ΣτΕ 259/2005, Δ τμ., ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΕΥΜΕΝΟΥΣ ΠΡΑΞΗΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΝΕΑ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ, ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ, ΟΧΙ ΜΟΝΟΓΡΑΦΕΣ

ΣΤΕ

Αριθμός 259/2005 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Δ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2004, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Χ. Ράμμος, Π. Κοτσώνης, Σύμβουλοι, Ε. Νίκα, Η. Μάζος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 4 Οκτωβρίου 2002 αίτηση: 
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «TREK CONSULTING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Κηφισίας 125-127), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ε. Οικονομίδη (Α.Μ. 17146), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο, 
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Σ. Σπυρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΔΑΣ/1168/100808/12-6-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Π. Κοτσώνη. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα 242989 και 308141/2002). 
2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ΔΑΣ/1168/100808/12.6.2002, κατά το μέρος που αντικατέστησε την προηγούμενη απόφασή του ΔΑΣ/Γ/1066/100753/29.5.2002, με την οποία είχε εγκριθεί η παροχή δημόσιας χρηματοδότησης ύψους 268.134,00 ευρώ για την υλοποίηση πρότασης της αιτούσας, σχετικής με την ανάπτυξη βιομηχανικής ζώνης στη Βουλγαρία. 
3. Επειδή, με τον ν. 1673/1986 (Α 207) κυρώθηκε η από 12.5.1978 συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο έχει ιδρυθεί από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών προς υποστήριξη και συμπλήρωση των εθνικών προσπαθειών των αναπτυσσόμενων χωρών που καταβάλλονται για την επίλυση των πλέον σημαντικών προβλημάτων της οικονομικής τους ανάπτυξης και προς προώθηση της κοινωνικής προόδου και της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Στο άρθρο δεύτερο του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2297/1995 Α 50) ορίζεται ότι «Η υλοποίηση και εφαρμογή της συμφωνίας ανατίθεται στη Διεύθυνση Τεχνικής Βοήθειας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, το οποίο βαρύνεται με τη δαπάνη συνεισφοράς της χώρας μας στο Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και τις δαπάνες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση ή συνέχιση των εθνικών και περιφερειακών προγραμμάτων μετά τη λήξη της κυρούμενης συμφωνίας του Π.Α.Η.Ε.» (παρ. 1 εδ. α.) και ότι «Για τον σκοπό αυτόν, στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και στον προϋπολογισμό του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων … εγγράφονται δαπάνες … Η έγκριση των δαπανών γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας» (παρ. 1 εδ. β). Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται εκείνες που προκαλούνται από την εφαρμογή διμερών και πολυμερών συμβάσεων και συμφωνιών, που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και Κυβερνήσεων τρίτων χωρών, η υλοποίηση των οποίων, καθώς και των σχετικών έργων και προγραμμάτων, γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και μετά από πρόσκληση για εκδήλωση ενδιαφέροντος ή και με απευθείας ανάθεση για προφανείς λόγους εθνικού συμφέροντος σε ημεδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μετά από υπογραφή συμβάσεων μεταξύ του ανωτέρω υπουργού και του ενδιαφερόμενου φορέα (παρ. 2 εδ. β). Τέλος, με το άρθρο 4 του ν. 2731/1999 (Α 138) ορίσθηκε ότι «Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας καθορίζονται οι φορείς εκτέλεσης Προγραμμάτων Διμερούς Κρατικής Αναπτυξιακής Συνεργασίας και Βοήθειας και κατανέμονται σε αυτούς εφάπαξ ή τμηματικώς οι ετήσιες πιστώσεις της Διμερούς Κρατικής Αναπτυξιακής Συνεργασίας και Βοήθειας» (παρ. 2) και ότι οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 1673/1986 «εφαρμόζονται σε όλους τους φορείς εκτέλεσης Προγραμμάτων Διμερούς Κρατικής Αναπτυξιακής Συνεργασίας και Βοήθειας» (παρ. 4), ενώ με το άρθρο 9 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι «Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτούνται Ομάδες Εργασίας για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής Παρακολούθησης και Διαχείρισης του Πενταετούς Προγράμματος Αναπτυξιακής Συνεργασίας 1997-2001 και των αντίστοιχων προγραμμάτων μεταγενέστερων ετών». 
4. Επειδή, μετά την ένταξη της Ελλάδας, τον Δεκέμβριο του 1999, στην Επιτροπή Αναπτυξιακής Βοήθειας (DAC) του ΟΟΣΑ και τη σύναψη, το ίδιο έτος, διμερών πρωτοκόλλων αναπτυξιακής συνεργασίας με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Βουλγαρία, που προέβλεπαν τη χρηματοδότηση από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας προγραμμάτων αναπτυξιακής βοήθειας, εκδόθηκε η κοινή απόφαση των Υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ΔΑΣ 4374/109516/31.12.1999 με θέμα «Έγκριση υλοποίησης προγραμμάτων της Ελληνικής διμερούς αναπτυξιακής συνεργασίας και βοηθείας, προς τρίτες χώρες για το έτος 1999». Με την απόφαση αυτή συγκροτήθηκε ομάδα εργασίας από στελέχη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και εμπειρογνώμονες, στην οποία ανατέθηκε η ευθύνη αξιολόγησης των προσφορών που θα υποβάλλονταν για την επιλογή των ελληνικών φορέων υλοποίησης των προγραμμάτων, με τη σύνταξη σχετικής γνωμοδοτικής έκθεσης. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας για τη χρηματοδότηση από τον Α κύκλο του Υποπρογράμματος Διμερούς Τεχνικής Συνεργασίας, εκδόθηκε η απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας ΔΑΣ/2243/103597/25.9.2001, με θέμα «Διενέργεια Πρόσκλησης Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για την ανάληψη της Εκτέλεσης Έργων Διμερούς Τεχνικής Συνεργασίας με Δημόσια Χρηματοδότηση από τον Β Κύκλο του Υποπρογράμματος Διμερούς Τεχνικής Συνεργασίας του 1999 του Προγράμματος Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας του ΥΠΕΘΟ». Στην απόφαση αυτή, με την οποία εγκρίθηκε η διάθεση δημόσιας χρηματοδότησης συνολικού ποσού 2.000.000 ευρώ για την υλοποίηση έργων μεταξύ άλλων, στη Βουλγαρία, ορίσθηκε ότι τα έργα που θα χρηματοδοτηθούν θα επιλεγούν με απόφαση του αρμόδιου Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας μέσω αξιολόγησης των προτάσεων που θα υποβληθούν από τη σχετική ομάδα εργασίας. Επηκολούθησε αξιολόγηση των προτάσεων όσων εκδήλωσαν ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και η αιτούσα, με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονταν στην πρόσκληση αυτή και καταγράφονται στη σχετική, από 9/2001, έκθεση αξιολόγησης και συνετάγη πίνακας αποτελεσμάτων, ο οποίος επισυνάπτεται στο 37/24.4.2002 «πρακτικό συνεδριάσεως της εκτελεστικής ομάδας εργασίας του ΥΠΕΘΟ» και στον οποίο η πρόταση της αιτούσας κατετάγη πρώτη μεταξύ των προτάσεων που αφορούσαν τη Βουλγαρία, με βαθμολογία 7,01 (περιελήφθη δε στις επικρατέστερες οκτώ προτάσεις για όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη). Ενόψει της γνωμοδοτήσεως αυτής, εκδόθηκε η ανωτέρω, από 29.5.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία η πρόταση της αιτούσας εγκρίθηκε προς χρηματοδότηση. Ακολούθησε όμως η έκδοση της ήδη προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία αντικαταστάθηκε η απόφαση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την έγκριση της προτάσεως της αιτούσας, και, αντ’ αυτής, εγκρίθηκε η πρόταση άλλης εταιρείας (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Α.Ε.) με μόνη αιτιολογία ότι οι τελικώς εγκριθείσες προτάσεις κρίνονται «εθνικώς και αμοιβαίως επωφελέστερες». 
5. Επειδή, όπως παγίως δέχεται το Δικαστήριο, δεν απαγορεύεται μεν η ανάκληση νομίμων πράξεων, ευνοϊκών για τους διοικουμένους, λόγω διαφορετικής εκτιμήσεως των αυτών πραγματικών περιστατικών, η ανάκληση όμως αυτή πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με αναφορά των λόγων γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν την ανάκληση αυτή (βλ. ΣτΕ 3011/20004284/1999 κ.ά.). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Διοίκηση ανεκάλεσε την προηγούμενη, ευμενή για την αιτούσα, απόφασή της, βάσει επανεκτιμήσεως των αυτών πραγματικών περιστατικών, χωρίς να προκύπτει συγκεκριμένος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογεί την ανάκληση. Και ναι μεν στη σχετική γνωμοδότηση, με την οποία πάντως η πρόταση της αιτούσας προτάθηκε για έγκριση, είχαν διατυπωθεί από μέλος της επιτροπής «ισχυρές επιφυλάξεις» ως προς την πρόταση της αιτούσας, για τον λόγο ότι η υλοποίησή της «θα επηρεάσει δυσμενώς την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα και απασχόληση στη Βόρεια Ελλάδα», παρόμοιες δε επιφυλάξεις είχαν διατυπωθεί στο σώμα της ανακληθείσης αποφάσεως από τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου, μόνες όμως οι επιφυλάξεις αυτές δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την επίδικη ανάκληση. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από τη Διοίκηση ισχυρισμός, κατά τον οποίον η ανακληθείσα πράξη δεν είχε ακόμη λάβει τη μορφή αποφάσεως, αλλ’ αποτελούσε απλό σχέδιο αυτής, και συνεπώς ουδεμία ανάκληση έλαβε χώρα, δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου. Αντιθέτως, η ανακληθείσα πράξη, η οποία ρητώς μνημονεύεται στο προοίμιο της προσβαλλομένης, στο κείμενο της οποίας αναγράφεται ότι «αντικαθίσταται και τροποποιείται», φέρει ημερομηνία και υπογραφή και συνεπώς έχει έκτοτε (29.5.2002) εκδοθεί (βλ. ΣτΕ 840/19791530/19772699/1968), παρά την χειρόγραφη, και χωρίς υπογραφή, ένδειξη επί του σώματός της «σχέδιο». Απορριπτέος, ως αναπόδεικτος, είναι, εξάλλου, και ο περαιτέρω ισχυρισμός της Διοικήσεως, κατά τον οποίο το τμήμα της ανακληθείσης αποφάσεως, το αναφερόμενο στην αιτούσα, είχε, έκτοτε, διαγραφεί. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι η Διοίκηση, αν όντως είχε χωρήσει η επίμαχη διαγραφή, δεν θα εξέδιδε την προσβαλλόμενη πράξη υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της, η επί του σώματος της πράξεως αυτής «διαγραφή» του μέρους της που αναφέρεται στην αιτούσα φέρει μόνο μία μονογραφή στο περιθώριο, χωρίς αναγραφή της ιδιότητας του οργάνου, στο οποίο ανήκει η μονογραφή αυτή, καθώς και σαφούς ενδείξεως περί διαγραφής. 
6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, κατά το προσβαλλόμενο τμήμα της, ως αναιτιολόγητη, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, παρέλκει δε, κατόπιν αυτού, η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Δέχεται την αίτηση. 
Ακυρώνει εν μέρει την απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ΔΑΣ/1168/100808/12.6.2002, κατά το σκεπτικό. 
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και 
Επιβάλλει στη Διοίκηση τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, που ανέρχεται σε 760 ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2004 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση την 1η Φεβρουαρίου 2005. 
Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος 

Μ. Βροντάκης Α. Τριάδη