιβαλλόμενη από την οδηγία προστασία στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων και, αφ’ ετέρου, ότι η περίπτωση των αναιρεσιβλήτων εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως αυτής και θεμελιώσεως, ως εκ τούτου, ευθύνης του προς αποζημίωση. Το Δημόσιο, ειδικότερα, επικαλέσθηκε τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 «Περί συμπληρώσεως και Τροποποιήσεως της περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς νομοθεσίας ..» (Α΄ 296), σε συνδυασμό με την εκδοθείσα, κατ’ εξουσιοδότηση αυτής, 30251/Β/81/12.11.1981 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (Β’ 728) και τις οικείες διατάξεις της περί Ν.Α.Τ. νομοθεσίας (άρθρα 28 παρ. 1 και 86 π.δ/τος 913/1978 «Περί κωδικοποιήσεως .. των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου κειμένων διατάξεων ..» – Α’ 220), υποστηρίζοντας ότι, βάσει αυτών, το Ν.Α.Τ. επεμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις υπάρξεως απαιτήσεων ναυτικών από αφερέγγυους εργοδότες, η νομοθετική δε αυτή ρύθμιση παρέχει την επιβαλλόμενη από την οδηγία ισοδύναμη προστασία. Τέλος, το Δημόσιο υποστήριξε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, δεδομένου ότι ναυτολογήθηκαν σε πλοίο υπό σημαία Μάλτας, άρα σε πλοίο αλλοδαπό και, μάλιστα, κατ’εκείνο τον χρόνο, μη κοινοτικό, το οποίο επί πλέον δεν ήταν συμβεβλημένο με το Ν.Α.Τ., όπως προέκυπτε από σχετικό έγγραφο (υπ’ αρ. πρωτ. 41713/2001) της Διεύθυνσης Πόρων του ως άνω Ταμείου, ενώ ως εργοδότες, σε περίπτωση αφερεγγυότητας των οποίων παρέχεται από το Ν.Α.Τ. η προβλεπόμενη από την εσωτερική νομοθεσία ισοδύναμη προστασία, νοούνται, βάσει των ως άνω διατάξεων, τα ελληνικά πλοία ή τα πλοία υπό ξένη σημαία, που είναι όμως συμβεβλημένα με το Ν.Α.Τ. και καταβάλλουν σε αυτό ασφαλιστικές εισφορές. Το διοικητικό πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε ότι οι διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ δεν καταλαμβάνουν τις ανεξόφλητες απαιτήσεις από συμβάσεις ναυτολογήσεως Ελλήνων ναυτικών, μελών πληρώματος ποντοπόρου πλοίου, που ναυτολογήθηκαν σε πλοίο σημαίας της αλλοδαπής, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη τους και ότι δεν αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω η σημαία του πλοίου ήταν σημαία ευκαιρίας, απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι προστατευτικές για τους εργαζομένους διατάξεις της ως άνω κοινοτικής οδηγίας και ότι, επομένως, η αχθείσα ενώπιόν του αξίωση αποζημιώσεως δεν μπορούσε να θεμελιωθεί σε παράλειψη του Δημοσίου να νομοθετήσει, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας αυτής, δια των αρμοδίων οργάνων του. Με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και, στην συνέχεια, την αγωγή τους απορρίπτοντας την τελευταία μόνο κατά το μέρος που αφορούσε το αίτημα για έντοκη καταβολή των αναγνωρισθέντων ως οφειλομένων από το Δημόσιο χρηματικών ποσών. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή το διοικητικό εφετείο, αφού δέχθηκε ότι στα κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του Παραρτήματος της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ «πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων» υπάγονται τα πληρώματα των πλοίων με ελληνική σημαία, καθώς και των πλοίων με σημαία ευκαιρίας, τα οποία, όμως, συνδέονται με την Ελλάδα, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ εκτίμηση των πρωτοδίκως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, η πλοιοκτήτρια εταιρεία του πλοίου «ΠΑΝΑΓΙΑ» ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα, χώρα στην οποία βρισκόταν η πραγματική έδρα της (συγκεκριμένα, στον Πειραιά) και με την οποία είχε γνήσιο σύνδεσμο και, επομένως, η σημαία της Μάλτας, την οποία έφερε το πλοίο, ήταν σημαία ευκαιρίας. Κατόπιν τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι, μέλη, όπως αποδείχθηκε, πληρώματος πλοίου υπό σημαία ευκαιρίας, του οποίου η πλοιοκτήτρια εταιρεία είχε την πραγματική της έδρα στον Πειραιά, υπάγονταν για την εξασφάλιση, έναντι του αφερέγγυου εργοδότη τους, των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους που πήγαζαν από τις οικείες συμβάσεις, στις προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ, περαιτέρω δε ότι ο Έλληνας νομοθέτης όφειλε να καταστήσει την εν λόγω οδηγία εθνικό δίκαιο, με τη θέσπιση, σύμφωνα με αυτή, κανόνων δικαίου, δοθέντος ότι σε εργαζόμενους, όπως οι αναιρεσίβλητοι, δεν παρεχόταν από την κείμενη εθνική νομοθεσία προστασία ισοδύναμη με εκείνη της οδηγίας. Και τούτο, διότι α) όπως αποφάνθηκε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 8.11.1990 (C-53/88), καμία από τις διατάξεις του α.ν. 698/1945, του ν. 762/1978, του άρθρου 16 του α.ν. 373/1968 και των άρθρων 81, 205 και 207 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου δεν εξασφάλιζε στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων ισοδύναμη προστασία με εκείνη που απορρέει από την οδηγία, και β) η δε διάταξη του άρθρου 29 του ν. 1220/1981 δεν εξασφάλιζε την πληρωμή στους εργαζόμενους ναυτικούς των αποδοχών τους, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους, αλλά τους παρείχε προστασία, με καταβολή από το Ν.Α.Τ. των αποδοχών μέχρις ενός τριμήνου, σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή επί εγκαταλείψεως στην αλλοδαπή Ελλήνων ναυτικών ναυτολογημένων σε πλοία με ελληνική σημαία ή ξένη που είναι συμβεβλημένα με τον ως άνω ασφαλιστικό οργανισμό (Ν.Α.Τ.) και η 30251/Β/81 της 12.11/4.12.1981 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ανωτέρω ν. 1220/1981, προέβλεπε την συνδρομή και την διαπίστωση των όρων εγκαταλείψεως στο εξωτερικό των ναυτικών του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 1220/1981 και την κίνηση της σχετικής διαδικασίας. Εν όψει τούτων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι θεμελιωνόταν ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, διότι η παράλειψή του να νομοθετήσει, δια των αρμοδίων οργάνων του, κατ’ εφαρμογή της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, προκειμένου να εξασφαλισθούν οι ανεξόφλητες, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, απαιτήσεις των πληρωμάτων ποντοπόρων πλοίων εκ των οικείων συμβάσεων εργασίας ήταν μη νόμιμη και συνδεόταν αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την απώλεια, εξ αιτίας της αφερεγγυότητας της εργοδότριάς τους πλοιοκτήτριας εταιρείας, των ποσών που εδικαιούντο από την εκτέλεση και λύση της περί ναυτολογήσεώς τους συμβάσεως, αφού αυτοί, ως μισθωτοί ανήκοντες στο πλήρωμα πλοίου με σημαία ευκαιρίας, δίχως να τους παρέχεται ισοδύναμη προς εκείνη της επίμαχης οδηγίας προστασία, θα καταλαμβάνονταν από την σχετική ρύθμιση, αν είχε λάβει χώρα η ορθή μεταφορά της οδηγίας στην Ελλάδα. Εδικαιούντο, επομένως, οι αναιρεσίβλητοι, προς αποκατάσταση της προκληθείσας σε αυτούς ζημίας, να λάβουν αποζημίωση που αντιστοιχούσε στα ποσά των δεδουλευμένων αποδοχών τους, του επιδόματος αδείας μετά του αντιτίμου της τροφής, της αποζημιώσεως απολύσεως και του αντιτίμου της τροφής επί του πλοίου, όπως τα χρηματικά αυτά ποσά προσδιορίσθηκαν με την 1636/1995 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προσηυξημένα με τον νόμιμο επ’ αυτών, κατά το προ της καταθέσεως της αγωγής χρονικό διάστημα, τόκο, ανερχόμενα σε 23.012 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, σε 18.891 ευρώ για καθένα από τους δεύτερο και έβδομο, σε 16.430 ευρώ για καθένα από τους τρίτο και τέταρτο, σε 14.289 για τον πέμπτο και σε 11.229 ευρώ για τον έκτο, αν και όχι νομιμοτόκως από της επιδόσεως αυτής, διότι, όπως έκρινε το διοικητικό εφετείο, τόκοι οφείλονται επί καταψηφιστικής και όχι αναγνωριστικής αγωγής.

9. Επειδή, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε απάντηση των υποβληθέντων σε αυτό προδικαστικών ερωτημάτων, με την προαναφερόμενη απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2016 (C-292/14), η οδηγία 80/97/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, έχει την έννοια ότι, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, ναυτικοί που διαμένουν σε ορισμένο κράτος μέλος και ναυτολογήθηκαν στο ίδιο κράτος μέλος από εταιρία με καταστατική μεν έδρα σε τρίτη χώρα, πλην όμως με πραγματική έδρα στο εν λόγω κράτος μέλος, για να εργαστούν σε κρουαζιερόπλοιο υπό σημαία της εν λόγω τρίτης χώρας και πλοιοκτησίας της εν λόγω εταιρίας, με σύμβαση εργασίας που ορίζει ως εφαρμοστέο δίκαιο το δίκαιο της ως άνω τρίτης χώρας, πρέπει να υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας για τις ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις τους κατά της ίδιας ως άνω εταιρίας, μετά την κήρυξή της σε πτώχευση, κατά το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, από δικαστήριο του κράτους αυτού. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό ότι μισθωτοί, όπως οι αναιρεσίβλητοι ναυτικοί που ναυτολογήθηκαν βάσει συμβάσεως, των οποίων ο εργοδότης κηρύχθηκε σε πτώχευση, όπως εν προκειμένω η εταιρεία Panagia Malta Ltd και των οποίων οι μισθολογικές απαιτήσεις δεν ικανοποιήθηκαν ελλείψει της αναγκαίας περιουσίας, πρέπει, κατ’αρχήν (δηλαδή εφ’όσον δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/97/ΕΟΚ του Συμβουλίου ως μισθωτοί για τους οποίους ισχύουν άλλες μορφές εγγυήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της ίδιας οδηγίας), να τυγχάνουν της προστασίας που παρέχει η οδηγία αυτή (σκέψεις 35-38). Τούτο, διότι α) η προβλεπόμενη από την οδηγία 80/97 εγγύηση των μισθολογικών απαιτήσεων εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των θαλασσίων υδάτων (χωρικά ύδατα ή αποκλειστική οικονομική ζώνη κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή, ακόμη, ανοικτή θάλασσα) στα οποία θα έπλεε το πλοίο επί του οποίου είχαν συμφωνήσει να παράσχουν την εργασία τους οι αναιρεσίβλητοι (σκέψεις 39-42), β) η απευθυνόμενη στον οργανισμό εγγυήσεως αίτηση μισθωτού για την καταβολή σε αυτόν ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων είναι διάφορη της εκ μέρους του ίδιου εργαζόμενου διεκδικήσεως της καταβολής των απαιτήσεων αυτών έναντι του εργοδότη που τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας και, επομένως, η υπαγωγή, κατά την σχετική ρήτρα, των επίμαχων συμβάσεων ναυτικής εργασίας στο δίκαιο τρίτης χώρας ήταν νομικώς αδιάφορη για την εφαρμογή ης οδηγίας 80/97 (σκέψεις 44-46), γ) το γεγονός ότι το επίμαχο πλοίο έφερε την σημαία τρίτης χώρας και ότι ο εργοδότης είχε την καταστατική του έδρα στην ίδια τρίτη χώρα δεν αναιρεί την υπαγωγή της προκειμένης υποθέσεως, ratione loci, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ενώσεως, όταν η σχέση εργασίας έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος της Ενώσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι συνήψαν συμβάσεις εργασίας στο έδαφος του κράτους μέλους διαμονής τους με εργοδότη ο οποίος κηρύχθηκε στη συνέχεια σε κατάσταση αφερεγγυότητας από δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους, για τον λόγο ότι αυτός ασκούσε στο ίδιο κράτος επιχειρηματική δραστηριότητα και είχε εκεί την πραγματική του έδρα. Πράγματι, οι ως άνω περιστάσεις στοιχειοθετούν, λαμαβνομένου υπ’όψη του κοινωνικού σκοπού της οδηγίας 80/97, αρκούντως στενό σύνδεσμο των επίμαχων σχέσεων εργασίας με το έδαφος της Ενώσεως (σκέψεις 47-55), δ) η θέσπιση μηχανισμού, όπως ο προβλεπόμενος από την οδηγία 80/97, βάσει του οποίου οργανισμός εγγυήσεως ενός κράτους μέλους διασφαλίζει την καταβολή ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων ναυτικών που έχουν προηγουμένως απασχοληθεί επί πλοίου κατά του εργοδότη τους που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας από δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους, δεν εμποδίζει το κράτος της σημαίας του πλοίου αυτού να ασκήσει αποτελεσματικά τη δικαιοδοσία του επί του πλοίου αυτού ή επί του πληρώματός του αναφορικά με τα διοικητικά, τεχνικά και κοινωνικά θέματα που αφορούν το πλοίο όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 92, παράγραφος 1, και 94, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο β΄, της Συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας και, επομένως, δεν αντίκειται στις διατάξεις αυτές. Εξ άλλου, από το άρθρο 5, στοιχείο β΄, της οδηγίας 80/987 προκύπτει ότι οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση μόνον εφόσον αυτή δεν διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές, οπότε, στο πλαίσιο της όλης οικονομίας της εν λόγω οδηγίας, η σύνδεση που μπορεί να υφίσταται μεταξύ της υποχρεώσεως συνεισφοράς του εργοδότη και της παρεμβάσεως του οργανισμού εγγυήσεως δεν έχει χαρακτήρα λογικής αναγκαιότητας, το δε άρθρο 5, στοιχείο γ΄, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση και, επομένως, το γεγονός και μόνο ότι είτε ο Έλληνας νομοθέτης παρέλειψε να νομοθετήσει ότι εταιρίες με πραγματική έδρα στην Ελλάδα, όπως η εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων, υποχρεούνται στην καταβολή εισφορών είτε το Ελληνικό Δημόσιο δεν μερίμνησε για την τήρηση της τυχόν νομοθετικώς προβλεπόμενης τέτοιας υποχρεώσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι την προστασία που προβλέπει η οδηγία 80/987 (σκέψεις 62-70). Εν όψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η κρίση του διοικητικού εφετείου, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι υπάγονταν, κατ’αρχήν, στις προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας 80/97/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη, διότι ως «πληρώματα ποντοπόρων πλοίων», υπό το σημείο II του πίνακα του παραρτήματος που αφορά την Ελλάδα, νοούνται αποκλειστικώς και μόνον τα πληρώματα των πλοίων με ελληνική σημαία και σε καμία περίπτωση τα πλοία με σημαία ευκαιρίας, τα οποία συνδέονται μεν με την Ελλάδα, πλην, όμως, δεν είναι συμβεβλημένα με το Ν.Α.Τ. και, επομένως, οι πλοιοκτήτες τους δεν καταβάλλουν τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές («χρηματοδότηση», κατά την οδηγία) στο αρμόδιο ασφαλιστικό ταμείο-οργανισμό εγγυήσεως.

10. Επειδή, περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αποφάνθηκε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987 έχει την έννοια ότι, καθ’όσον αφορά εργαζομένους που τελούν στην κατάσταση των αναιρεσίβλητων, δεν αποτελεί «ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την ως άνω οδηγία κατά την εν λόγω διάταξη η προστασία που προβλέπει το άρθρο 29 του νόμου 1220/1981 «περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως της περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς νομοθεσίας» στην περίπτωση εγκαταλείψεως ναυτικών στην αλλοδαπή. Τούτο, διότι η προστασία που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη αυτή παρέχεται μόνο στην περίπτωση εγκαταλείψεως ναυτικών στην αλλοδαπή και όχι, όπως επιτάσσει η οδηγία 80/987, λόγω επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, ένας δε εργοδότης μπορεί να περιέλθει σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας 80/987 χωρίς να συντρέχει εγκατάλειψη των προσληφθέντων ναυτικών στην αλλοδαπή υπό τους όρους που προβλέπουν οι εν λόγω εθνικές διατάξεις (σκέψεις 72-80). Εξ άλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε (βλ. σκέψη 6), με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητος της 8.11.1990 (C-53/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας) κρίθηκε ότι ούτε οι διατάξεις του α.ν. 690/1945, του ν. 762/1978, του α.ν. 373/1968, των άρθρων 81, 205 και 207 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου και του π.δ/τος 913/1978 παρέχουν ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την οδηγία 80/97. Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι, λαμβανομένων υπ’όψη των νομοθετημάτων αυτών, δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη η κρίση του διοικητικού εφετείου κατά την οποία η ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εσωτερική ελληνική νομοθεσία δεν παρείχε στα πληρώματα ποντοπόρων πλοίων προστασία ισοδύναμη με εκείνη που επιβάλλει η οδηγία 80/987/ΕΟΚ.

11. Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 528, 534 του Εμπ. Ν. και 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937, η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση ενεργεί από την πρωΐα της ημέρας της επ` ακροατηρίου δημοσιεύσεώς της έναντι όλων, είναι δε από το νόμο προσωρινώς εκτελεστή, με την έννοια ότι είναι αμέσως αυτοδικαίως εκτελεστή και επιφέρει από του ως άνω χρόνου της αυτοδίκαιη στέρηση του πτωχεύσαντος της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας. Το ίδιο πρόσωπο δεν μπορεί να κηρυχθεί σε νέα πτώχευση, αφού η πτωχευτική διαδικασία είναι ενιαία και περιλαμβάνει όλη την περιουσία του πτωχού. Αν όμως η πτώχευση ανακληθεί, κατ` άρθρο 13 του α.ν. 635/1937, τότε αυτή θεωρείται ότι ποτέ δεν κηρύχθηκε, οπότε μπορεί το ίδιο πρόσωπο να κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού η προηγούμενη πτώχευση με την ανάκλησή της δεν υπάρχει πλέον. Τα αποτελέσματα της αποφάσεως που ανακαλεί την πτώχευση επέρχονται από την δημοσίευσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 763 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η προθεσμία της εφέσεως και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την ισχύ και εκτέλεση της αποφάσεως. Η διάταξη αυτή αφορά και τις αποφάσεις που ανακαλούν την πτώχευση, κατ` άρθρο 44 του ΕισΝΚΠολΔ. Η αντίθετη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του α.ν. 635/1937, που όριζε ότι τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που ανακαλεί την πτώχευση, καταργήθηκε κατ` άρθρο 1 περ. ε` και στ` του ΕισΝΚΠολΔ, ως αντικείμενη στην ως άνω διάταξη του άρθρου 763 § 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω αποτελέσματα επέρχονται από τη δημοσίευση της απόφασης που ανακαλεί την πτώχευση. Από τις ως άνω διατάξεις, επομένως, προκύπτει ότι επί ανακλήσεως της πτωχεύσεως η πτώχευση θεωρείται ότι δεν κηρύχθηκε ποτέ από την δημοσίευση της αποφάσεως που την ανακαλεί, οπότε το ίδιο πρόσωπο μπορεί να κηρυχθεί και πάλι σε πτώχευση (ΑΠ 349/2008, 46/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα γενόμενα δεκτά από το διοικητικό εφετείο, πριν από την σύναψη, στις 14.7.1994, των συμβάσεων ναυτικής εργασίας των αναιρεσιβλήτων, η πτώχευση της εργοδότριας τους πλοιοκτήτριας εταιρείας και του εφοπλιστή του πλοίου, η οποία είχε κηρυχθεί με την 49/31.1.1994 απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιώς, είχε ήδη ανακληθεί με την 211/31.5.1994 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η επέλευση της αφερεγγυότητας της εργοδότιδας των αναιρεσιβλήτων πλοιοκτήτριας εταιρείας, ήτοι η πτώχευση αυτής, ήταν προγενέστερη των επίμαχων συμβάσεων εργασίας τους και ότι, ως εκ τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν υπάγονταν στις προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας 80/97 πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.

12. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι έσφαλε το διοικητικό εφετείο το οποίο επιδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων και εις βάρος του Δημοσίου, ποσά που υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό το οποίο αυτοί θα εισέπρατταν, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας, από τον αρμόδιο οργανισμό εγγυήσεως, διότι εν προκειμένω αιτιώδης σύνδεσμος υφίστατο μόνο μεταξύ της αποδιδόμενης στο Δημόσιο παραλείψεως νομοθετήσεως και των ανεξόφλητων απαιτήσεων που αφορούν αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών των συμβάσεων εργασίας, των οποίων και μόνο την πληρωμή θα είχαν διασφαλίσει οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 της οδηγίας, εάν αυτή είχε μεταφερθεί πλήρως (ώστε να καταλαμβάνει και αυτούς) στην Ελλάδα και όχι του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων. Συναφώς, δε, προβάλλεται ότι με ανεπαρκή και εσφαλμένη αιτιολογία ανεγνώρισε η προσβαλλόμενη απόφαση δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να λάβουν ως αποζημίωση, λόγω μη μεταφοράς της επίμαχης κοινοτικής οδηγίας, τα ποσά που εδικαιούντο από την εκτέλεση και την λύση της περί ναυτολογήσεώς τους συμβάσεως, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν με την 1636/1995 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Συγκεκριμένα, κατά το αναιρεσείον Δημόσιο, το διοικητικό εφετείο, αφ’ ενός μεν, δεν αιτιολόγησε ειδικώς για ποιόν λόγο στη συγκεκριμένη περίπτωση η ζημία των αναιρεσιβλήτων ανήλθε στα επιδικασθέντα ως αποζημίωση ποσά, παρότι το Δημόσιο «δεν ήταν ο εργοδότης των .. προκειμένου να τους οφείλει ολόκληρες τις δεδουλευμένες και μη καταβληθείσες αποδοχές τους ..», διαθέτει δε, δυνάμει των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας, την ευχέρεια να περιορίσει την υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως στις αμοιβές που οφείλονται για τους τρεις τελευταίους μήνες της συμβάσεως εργασίας, αφ’ ετέρου δε, στηρίχθηκε, για τον προσδιορισμό των ως άνω ποσών, στην προαναφερθείσα, μη δεσμευτική γι’ αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., αμετάκλητη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, εκδοθείσα σε δίκη κατά την οποία το ίδιο δεν υπήρξε διάδικος.

13. Επειδή, το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία 80/97/ΕΟΚ του Συμβουλίου είναι η διασφάλιση της πληρωμής των ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Το γεγονός ότι τα άρθρα 3 και 4, παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας, παρά τον κανόνα της πλήρους προστασίας των εργαζομένων, παρέχουν στα κράτη μέλη ορισμένη ευχέρεια εκτιμήσεως ως προς τις μεθόδους καθορισμού αυτής της εγγυήσεως και περιορισμού του ύψους της δεν επηρεάζει τον ακριβή και ανεπιφύλακτo χαρακτήρα του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Έτσι ένα κράτος μέλος που παρέβη την υποχρέωση μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν μπορεί να αποκλείσει εν μέρει τα δικαιώματα που γεννά η οδηγία υπέρ των ιδιωτών, στηριζόμενο στην ευχέρειά του να περιορίσει το ύψος της εγγυήσεως, την οποία θα μπορούσε να ασκήσει σε περίπτωση που λάμβανε τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας (ΔΕΚ 19.11.1991 C-6/90 και C-9/90 Francovich, σκέψεις 18 και 21). Εν όψει τούτων, στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας από τον έλληνα νομοθέτη στην εσωτερική έννομη τάξη εμπόδισε την επέλευση του επιδιωκόμενου από την οδηγία αποτελέσματος, και, ως εκ τούτου, ως ζημία των αναιρεσιβλήτων, η οποία, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.ΑΚ., συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί η ελάχιστη προστασία την οποία διασφαλίζει η οδηγία στην περίπτωση που ο νομοθέτης, μεταφέροντας την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη, ασκούσε την ευχέρεια περιορισμού του ύψους της εγγυήσεως (πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται σε μία περίοδο έξι μηνών πριν την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη). Επομένως, τα περί του αντιθέτου, κατά τα ανωτέρω, προβαλλόμενα από το αναιρεσείον Δημόσιο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως ότι το διοικητικό εφετείο προσδιόρισε το ύψος της ζημίας των αναιρεσιβλήτων με πλημμελή αιτιολογία, διότι θεώρησε ότι δεσμεύεται από την 1636/1995 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν αμετακλήτως δεκτές οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της πλοιοκτήτριας εταιρείας, όπως προβάλλεται, πρέπει να απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι το διοικητικό εφετείο απλώς συνεκτίμησε την εν λόγω δικαστική απόφαση κατά την εξέταση του αγωγικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων.

14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2016

Ο Πρόεδρος του Α´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Α´ Τμήματος

 Αν. ΓκότσηςΒ. Ραφαηλάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2016.

Η Προεδρεύουσα ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας

Μ. ΚαραμανώφΒ. Κατσιώνη

./.