ΣτΕ 2603/2014,Στ 7μ, ΕΚΤΕΛΕΣΗ, 20ΕΤΙΑ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΤΙΤΛΟΥ, 249ΑΚ.

ΣΤΕ

Αριθμός 2603/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Αντ. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Σ. Λαμπροπούλου, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ´ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 9 Απριλίου 2001 αίτηση: 
του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
κατά του Νικολάου Λυμπερόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Αγ. Παντελεήμονος 4-6), ο οποίος απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α) Γεωργία συζ. Νικολάου Λυμπεροπούλου, β) Σοφία Λυμπεροπούλου του Νικολάου και γ) Ιωάννης Λυμπερόπουλος του Νικολάου, κάτοικοι Αθηνών (Αγ. Παντελεήμονος 4-6), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Νικόλαο Μεντή (Α.Μ. 16463), που τον διόρισαν στο ακροατήριο. 
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 871/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Αντ. Χλαμπέα. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του θανόντος αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο 
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 871/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 155/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρωθεί η 19562/1997 ατομική ειδοποίηση του Διευθυντή του ΙΒ´ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιώς, με την οποία κλήθηκε ο αναιρεσίβλητος, να καταβάλει ως εγγυητής υπέρ της εταιρείας «ΕΛΒΥΝ Α.Ε.», το ποσό των 11.504.841 δρχ, λόγω μη εμπροθέσμου προσκομίσεως από την ανωτέρω εταιρεία των κατά νόμο προβλεπομένων για παραλαβή αγαθών από το Τελωνείο, συναλλαγματικών εγγράφων, τα οποία όφειλε να προσκομίσει. 
2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, μετά την 3669/2012 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως αυτού, λόγω μείζονος σπουδαιότητας. 
3. Επειδή, νομίμως συνεχίζουν τη δίκη, κατ’ άρθρο 31 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α´8) όπως κρίθηκε και στην παραπεμπτική απόφαση, λόγω θανάτου του αναιρεσιβλήτου στις 15/2/2000, πριν δηλαδή την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως (ΣτΕ 691/2004), η χήρα του και τα δύο παιδιά τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (σχετ. φωτ/φο της 137/2000, τόμος 86, ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξίαρχου Αγ. Αναργύρων Αττικής, και του 21046/2000 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων), κατόπιν σχετικής δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο. 
4. Επειδή, το άρθρο 25 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 (Α´8) ορίζει ότι: «Επιτρέπεται η υποβολή πρόσθετων λόγων με δικόγραφο που κατατίθεται … και κοινοποιείται, επί ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επιμέλεια εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο …». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η υποβολή προσθέτων λόγων είναι επιτρεπτή έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αρμοδίου σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μετά τη συζήτηση αυτή δεν επιτρέπεται η υποβολή πρόσθετων λόγων είτε ενώπιον του αυτού σχηματισμού είτε ενώπιον ανωτέρου σχηματισμού, προς το οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση εν όλω ή εν μέρει λόγω σπουδαιότητας (ΣτΕ 148/2014 Ολομ.). Εν όψει των ανωτέρω, το από 10/5/2013 δικόγραφο πρόσθετων λόγων του Δημοσίου, εκτός του ότι κατατέθηκε εκπροθέσμως, ήτοι τρεις μόλις ημέρες πριν την παρούσα συζήτηση της υποθέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτο διότι κατατέθηκε μετά την πρώτη (κατ’ ουσίαν) συζήτηση της υποθέσεως, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως του Στ´ Τμήματος μετά δε και από τη δημοσίευση της προαναφερθείσης 3669/2012 παραπεμπτικής στην παρούσα σύνθεση αποφάσεως του εν λόγω Τμήματος. Ως εκ τούτου το εν λόγω δικόγραφο λογίζεται και είναι ληπτέο υπόψη μόνο ως υπόμνημα των ήδη προσβαλλομένων με το εισαγωγικό δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως λόγων. 
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, η εταιρεία «ΕΛΒΥΝ Α.Ε.» κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΒ´ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιώς, μεταξύ άλλων και τις 1051, 1450, 2278, 2279, 2714, 2715, 2599, 2900, 3061, 3062 και 3063/1984 διασαφήσεις αποταμίευσης, με τις οποίες αποταμίευσε στο Ελεύθερο Τελωνειακό Συγκρότημα ΕΛΒΥΝ στον Πειραιά, ποσότητες καυσίμων και λιπαντικών προοριζόμενες για εφοδιασμούς πλοίων, χωρίς να καταθέσει στην τελωνειακή υπηρεσία τα νόμιμα συναλλαγματικά έγγραφα. Για την προσκόμιση των εγγράφων αυτών (άδειες εκτελωνισμού, θεωρημένα τιμολόγια) μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, δηλαδή αντίστοιχα μέχρι 19.7.1984, 20.6.1984, 20.10.1984, 23.11.1984, 23.11.1984, 16.11.1984, 8.12.1984, 22.11.1984, 22.11.1984 και 22.11.1984, κατετέθηκαν στην τελωνειακή αρχή έγγραφες εγγυήσεις υπογεγραμμένες από την ίδια την εταιρεία «ΕΛΒΥΝ Α.Ε.» και από τον αναιρεσίβλητο, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση, σε περίπτωση μη εμπροθέσμου προσκομίσεως των ανωτέρω να καταβάλουν σε δραχμές το 50% της αξίας κάθε εισαγωγής. Η οριζόμενη ως άνω προθεσμία παρήλθε για όλες τις κατατεθείσες διασαφίσεις (λήξη τελευταίας προθεσμίας 22/11/1984), χωρίς η πρωτοφειλέτης εταιρεία να προσκομίσει τα συναλλαγματικά έγγραφα, ενώ μεταγενεστέρως κηρύχθηκε σε πτώχευση (1985). Ενόψει αυτών η Τελωνειακή Υπηρεσία, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 325913/9.9.1986 έγγραφό της, που επιδόθηκε νόμιμα στις 23/11/1986, κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να προσκομίσει τα συναλλαγματικά έγγραφα, προσπάθεια που επανέλαβε και με το 131729/28.7.1988 έγγραφό της. Στη συνέχεια, και επειδή τα συναλλαγματικά έγγραφα δεν προσκομίστηκαν, η Τελωνειακή Αρχή στις 26/4/1990 συνέταξε πάνω στις διασαφίσεις αντίστοιχες πράξεις χρέωσης συναλλαγματικής ποινής, ίσης με το 50% της αξίας των εισαχθέντων ειδών και, χωρίς να αναγγελθεί προς ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου από την πτωχευτική περιουσία, επιδίωξε την είσπραξη από τον αναιρεσίβλητο του συνολικώς βεβαιωθέντος ποσού, ύψους 11.504.841 δρχ., αποστέλλοντας προς αυτόν αρχικά τις 1055860/31.1.1992 και 1058978/24.9.1992 ατομικές ειδοποιήσεις και στη συνέχεια την ένδικη. Εν τω μεταξύ είχε συνταχθεί η 977537/22.3.1990 κλήση απευθυνόμενη στον σύνδικο πτώχευσης, προς προσκόμιση των συναλλαγματικών εγγράφων. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με την 155/1998 απόφασή του, έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της ένδικης ατομικής ειδοποιήσεως την οποία ακύρωσε, κρίνοντας, κατ’ αποδοχή, των προβληθεισών από τον αναιρεσίβλητο κατά τα άρθρα 862 και 868 του Α.Κ. ενστάσεων, ότι μη νομίμως το Δημόσιο δεν αναγγέλθηκε στη πτωχευτική διαδικασία για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του χωρίς να επικαλείται ειδικό λόγο, και δεν προέβη εντός της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 866 ΑΚ (από την λήξη της προθεσμίας προσκόμισης των συναλλαγματικών εγγράφων) στην χρέωση της συναλλαγματικής ποινής και στην έγκαιρη επιδίωξη της είσπραξής της από την πρωτοφειλέτιδα, με συνέπεια την ελευθέρωση του αναιρεσίβλητου από τη σύμβαση εγγυήσεως. Έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι, κατά τους κανόνες της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης που διέπουν τη δράση των οργάνων της, επιβάλλεται η χωρίς καθυστέρηση ρύθμιση των σχέσεων και εκκρεμοτήτων προς τους διοικουμένους και επομένως στην περίπτωση της υπέρ του Δημοσίου κατάπτωσης εγγυήσεως, όταν ο εισαγωγέας δεν προσκομίσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία τα συναλλαγματικά έγγραφα της εισαγωγής, η χρονική δέσμευση του εγγυηθέντος την προσκόμιση αυτών τρίτου, σύμφωνα με τους όρους της σχετικής υπουργικής απόφασης, δεν εκτείνεται σε απεριόριστο χρόνο, (μέχρι παραγραφής της αξιώσεως) αλλά αυτός ελευθερούται αν η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή δεν προέλθει μέσα σε εύλογο χρόνο από την κατάπτωση, στις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες καταλογισμού του ποσού της εγγυήσεως σε βάρος του πρωτοφειλέτου εισαγωγέως και εν συνεχεία είσπραξης αυτού ως δημοσίου εσόδου κατά πρώτον απ’ αυτόν και ακολούθως από τον εγγυητή. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η προθεσμία προσκόμισης των συναλλαγματικών εγγράφων έληξε για όλες τις διασαφίσεις στις 22/11/1984 και κατέπεσε έκτοτε η υπέρ του Δημοσίου δοθείσα εγγύηση, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι, προβαίνοντας η Τελωνειακή Αρχή, στις 26/4/1990, σε χρέωση του 50% της αξίας κάθε εισαγωγής σε βάρος της εταιρείας «ΕΛΒΥΝ Α.Ε.» και καλώντας στις 31/1/1992 τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει το ποσό του χρέους, ήτοι μετά την πάροδο πεντέμισυ και επτά περίπου ετών, δεν ενήργησε, ως ώφειλε, μέσα σε εύλογο χρόνο και σύμφωνα με τους κανόνες της χρηστής διοικήσεως, με συνέπεια να μην είναι νόμιμες και έγκυρες οι ενέργειες αυτές χρέωσης της συναλλαγματικής ποινής και πρόσκλησης του αναιρεσιβλήτου εγγυητού, ο οποίος και δεν υποχρεώνεται στην καταβολή του χρέους. 
6. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου δεν είναι ορθή, διότι από τις οικείες διατάξεις δεν προβλέφθηκε ειδική προθεσμία προς χρέωση της συναλλαγματικής ποινής και ως εκ τούτου έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρ. 249, 279), με συνέπεια ο σχετικός καταλογισμός να δύναται να γίνει οποτεδήποτε μέσα σε μία εικοσαετία από την κατάπτωση της εγγύησης. Εξάλλου, προβάλλεται, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή η αρχή της χρηστής διοίκησης, η οποία δεν νοείται αυτοτελώς αλλά σε σχέση με την προστατευόμενη εμπιστοσύνη του διοικουμένου, εφόσον δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εν προκειμένω με τη δράση της η Διοίκηση προκάλεσε σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση στον αναιρεσίβλητο ότι δεν θα προέβαινε στην παραπάνω χρέωση και πρόσκληση του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή, ενόψει ιδίως του γεγονότος, ότι κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα κλήθηκε με δύο απευθυνόμενες προς αυτόν προσκλήσεις (ετών 1986 και 1988) της τελωνειακής αρχής να προσκομίσει τα τελωνειακά έγγραφα, των οποίων είχε εγγυηθεί την εμπρόθεσμη προσκόμιση από την πρωτοφειλέτιδα. 
7. Επειδή, με τα ως άνω δεδομένα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη λήξη της προθεσμίας για την προσκόμιση των συναλλαγματικών εγγράφων (22/11/1984) και την ως εκ τούτου κατάπτωση των εγγυήσεων μέχρι τη χρέωση του οφειλομένου ποσού (26/4/1990) και την ειδοποίηση (31/1/1992) του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει το ποσό αυτό ως εγγυητής, υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου, κατά τους κανόνες της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης έπρεπε να ενεργήσει η αρμόδια τελωνειακή αρχή, είναι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, εσφαλμένη. Και τούτο διότι εν προκειμένω η Διοίκηση, ως εκ του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η ένδικη συναλλαγματική ποινή, που συνάπτεται με ειδική ευνοϊκή τελωνειακή μεταχείριση ορισμένων προϊόντων και την εντεύθεν ανάγκη διασφαλίσεως της καταβολής των οφειλομένων δασμών ή του προσπορισμού της αναμενόμενης συναλλαγματικής ωφέλειας του Δημοσίου, ενήργησε κατά δεσμία αρμοδιότητα, υπό την έννοια ότι η τελωνειακή αρχή ήταν υποχρεωμένη να προβεί στην χρέωση του ποσού μετά το πέρας της προθεσμίας εκπλήρωσης της αναληφθείσης από τον εγγυητή υποχρέωσης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του υποχρέου ή άλλης τυχόν συνέπειας, εκ μόνου του λόγου της μη προσκομίσεως των συμφωνηθέντων συναλλαγματικών εγγράφων. Ως εκ τούτου δεν υπήρχε πεδίο εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοίκησης, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από το δικάσαν εφετείο, ούτε των αρχών της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που επικαλούνται με το από 22/3/2013 υπόμνημά τους οι συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμοι του αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, εφόσον δεν προκύπτει από τα ανωτέρω ειδικότερη προθεσμία εντός της οποίας η Διοίκηση όφειλε να προβεί στην χρέωση της επίδικης συναλλαγματικής ποινής, νομίμως προέβη στην ενέργεια αυτή εντός του χρόνου παραγραφής της εν λόγω αξιώσεως, ήτοι εντός εικοσαετίας από της γενέσεως της απαίτησης του Δημοσίου (λήξη τελευταίας προθεσμίας 22/11/1984), σύμφωνα με την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, των περί του αντιθέτου προβαλλομένων, με τα από 22/3/2013 και 20/5/2013 υπομνήματα των αναιρεσιβλήτων, απορριπτομένων ως αβασίμων. Ειδικότερα, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι εν προκειμένω έχει εφαρμογή το άρθρο 866 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εγγυητής ορισμένου χρόνου ελευθερώνεται μετά ένα μήνα από την πάροδο του χρόνου εγγύησης, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για σύμβαση εγγυήσεως των άρθρων 847 επ. ΑΚ αλλά περί εγγυοδοσίας εκ του νόμου προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Άλλωστε, ουδόλως προκύπτει ότι η εγγύηση συμφωνήθηκε εν προκειμένω για περιορισμένο χρόνο, δεν ταυτίζεται δε ο χρόνος της εγγυήσεως με την λήξη της προθεσμίας προσκομίσεως των συναλλαγματικών εγγράφων, που αποβλέπει σε διαφορετικό σκοπό. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν μπορούσαν να τύχουν εν προκειμένω εφαρμογής οι αρχές της χρηστής διοικήσεως, υπό τις συντρέξασες περιστάσεις πολλαπλής προηγούμενης ειδοποιήσεως των υποχρέων σε προσκόμιση των κρισίμων εγγράφων, δεν θα συνέτρεχε περίπτωση παραβάσεως των αρχών αυτών λόγω υπερβάσεως ευλόγου χρόνου προς είσπραξη των οφειλομένων. Επίσης αβάσιμοι, ανεξαρτήτως του παραδεκτού προβολής των με το υπόμνημα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, είναι και οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που αφορούν την εφαρμογή εν προκειμένω, ως προς το χρόνο παραγραφής, της διάταξης του άρθρου 99 παρ. 4 του Τελωνειακού Κώδικα, εφόσον οι εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις περί εξαγωγικού εμπορίου δεν εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τελωνειακών διαφορών, του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/1979 του Συμβουλίου της 24/7/1979 «περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών …», εφόσον ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αδυναμίας των αρμοδίων αρχών να προσδιορίσουν εξαρχής το ακριβές ποσό των οφειλομένων για συγκεκριμένο εμπόρευμα δασμών (ΣτΕ 2931/2010), ζήτημα το οποίο δεν τίθεται εν προκειμένω και του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977 (Α´41), εφόσον η τριετής προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προθεσμία αφορά την ταμειακή βεβαίωση των οφειλομένων στο Δημόσιο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, δηλαδή εν προκειμένω την από 26/4/1990 πράξη χρέωσης συναλλαγματικής ποινής, η οποία δεν προκύπτει ότι προσεβλήθη δικαστικώς. 
8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινήσεως στο δικάσαν εφετείο για νέα κρίση. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Δέχεται την αίτηση. 
Αναιρεί εν μέρει την 871/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το αιτιολογικό, και 
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1380) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Ιουλίου 2014. 
 Ο Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ´ Τμήματος 
  
  
 Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα 

./. 
  

  

./. 
  

Επιστροφή

Τέλος φόρμας