ΣτΕ 2773/2010, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΔΟΜΗΣΗΣ ΖΗΜΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΠΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

ΣΤΕ

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αποζημίωση αξίωσε δικαιούχος τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης (Μ.Σ.Δ.) που δεν κατέστη δυνατόν να υλοποιηθεί διότι μετά την έκδοση του τίτλου εκδόθηκε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (6070/1996), με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις (ν. 2300/1995) που αφορούν τη μεταφορά συντελεστή δόμησης καθώς και εγκύκλιος (5/2944/534/4-2-1997) της Διεύθυνσης Νομοθετικού Έργου του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, με την οποία, σε εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου, επιβλήθηκε αναστολή  της εν γένει εφαρμογής των διατάξεων αυτών και της εκτέλεσης των τίτλων Μ.Σ.Δ. που είχαν ήδη εκδοθεί, προκειμένου να συνταχθεί νέο θεσμικό πλαίσιο εναρμονισμένο προς τις συνταγματικές επιταγές, όπως αυτές καθορίστηκαν από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει την αξία του ο τίτλος που του είχε χορηγηθεί, διότι δεν ήταν πλέον δυνατό να χρησιμοποιηθεί και, ειδικότερα, ότι υπέστη ζημία ίση με την αξία την οποία είχε το ακίνητό του κατά το χρόνο χορήγησης του τίτλου (6.5.1996). Επίσης, υποστήριξε ότι, αν κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 21 μηνών από την έκδοση του τίτλου αυτού έως την άσκηση της αγωγής εκμίσθωνε το ακίνητό του, θα εισέπραττε μισθώματα μεγάλου ύψους  και ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει αποζημίωση κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και για την απώλεια των μισθωμάτων αυτών.

Στις αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε ότι η αδυναμία υλοποίησης του τίτλου (Μ.Σ.Δ.) προκάλεσε ζημία στον ενάγοντα, τέθηκε όμως ένα γενικότερο ζήτημα. Αν, συγκεκριμένα, προϋπόθεση του δικαιώματος αποζημίωσης ήταν η προηγούμενη ανάκληση από τη Διοίκηση του συγκεκριμένου τίτλου, δεδομένου ότι η δικαστική απόφαση δεν είχε ακυρώσει τον τίτλο αυτό και η εγκύκλιος που ακολούθησε δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και, συνεπώς, δεν επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Τελικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η αδυναμία του ενάγοντος να πραγματοποιήσει τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης στο ωφελούμενο ακίνητο ήταν αποτέλεσμα της εγκυκλίου και ότι η έκδοση της εγκυκλίου αυτής ήταν αρκετή για τη θεμελίωση του αποζημιωτικού αιτήματος, δεδομένου ότι από τη σχετική νομοθεσία δεν προβλέπεται διαδικασία υποβολής αίτησης στη Διοίκηση για την ανάκληση του νόμιμου τίτλου ως προϋπόθεση για την έγερση αξίωσης προς  αποζημίωση.

 

Αριθμός 2773/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Α. Καλογεροπούλου, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 15 Νοεμβρίου 2004 αίτηση:
του Αναστασίου Παπαθανασίου, κατοίκου Αθηνών (Κρισίλα 15-Παγκράτι), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δ. Αναγνωστόπουλο (Α.Μ. 20292), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Οικονομικών, 2) Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, οι οποίοι παρέστησαν με την Α. Αλεφάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και 3) Δήμου Ελευσίνας, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 497/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Δανδουλάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και την αντιπρόσωπο των Υπουργών, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (1517390-2/2004 ειδικό έντυπο παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το από 14-2-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η αναίρεση της 497/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 12930/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσείοντος με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι κάθε εναγόμενος ευθύνεται εις ολόκληρο να του καταβάλει ποσό 219.494.000 δρχ., το μεν Ελληνικό Δημόσιο ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο δε Δήμος Ελευσίνας κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω της αντισυνταγματικότητας διατάξεων του ν. 2300/1995 και της μη δυνατότητας εκ του λόγου αυτού να πραγματοποιήσει τη μεταφορά συντελεστή δόμησης που του είχε εγκριθεί με την έκδοση σχετικού τίτλου.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται προς ανασυζήτηση, διότι δεν ολοκληρώθηκε η διάσκεψη επί της αιτήσεως αυτής, που συζητήθηκε στις 5 Μαρτίου 2007, λόγω εξόδου από την υπηρεσία του Συμβούλου Γεωργίου Σγουρόγλου.
4. Επειδή, με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του Δήμου Ελευσίνας, η οποία είχε εισαχθεί ως αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με την έφεσή του ο αναιρεσείων δεν παραπονέθηκε ειδικώς για το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης απόφασης. Περιέλαβε σχετικώς αόριστα παράπονα στο από 13-11-2002 δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως χωρίς όμως να πλήττει το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό. Συνεπώς νομίμως απέρριψε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του Δήμου Ελευσίνας. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Δήμου Ελευσίνας.
5. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Αν ο νομοθέτης είτε με το νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου ή με την παράλειψη νομοθετήσεως παραβίασε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν δε και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (ΣτΕ 1038/2006).
6. Επειδή, με το ν. 2300/1995 «Μεταφορά συντελεστή δόμησης…» (Α΄ 69) ρυθμίστηκε εκ νέου ο θεσμός της μεταφοράς συντελεστή δόμησης και καταργήθηκαν οι σχετικές προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 880/1979 «περί καθορισμού ανώτατου ορίου συντελεστή δόμησης…» (Α΄ 58), και των εκτελεστικών του π.δ/των 470/1979 και 510/1979, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές με αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1071-73/1994), για το λόγο ότι η θεσπιζόμενη με τις διατάξεις αυτές ρύθμιση του θεσμού ήταν αντίθετη προς τις επιταγές του άρθρου 24 παρ. 1, 2 και 6 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νέου νόμου, στο οποίο απαριθμούνται οι κατηγορίες βαρυνόμενων ακινήτων, δηλαδή εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να χορηγηθεί τίτλος δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δόμησης, το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, και για ακίνητα που χαρακτηρίζονται από εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και για ακίνητα χωρίς κτίσματα ή με κτίσματα προς κατεδάφιση που βρίσκονται σε σημεία της πόλης χαρακτηριζόμενα πολεοδομικώς ενδιαφέροντα για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων. Εξάλλου, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου περιέχονται ρυθμίσεις που αναφέρονται στις περιοχές στις οποίες επιτρέπεται μεταφορά συντελεστή δόμησης και στους κανόνες με τους οποίους μπορεί να πραγματοποιείται η μεταφορά. Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 6070/1996), ο θεσμός της μεταφοράς συντελεστή δόμησης μόνο ως μέθοδος αποζημίωσης στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος μπορεί να εισαχθεί από το νομοθέτη, δηλαδή για τα ακίνητα στα οποία επιβάλλονται ουσιώδεις περιορισμοί για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας, όπως είναι τα κτίρια που χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, ως έργα τέχνης ή ως ιστορικά μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι. Αντιθέτως, δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή η μεταφορά συντελεστή δόμησης σε άλλες περιπτώσεις, για τις οποίες η εισαγωγή του θεσμού δεν στηρίζεται σε ειδική συνταγματική πρόβλεψη. Τέτοια δε ειδική συνταγματική πρόβλεψη, στην οποία να μπορεί να στηριχθεί ο θεσμός της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, δεν υφίσταται για την περίπτωση των ρυμοτομούμενων ακινήτων και για το λόγο αυτόν αποκλείεται στο νομοθέτη να θεσπίσει σύστημα μεταφοράς συντελεστή στην περίπτωση αυτή. Συνεπώς, οι προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2300/1995 είναι αντισυνταγματικές και επομένως ανίσχυρες.
7. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων είχε στην κυριότητά του ένα οικόπεδο στη θέση «Περιβόλι Λογοθετόπουλου» μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ελευσίνας Αττικής, στο οικοδομικό τετράγωνο 258, και στην οδό Ηρώων Πολυτεχνείου, συνολικής έκτασης 6.600 τ.μ. Με το π.δ/μα της 16-7-1962 (Δ΄ 111) συντάχθηκε η 6/64 πράξη αναλογισμού, η οποία κυρώθηκε με την 233/16-1-1995 απόφαση του Νομάρχη Αττικής και πιστοποιήθηκε η τελεσιδικία της με το 87857/6509/3-11-1995 έγγραφο της αρμόδιας διεύθυνσης νομοθετικού έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ, το οικόπεδο αυτό χαρακτηρίστηκε ως χώρος πρασίνου και κατέστησαν υπόχρεοι προς καταβολή αποζημιώσεως ο Δήμος Ελευσίνας για 6.413 τ.μ. και οι παρόδιοι για 187 τ.μ. Στη συνέχεια, ο ήδη αναιρεσείων ζήτησε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αντί για την καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως, να λάβει τίτλο δικαιώματος μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Τον τίτλο αυτόν έλαβε ύστερα από την έκδοση της 15934/1996 σχετικής πράξης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (Δ΄ 623) και αφού προηγουμένως τηρήθηκε η σχετική διαδικασία, καταρτίστηκε δηλαδή η 3598/1996 πράξη συναινέσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2300/1995, του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.Γ. Τζήμα, η οποία έγινε δεκτή με την 2591/16-4-1996 «βεβαίωση» του Δήμου Ελευσίνας. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας και την έκδοση υπέρ του ενδιαφερομένου του προαναφερόμενου τίτλου Μ.Σ.Δ., εκδόθηκε η 6070/1996 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις του ν. 2300/1995. Κατόπιν αυτού, με την εγκύκλιο 5/2944/534/4-2-1997 της Διευθύνσεως Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ ανεστάλη η εν γένει εφαρμογή των διατάξεων για τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης καθώς και η εκτέλεση των τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης οι οποίοι είχαν ήδη εκδοθεί, προκειμένου να συνταχθεί νέο θεσμικό πλαίσιο εναρμονισμένο προς τις συνταγματικές επιταγές, όπως αυτές καθορίστηκαν από την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο αναιρεσείων με την από 25-9-1998 αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, να απολέσει την αξία του ο τίτλος Μ.Σ.Δ. που του είχε χορηγηθεί, διότι δεν ήταν πλέον δυνατό να χρησιμοποιηθεί. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, υποστήριξε με την αγωγή του ο αναιρεσείων, υπέστη ζημία ίση με την αξία του ακινήτου του, η οποία κατά το χρόνο χορηγήσεως του εν λόγω τίτλου Μ.Σ.Δ. (6.5.1996) ανερχόταν, κατά τους υπολογισμούς του, σε 181.400.000 δραχμές. Επίσης ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι, εάν κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 21 μηνών από την έκδοση του τίτλου αυτού έως την άσκηση της αγωγής εκμίσθωνε το προπεριγραφόμενο ακίνητο, θα λάμβανε, λόγω της προνομιακής θέσεως στην οποία βρισκόταν αυτό και της μεγάλης επιφάνειάς του, συνολικά 38.094.000 δρχ. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο έπρεπε να του καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 219.494.000 δραχμών κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτων πλουτισμού. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι με την προαναφερθείσα εγκύκλιο του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. δεν παραβιάστηκε καμία διάταξη νόμου, αλλά αντιθέτως επιδιώχθηκε να διορθωθούν οι διαπιστωθείσες με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αντιθέσεις προς το Σύνταγμα των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 2300/1995, και αποφάνθηκε ότι καμία παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου δεν υφίστατο στην περίπτωση αυτή. Συνεπώς, κατά το Διοικητικό Πρωτοδικείο, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., ως εκ τούτου δε απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή αλλά και ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας.
8. Επειδή, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι με την επίμαχη εγκύκλιο δεν ακυρώθηκε ο παραχωρηθείς στον αναιρεσείοντα τίτλος Μ.Σ.Δ., αλλά παρασχέθηκαν απλώς οδηγίες προς τους εκάστοτε εφαρμοστές των διατάξεων του ν. 2300/1995, ύστερα από τη δημοσίευση της 6070/1996 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας και σε συμμόρφωση της Διοίκησης προς την υποχρέωσή της για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, για την αναστολή της περαιτέρω εφαρμογής των διατάξεων του νόμου αυτού. Με το δεδομένο αυτό, το δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον με την επίμαχη εγκύκλιο δεν ακυρώθηκε ο πιο πάνω τίτλος Μ.Σ.Δ., δεν αποτέλεσε η εγκύκλιος αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, η έκδοση της οποίας επέφερε το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα ζημιογόνο αποτέλεσμα. Συνεπώς, ο αναιρεσείων αβασίμως επικαλέστηκε τον παράνομο χαρακτήρα της εγκυκλίου για να θεμελιώσει την αγωγική του αξίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. Ακολούθως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι, δεδομένου ότι ο παραχωρηθείς στον αναιρεσείοντα τίτλος Μ.Σ.Δ. δεν ακυρώθηκε ποτέ με καμία πράξη της Διοικήσεως, ο ήδη αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να ζητήσει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 2300/1995, από τον αρμόδιο υπουργό την ανάκληση του τίτλου αυτού, ώστε να διεκδικήσει, κατόπιν αυτού, την καταβολή της αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα έκτασή του.
9. Επειδή, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσείων είχε θεμελιώσει την αξίωσή του και στο ότι ο τίτλος για τη μεταφορά συντελεστή δόμησης ήταν παράνομος, λόγω αντίθεσης προς τις διατάξεις του Συντάγματος των διατάξεων του ν. 2300/1995 με βάση τις οποίες είχε εκδοθεί ο τίτλος αυτός˙ η αδυναμία δε του αναιρεσείοντος να πραγματοποιήσει τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης στο ωφελούμενο ακίνητο εκδηλώθηκε με την έκδοση της επίμαχης εγκυκλίου. Δεν είναι λοιπόν νόμιμη η κρίση του διοικητικού εφετείου ότι ο αναιρεσείων είχε θεμελιώσει την αξίωσή του αποκλειστικά στον παράνομο χαρακτήρα της επίμαχης εγκυκλίου, με την οποία μάλιστα, κατά το διοικητικό εφετείο, δεν είχε ακυρωθεί ο τίτλος μεταφοράς συντελεστή δόμησης που του είχε χορηγηθεί. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη του τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2300/1995, που όριζαν τα εξής: «1. Η ακύρωση των τίτλων γίνεται ύστερα από την άσκηση του από αυτούς παριστάμενου δικαιώματος με τη μεταφορά αυτού σε ωφελούμενο ακίνητο (απόσβεση του δικαιώματος Μ.Σ.Δ.) 2 … 3. Στις λοιπές περιπτώσεις ο τίτλος κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία, καταχωρείται σχετική πράξη στο όπισθεν μέρος αυτού και για την ακύρωση εκδίδεται απόφαση, εφαρμοζομένης ανάλογα της παρ. 8 του άρθρου 12 του παρόντος». Έκρινε δε, όπως έχει εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, ότι «δεδομένου ότι ο παραχωρηθείς στον εκκαλούντα τίτλος δεν ακυρώθηκε ποτέ με καμία πράξη της διοικήσεως, ο τελευταίος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τον αρμόδιο υπουργό, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 2300/1995, την ανάκληση του τίτλου αυτού, ώστε να διεκδικήσει κατόπιν αυτού την καταβολή της αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα έκτασή του.» Η κρίση όμως αυτή του διοικητικού εφετείου, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων έπρεπε πρώτα να ζητήσει την ανάκληση (=ακύρωση) του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης και μετά να ασκήσει αγωγή για την αποζημίωσή του, είναι παράνομη˙ τούτο δε, γιατί τέτοια προϋπόθεση δεν συνάγεται από τις πιο πάνω διατάξεις, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως έχει εκτεθεί, ήδη με την έκδοση της επίμαχης εγκυκλίου είχε εκδηλωθεί η αδυναμία του αναιρεσείοντος να πραγματοποιήσει τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης στο ωφελούμενο ακίνητο. Για τους λόγους αυτούς, οι οποίοι βασίμως προβάλλονται, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο διοικητικό εφετείο για νέα κρίση.
Διά ταύτα
Απορρίπτεται την κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του Δήμου Ελευσίνας.
Δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Αναιρεί κατά το μέρος αυτό την 497/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διατάζει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Δήμου Ελευσίνας, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2008
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος   Η Γραμματέας
 
 
Γ. Ανεμογιάννης Μ. Βλασερού
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Σεπτεμβρίου 2010.
Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος  Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
 
 
Αθ. Ράντος Μ. Παπασαράντη