ΣτΕ 2950/2003,Α τμ.,ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΑΓΩΓΗ ΕΠΙ ΦΟΡΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΕ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΦΟΡΩΝ

ΣΤΕ

Αριθμός 2950/2003 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2002, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α’ Τμήματος, Ειρ. Σαρπ, Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλοι, Ε. Τσούμπα, Π. Μπραΐμη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 18 Απριλίου 1995 αίτηση: 
του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Δημ. Αναστασόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά του Rodolfus Herman Van Der Meer, κατοίκου Βούλας Αττικής (οδός Γεωργίου Δροσίνη αριθ. 12), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Μαριάννα Ζαχαράτου (Α.Μ. 12647), που τη διόρισε με πληρεξούσιο. 
Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3153/1994 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου, Ειρ. Σαρπ. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, που ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά τον νόμο ατελώς και άνευ καταβολής παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 3153/1994 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφανίσθηκε η 15048/1990 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε έγινε δεκτή αγωγή του ίδιου, που είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 2.234.635 δρχ. ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καταβολή δασμών και λοιπών φόρων κατά την εισαγωγή προσωπικών του ειδών στη χώρα. 
2. Επειδή, κατά τα άρθρα 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Π.Δ. 331/1985, ΦΕΚ Α΄ 116), σε συνδυασμό με το άρθρο 8 παρ. 4 περ. ε΄ του Ν.Δ. 4486/1965 (ΦΕΚ Α΄ 131), στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, πλην άλλων, οι διαφορές μεταξύ φορολογικής αρχής και φορολογουμένου που αφορούν την επιστροφή φόρων, τελών, εισφορών, κλπ.. Οι ως άνω δε διαφορές άγονται ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με την άσκηση προσφυγής, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 73 και επ. του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Εξάλλου, το άρθρο 7 του Ν. 702/1977 (ΦΕΚ Α΄ 268) υπήγαγε στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ορισμένες διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες μνημονεύονται στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου (δηλαδή διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως κ.λ.π.), όρισε δε ότι οι διαφορές αυτές άγονται ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων με την άσκηση προσφυγής (παρ. 2 του ιδίου άρθρου), καθώς και με την άσκηση αγωγής περί αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου ή του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (παρ. 5). Κατ’ εξουσιοδότηση δε του άρθρου 8 παρ. 3 του ως άνω Ν. 702/1977 εξεδόθη το Π.Δ. 341/1978 (ΦΕΚ Α΄ 71), το οποίο, πλην άλλων, περιέχει ειδικές διατάξεις για την άσκηση της ανωτέρω αγωγής (άρθρα 24 και επ.). Περαιτέρω, το άρθρο 1 του Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ Α΄ 182) υπήγαγε στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν ήδη υπαχθεί σ’ αυτήν (παρ. 1), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (παρ. 2 περ. η΄). Το άρθρο δε 2 του ανωτέρω νόμου προέβλεψε ότι οι εν λόγω διαφορές άγονται ενώπιον των ως άνω δικαστηρίων με την άσκηση προσφυγής (παρ. 1), στις περιπτώσεις δε των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, και όπου αλλού το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ενέχονται σε αποζημίωση, με αγωγή (παρ. 2). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού νόμου για την άσκηση της αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις του ως άνω Π.Δ. 341/1978. 
3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται μεταξύ φορολογούσης αρχής και φορολογουμένου και αφορούν την επιστροφή φόρων κλπ., ο φορολογούμενος δύναται να ασκήσει ενώπιον του αρμοδίου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου αποκλειστικώς και μόνον το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 73 και επ. του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, όχι δε και το ένδικο βοήθημα της αγωγής, το οποίο προβλέπεται από το Ν. 702/1977 και το Ν. 1406/1983 για άλλες κατηγορίες διοικητικών διαφορών και ασκείται κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο Π.Δ. 341/1978 (βλ. Σ.τ.Ε. 1764/1994 και πρβλ. Σ.τ.Ε. 2336-7/1970). Ειδικότερα, με το Ν. 1406/1983 δεν επεκτάθηκε η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως και στις διαφορές που αφορούν την επιστροφή φόρων κλπ., αλλά απλώς μεταβιβάσθηκε στα διοικητικά δικαστήρια η δικαιοδοσία να κρίνουν διαφορές, η επίλυση των οποίων μπορούσε να επιδιωχθεί με το ένδικο βοήθημα της αγωγής αποζημιώσεως ήδη υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, πράγμα που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ίσχυε για τις διαφορές προς αποκατάσταση ζημίας από την καταβολή αχρεωστήτως φόρων κλπ.. Εξάλλου, ούτε με το άρθρο 19 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α΄ 230) επεκτάθηκε η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής στις ανωτέρω διαφορές, δεδομένου ότι το εν λόγω άρθρο δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, αλλά απλώς ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν τη σχέση αγωγής με την προσφυγή και άλλα ένδικα βοηθήματα στις περιπτώσεις που ήδη προβλέπεται από το νόμο η άσκηση αγωγής (βλ. Σ.τ.Ε. 1764/1994). Ότι η έννοια των ανωτέρω διατάξεων ήταν ότι για την αποκατάσταση της ζημίας από την καταβολή φόρου κλπ., χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση, ο νόμος επιτρέπει την επιδίωξη επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού μόνον με προσφυγή και όχι με αγωγή αποζημιώσεως, αποσαφηνίσθηκε και με τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του Ν. 2717/1999(ΦΕΚ Α΄ 97) νεότερο Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο άρθρο 71 παρ. 4 του οποίου ορίσθηκε, και ρητώς πλέον, ότι η «αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου». 
4. Επειδή, στην προκειμένη υπόθεση με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά την 473/1993 προδικαστική απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής : Ο αναιρεσίβλητος, αλλοδαπός υπήκοος, ο οποίος εργαζόταν στη Λισσαβώνα ως υπάλληλος της ολλανδικής αεροπορικής εταιρείας ΚLΜ με την ιδιότητα του μηχανικού αεροσκαφών, τοποθετήθηκε κατά το έτος 1987 στο υποκατάστημα της εν λόγω εταιρείας στην Αθήνα και ζήτησε, αρχικά από το Ελληνικό Προξενείο της Λισσαβώνας και στη συνέχεια από το Υπουργείο Οικονομικών, να λάβει πιστοποιητικό ότι μετέφερε τη συνήθη κατοικία του στην Ελλάδα για να απαλλαγεί από την καταβολή δασμών και λοιπών φόρων κατά την εισαγωγή των προσωπικών του ειδών στην Ελλάδα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες, όμως, χορήγησαν στον αναιρεσίβλητο πιστοποιητικό μεταφοράς της δευτερεύουσας κατοικίας του, με συνέπεια να υποχρεωθεί αυτός στις 10.2.1988 σε εκτελωνισμό του ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου του και σε καταβολή δασμών και λοιπών φόρων συνολικού ποσού 2.234.635 δραχμών. Κατόπιν τούτου ο αναιρεσίβλητος, με αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε στις 24.5.1989, ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Η αγωγή αυτή απερρίφθη με την πρωτόδικη απόφαση, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε δικαίωμα να εισαγάγει ατελώς το αυτοκίνητό του. Η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τελικώς δεκτή η ανωτέρω αγωγή. Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι νομίμως ασκήθηκε εν προκειμένω αγωγή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 1868/1989, απορρίπτοντας ισχυρισμό περί του αντιθέτου του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε ότι μη νομίμως ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε δασμούς και λοιπούς φόρους για τον εκτελωνισμό του αυτοκινήτου του και υπεχρέωσε το Δημόσιο να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των δρχ. 2.234.635 δρχ. προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την πληρωμή αχρεωστήτως ίσου ποσού για δασμούς και λοιπούς φόρους. Η κρίση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι νομίμως ο αναιρεσίβλητος επιδίωξε, με την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, την επιστροφή των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που κατέβαλε, χωρίς να υπάρχει, κατ’ αυτόν, σχετική υποχρέωση, δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη, για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την επιστροφή φόρων κλπ. μπορεί να ασκηθεί μόνον το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, υπό τους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, και όχι εκείνο της αγωγής αποζημιώσεως. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, που προβάλλεται παραδεκτώς, ως αναγόμενος στην αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου, και βασίμως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την εν λόγω απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση. 
Διά ταύτα 
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση. 
Αναιρεί την 3153/1994 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. 
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου. 
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε επτακόσια εξήντα (760) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2002 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Οκτωβρίου 2003. 
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος 

Γ. Ανεμογιάννης Ε. Κουμεντέρη