Αριθμός 2616/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011 με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ειρ. Σαρπ, Γ. Παπαγεωργίου, Ε. Αντωνόπουλος, Δ. Κυριλλόπουλος, Σύμβουλοι, Χρ. Μπολόφη, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ρίπη.
Για να δικάσει την από 1 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση:
των : 1) Συμέλας χήρας Νικολάου Παντελίδη, το γένος Ιωάννη Φυτοπούλου, κατοίκου Αχαρνών Αττικής (οδός Ανωγείων αρ. 8), η οποία δεν παρέστη, αλλά νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίω συζήτηση, 2) Μυροφόρας Παντελίδη του Νικολάου, κατοίκου Αχαρνών Αττικής (οδός Λαβάρου 1821 αρ. 30), 3) Ηλία Παντελίδη του Νικολάου, κατοίκου Αχαρνών Αττικής (οδός Καλλιπόλεως αρ. 14), 4) Ελένης Παντελίδη του Νικολάου, κατοίκου Μεγάλου Ελευθεροχωρίου Τυρνάβου Λαρίσης και 5) Σοφίας Παντελίδη του Νικολάου, κατοίκου Αχαρνών Αττικής (οδός Ανωγείων αρ. 8), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Ευάγγελο Καλαμπαλίκη (Α.Μ. 11904), που τον διόρισαν στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τον Στέργιο Κίκκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. Φ 13582/5219/18.10.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Χρ. Μπολόφη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (1783318, 764940/2006 ειδικά γραμμάτια).
2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση της Φ. 13582/5219/18.10.2006 αποφάσεως που υπογράφει, με εντολή του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Αστικής Κατάστασης Περιφέρειας Αττικής. Με την πράξη αυτή ανακλήθηκε η 10381/29.4.1991 απόφαση, υπογραφόμενη, με εντολή Νομάρχη, από την Προϊσταμένη του Τμήματος Διοίκησης της Νομαρχίας Πειραιά, με την οποία είχε διαπιστωθεί η ελληνική ιθαγένεια των ήδη αιτούντων.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος κατόπιν της 1211/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος σε πενταμελή σύνθεση, λόγω σπουδαιότητος ανακύψαντος ζητήματος σχετικά με το αν η προσβαλλόμενη ανακλητική απόφαση εξεδόθη καθ’ υπέρβασιν του ευλόγου χρόνου, εντός του οποίου η Διοίκηση δύναται να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της. Με την ίδια απόφαση απερρίφθησαν ως αβάσιμοι οι λοιποί προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως. Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι δικαιολογητικά κρίσιμα για τη διαπίστωση της ταυτότητας και της ελληνικής καταγωγής των αιτούντων, βάσει των οποίων εκδόθηκε η νομαρχιακή απόφαση περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγενείας αυτών, δεν είχαν εκδοθεί πράγματι από το ληξιαρχείο του Κεντάου, από το οποίο εφέροντο να έχουν εκδοθεί, ήταν δηλαδή πλαστά, και ότι, ως εκ τούτου, δεν απεδεικνύεται, ως συντρέχουσα, κατά το χρόνο εκδόσεως της ως άνω νομαρχιακής αποφάσεως, η, νομικώς κρίσιμη ιδιότητα των αιτούντων ως «παλιννοστούντων ομογενών».
4. Επειδή, με το άρθρο μόνο παρ. 1 του Α.Ν. 261/1968 (Α΄ 12) ορίσθηκε ότι: «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως, οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της πενταετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος». Η διάταξη αυτή ορίζει ότι η ανάκληση διοικητικής πράξεως σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοσή της θεωρείται ότι γίνεται εντός ευλόγου χρόνου. Δεν ορίζει, όμως, ότι μετά την πάροδο της πενταετίας η ανάκληση γίνεται πέραν του ευλόγου χρόνου και ότι επομένως απαγορεύεται. Αν η πάροδος χρόνου μεγαλύτερου της πενταετίας υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο κατά περίπτωση, βάσει των γενικών αρχών που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (ΣτΕ 2566/2002 , 1013/2001 , 3550/1988 ). Σύμφωνα δε με τις αρχές αυτές, δεν επιτρέπεται στη Διοίκηση να ανακαλεί διοικητική πράξη, έστω και παράνομη, μετά την πάροδο ευλόγου, ενόψει των συγκεκριμένων εκάστοτε συνθηκών, χρόνου από της εκδόσεώς της, εφόσον έχει δημιουργηθεί καλοπίστως υπέρ του διοικουμένου πραγματική κατάσταση δεκτική περαιτέρω εννόμου προστασίας. Κατά τις αυτές, ωστόσο, γενικές αρχές, ανάκληση παρανόμου διοικητικής πράξεως είναι επιτρεπτή, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή όταν η έκδοση της ανακαλουμένης παρανόμου πράξεως προκλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου (βλ. ΣτΕ 3047/2002 ).
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 10381/29.4.1991 απόφαση της, υπογράφουσας με εντολή Νομάρχη, Προϊσταμένης του Τμήματος Διοίκησης της Νομαρχίας Πειραιά, διαπιστώθηκε ότι η πρώτη των αιτούντων, Συμέλα Παντελίδη απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια επειδή γεννήθηκε από Έλληνα πατέρα, του οποίου ο πατέρας έγινε Έλληνας σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης «περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών», κυρωθείσα με το ν.δ. από 25.8.1923, οι δε λοιποί αιτούντες απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1438/1984, λόγω της ελληνικής ιθαγένειας της μητέρας τους. Με την ίδια ως άνω απόφαση διατάχθηκε η εγγραφή των εν λόγω στα δημοτολόγια και το Μητρώο Αρρένων (ως προς τον τρίτο αιτούντα) του Δήμου Κερατσινίου. Για την έκδοση της πράξεως αυτής οι αιτούντες, οι οποίοι, όπως αναφέρουν στην κρινόμενη αίτηση, ήλθαν στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση το 1990, με την από 10.4.1991 αίτηση για τον καθορισμό της ιθαγενείας τους, είχαν υποβάλει στην ως άνω Νομαρχία τα εξής δικαιολογητικά του Ληξιαρχείου της πόλης Κεντάου Καζαχστάν: α/ την Ι-ΟΓ Νο 003391 από 23.6.1989 ληξιαρχική πράξη περί τελέσεως γάμου της πρώτης των ήδη αιτούντων και του Νικολάου Παντελίδη στις 25.7.1972, β/ το ΔΙΖ Ι-ΟΓ Νο 009051 από 21.7.-1989 πιστοποιητικό γεννήσεως της δεύτερης αιτούσας (ημερομηνία γεννήσεως 21.3.1974), γ/ το ΔΙΖ Ι-ΟΓ Νο 009052 από 21.7.1989 πιστοποιητικό γεννήσεως της πέμπτης αιτούσας (ημερομηνία γεννήσεως 15.7.1980), δ/ το ΔΙΖ Ι –ΟΓ Νο 009054 από 21.7.1989 πιστοποιητικό γεννήσεως της τέταρτης αιτούσας (ημερομηνία γεννήσεως 2.2.1977) και ε/ το ΔΙΖ Ι-ΟΓ Νο 009053 από 21.7.1989 πιστοποιητικό γεννήσεως του τρίτου αιτούντος (ημερομηνία γεννήσεως 12.7.1972). Επίσης, οι αιτούντες είχαν συνυποβάλει: α/ το Ζ-376660 από 20.10.1989 ελληνικό διαβατήριο της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Μόσχα, εκδοθέν επ’ ονόματι του αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης αιτούσας, Παντελίδη Νικολάου, β/ το Υ-2129032 διαβατήριο, το οποίο είχε εκδοθεί στις 13.7.1979 από το Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Μόσχα επ’ ονόματι της Συμέλας Παντελίδη, θυγατέρας του Ιωάννη, και στο οποίο, στις 11.10.1989, παραπλεύρως του επωνύμου «Χαραλαμπίδη» προστέθηκε το επώνυμο «Παντελίδη» και σημειώθηκαν, υπό την ένδειξη «Στοιχεία – Μετατροπή», τα εξής: «Η Συμέλα μεταφέρεται στο επώνυμο του συζύγου της «ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ»», και γ/ δύο υπεύθυνες δηλώσεις από 10.4.1991 των Νικολάου και Συμέλας Παντελίδη [Στην υποβληθείσα επ’ ονόματι της ήδη αιτούσας Συμέλας Παντελίδη υπεύθυνη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας είναι παρόμοιο με εκείνο της δηλώσεως του Νικ. Παντελίδη, αναγράφονται τα εξής: «Οι γονείς μου είναι Έλληνες και έκαναν γάμο θρησκ. Το 1949 ληξιαρχική πράξη γεννήσεως δεν έχω να προσκομίσω»]. Όμως, η ΙΝΤΕΡΠΟΛ Αθηνών, με το 1040/3/4757-18230/03[ΠΕΤ]/15.4.2003 σήμα, γνωστοποίησε στη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής ότι, όπως την ενημέρωσε η ΙΝΤΕΡΠΟΛ Καζακστάν, «κανένα από τα δικαιολογητικά των εν θέματι (…) δεν έχει εκδοθεί από το ληξιαρχείο του Δήμου Κεντάου», καθώς και ότι με παλαιότερο σήμα της η ΙΝΤΕΡΠΟΛ Καζακστάν της είχε γνωρίσει ότι «στα ονόματα των ανωτέρω έχουν εκδοθεί (…) πιστοποιητικά γεννήσεως από διάφορα ληξιαρχεία του Καζακστάν και (…) πιστοποιητικό γάμου, στα οποία ως εθνικότητα αναφέρεται η ελληνική». Κατόπιν τούτου, η Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής, με το 3002/8/45-ιστ 23-4-2003 έγγραφο, διαβίβασε το ανωτέρω σήμα της ΙΝΤΕΡΠΟΛ στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών – Πειραιώς, προκειμένου η τελευταία να προβεί σε επανέλεγχο των υποβληθέντων δικαιολογητικών και να επανεξετάσει το ζήτημα της ιθαγένειας των αιτούντων. Ακολούθησε, η 10716/20.8.2003 απόφαση του αναπληρωτή Νομάρχη Πειραιώς, με την οποία ανακλήθηκε η 10381/29.4.1991, διαπιστωτική της ιθαγένειας των αιτούντων, πράξη. Ως αιτιολογία της ανωτέρω ανακλητικής αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα 3002/8/45-ιστ 23-4-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής και 1040/3/4757-18230/03[ΠΕΤ]/15.4.2003 σήμα της ΙΝΤΕΡΠΟΛ Αθηνών, «κανένα από τα πιστοποιητικά που κατέθεσαν οι ανωτέρω για τη διαπίστωση της ιθαγένειάς τους δεν έχει εκδοθεί από το Ληξιαρχείο του Δήμου Κεντάου Καζαχστάν, φέρονται δε να έχουν και άλλα πιστοποιητικά με ελληνική ιθαγένεια από διάφορα ληξιαρχεία (…), τα οποία όμως δεν κατατέθηκαν ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος γνησιότητάς τους». Στη συνέχεια, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση Φ. 13582/5219/18.10.2006 της, υπογράφουσας με εντολή του Γενικού Γραμματέα, Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αστικής Κατάστασης Περιφέρειας Αττικής, αφ’ ενός ανακλήθηκε, ως εκδοθείσα από αναρμόδιο όργανο, η ρηθείσα 10716/20.8.2003 ανακλητική της ιθαγένειας νομαρχιακή απόφαση, αφ’ ετέρου ανακλήθηκε εκ νέου η ανωτέρω διαπιστωτική της ιθαγένειας των αιτούντων 10381/29.4.1991 πράξη, για τους ίδιους λόγους που διελαμβάνοντο και στη νομαρχιακή ανακλητική πράξη.
6. Επειδή, εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση ανακλήθηκε πράξη που άπτεται ζητήματος εξόχως σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η ιθαγένεια (ΣτΕ 4027/2002, 2566/2002 , πρβλ. επίσης ΣτΕ 501/1945 , 1208/1948 ), της οποίας η νόμιμη απόκτηση έχει σοβαρές επιπτώσεις για το Κράτος και την λειτουργία του πολιτεύματος, δεδομένου ότι αυτή καθορίζει την σύνθεση του Λαού ως στοιχείου του Κράτους και ως οργάνου αυτού (εκλογικό σώμα). Στην επίμαχη δε ανάκληση η Διοίκηση προχώρησε αμελλητί, ευθύς μόλις διεπίστωσε ότι στοιχεία που αφορούν την ταυτότητα και την προσωπική κατάσταση των αιτούντων και προσκομίσθηκαν από τους ίδιους, προς απόδειξη της, κρίσιμης για τη διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειάς τους, ιδιότητάς τους ως «παλιννοστούντων ομογενών», ήταν πλαστά. Με αυτά τα δεδομένα, ο χρόνος των δεκαπέντε ετών που μεσολάβησε έως την έκδοση της προσβαλλόμενης ανακλητικής πράξεως, δεν υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την ανάκληση της, διαπιστωτικής της ιθαγένειας των αιτούντων πράξεως, εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων και, ιδίως, του γεγονότος ότι, ανεξαρτήτως του αν η Διοίκηση αποδίδει επίμεμπτη συμπεριφορά στους αιτούντες, εν πάση περιπτώσει, δικαιολογητικά που αυτοί είχαν προσκομίσει προς απόδειξη της ταυτότητάς τους και, περαιτέρω, της ελληνικής ιθαγένειάς τους, δηλαδή για ζήτημα που αφορά το δημόσιο συμφέρον, ήταν πλαστά. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη ανακλητική απόφαση είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ως προς την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της ανακαλουμένης πράξεως και τη μη συνδρομή δόλου των αιτούντων κατά την έκδοσή της ούτε λόγου δημοσίου συμφέροντος δικαιολογούντος την ανάκλησή της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Το γεγονός δε ότι οι αιτούντες, ενδεχομένως, έχουν και άλλα στοιχεία προς απόδειξη της ελληνικής καταγωγής τους δεν ασκεί καμία επιρροή στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης ανακλητικής αποφάσεως, εφόσον, εν πάση περιπώσει, τα στοιχεία αυτά δεν τα είχαν υποβάλει στη Διοίκηση με την από 10.4.1991 αίτησή τους για τη διαπίστωση της ελληνικής ιθαγενείας τους [όπως π.χ. το πιστοποιητικό γεννήσεως της πρώτης αιτούσας, του οποίου γίνεται μεν επίκληση με την κρινόμενη αίτηση, ωστόσο, κατά τα εκτεθέντα στην έκτη σκέψη, κατά την υποβολή της ανωτέρω από 10.4.1991 αιτήσεως των αιτούντων είχε συνυποβληθεί υπεύθυνη δήλωση της εν λόγω αιτούσης, στην οποία αναγραφόταν ότι «ληξ/κή πράξη γεννήσεως δεν έχω να προσκομίσω»]. Εξάλλου, διάφορο είναι το ζήτημα ότι οι αιτούντες έχουν τη δυνατότητα να επιδιώξουν την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται ήδη από τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας (ν. 3284/2004). Μειοψήφησαν η Σύμβουλος Ε. Σαρπ και η Πάρεδρος Χ. Μπολόφη, οι οποίες υποστήριξαν την εξής γνώμη: Ναι μεν, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, επί ανακλήσεως παράνομης πράξεως εντός πενταετίας από την έκδοσή της, η Διοίκηση δεν υποχρεούται να συνεκτιμήσει την ύπαρξη καλής πίστεως του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εν λόγω πράξη, την ανάγκη προστασίας της δημιουργηθείσης σ’ αυτόν εμπιστοσύνης ή το γεγονός ότι η βλάβη που επέρχεται σ’ αυτόν από την ανάκληση είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από το όφελος για το δημόσιο συμφέρον (ΣτΕ 1501/2008 ). Ωστόσο, για τον περαιτέρω της πενταετίας χρόνο, η Διοίκηση οφείλει, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας, να σταθμίσει, με ειδικώς αιτιολογημένη κρίση, τις βαίνουσες αντιθέτως συνταγματικές αρχές της νομιμότητας και της προστασίας της εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε δικαιολογημένως στον διοικούμενο από τη διαπίστωση της ιθαγένειας. Και τούτο διότι, ναι μεν η ιθαγένεια είναι ζήτημα εξόχως σημαντικό, που ενδιαφέρει το δημόσιο συμφέρον, ωστόσο οι πράξεις με τις οποίες διαπιστώνεται η ελληνική ιθαγένεια είναι δημιουργικές περαιτέρω δικαιωμάτων, νομικών σχέσεων και καταστάσεων των ενδιαφερομένων και των μελών της οικογένειάς τους, οι οποίες χρήζουν κατ’ εξοχήν σταθερότητας και ασφάλειας (γάμος, ιθαγένεια τέκνων, στρατολογικές υποχρεώσεις, εκλογικά δικαιώματα κλπ). Εν όψει τούτων, υπό τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι με αυτήν η Διοίκηση ανακάλεσε, μετά από 15 έτη, την διαπιστωτική της ιθαγένειας των αιτούντων πράξη, χωρίς να συνεκτιμήσει προς την υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της νομιμότητας, και μάλιστα εν σχέσει προς πράξεις που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, την, εν προκειμένω, παρέλευση από την έκδοση της ανακαλουμένης πράξεως υπερμέτρως μεγάλου χρονικού διαστήματος και, πάντως, κατά πολύ μεγαλύτερου της πενταετίας, κατά τη διάρκεια του οποίου οι αιτούντες έζησαν πιστεύοντας ότι τους έχει αναγνωρισθεί η ελληνική ιθαγένεια, με όλες τις συνέπειες που η πεποίθηση αυτή επήγετο στην προσωπική και οικογενειακή τους κατάσταση (πρβλ. Ολ ΣτΕ 602/2003 ), ενόψει μάλιστα του ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση απέδωσε οποιαδήποτε επίμεμπτη συμπεριφορά στους αιτούντες κατά την έκδοση της ανακαλουμένης αποφάσεως, συνδεομένη με τη μη γνησιότητα των υποβληθέντων για τη διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειάς τους δικαιολογητικών. Συνεπώς, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί για τον ανωτέρω λόγο.
7. Επειδή, μετά την επίλυση του ανωτέρω παραπεμφθέντος ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως ζητήματος, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Πρέπει δε να επιβληθεί στους αιτούντες, συμμέτρως, η δικαστική δαπάνη του Δημοσίου για την παράστασή του τόσο ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως όσο και ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Δ’ Τμήματος του Δικαστηρίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στους αιτούντες, συμμέτρως, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2011
Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας
Σωτ. Ρίζος Αικ. Ρίπη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2012.
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος
του Α΄ Τμήματος Διακοπών
