2796/2006 ΣΤΕ Ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Οι αναφυόμενες διαφορές είναι διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εκτός αν οι πράξεις ή παραλείψεις ή οι υλικές ενέργειες συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου κλπ. ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Δικαιούχος της αποζημίωσης είναι ο άμεσα ζημιωθείς. Τί περιλαμβάνει η αποζημίωση. Ο έμμεσα ζημιωθείς δικαιούται αποζημίωση μόνο αν αυτό προβλέπεται ειδικά από διάταξη νόμου. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ύψος της αποζημίωσης αυτής δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επιδίκαση αυτής μόνον στον ίδιο τον παθόντα. Βαρύτατος τραυματισμός της αναιρεσίβλητης και ευθύνη του πανεπιστημίου, αφού η εποπτεύουσα το εργαστήριο δεν της είχε επισημάνει τον κίνδυνο έκρηξης και δεν ήταν παρούσα όταν γινόταν το πείραμα. Συντρέχον πταίσμα και της παθούσας. Περιστατικά. Δεν υποχρεούται ο νομοθέτης να θεσπίσει αποζημίωση της έμμεσης ηθικής βλάβης των γονέων σε περίπτωση τραυματισμού του ενήλικου τέκνου τους. Δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη του Συντάγματος ή Διεθνών Συμβάσεων. Δεν επιδικάζεται αποζημίωση στη μητέρα της παθούσας για τη διακοπή λειτουργίας του καταστήματός της κατά τη διάρκεια νοσηλείας της κόρης της. Απορρίπτονται οι αναιρέσεις (επικυρώνει την αριθμ. 172/2003 ΔΕφΙωαν). Αριθμός 2796/2006 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Α΄ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2005, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α` Τμήματος, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Μαρινάκης, Ε. Αντωνόπουλος, Σύμβουλοι, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι, Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. Α. Για να δικάσει την από 27 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση: του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, που εδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Κ. Λιούμα (Α.Μ. 18849) που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά της ……….. ……., κατοίκου ………, οδός ………. ……… αρ. .., η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπ. Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισε με πληρεξούσιο. Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Πανεπιστήμιο επιδιώκει να αναιρεθεί εν μέρει η υπΆ αριθμ. 172/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων. Β. Για να δικάσει την από 9 Ιανουαρίου 2004, αίτηση: των: α) ………………. ………, β) ……….. ………. και γ) της ………. ………, κατοίκων …….., οδός …….. ……… αρ. .., οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Σπ. Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001) που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων» που εδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Κ. Λιούμα (Α.Μ. 18849) που τον διόρισε με πληρεξούσιο. Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί εν μέρει η υπΆ αριθμ. 172/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Δ. Μπριόλα. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε: Α. τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της. Β. τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσίβλητου Πανεπιστημίου ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο 1. Επειδή, με την πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις, για την οποία δεν απαιτείται καταβολή τελών και παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31), το αιτούν Πανεπιστήμιο ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως 172/2003 του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που απέρριψε έφεσή του κατά της αποφάσεως 80/2001 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας αποφάσεως. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά τα άρθρα 105-106 του Εις. Ν.Α.Κ., και είχε αναγνωριστεί υποχρέωση του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου να καταβάλει ως αποζημίωση στην αναιρεσίβλητη, λόγω βαρύτατου τραυματισμού τον οποίο υπέστη κατά την εκτέλεση πειράματος στο εργαστήριο χημείας του εν λόγω Πανεπιστημίου, τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα ποσά που είχε επιδικάσει το πρωτόδικο δικαστήριο αναμορφώθηκαν, κατά μεταρρύθμιση της πρωτόδικης αποφάσεως. 2. Επειδή, με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις -για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (γραμμάτια παραβόλου (Α. 520167, 520227-28 και 9022456-58/2004)- η ανωτέρω παθούσα (πρώτη αναιρεσείουσα) ζητεί την αναίρεση της ίδιας εφετειακής αποφάσεως, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεσή της και δεν επιδίκασε όλα τα ποσά που είχε ζητήσει με την αγωγή της. Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες (πατέρας και μητέρα της πρώτης, αντίστοιχα) ζητούν την αναίρεση της ίδιας αποφάσεως, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου Πανεπιστημίου και έκρινε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τον τραυματισμό της θυγατέρας τους ούτε για την αποθετική ζημία που υπέστη η τρίτη αναιρεσείουσα. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε επιδικάσει στον κάθε γονέα ποσό 5.000.000 δρχ. λόγω ηθικής βλάβης και στη μητέρα ποσό 300.000 δρχ. για την αποθετική ζημία που υπέστη λόγω του ότι έκλεισε το κατάστημά της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας και αποθεραπείας της θυγατέρας της. 3. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις, στρεφόμενες κατά της ίδιας αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας. 4. Επειδή στο άρθρο 105 Εισ. ΝΑΚ ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει αναταθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών» και στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία του». Εξάλλου, μεταξύ των διοικητικών διαφορών ουσίας, οι οποίες ήδη ανήκουν στα διοικητικά δικαστήρια, κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος, περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αναφύονται από την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, συμφώνως προς τις κείμενες σχετικές διατάξεις. Τέτοιες διαφορές είναι, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου του Συντάγματος, όχι μόνον οι γεννώμενες από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από την μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και αυτές που προκύπτουν από υλικές ενέργειες ή παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών των οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στις περιπτώσεις βεβαίως που οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις προέρχονται από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τούτων, όχι δε και οσάκις συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου κ.λπ. ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του (Σ.τ.Ε. 1147/2005, πρβ. ΣτΕ 3045/1992 Ολομ., ΑΕΔ 5/1995, 3/2004). 5. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 929 και 930 του Αστικού Κώδικα ?που εφαρμόζονται αναλόγως και επί ευθύνης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ- προκύπτει ότι δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από αυτήν. Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, υποκείμενο του προσβληθέντος δικαιώματος και επομένως δικαιούχος της αποζημίωσης είναι το πρόσωπο αυτό. Η αποζημίωσή του περιλαμβάνει εκτός από τις δαπάνες νοσηλείας του και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της καταστάσεως της υγείας του. Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από διάταξη νόμου (άρθρα 928 εδάφιο β΄ και 929 εδάφιο β΄ του Α.Κ.) (βλ. Α.Π. 62/1991, 900/1991 κ.α.). 6. Επειδή, περαιτέρω, τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν να επιδικάσουν σε βάρος του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., που ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ, πέρα από την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, και χρηματική ικανοποίηση υπέρ του προσώπου που υπέστη βλάβη του σώματος ή της υγείας του, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή επιδικάζεται εύλογη, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, χρηματική ικανοποίηση, η κρίση δε του δικαστηρίου για το ύψος αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1221-22/2002, 2723/2003, 1147/2005 κ.ά.). Ελέγχεται, όμως, κατΆ αναίρεση η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αν, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, λήφθηκαν υπόψη γεγονότα που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσης αυτής ή αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να συνεκτιμήσει γεγονότα που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, όπως λ.χ. το συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΣτΕ 2100/2006, 7μελες, ΑΠ 13/2002, Ολομ.). Τέλος, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατά την έννοια του άρθρου 932 του Α.Κ., μόνο στον ίδιο τον παθόντα όχι δε και σε άλλα πρόσωπα (όπως μέλη της οικογένειας του) τα οποία δοκιμάσθηκαν ψυχικά από τη βλάβη της υγείας του παθόντος (έμμεση ηθική βλάβη) (βλ. ΑΠ 648/2002, 1582/2001, 402/1981 και 501/1974). 7. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη (στην πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις) έλαβε στις 16/11/1994 πτυχίο του Τμήματος Χημείας της Σχολής Θετικών Επιστημών του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου και στις 30/12/1994 έγινε μέλος της Ένωσης Ελλήνων Χημικών. Στις 27/9/1994 υπέβαλε στην ανωτέρω Σχολή (Τμήμα Χημείας) αίτηση για τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών ακαδημαϊκού έτους 1994- 1995. Από 1/10/1994 και ενώ εκκρεμούσε η παραπάνω αίτησή της άρχισε να ασχολείται ενεργά στο εργαστήριο βιοχημείας του αναιρεσείοντος προκειμένου να αποκτήσει εμπειρία για τη συνέχιση των μεταπτυχιακών της σπουδών, με την συναίνεση της υπεύθυνης του εργαστηρίου αυτού επίκουρης καθηγήτριας ……. ? …….. …… Η απασχόληση αυτή συνεχίστηκε και μετά την απόρριψη, στις 15/11/1994, της πιο πάνω αίτησής της ως εκπρόθεσμης. Στις 18/1/1995 η αναιρεσίβλητη ανέλαβε να παρασκευάσει, υπό την επίβλεψη και την καθοδήγηση της ανωτέρω καθηγήτριας, τη χημική ένωση «υπερχλωρικός σίδηρος ΙΙΙ», η οποία θα χρησιμοποιείτο για τη διεξαγωγή στη συνέχεια του πειράματος «φασματοφωτομετρικός προσδιορισμός εστέρων». Ειδικότερα, όπως η ίδια αναγράφει στο εργαστηριακό της τετράδιο (σελίδα 49), το οποίο τηρείται από κάθε ερευνητή, η μέθοδος παρασκευής που ακολουθήθηκε για την ένωση αυτή ήταν η παρασκευή δια θερμάνσεως, δηλαδή «δια προσθήκης 10 ml τριχλωριούχου σιδήρου σε υπερχλωρικό οξύ 70%, συμπυκνώσεως εντός εστίας μέχρι πολύ μικρού όγκου (τούτο επαναλαμβάνεται δις ή τρις προς εκδίωξη του υδροχλωρίου)». Η παρασκευή της ένωσης αυτής ξεκίνησε το μεσημέρι της 18/1/1995 και σταμάτησε, αφού είχαν λάβει χώρα οι δύο πρώτες συμπυκνώσεις, λόγω του προχωρημένου της ώρας. Την επόμενη ημέρα, στις 19/1/1995, και ενώ η τρίτη συμπύκνωση βρισκόταν σε εξέλιξη, έγινε έκρηξη του παρασκευάσματος αυτού, συνεπεία της οποίας η αναιρεσίβλητη τραυματίσθηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε σε κώμα με …….. ….. ….. . στο στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Κατέστη δε εκ της αιτίας αυτής διαρκώς ανίκανη για εργασία σε ποσοστό 90%, όπως αναφέρεται στην 856/18-5-1999 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ιωαννίνων, κυρίως λόγω σοβαρής βλάβης της οράσεως (οπτική οξύτης 1/20). Κατόπιν αυτών, η αναιρεσίβλητη άσκησε στις 15.3.1999 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, από κοινού με τους γονείς της και την αδελφή της ………. ………….., αγωγή αποζημιώσεως, με την οποία ζήτησε να επιδικαστούν: 1) στην ίδια την παθούσα α) ποσό 147.000.000 δρχ. που αντιστοιχούσε στις αποδοχές που θα ελάμβανε αν ασκούσε το επάγγελμα του χημικού (300.000 δρχ. το μήνα επί 35 συνολικά έτη, εκ των οποίων 4 έτη και 4 μήνες είχαν συμπληρωθεί από το ατύχημα μέχρι την έγερση της αγωγής), β) ποσό 1.111.390 δρχ. για έξοδα νοσηλείας, φυσιοθεραπείας, εργοθεραπείας και μετακινήσεων στην Αθήνα για ιατρικούς λόγους και γ) ποσό 100.000.000 δρχ. για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον βαρύτατο τραυματισμό της. 2) Στον πατέρα, τη μητέρα και την αδελφή της παθούσας το ποσό των 75.000.000 δρχ. στον καθένα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 3) στον πατέρα και στη μητέρα της ποσό 15.000.000 δρχ. από κοινού για στέρηση των υπηρεσιών της θυγατέρας τους και για την απώλεια εσόδων από το κατάστημα (είδη χαρτικών και σχεδίου) που διατηρούσε η μητέρα, το οποίο αναγκάστηκε να κλείσει τελικά προκειμένου να φροντίζει την ανίκανη να αυτοεξυπηρετείται θυγατέρα της. Με το από 8.12.1999 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, το τελευταίο αυτό ποσό διαμορφώθηκε σε 19.490.568 δρχ. και το διεκδικούσε μόνον η μητέρα για την απώλεια εσόδων από το κατάστημα. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ιωαννίνων με την 80/2001 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή -της οποίας το αίτημα μετατράπηκε σε αναγνωριστικό- κρίνοντας ότι υπήρχε μεν ευθύνη του αναιρεσείοντος πανεπιστημίου κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ για τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσίβλητης, διότι η εποπτεύουσα το εργαστήριο καθηγήτρια δεν της είχε επισημάνει τον κίνδυνο έκρηξης που ενείχε το πείραμα και δεν παρευρίσκετο η ίδια καθόλη τη διάρκειά του, αλλά και συντρέχον πταίσμα της αναιρεσίβλητης σε ποσοστό 50%, διότι δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή κατά την εκτέλεση του πειράματος αυτού, όπως όφειλε ως πτυχιούχος χημικός. Αναγνώρισε δε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου να καταβάλει ως αποζημίωση στην παθούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) τα εξής ποσά: α) 9.035.000 δρχ. για τη θετική ζημία που υπέστη (350.000 δρχ. για έξοδα νοσηλείας και αποθεραπείας + 8.675.000 δρχ. για απώλεια μισθών μέχρι την έγερση της αγωγής), β) ποσό 64.825.000 δρχ. καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις των 150.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στη μελλοντική ζημία της αναιρεσίβλητης (απώλεια μισθών 300.000 δρχ. x 50%=150.000 δρχ.) από την άσκηση της αγωγής μέχρι 20.1.2030), και γ) 40.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, το πρωτοδικείο επιδίκασε στους γονείς της αναιρεσίβλητης ποσό 5.000.000 δρχ. στον καθένα λόγω ηθικής βλάβης και στην μητέρα της επιπλέον 300.000 δρχ. για την αποθετική ζημία που υπέστη από το κλείσιμο καταστήματός της, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς την αδελφή της παθούσας. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις το αναιρεσείον Πανεπιστήμιο καθώς και η παθούσα και οι γονείς της κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή τους. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις αυτές ως συναφείς και, περαιτέρω, έγιναν εν μέρει δεκτές. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του τα εξής στοιχεία: 1) την Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ) που διενήργησε ο καθηγητής Χημείας .. …………….., κατόπιν εντολής του Πρύτανη του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου. Στη σχετική έκθεση ο καθηγητής αυτός, αφού ανέφερε τα ονόματα των εξετασθέντων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και η Καθηγήτρια …… …… ……, και το περιεχόμενο της καταθέσεως καθενός, κατέληξε στο εξής πόρισμα: «Ως καθηγητής Αναλυτικής Χημείας και γνωρίζοντας το επιστημονικό μέρος και την πορεία της εργασίας για την ανωτέρω σύνθεση, είμαι σε θέση να δώσω την εξής εξήγηση στο ατύχημα: Η χημικός ……… …………… λίγο πριν από το ατύχημα είχε ασχοληθεί με άλλη εργασία στο εργαστήριο, είχε απομακρυνθεί από τον απαγωγό μέσα στο οποίο θερμαινόταν το παρασκεύασμα πάνω στην ηλεκτρικά θερμαινόμενη εστία, που ήταν συγχρόνως και ηλεκτρικός αναδευτήρας. Το περιεχόμενο του ποτηριού των 100 ml στο οποίο γινόταν η σύνθεση εξατμίσθηκε και το στερεό υπόλειμμα υπερθερμάνθηκε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 500οC. Όταν η …………….. αντελήφθη την δημιουργηθείσα κατάσταση έτρεξε προς τον απαγωγό για να προσθέσει νέα ποσότητα διαλύματος υπερχλωρικού οξέος, με αποτέλεσμα να σπάσει το ποτήρι λόγω της μεγάλης διαφοράς θερμοκρασίας, και το περιεχόμενό του (υπερχλωρικός σίδηρος και υπερχλωρικό οξύ) ήρθε σε επαφή με το ισχυρώς αναγωγικό κράμα των μετάλλων της ηλεκτρικής εστίας, η οποία βρισκόταν σε υψηλή θερμοκρασία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την βίαιη οξειδοαναγωγική αντίδραση, η οποία επιπλέον είναι και ισχυρά εξώθερμη. Η απότομη αύξηση της θερμοκρασίας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κρατήρα στην ηλεκτρική εστία, καθώς και έντονου ωστικού κύματος από αέρια, τα οποία υπερθερμανθέντα εκτονώθηκαν προς την προστατευτική θύρα του απαγωγού, την οποία κατέστρεψαν. Η παθούσα, η οποία παρά την πρόσκλησή μου δεν προσήλθε να καταθέσει, θα επιβεβαίωνε την ανωτέρω εξήγηση. Πάντως και ευρήματα στο χώρο του απαγωγού (δημιουργία κρατήρα στην πλάκα της ηλεκτρικής εστίας, θραύσματα γυαλιού σφηνωμένα στις επιφάνειες του απαγωγού, καταστροφή της θύρας του απαγωγού κ.λπ.) συνηγορούν προς την ανωτέρω εξήγηση». 2) Το πόρισμα πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ύστερα από παραγγελία της Ασφαλείας Ιωαννίνων, ο υπάλληλος της Χημικής Υπηρεσίας Ιωαννίνων .. ……., στην οποία αναφέρεται ότι ο υπάλληλος αυτός δεν μπόρεσε να προσδιορίσει την ουσία που χρησιμοποιήθηκε στο πείραμα, γιατί δεν υπήρχαν στον απαγωγό υπολείμματα της ουσίας που προκάλεσε την έκρηξη. 3) Τις μαρτυρικές καταθέσεις των πανεπιστημιακών καθηγητών που παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη, τις οποίες είχαν επικαλεσθεί οι διάδικοι. Εκτιμώντας όλα τα ανωτέρω στοιχεία, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα, ότι: α) από την πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη την επόμενη ημέρα του ατυχήματος δεν προέκυψε η ακριβής αιτία της πρόκλησής του, β) η καθηγήτρια ….. ….. ….. όφειλε ως υπεύθυνη του εργαστηρίου βιοχημείας του εκκαλούντος εφεσιβλήτου Πανεπιστημίου και επιβλέπουσα την ως άνω μεταπτυχιακή φοιτήτρια, να επισημάνει σΆ αυτήν, ενόψει και της απειρίας της (είχε μόλις τρεις μήνες στο εργαστήριο), την πιθανότητα έκρηξης κατά την διενέργεια του ως άνω πειράματος και να παρακολουθεί την εξέλιξη αυτού έως ότου ολοκληρωθεί, έτσι ώστε να αποτρέψει τυχόν απρόβλεπτη δυσμενή τροπή του, γ) η καθηγήτρια αυτή στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή της συνομολογούσε ότι δεν είχε επισημάνει ρητώς στην παθούσα τον κίνδυνο έκρηξης κατά την εκτέλεση του ως άνω πειράματος και ότι απουσίασε από το εργαστήριο κατά το τελευταίο δεκάλεπτο πριν συμβεί η έκρηξη, δηλαδή κατά το τελευταίο στάδιο διεξαγωγής του πειράματος, το οποίο, σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ……. ……….., ήταν και το πιο κρίσιμο δ) ναι μεν η παθούσα είχε εκπαιδευτεί κατά τον χρόνο φοίτησής της στο Πανεπιστήμιο στη χρήση του υπερχλωρικού οξέος, πλην όμως αυτή δεν είχε εκτελέσει ξανά το παραπάνω πείραμα (φασματοφωτομετρικός προσδιορισμός εστέρων), το οποίο γενικά δεν ήταν συνηθισμένο, αφού σύμφωνα με όσα κατετέθηκαν αυτό εκτελείται μία ή δύο φορές το χρόνο, από δε το έτος 1970 έχει εκτελεσθεί περίπου 30 φορές ε) από τις καταθέσεις των μαρτύρων …….. ……. και ……….. ……, προέκυπτε ότι η παθούσα δεν ήταν ενήμερη για την επικινδυνότητα του παραπάνω πειράματος και ότι αυτή δεν είχε εγκλιματισθεί στο χώρο του εργαστηρίου και στ) από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αποδεικνυόταν ότι η παραπάνω (παθούσα) είχε παραβιάσει τους κανόνες διεξαγωγής του επίμαχου πειράματος. Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο συνεκτίμησε και το πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης την οποία είχε διενεργήσει ο καθηγητής ……… …………. Στο πόρισμα αυτό ο καθηγητής αυτός, εξηγώντας την έκρηξη που συνέβη, απέδιδε ευθύνη στην παθούσα (απομάκρυνση αυτής από τον απαγωγό κ.λπ.), συμπέρασμα όμως το οποίο, κατά το εφετείο, δεν εξαγόταν από τα όσα είχαν καταθέσει οι μάρτυρες οι οποίοι είχαν εξετασθεί ενώπιόν του, αλλά προφανώς αποτελούσε προσωπική εκτίμηση αυτού, η οποία ήταν αντίθετη με όσα είχε αναφέρει στην ένορκη κατάθεσή του, καθώς και με όσα είχαν καταθέσει οι προαναφερόμενοι λοιποί μάρτυρες στις σχετικές ένορκες βεβαιώσεις τους. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση παράνομη παράλειψη της καθηγήτριας ….. …… ….., η οποία αποτελούσε όργανο του εκκαλούντος εφεσιβλήτου Πανεπιστημίου ως προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλονταν σ` αυτήν (ιδιαίτερη επισήμανση κινδύνου για την διεξαγωγή του πειράματος, άσκηση στενής εποπτείας συνεχής επίβλεψη) από την συγκεκριμένη υπηρεσία που της είχε αναθέσει το εκκαλούν εφεσίβλητο ορίζοντάς την δηλαδή ως υπεύθυνη του εργαστηρίου Βιοχημείας και εποπτεύουσα την πειραματική εργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών. Η εν λόγω δε παράνομη παράλειψη ενόψει και του αιτιώδους συνδέσμου που υφίστατο μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας, θεμελίωνε ευθύνη του εκκαλούντος εφεσιβλήτου Πανεπιστημίου προς ανόρθωση της ζημίας που επήλθε στην πρώτη από τους εκκαλούντες εφεσιβλήτους. Δεδομένου, όμως, ότι στην πρόκληση αυτής είχε συμβάλει και η ίδια η παθούσα από δικό της πταίσμα, που συνίστατο στη μη επίδειξη της προσοχής την οποία όφειλε να επιδείξει στην προκειμένη περίπτωση ως χημικός, λόγω της εκπαίδευσής της σχετικά με την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και την προφύλαξή της έναντι των ατυχημάτων από τις επικίνδυνες χημικές ουσίες, αυτή ήταν συνυπαίτια σε ποσοστό 30% και όχι 50%, όπως είχε κριθεί με την πρωτόδικη απόφαση. 8. Επειδή, η ανωτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ, του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Οι ισχυρισμοί δε του αναιρεσείοντος ότι η παθούσα δεν είχε κανένα δεσμό με το Πανεπιστήμιο όταν συνέβη το ατύχημα, διότι είχε απορριφθεί η αίτησή της για μεταπτυχιακές σπουδές ως εκπρόθεσμη, και ότι απασχολείτο στο εργαστήριο βιοχημείας λόγω των προσωπικών της σχέσεων με την Καθηγήτρια .. ….., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τούτο, διότι αρκούσε το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, η αναιρεσίβλητη εκτελούσε πείραμα στο εργαστήριο βιοχημείας υπό την επίβλεψη της υπεύθυνης του εργαστηρίου αυτού Καθηγήτριας, και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα της μεταπτυχιακής φοιτήτριας ή άλλη σχέση με το αναιρεσείον Πανεπιστήμιο. Εξάλλου, προβάλλεται από το αναιρεσείον ότι η ανωτέρω Καθηγήτρια, ως μέλος ΔΕΠ ΑΕΙ, είναι δημόσιος λειτουργός, απολαμβάνει, κατά το άρθρο 16 παρ. 6 του Συντάγματος και 13 του ν. 2083/1992, λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας και δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι, με συνέπεια τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί αστικής ευθύνης του Πανεπιστημίου για πράξεις ή παραλείψεις της κατά τη διδασκαλία ή τη διεξαγωγή της έρευνας στο εργαστήριο. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, ναι μεν η ελευθερία της διδασκαλίας και της έρευνας είναι ατομικό δικαίωμα των πανεπιστημιακών διδασκάλων, αναπτυσσόμενο ως οργανωμένη δραστηριότητα στα πλαίσια της λειτουργίας των ΑΕΙ (βλ. ΣτΕ 2461/2002 κ.ά.), δεν αναιρεί όμως την αστική ευθύνη των τελευταίων, κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ, έναντι τρίτων προσώπων, τα οποία υπέστησαν ζημία από πράξεις ή παραλείψεις των μελών ΔΕΠ που εκδηλώθηκαν στα πλαίσια της λειτουργίας των υπηρεσιών του ΑΕΙ, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση (πρβ. ΣτΕ 1147/2005). Τέλος, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου ότι δεν υπήρξε παράνομη πράξη ή παράλειψη κάποιου οργάνου του και ότι η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την πρόκληση του ατυχήματος, διότι η διαδικασία του πειράματος της ήταν γνωστή και της είχαν δοθεί οι σχετικές οδηγίες, λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Εφετείο, απαραδέκτως δε αμφισβητείται ευθέως από το αναιρεσείον η ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς την ύπαρξη παραλείψεων της εποπτεύουσας το πείραμα Καθηγήτριας, στις οποίες οφείλεται το ατύχημα κατά κύριο λόγο με συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης σε ποσοστό 30%, όπως εκτέθηκε ανωτέρω. 9. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από την εκτεθείσα κρίση περί υπάρξεως ευθύνης του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 το Εισ. ΝΑΚ, επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη τα ακόλουθα ποσά αποζημιώσεως, κατά μεταρρύθμιση της πρωτόδικης αποφάσεως: α) 490.000 δρχ. ή 1.438 ευρώ για δαπάνες νοσηλείας και αποθεραπείας, β) ποσό 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και γ) κατΆ εφαρμογή των άρθρων 929 και 930 του Αστικού Κώδικα, συνολικό ποσό 102.900.000 δρχ. που αντιστοιχεί στην απώλεια εσόδων από την άσκηση του επαγγέλματος του χημικού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης επί 35 έτη, με μηνιαίες αποδοχές 300.000 δρχ. που είχε καθορίσει και το Πρωτοδικείο, μειωμένες κατά 30% λόγω συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης (δηλαδή 210.000 δρχ. το μήνα επί 14 μήνες το χρόνο). Από το ποσό αυτό, η αναιρεσιβαλλομένη επιδίκασε εφάπαξ 12.145.000 δρχ. ή 35.641,97 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στη ζημία της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από την επέλευση της ανικανότητάς της (επομένη του ατυχήματος της 19.1.1994) μέχρι την άσκηση της αγωγής της (15.3.1999), ενώ το υπόλοιπο σε μηνιαίες δόσεις των 210.000 δρχ. ή 616,29 ευρώ, από 16.3.1999 μέχρι 20.1.2030. Με την κρινόμενη αίτηση, το αναιρεσείον Πανεπιστήμιο αμφισβητεί μόνο το εφάπαξ καταβλητέο ποσό των 12.145.000 δρχ. ή 35.641,97 ευρώ, προβάλλοντας ότι αυτό επιδικάσθηκε από το Εφετείο με την εκδοχή ότι η αναιρεσίβλητη ακολουθούσε μεταπτυχιακές σπουδές ειδίκευσης, ενώ, κατά κοινή πείρα, στο στάδιο των μεταπτυχιακών σπουδών (3 έως 5 ετών) δεν δημιουργείται εισόδημα αλλά δαπάνες για το μεταπτυχιακό φοιτητή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του αναιρεσείοντος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικάσαν Εφετείο ουδόλως στήριξε την κρίση του για την επιδίκαση του εν λόγω ποσού αποζημιώσεως στην εκδοχή ότι η αναιρεσίβλητη ακολουθούσε μεταπτυχιακές σπουδές, αφού δέχθηκε, αντιθέτως, ότι αυτή δεν έγινε δεκτή ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επανέλαβε ως προς το θέμα αυτό τις σκέψεις της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά τις οποίες η αναιρεσίβλητη, που κρίθηκε ιατρικώς ανίκανη για εργασία σε ποσοστό 90% εξαιτίας του ατυχήματος, θα κέρδιζε μηνιαίως κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 300.000 δρχ. μηνιαίως ασκώντας το επάγγελμα του χημικού, την κρίση δε του δικαστηρίου ως προς το ποσό αυτό δεν αμφισβήτησε με την έφεσή του το αναιρεσείον Πανεπιστήμιο, όπως επισημαίνεται και στην αναιρεσιβαλλομένη. 10. Επειδή, κατΆ ακολουθία των όσων εκτέθηκαν, η πρώτη από τις κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθεί. 11. Επειδή, με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι το δικάσαν Εφετείο παρανόμως απέρριψε σιγή τους προβληθέντες με την έφεση ισχυρισμούς τους, κατά τους οποίους ο προβληθείς πρωτοδίκως με το υπόμνημα του Πανεπιστημίου ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος της παθούσας κατά την εκτέλεση του πειράματος ήταν αόριστος, ότι η πρωτόδικη απόφαση περιείχε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το συντρέχον πταίσμα της παθούσας και εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 300 του Α.Κ.. Μη απαντώντας στους πιο πάνω ισχυρισμούς το Εφετείο παρέβη, κατά τους αναιρεσείοντες, ουσιώδη τύπο της διαδικασίας και το δικαίωμα ακροάσεως που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997). Οι ανωτέρω όμως λόγοι εφέσεως, περί αοριστίας του υπομνήματος και των πλημμελειών της αιτιολογίας της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς το συντρέχον πταίσμα της παθούσας, ήταν αλυσιτελείς, εφόσον το Εφετείο, ως δικαστήριο ουσίας, διέλαβε όπως όφειλε, δικές του κρίσεις εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η έκρηξη (τα ακριβή αίτια της οποίας δεν διευκρινίσθηκαν από τους μάρτυρες και πραγματογνώμονες) ως προς τις παραλείψεις της επιβλέπουσας το πείραμα καθηγήτριας και την έλλειψη της προσοχής της ίδιας της παθούσας, της οποίας περιόρισε το συντρέχον πταίσμα σε 30% (αντί 50% που είχε δεχθεί το Πρωτοδικείο). Ενόψει δε του ότι δεν πλήσσονται αυτοτελώς με την κρινόμενη αίτηση οι κρίσεις αυτές του Εφετείου, ο λόγος αναιρέσεως περί απορρίψεως σιγή ουσιωδών ισχυρισμών της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 12. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό όπως βασίμως είχε προβάλει το Πανεπιστήμιο, ότι εκτός από την ίδια την παθούσα οι γονείς της αναιρεσείουσας δεν εδικαιούντο χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τον βαρύτατο τραυματισμό της κόρης τους. Για το λόγο αυτό εξαφανίσθηκε εν μέρει η πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει ποσό 5.000.000 δρχ. στον κάθε γονέα για την πιο πάνω αιτία, και περαιτέρω, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτούς. Η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως εκδόθηκε κατόπιν ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, όπως εκτέθηκε στην 6η σκέψη, δεν αποζημιώνεται η έμμεση ηθική βλάβη αλλά μόνον η άμεση, δηλαδή του προσώπου που υπέστη βλάβη της υγείας του, στην προκειμένη περίπτωση της πρώτης αναιρεσείουσας (θυγατέρας). Προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι, έχοντας την εκτεθείσα έννοια, η διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει ότι «Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους». Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως έχει παγίως κριθεί, η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος καταλείπει ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία, μεταξύ των άλλων, της οικογένειας (βλ. ΣτΕ 1696/2003 κ.ά.) Η διάταξη δε του άρθρου 932 του Α.Κ., που προβλέπει την αποζημίωση της οικογένειας λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου προσώπου εξαιτίας αδικοπραξίας, ενώ σε περίπτωση τραυματισμού μόνο την αποζημίωση του παθόντος, δεν παραβιάζει την εν λόγω συνταγματική διάταξη. Εξ άλλου, αβασίμως προβάλλεται ότι το άρθρο 932 του Α.Κ. παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 του Συντάγματος που προστατεύουν αντίστοιχα, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την κατοικία και την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 8 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), 23 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997) 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 1532/1985), που προστατεύουν μεταξύ άλλων, το απαραβίαστο του οικογενειακού και ιδιωτικού βίου. Και τούτο, προεχόντως, διότι με τις διατάξεις αυτές που αφορούν την προστασία ατομικών δικαιωμάτων ουδόλως υποχρεούται ο νομοθέτης να θεσπίσει συγκεκριμένη παροχή, και ειδικότερα αποζημίωση της έμμεσης ηθικής βλάβης των γονέων σε περίπτωση τραυματισμού του ενήλικου τέκνου τους. Τέλος, οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ότι το άρθρο 932 του Α.Κ. έρχεται σε αντίθεση με άλλες διατάξεις του ίδιου Κώδικα, όπως τα άρθρα 57, 59 και 1507, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το άρθρο 932 είναι ειδική διάταξη σε σχέση προς τις άλλες, οι οποίες ρυθμίζουν διαφορετικά θέματα. 13. Επειδή, τέλος, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε όπως βασίμως είχε προβάλει το αναιρεσίβλητο Πανεπιστήμιο, ότι η μητέρα της παθούσας (τρίτη αναιρεσείουσα), δεν εδικαιούτο αποζημίωση για την απώλεια εσόδων από τη διακοπή της λειτουργίας του καταστήματός της, γιατί η ζημία της ήταν έμμεση και δεν ενέπιπτε στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 929 τελευταία περίοδος του Α.Κ., εφόσον η μητέρα της παθούσας δεν είχε υποχρέωση εκ του νόμου να διακόψει τη λειτουργία του καταστήματός της για να φροντίζει την τραυματισθείσα θυγατέρα της αλλά ηθική μόνον υποχρέωση. Με τις σκέψεις αυτές, η αναιρεσιβαλλομένη εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε επιδικάσει στην μητέρα της παθούσας το ποσό των 300.000 δρχ. για την παραπάνω αιτία και απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό. Κατ` αρχάς, δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το κονδύλιο αυτό, που είναι κατώτερο των 2.000.000 δρχ., σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), διότι η αξίωση της μητέρας να αποζημιωθεί για τη διακοπή λειτουργίας του καταστήματός της πηγάζει από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός, στο οποίο στήριξε και την αξίωση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνιστά δε μέρος της (έμμεσης) ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τον τραυματισμό της θυγατέρας της, η οποία ανέρχεται συνολικά σε 5.300.000 δρχ. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ε. Δανδουλάκη, κατά τη γνώμη της οποίας το ανωτέρω κονδύλιο είναι αυτοτελές και θα έπρεπε η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη όσον αφορά το εν λόγω κονδύλιο, ενόψει του ότι δεν προβάλλονται με το αναιρετήριο ειδικότεροι ισχυρισμοί για τις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις που έχει για την αναιρεσείουσα μητέρα η επίλυση της διαφοράς ως προς το κονδύλιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001 (βλ. ΣτΕ 1147/2005). 14. Επειδή, ως προς τη μη επιδίκαση στη μητέρα της παθούσας αποζημίωσης για τη διακοπή λειτουργίας του καταστήματός της προβάλλεται ότι ο κατΆ αρχήν αποκλεισμός της αποκατάστασης της έμμεσης ζημίας που προβλέπεται στα άρθρα 929 και 930 του Α.Κ. δεν έχει εφαρμογή, στην περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ, έναντι των μελών της οικογένειας του προσώπου που υπέστη σοβαρή βλάβη της υγείας του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενες σκέψεις, οι διατάξεις των άρθρων 929, 930 και 932 του Α.Κ. εφαρμόζονται αναλόγως και για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που οφείλεται σε περίπτωση ευθύνης κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ. ΝΑΚ. Η κρίση δε της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το θέμα αυτό, κρίση που παρατέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, εκδόθηκε κατόπιν ορθής ερμηνείας του άρθρου 929 του Α.Κ., σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην 5η σκέψη. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η διάταξη αυτή κατά το μέρος που αποκλείει την αποζημίωση των γονέων για την έμμεση περιουσιακή ζημία που υφίστανται σε περίπτωση βλάβης της υγείας του τέκνου τους από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνου του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. κατά την έννοια των άρθρων 105-106 του Εισ. ΝΑΚ παραβιάζει τις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των Διεθνών Συμφώνων που παρατέθηκαν στη 12η σκέψη και ότι έρχεται σε αντίθεση με τις εκεί αναφερθείσες διατάξεις του Α.Κ.. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη αυτή ως προς το άρθρο 932 του Α.Κ.. Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως περί αντιθέσεως του άρθρου 929 του Α.Κ. στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι με τη διάταξη αυτή δεν κατοχυρώνεται το δικαίωμα του προσώπου να αποκτήσει ιδιοκτησία, στην οποία περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά δικαιώματα, αλλά προστατεύεται η απόλαυση των ήδη αποκτηθέντων περιουσιακών δικαιωμάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι γεννημένες απαιτήσεις, σύμφωνα με τους όρους του εθνικού δικαίου. Στην προκειμένη δε περίπτωση δεν υπάρχει εκ του νόμου απαίτηση της μητέρας της αναιρεσείουσας για την έμμεση περιουσιακή ζημία που υπέστη από τον τραυματισμό της θυγατέρας της. 15. Επειδή, κατ` ακολουθία, και η δεύτερη από τις κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθεί. 16. Επειδή, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου. Διά ταύτα Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις.
