Αριθμός 3002/2010
ΣτΕ 3002/2010, Ολομ. Δεν είναι δημόσιος υπόλογος ο επιχειρηματικός φορέας που είναι τελικός δικαιούχος κοινοτικών επιχορηγήσεων ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΓΚΡΟΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΓΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΣ. ΣΟΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΤΟΥ 217 ΚΔΔ. ΠΑΡΑ/ΛΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ
Αριθμός Απόφασης:
3002/2010
Αριθμός 3002/2010
ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η απόφαση αυτή είναι σημαντικότατη διότι : α) έκρινε κατόπιν παραπομπής της 3434/08 (Δ΄τμ.) οτι η ανακοπή του 217 ΚΔΔ δεν αποτελεί παράλληλη προσφυγή για την αίτηση ακυρώσεως και άρα πρόστιμο ή χρηματική πράξη που δεν γεννά διαφορά ουσίας βάσεις ειδικής διάταξης νόμου, είναι a contrario ακυρωτική και προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης . Ορθότερη η θέση της μειοψηφίας διότι είναι προφανές ότι δεν εσκοπήθη από το νομοθέτη του ΚΔΔ τέτοιας φύσεως και εκτάσεως νομοθετική μεταβολή . Εξ΄άλλου σχεδόν κατά πάγια τακτική τα ΔΠ παραπέμπουν ανακοπές του 217 διότι τις θεωρούν , χάρη σε αυτή τη νομολογία ως αίτηση ακυρώσεως, ενώ στη πραγματικότητα θα έπρεπε δυνάμει του άρθρου 224 ΚΔΔ να κάνουν τα ίδια παρεμπίπτοντα έλεγχο του νόμιμου ακυρωτικού τίτλου και όχι να παραπέμπουν με αποτέλεσμα την αποφυγή εκδόσεως αποφάσεως και την συνεχιζόμενη επί χρόνια καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως) Η απόφαση όμως αυτή έχει σημαντικότητα διότι περαιτέρω κρίνει κατά πλειοψηφία ότι δεν είναι δημόσιος υπόλογος ο επιχειρηματικός φορέας που είναι τελικός δικαιούχος των προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης από κοινοτικές ενισχύσεις και συνεπώς δεν έχει αρμοδιότητα το ΕΣ.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαχειριστής των διατιθέμενων εθνικών ή κοινοτικών πόρων και δημόσιος υπόλογος ο επιχειρηματικός φορέας που είναι ο τελικός δικαιούχος των προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης που αναφέρονται στους τομείς βιομηχανίας, ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας, διότι δεν διαχειρίζεται τα εισπραττόμενα ποσά ως εθνικά ή κοινοτικά κονδύλια, αλλά προβαίνει σε διάθεση αυτών ως μέρος των ιδίων οικονομικών μέσων αυτού στα πλαίσια ασκήσεως της ενισχυόμενης οικονομικής δράσεώς του, οι δε πρόσθετοι όροι δεν είναι ικανοί καθ’ εαυτοί να του προσδώσουν ιδιότητα δημοσίου υπολόγου. Ως εκ τούτου, εάν χωρίσει σε βάρος του καταλογισμός, οι σχετικές καταλογίστηκες πράξεις υπόκεινται σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΕ, ΔΙΟΤΙ ΜΠΛΕΚΕΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΧΕΤΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΛΑΒΟΝΤΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΦΗ ΚΑΙ ΑΔΙΑΣΤΙΚΤΗ ΟΜΩΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 102 ΕΠ. ΤΟΥ ΚΔΛ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΣ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΛΑΒΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΕΦΟΣΟΝ Η ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 102 ΕΠ. ΤΟΥ ΚΔΛ, ΤΟΤΕ Ο ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΛΑΒΟΝΤΑ ΑΝΟΙΓΕΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΗ ΣΤΟ ΕΣ. ΑΥΤΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΣΥΜΦΩΝΗ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 98 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΠΡΟΔΗΛΑ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜ. ΤΟΥ ΣΤΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΛΕΟΝ , ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΤΗΣ ΠΑΓΙΑΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΑΕΔ.
Α.Γ.Προυσανίδης.
—————————————-
Αριθμός 3002/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Προδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου, που είχε κώλυμα, Ε. Γαλανού, Ν. Σκλίας, Δ. Πετρούλιας, Ν. Ρόζος, Α. Γκότσης, Ε. Σαρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Αναγνωστοπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Δ. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Π. Τσούκας, Ε. Σταυρουλάκη, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Β. Μανωλόπουλος.
Για να δικάσει την από 14 Ιουνίου 2005 αίτηση:
της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία “ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΜΑΡΜΑΡΟΥ”, που εδρεύει στη Βάρη Αττικής (Αθανασίου Διάκου 24), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Κων/νο Δρούγκα (Α.Μ. 16770), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Ανάπτυξης, ο οποίος παρέστη με τον Αν. Γραμματικό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 3434/2008 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 5663/870/22.3.2005 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από την Εισηγητή, Σύμβουλο Ε. Νίκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (ΦΕΚ Α΄ 214), του Συμβούλου Α. Γκότση, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την ανωτέρω υπόθεση, έλαβε μέρος αντ΄ αυτού στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως που εκδίκασε την ανωτέρω υπόθεση (βλ. Σ.τ.Ε. 3500/2009 Ολομ. και Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 248/2009).
2. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ΄ αριθμ. 860505 και 1139184/2005 ειδικά έντυπα παραβόλου).
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ΄ 5663/870/22.3.2005 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης, κατά το μέρος που με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε η έντοκη επιστροφή επιχορηγήσεως ύψους 157.508,3 ευρώ, που είχε καταβληθεί στην αιτούσα εταιρία, η οποία είχε ενταχθεί για χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων της στο Μέτρο 1 του Υποπρογράμματος 1 της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας ΜΜΕ (Δέσμη Επιχειρήσεων – Clusters) του Β΄ ΚΠΣ.
4. Επειδή, η αίτηση αυτή εισάγεται ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. β΄ του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 3434/2008 παραπεμπτικής αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος λόγω της μείζονος σημασίας των ζητημάτων που ανέκυψαν ως προς την φύση της επίδικης διαφοράς και την δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας προς εκδίκασή της.
5. Επειδή, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α΄ 84/17.4.2001), «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Περαιτέρω, το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) . . . γ) . . . δ). . .». Εξ άλλου, στο άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. Α΄ του Ψηφίσματος της 6.4.2001 ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό. β. . . . γ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α΄ έλεγχο. δ. . . . στ. Η εκδίκαση διαφορών σχετικά. . . με τον έλεγχο των λογαριασμών του εδαφίου γ΄. ζ. . . . 2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει. . . . 3. . . .».
6. Επειδή, βάσει των ως άνω διατάξεων, το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ειδική δικαιοδοσία εκδικάσεως ορισμένων μόνον κατηγοριών διοικητικών διαφορών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι διαφορές από τον κατασταλτικό έλεγχο «λογαριασμών» και ειδικότερα: α) οι διαφορές από τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων και β) οι διαφορές από τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των Ο.Τ.Α. και άλλων νομικών προσώπων, όχι μόνο δημοσίου δικαίου που διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα, αλλά και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου οιασδήποτε μορφής, εφ΄ όσον ο (προληπτικός) έλεγχος των δαπανών τους έχει υπαχθεί με ειδική διάταξη νόμου στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
7. Επειδή, ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 247) ορίζει στο όγδοο κεφάλαιο αυτού περί των δημοσίων υπολόγων και ειδικότερα στο άρθρο 54, όπως το άρθρο αυτό έχει μετά την κατάργηση του εδαφίου στ΄ της παρ. 2 αυτού με την παρ. 26 του άρθρου 20 του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ Α΄ 17), τα εξής: «1. Δημόσιος υπόλογος είναι όποιος διαχειρίζεται, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και οποιοσδήποτε άλλος θεωρείται από το νόμο δημόσιος υπόλογος. 2. Οι δημόσιοι υπόλογοι διακρίνονται σε: α) Υπολόγους ενταλμάτων προπληρωμής και προσωρινών β) Διαχειριστές παγίων προκαταβολών γ) Φοροτεχνικούς και τελωνειακούς υπολόγους δ) Ειδικούς ταμίες ε) Υπολόγους Ν.Π.Δ.Δ. και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. 3. Οι δημόσιοι υπόλογοι υπάγονται στον έλεγχο και εποπτεία: α) Του Υπουργού Οικονομικών. . . β) του οικείου Διατάκτη γ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι΄ αυτό. . .». Περαιτέρω, στο άρθρο 56 του ιδίου νόμου υπό τον τίτλο «Ελλείμματα και ευθύνες δημοσίων υπολόγων-Καταλογισμοί» ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Έλλειμμα δημοσίου υπολόγου είναι οποιαδήποτε έλλειψη χρημάτων, αξιών και υλικού που διαπιστώνεται με τη νόμιμη διαδικασία στη διαχείρισή του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση διαχειρίσεως που θεωρείται έλλειμμα από το νόμο. Ως έλλειμμα θεωρείται και κάθε πληρωμή που: α) Δεν ανάγεται στην αρμοδιότητα του υπολόγου. β) Έγινε χωρίς τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις δικαιολογητικά. γ) Αφορά δαπάνες για τις οποίες δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες εκ μέρους του υπολόγου. δ) Έχει γίνει αχρεωστήτως από υπαιτιότητα του υπολόγου. ε) Είναι άσχετη με το σκοπό της διαχειρίσεως. 2. Οποιοδήποτε έλλειμμα αναπληρώνεται από τον υπόλογο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, διαφορετικά αυτός απομακρύνεται από τη διαχείριση αμέσως και καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος που βεβαιώνεται, χωρίς αναβολή, ως δημόσιο έσοδο. . . 3. Το έλλειμμα που παρουσιάζουν οι δημόσιοι υπόλογοι, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, καταλογίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές. Σε κάθε περίπτωση καταλογίζεται επίσης από το Ελεγκτικό Συνέδριο το αργότερο εντός δέκα (10) ετών από της υποβολής σε αυτό των δικαιολογητικών απόδοσης λογαριασμού της διαχείρισής τους. 4. Στις περιπτώσεις πληρωμής μη νόμιμων δαπανών καταλογίζεται: α) στα υπηρεσιακά όργανα που εκ δόλου ή βαρείας αμέλειας έχουν εκδώσει παράνομες διοικητικές πράξεις ή έχουν συμπράξει στη μη τήρηση των νόμιμων διαδικασιών πραγματοποιήσεως της δαπάνης και β) στους λαβόντες, εφόσον υπέχουν ευθύνη για τη μη τήρηση των ανωτέρω διαδικασιών. Στους λαβόντες καταλογίζεται και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής. 5. . . . 6. Επί μη νόμιμων πληρωμών, καταλογίζεται εις ολόκληρον και στους λαβόντες, τα ποσά δε που καταβάλλονται στο Δημόσιο από τον καταλογισθέντα υπόλογο βεβαιώνονται υπέρ αυτού, με αίτησή του, σε βάρος του λαβόντος και εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 7. . . . 8. . . . 9. . . . 10. . . . 11. . . . 12. Οι καταλογιζόμενοι κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού μπορούν να προσβάλουν την καταλογιστική πράξη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι΄ αυτό. . .». Από τις διατάξεις αυτές του ν. 2362/1995, ερμηνευόμενες σε συμφωνία προς τις διατάξεις των άρθρων 94, 95 και 98 του Συντάγματος για την δικαιοδοσία επί των διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ΄ ενός, και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφ΄ ετέρου, προκύπτει ότι στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές που γεννώνται από καταλογιστικές πράξεις, οι οποίες εκδίδονται σε βάρος δημοσίων υπολόγων, συνυπευθύνων και λαβόντων, στα πλαίσια του προβλεπομένου από το άρθρο 98 παρ. 1 εδάφ. γ΄ του Συντάγματος ελέγχου των λογαριασμών δημοσίων υπολόγων για την τακτοποίηση υπάρχοντος ελλείμματος.
8. Επειδή, περαιτέρω, στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του ως άνω νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου και υπό τον τίτλο «Δοσοληψίες – Διαχείριση και έλεγχος κοινοτικών πόρων» και δη στο άρθρο 105 ορίζεται ότι «Οι διαχειριστές κοινοτικών πόρων θεωρούνται δημόσιοι υπόλογοι και υπόκεινται στις σχετικές διατάξεις περί δημοσίων υπολόγων του παρόντος νόμου».
9. Επειδή, εξ άλλου, στο ίδιο κεφάλαιο του ν. 2362/1995 και στο άρθρο 102 ορίζεται ότι: «Χρηματοδοτήσεις, ενισχύσεις ή επιδοτήσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και φορείς που καταβάλλονται στα πλαίσια κοινοτικών πολιτικών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναζητούνται από το Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως . . . Τα ποσά που αναζητούνται για την αιτία αυτή βεβαιώνονται ως έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού και εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. . .», στο δε άρθρο 104 ότι «Τα όργανα έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, ο τρόπος βεβαίωσης του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού και απόδοσης ή επιστροφής αυτού στους δικαιούχους, το έντοκο ή μη της επιστροφής του ποσού, το ποσοστό του επιτοκίου, η χρονική αφετηρία υπολογισμού των τόκων, η βάση υπολογισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εφόσον οι πληρωμές έγιναν σε συνάλλαγμα, οι απαιτούμενες διαδικασίες, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή για τα θέματα για τα οποία συντρέχει αρμοδιότητα και άλλων υπουργών, με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων καθ΄ ύλην υπουργών». Κατ΄ επίκληση της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 104 εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 2007892/461/27.5.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας και των Υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τίτλο «Ανάκτηση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια υλοποίησης κοινοτικών πολιτικών» (ΦΕΚ Β΄ 606) που ορίζει τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι «1. Μετά από τη διενέργεια ελέγχου εκ μέρους των κατά νόμο αρμοδίων οργάνων και εφόσον διαπιστώνεται αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και φορείς, χρηματικών ποσών από χρηματοδοτήσεις, ενισχύσεις ή επιδοτήσεις που καταβάλλονται στα πλαίσια κοινοτικών πολιτικών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συντάσσεται σχετική έκθεση ελέγχου. Απόσπασμα της έκθεσης ελέγχου με τα αποτελέσματα αυτού, κοινοποιείται στον ελεγχόμενο, από την υπηρεσία που διέταξε τον έλεγχο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Με το ίδιο έγγραφο καλείται ο ενδιαφερόμενος να λάβει γνώση της εκθέσεως και να διατυπώσει επ΄ αυτής εγγράφως και εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από της κοινοποίησης τις αντιρρήσεις του ή την αποδοχή του οπότε, εφόσον καταβάλλει, εντός δύο (2) μηνών, το σχετικό ποσό, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε επιβάρυνση. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η έκθεση ελέγχου μετά της δηλώσεως αποδοχής, συνιστούν το νόμιμο τίτλο βεβαιώσεως του χρέους. 2. Εάν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή οι αντιρρήσεις του ενδιαφερομένου κριθούν αβάσιμες, εκδίδεται πράξη καταλογισμού. Στην περίπτωση που οι αντιρρήσεις του ενδιαφερομένου κριθούν βάσιμες εν όλω, εκδίδεται σχετική πράξη με την έγκριση του αρμοδίου για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης οργάνου άλλως, διατάσσεται η διεξαγωγή, στα όρια των αντιρρήσεων που κρίθηκαν βάσιμες, συμπληρωματικού ελέγχου, ολοκληρουμένου εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών. Μετά από αυτά, εκδίδεται πράξη καταλογισμού εφόσον συντρέχει περίπτωση», στο άρθρο 3 ότι «Στην πράξη καταλογισμού πρέπει να αναφέρονται: . . . Η αιτία της επιστροφής του άνω ποσού με ειδικότερη αναφορά στην έκθεση ελέγχου. . .» και στο άρθρο 4 ότι «1. Η πράξη καταλογισμού κοινοποιείται στον υπόχρεο προς επιστροφή του αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντος με επίδοση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. . . . 2. Η πράξη καταλογισμού υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως, αρμόδια όργανα για τον καταλογισμό και την έκδοση της σχετικής καταλογιστικής πράξεως είναι: «1. Ο αρμόδιος Διατάκτης (Υπουργός, Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας, αρμόδιο όργανο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης), ή άλλο εξουσιοδοτημένο όργανο, για προγράμματα, πολιτικές ή δράσεις για τα οποία η εθνική συμμετοχή βαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τον Προϋπολογισμό της Περιφέρειας ή τον Προϋπολογισμό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. 2. Για προγράμματα, πολιτικές ή δράσεις που υλοποιούνται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή φυσικά πρόσωπα και για τις οποίες η εθνική συμμετοχή βαρύνει τα πρόσωπα αυτά, αρμόδια για καταλογισμό όργανα είναι: α) ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας όταν η κοινοτική χρηματοδότηση προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και το Ταμείο Συνοχής, β) ο Υπουργός Εργασίας όταν η κοινοτική χρηματοδότηση προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), γ) ο Υπουργός Γεωργίας όταν η κοινοτική χρηματοδότηση προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) – Τμήμα Προσανατολισμού και το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ), δ) ο Υπουργός Οικονομικών σε κάθε άλλη περίπτωση. 3. Οι Οικονομικοί Επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών ή οι οικονομικοί επιθεωρητές άλλων Υπουργείων που εξομοιώνονται μ΄ αυτούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οσάκις η αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή διαπιστώνεται κατά τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου στους φορείς που επιχορηγούνται από κοινοτικούς πόρους. 4. Οι Συντονιστές – Δημοσιονομικοί Ελεγκτές, στην περίπτωση διαπίστωσης της παράβασης των κανονισμών κατά τον διενεργούμενο απ΄ αυτούς επιτόπιο και ουσιαστικό έλεγχο δαπανών. 5. Ο Υπουργός Οικονομικών όταν η αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή διαπιστώνεται κατά τη διενέργεια ελέγχου που διενεργείται κατόπιν προτάσεως του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, η καταλογιστική πράξη εκδίδεται ύστερα από σχετική εισήγηση του Ειδικού Συντονιστικού Οργάνου Ελέγχου προς τον Υπουργό Οικονομικών, κατά τα οριζόμενα στο Π.Δ. 393/94».
10. Επειδή, το π.δ. 98/1996 «Όροι και διαδικασίες ανάθεσης σε ενδιάμεσους φορείς της εφαρμογής προγραμμάτων ή τμημάτων τους του Υπουργείου Ανάπτυξης, τα οποία αναφέρονται στους τομείς βιομηχανίας, ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας και αφορούν έργα του ιδιωτικού τομέα καθώς και της διαχείρισης των αντίστοιχων πόρων» (ΦΕΚ Α΄ 77) προβλέπει, στα άρθρα 2 έως 8 αυτού, ότι με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης δύναται να ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994, ή σε νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που αποκαλούνται «ενδιάμεσοι φορείς», η εφαρμογή προγραμμάτων ή τμημάτων τους, που αναφέρονται στους τομείς βιομηχανίας, ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας και αφορούν έργα του ιδιωτικού τομέα καθώς και η διαχείριση των αντιστοίχων πόρων, μετά από πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος και γνώμη αρμοδίας επιτροπής. Στο άρθρο 9 ορίζεται ότι «1. Ο ενδιάμεσος φορέας διαχειρίζεται τους εθνικούς και Κοινοτικούς πόρους που διατίθενται για την εφαρμογή του ανατεθέντος προγράμματος ή τμήματός του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η διαχείριση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους των σχετικών προγραμμάτων ή των τμημάτων τους. 2. Η διαχείριση των παραπάνω πόρων γίνεται υπό την άμεση εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης κατά τρόπο εξασφαλίζοντα τη διαφάνειά της. Η εποπτεία συνίσταται σε έλεγχο νομιμότητας των δαπανών, εξετάζεται δε ιδίως εάν αυτές προβλέπονται από το οικείο πρόγραμμα ή τμήμα του σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος. Ο ενδιάμεσος φορέας υποχρεούται να θέτει υπόψη των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης όλα τα στοιχεία της διαχείρισης. Οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης προκαταβολών και τμηματικών καταβολών καθώς και τα όργανα και η διαδικασία ελέγχου της διαχείρισης των καταβαλλομένων στον ενδιάμεσο φορέα ποσών γίνονται σύμφωνα με τις αποφάσεις των άρθρων 7 παρ. 4γ του Ν. 2244/1994, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2308/95, και 4 παρ. 3 του Ν. 1960/1991». Σχετικώς εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 17956/623/Φ.1.3/27.6.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης «Προϋποθέσεις και όροι χορήγησης προκαταβολών, όργανα και διαδικασία ελέγχου των έργων, όργανα και διαδικασία ελέγχου διαχειρίσεως των καταβαλλομένων ποσών και ρύθμιση λεπτομερειών, επί προγραμμάτων ή τμημάτων τους των οποίων η εφαρμογή και η διαχείριση των πόρων ανατίθεται σε ενδιάμεσους φορείς κατά το Π.Δ. 98/96» (ΦΕΚ Β΄ 599), στο άρθρο 4 της οποίας ορίζεται ότι «1. Μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την ολοκλήρωση του προγράμματος ή τμήματός του, του οποίου η εφαρμογή και η διαχείριση των πόρων έχει ανατεθεί στον ενδιάμεσο φορέα, ο τελευταίος υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης έκθεση απολογισμού διαχειρίσεως των διατεθέντων πόρων. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται από την παραπάνω υπηρεσία στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή της για την άσκηση επιτοπίου κατασταλτικού ελέγχου, σύμφωνα με τις διέπουσες τον έλεγχο αυτό διατάξεις, καθώς και στη αρμόδια Διεύθυνση 41η του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. 2. Υπεύθυνος και υπόλογος έναντι του Δημοσίου για την νομιμότητα των δικαιολογητικών των δαπανών, την καλή εκτέλεση των έργων από τους δικαιούχους καθώς και για κάθε παράνομη πληρωμή είναι ο ενδιάμεσος φορέας και επί παρανόμου πληρωμής και ο ανοικείως λαμβάνων». Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του π.δ. 98/1996 ρυθμίζονται τα ζητήματα καταβολής των δαπανών στους δικαιούχους και ελέγχου αυτών ως εξής: «1. Οι δαπάνες των έργων που καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του, ορίζονται στον προϋπολογισμό του έργου και στη σύμβαση του άρθρου 10 παρ. 6 (ήτοι την σύμβαση μεταξύ ενδιαμέσου φορέα και του ενδιαφερομένου του οποίου η πρόταση εγκρίθηκε). Οι δαπάνες αυτές καταβάλλονται στους δικαιούχους από τον ενδιάμεσο φορέα κατά το μέρος που καλύπτονται σύμφωνα με το πρόγραμμα ή το τμήμα του από τους κοινοτικούς ή και εθνικούς πόρους. Η καταβολή της δαπάνης γίνεται αφού ο ενδιάμεσος φορέας προβεί σε έλεγχο της καλής εκτέλεσης του έργου από το δικαιούχο και διαπιστώνει την εκτέλεσή του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. 2. Για το σύνολο των δαπανών του έργου, ο δικαιούχος τηρεί βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων όπως ισχύει. Όλα τα δικαιολογητικά και παραστατικά στοιχεία των δαπανών κάθε έργου τηρούνται από τους δικαιούχους σε ειδική μερίδα καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου και στη συνέχεια για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης και τίθενται στη διάθεση του ενδιάμεσου φορέα ή του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλων αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου ή των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Στο επόμενο άρθρο 12 του π.δ/τος καθορίζονται αναλυτικώς οι υποχρεώσεις του ενδιάμεσου φορέα ως ακολούθως: «1. Ο ενδιάμεσος φορέας υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης ανά εξάμηνο από την υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης, έκθεση διαχείρισης των διατεθέντων πόρων που συνοδεύεται για κάθε πληρωμή από τη βεβαίωση της καλής εκτέλεσης του χρηματοδοτούμενου έργου σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. 2. Αν από ελέγχους του ενδιάμεσου φορέα ή του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλων αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου ή των οργάνων των Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώνεται ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του και έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 102 έως και 105 του Ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α΄ 247). 3. . . .».
12. Επειδή, από τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 98/1996 και της υπ΄ αριθμ. 17956/623/Φ.1.3/27.6.1996 κοινής υπουργικής αποφάσεως, καθώς και τη νομοθεσία, στην οποία αυτές παραπέμπουν, προκύπτει ότι, κατά την εφαρμογή προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης που αναφέρονται στους τομείς βιομηχανίας, ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας και αφορούν έργα του ιδιωτικού τομέα, διαχειριστής των διατιθεμένων εθνικών και κοινοτικών πόρων και υπόλογος έναντι του Δημοσίου για την σύννομη διαχείριση αυτών είναι ο ενδιάμεσος φορέας, ο οποίος και υποχρεούται στην υποβολή εκθέσεως απολογισμού περί της διαχειρίσεως των διατεθέντων πόρων στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την ολοκλήρωση του προγράμματος ή τμήματός του, η οποία έκθεση διαβιβάζεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την άσκηση κατασταλτικού ελέγχου, σύμφωνα με τις διέπουσες τον έλεγχο αυτό διατάξεις. Αντιθέτως, δεν μπορεί, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, να θεωρηθεί ως διαχειριστής των διατιθεμένων εθνικών ή κοινοτικών πόρων και δημόσιος υπόλογος ο επιχειρηματικός φορέας που είναι ο τελικός δικαιούχος των προαναφερθέντων προγραμμάτων και τούτο διότι ο εν λόγω τελικός δικαιούχος δεν διαχειρίζεται τα εισπραττόμενα ποσά ως εθνικά ή κοινοτικά κονδύλια, αλλά προβαίνει, βάσει του επιχειρηματικού του σχεδιασμού, σε διάθεση αυτών ως μέρος, πλέον, των ιδίων οικονομικών μέσων αυτού στα πλαίσια ασκήσεως της ενισχυόμενης οικονομικής δράσεώς του, οι δε πρόσθετοι όροι –υπό τους οποίους τίθενται στην διάθεσή του τα εθνικά και κοινοτικά κονδύλια προς ενίσχυση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και τους οποίους αποδέχεται προκειμένου να επιτύχει την απόληψη τούτων- δεν είναι ικανοί καθ΄ εαυτοί να προσδώσουν στον τελικό δικαιούχο την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου. Ως εκ τούτου, εάν κατά την διενέργεια ελέγχου είτε από τον ενδιάμεσο φορέα και το εποπτεύον Υπουργείο Ανάπτυξης είτε από άλλα αρμόδια όργανα του Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως διαπιστωθεί ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο τελικός δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του και έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως και, κατ΄ ακολουθίαν, χωρίσει σε βάρος του καταλογισμός, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 104 του ν. 2362/1995 και τις κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις δεν αποτελούν πράξεις ελέγχου λογαριασμών δημοσίου υπολόγου και δεν ανήκουν στην δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο κατά το άρθρο 98 παρ. 1 εδάφ. γ΄ του Συντάγματος έχει ειδική δικαιοδοσία επί διαφορών που γεννώνται από καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος δημοσίων υπολόγων, ενδεχομένως δε και κατά συνυπευθύνων και λαβόντων, στα πλαίσια όμως και μόνο του προβλεπομένου από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη ελέγχου των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων. Οι πράξεις αυτές, ως εκτελεστές πράξεις διοικητικών αρχών, υπόκεινται κατά το Σύνταγμα σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ΄ όσον στο νόμο δεν προβλέπεται κατ΄ αυτών άλλο ένδικο βοήθημα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Σκλίας, Δ. Πετρούλιας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Ποταμιάς, Ιω. Ζόμπολας και Φ. Ντζίμας, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής άποψη: Σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 6, στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται, κατά το Σύνταγμα, οι διαφορές που προκύπτουν από τον έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, δημόσιοι δε υπόλογοι είναι όσοι διαχειρίζονται δημόσια περιουσία (χρήματα, αξίες ή υλικά) καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο θεωρείται από το νόμο δημόσιος υπόλογος (πρβλ. και Σ.τ.Ε. 2176/2002 Ολομ., σκ. 3). Εν προκειμένω, όσον αφορά ειδικώς τη διαχείριση κοινοτικών πόρων, που διατίθενται για την εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων, το άρθρο 105 του Ν. 2362/1995 ρητώς ορίζει ότι «Οι διαχειριστές κοινοτικών πόρων θεωρούνται δημόσιοι υπόλογοι και υπόκεινται στις σχετικές διατάξεις περί δημοσίων υπολόγων του παρόντος νόμου». Δεδομένου δε ότι η διάταξη αυτή δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των προσώπων που διαχειρίζονται κοινοτικούς πόρους (είτε πρόκειται για πρόσωπα που εγκρίνουν την διάθεση των πόρων και ελέγχουν την εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, είτε πρόκειται για τους φορείς εκτέλεσης των σχεδίων, δηλαδή τους τελικούς δικαιούχους των, προοριζόμενων για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου σκοπού, κοινοτικών πόρων), υπόλογοι, υποκείμενοι στις σχετικές περί δημοσίων υπολόγων διατάξεις του Ν. 2362/1995, θεωρούνται, ως διαχειριστές κοινοτικών πόρων, όχι μόνον οι δημόσιοι και λοιποί ενδιάμεσοι φορείς, οι οποίοι διαχειρίζονται κοινοτικούς πόρους, προκειμένου να τους διαθέσουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), στο οποία ανατίθεται η εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων με κοινοτικούς πόρους προγραμμάτων, αλλά και τα τελευταία αυτά πρόσωπα, τα οποία επίσης διαχειρίζονται τους προοριζόμενους για την εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών κοινοτικούς πόρους. Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή οι φορείς υλοποίησης των προγραμμάτων, που αποτελούν τους τελικούς δικαιούχους των κοινοτικών πόρων για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων σχεδίων, είναι τα πρόσωπα τα οποία, κατ΄ εξοχήν, διαχειρίζονται τους κοινοτικούς πόρους, διενεργώντας τις αναγκαίες («επιλέξιμες») δαπάνες για την εκτέλεση των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και τα οποία βεβαίως αφορούν οι διατάξεις και των άρθρων 101 έως 105 του ανωτέρω νόμου. Άλλωστε και η, κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 104 του Ν. 2362/1995 εκδοθείσα κοινή υπουργική απόφαση 2007892/461/1998, με αντικείμενο την «Ανάκληση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια υλοποίησης κοινοτικών πολιτικών», δεν κάνει καμία επίσης διάκριση μεταξύ των διαχειριζόμενων κοινοτικούς πόρους (βλ. άρθρο 1 παρ. 1), προβλέποντας ρητώς στο άρθρο 2 παρ. 3 τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου στους φορείς που επιχορηγούνται από κοινοτικούς πόρους. Το δε π.δ. 98/1996, του οποίου οι διατάξεις είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, ρητώς προβλέπει στο άρθρο 11 παρ. 2 και την απόδοση λογαριασμού εκ μέρους του τελικού δικαιούχου για τη διάθεση των εθνικών και κοινοτικών πόρων, ορίζοντας ότι για το σύνολο των δαπανών του έργου ο δικαιούχος τηρεί τα βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και ότι «όλα τα δικαιολογητικά και παραστατικά στοιχεία των δαπανών κάθε έργου τηρούνται από τους δικαιούχους σε ειδική μερίδα καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου και στη συνέχεια για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης και τίθενται στη διάθεση του ενδιάμεσου φορέα ή του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλων αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου ή των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Μάλιστα, στο άρθρο 12 παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος προβλέπεται ότι, αν από ελέγχους του ενδιάμεσου φορέα ή του Υπουργείου Ανάπτυξης ή άλλων αρμόδιων οργάνων του Δημοσίου ή οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώνεται ότι δαπάνες που πραγματοποίησε ο δικαιούχος δεν είναι νόμιμες ή δεν καλύπτονται από το πρόγραμμα ή το τμήμα του και έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως «εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 102 έως 105 του Ν. 2362/1995». Δηλαδή, και ο τελικός δικαιούχος κοινοτικών πόρων, με σκοπό την εκτέλεση χρηματοδοτούμενου προγράμματος, με τη διάταξη αυτή θεωρείται, κατά ρητή παραπομπή στο άρθρο 105 του εν λόγω νόμου και σε αρμονία με τις προαναφερόμενες διατάξεις, δημόσιος υπόλογος. Επίσης, δημόσιος υπόλογος χαρακτηρίζεται ο τελικός δικαιούχος των κοινοτικών πόρων, εξομοιούμενος, από την εξεταζόμενη άποψη, με τον ενδιάμεσο φορέα, και στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 της κοινής υπουργικής απόφασης 17956/623/Φ.1.3/1996, η οποία ρητώς ορίζει ότι «Υπεύθυνος και υπόλογος έναντι του Δημοσίου για τη νομιμότητα των δικαιολογητικών των δαπανών, την καλή εκτέλεση των έργων από τους δικαιούχους καθώς και για κάθε παράνομη πληρωμή είναι ο ενδιάμεσος φορέας και επί παρανόμου πληρωμής και ο ανοικείως λαμβάνων». Κατά συνέπεια, οι πράξεις καταλογισμού των ποσών επιχορήγησης σε βάρος όχι μόνον του ενδιάμεσου φορέα, που αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, αλλά και του τελικού δικαιούχου, φορέα εκτέλεσης χρηματοδοτούμενου προγράμματος, ως αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων λόγω μη σύννομης διαχείρισης αυτών, συνιστούν πράξεις ελέγχου λογαριασμών δημοσίων υπολόγων, υποκείμενες, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαστικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. και Σ.τ.Ε. 2176/2002 Ολομ., με την οποία ομοφώνως κρίθηκε ότι δήμος, ως φορέας εκτέλεσης προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων εν μέρει από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, δηλαδή ως τελικός δικαιούχος και όχι ως ενδιάμεσος φορέας, αποτελεί διαχειριστή κοινοτικών πόρων και ως εκ τούτου θεωρείται, κατά το άρθρο 105 του Ν. 2362/1995, δημόσιος υπόλογος, με συνέπεια οι σχετικές εις βάρος του καταλογιστικές πράξεις, λόγω μη νόμιμης διαχείρισης, να υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου). Δεν θα ήταν πάντως και νοητή η διάσπαση της δικαιοδοσίας, κατά την εκδίκαση των παραπάνω διαφορών από τον έλεγχο λογαριασμών, που μπορεί να αφορούν μάλιστα στην ίδια υπόθεση, με συνέπεια κατά των πράξεων καταλογισμού σε βάρος του ενδιάμεσου φορέα και του τελικού δικαιούχου, ο μεν ενδιάμεσος φορέας να πρέπει, για την παροχή προδικαστικής προστασίας, να προσφύγει, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο δε τελικός δικαιούχος στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Άλλωστε, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ν. 2362/1995, που διέπουν τους καταλογισμούς για μη νόμιμες δαπάνες και ελλείμματα δημοσίων υπολόγων, οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις σε βάρος όχι μόνον των δημοσίων υπολόγων, αλλά και κατά των λαβόντων αχρεωστήτως ή παρανόμως, υπάγονται ενιαίως στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρα 33 παρ. 1 και 2 και 56 παρ. 4, 6 και 12 του ν. 2362/1995).
13. Επειδή, στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου, με την υπ΄ αριθμ. 37133/484/8.10.1997 απόφαση της Υφυπουργού Ανάπτυξης, εκδοθείσα κατ΄ επίκληση, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του π.δ. 98/1996, όπως η εν λόγω απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ΄ αριθμ. 42930/682/1.12.1997 απόφαση της ιδίας Υφυπουργού, εγκρίθηκε η ένταξη και χρηματοδότηση της επενδυτικής προτάσεως του αιτούντος Δικτύου επιχειρήσεων, που αποτελείται από οκτώ (8) συμμετέχουσες επιχειρήσεις, στο Μέτρο 1, του Υποπρογράμματος 1 του Επιχειρησιακού Προγράμματος της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας ΜΜΕ (Δέσμη Επιχειρήσεων – Clusters) (με συνδρομή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου). Το αντικείμενο της εγκριθείσης προς ένταξη προτάσεώς του συνίστατο «στη σύναψη επιχειρηματικών συνεργασιών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στη συντονισμένη αξιοποίηση της άυλης και υλικής υποδομής των μελών του δικτύου, την επίτευξη εξωτερικών οικονομικών και οικονομιών φάσματος, την υποκατάσταση των εισαγωγών, την παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων», η δε εγκριθείσα σχετικώς δαπάνη ανήλθε τελικώς στο ποσό των 750.000.000 δραχμών, στην κάλυψη της οποίας μετέσχε το αιτούν σε ποσοστό 30% για τις άυλες δαπάνες και 50% για τις δαπάνες προμήθειας εξοπλισμού. Με την ίδια ως άνω απόφαση (άρθρο 2) καθορίσθηκε για την Περιφέρεια Αττικής και Β. και Ν. Αιγαίου ως Ενδιάμεσος Φορέας Διαχείρισης, ο οποίος θα παρακολουθούσε την υλοποίηση του σχεδίου δράσης, η «Διαχειριστική Προγραμμάτων Ανάπτυξης ΜΜΕ Αττικής & Νήσων Αιγαίου», μεταξύ της οποίας και του αιτούντος Δικτύου υπεγράφη στις 23.2.1998 η σχετική σύμβαση επιχορήγησης για την υλοποίηση του έργου του Δικτύου. Σύμφωνα με την σύμβαση αυτή ο Ενδιάμεσος Φορέας αναλαμβάνει την χρηματοδότηση μέχρι του 70% του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του έργου για την κατηγορία «Άυλες Επενδύσεις» και την χρηματοδότηση μέχρι του 50% του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του έργου για την κατηγορία «Εξοπλισμός» (άρθρο 3.2.). Η χρηματοδότηση αυτή θα γίνει με τη χρησιμοποίηση πόρων του Επιχειρησιακού Προγράμματος Κοινοτική Πρωτοβουλία ΜΜΕ που θα διατίθενται στον ενδιάμεσο φορέα μέσω του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 3.3.), οι δε καταβολές της δημόσιας χρηματοδότησης προς τον φορέα υλοποίησης, δηλαδή το αιτούν Δίκτυο, γίνονται αφού ολοκληρωθούν οι προϋποθέσεις καταβολής αυτών, όπως ειδικότερα αυτές καθορίζονται στη σύμβαση και τον συνοδεύοντα αυτήν Οδηγό Εφαρμογής (άρθρο 4.2.). Η παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης του έργου γίνεται με την υποβολή Αναλυτικών Εκθέσεων Προόδου (ΑΕΠ), οι οποίες υποβάλλονται από τον Φορέα Υλοποίησης στον Ενδιάμεσο Φορέα ανά εξάμηνο (άρθρο 6.1). Με το υπ΄ αριθμ. 12099/702/20.6.2000 έγγραφο του Γενικού Διευθυντού της ΙΙ Γενικής Διευθύνσεως της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης γνωστοποιήθηκε στον Ενδιάμεσο Φορέα ότι κατόπιν των γενομένων ελέγχων μπορεί να προχωρήσει στην παραλαβή του έργου του Πανελλαδικού Δικτύου Μαρμάρου. Εξ άλλου, με την υπ΄ αριθμ. 40651/ΚΠΣ 378/30.11.2000 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας αποφασίσθηκε α) η αποδοχή «πιστοποιηθείσας επιχορήγησης» του αιτούντος δικτύου ύψους 488.119.899 δραχμών και β) η καταβολή της τελευταίας δόσεως της επιχορηγήσεως ύψους 70.999.899 δραχμών, δαπάνες, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην ίδια την απόφαση, εβάρυναν «τις πιστώσεις του Π.Δ.Ε. 2000, έργο 9719513 «Ενίσχυση ΜΜΕ του ΚΠΣ 1994-1999, της ΣΑΕ 019/2, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία». Όμως, μεταγενεστέρως, το έτος 2002, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών διενήργησε ελέγχους σε επιχειρήσεις που είχαν ενταχθεί σε επενδυτικά προγράμματα προκειμένου να ελεγχθούν τα φορολογικά στοιχεία τους ως προς το νόμιμο της εκδόσεώς τους. Σχετικά με το Πανελλαδικό Δίκτυο Μαρμάρου, το ΣΔΟΕ διεπίστωσε ότι οι επιχειρήσεις-μέλη του και το ίδιο το δίκτυο απεδέχθησαν και κατεχώρησαν στα λογιστικά τους βιβλία και, ακολούθως, κατέθεσαν για την είσπραξη επιχορηγήσεως εικονικά φορολογικά στοιχεία (αναφερόμενα σε ανύπαρκτες εν όλω ή εν μέρει συναλλαγές) συνολικού ύψους 87.224.775 δραχμών και βάσει αυτών τους κατεβλήθησαν επιδοτήσεις ύψους 90.474.001 δραχμών. Εν όψει των αποτελεσμάτων αυτών του ελέγχου του ΣΔΟΕ, τα οποία διεβιβάσθησαν στην Διεύθυνση ΜΜΕ του Υπουργείου Ανάπτυξης, και αφού εκλήθησαν η αιτούσα εταιρία και τα μέλη της να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με το θέμα, ο Υπουργός Ανάπτυξης διέταξε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, την μερική επιστροφή της επιχορηγήσεως που είχε καταβληθεί στο αιτούν Δίκτυο για χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου του και συγκεκριμένα την επιστροφή ποσού ύψους 157.508,3 ευρώ, προσαυξημένου κατά το ποσό των νομίμων τόκων από την ημερομηνία καταβολή της β΄ δόσεως (αποπληρωμής) της επιχορηγήσεως.
14. Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το αιτούν Δίκτυο επιχορηγήθηκε με κοινοτικά κονδύλια για την υλοποίηση ενός προταθέντος από το ίδιο σχεδίου επιχειρηματικής δράσης, ήταν δηλαδή ο επιχειρηματικός φορέας που αποτελούσε τον τελικό δικαιούχο της κοινοτικής επιχορηγήσεως, ενώ ενδιάμεσος φορέας που κατέβαλε την επιχορήγηση και επέβλεπε την υλοποίηση του σχεδίου δράσης ήταν η «Διαχειριστική Προγραμμάτων Ανάπτυξης ΜΜΕ Αττικής & Νήσων Αιγαίου», η οποία, ως εκ τούτου, ήταν εν προκειμένω ο υπόλογος έναντι του Δημοσίου κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 12 της παρούσας. Συνεπώς, η προσβαλλομένη πράξη, με την οποία καταλογίσθηκαν σε βάρος του αιτούντος Δικτύου ως τελικού δικαιούχου τα αχρεωστήτως καταβληθέντα κοινοτικά κονδύλια, μη εκδοθείσα στα πλαίσια κατασταλτικού ελέγχου δημοσίου υπολόγου υπόκειται, κατ΄ αρχήν, ως εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όμως, κατά την γνώμη των Συμβούλων Ν. Σκλία, Δ. Πετρούλια, Ν. Μαρκουλάκη, Γ. Ποταμιά, Ιω. Ζόμπολα και Φ. Ντζίμα και σύμφωνα με όσα υπεστήριξαν στη σκέψη 12, η προσβολή με την υπό κρίση αίτηση της καταλογιστικής αυτής πράξεως δημιουργεί διαφορά η εκδίκαση της οποίας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά υπάγεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Και τούτο διότι το αιτούν Δίκτυο, ως τελικός δικαιούχος και κατά συνεκδοχή διαχειριστής κοινοτικών πόρων κατά την εκτέλεση του ανωτέρω, επιχορηγούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδίου επιχειρηματικής δράσης θεωρείται, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 105 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2 του π.δ. 98/1996 και 4 παρ. 2 της κοινής υπουργικής απόφασης 17956/623/Φ.13/1996, δημόσιος υπόλογος και ως εκ τούτου η προβαλλόμενη καταλογιστική πράξη αποτελεί πράξη ελέγχου λογαριασμού δημοσίου υπολόγου, που κατά τα εκτεθέντα υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο του Ελεγκτικού Σχεδίου (πρβλ. και Σ.τ.Ε. 2176/2002 Ολομ., σκ. 1, 5, 6 και 7).
15. Επειδή, εξ άλλου, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), κυρωθείς με το ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ Α΄ 90), ορίζει στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 ότι «Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων . . . ενεργείται. . . δυνάμει νομίμου τίτλου» και στην παράγραφο 2 του αυτού άρθρου ότι «Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι΄ ην οφείλεται. β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυομένη οφειλή. γ) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών πιθανολογουμένη κατά την έννοιαν του άρθρου 347 Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας ως προς την ύπαρξιν και το ποσόν αυτής οφειλή». Περαιτέρω, με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, τιτλοφορούμενο «Ανακοπαί υπό του οφειλέτου», προεβλέποντο τα εξής: «1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) . . . και γ) κατά του νομίμου τίτλου . . . Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ΄ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφ΄ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθεί εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας κατά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται . . . δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: . . . 3. . . .». Εν όψει της ως άνω διατάξεως είχε κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 105/1991 Ολομ., 86/1991 Ολομ. κ.ά.) ότι, όταν η συνιστώσα νόμιμο τίτλο, υπό την έννοια του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2 περίπτωση α΄ του Κ.Ε.Δ.Ε., διοικητική πράξη δεν κατέλειπε, πλην του προσδιορισμού του εισπρακτέου ποσού, άλλες συνέπειες, διοικητικής φύσεως, ειδικώς προβλεπόμενες στο διοικητικό νόμο, η άσκηση, κατά της πράξεως αυτής, της ανακοπής που προβλεπόταν ρητώς στο άρθρο 73 παράγραφος 1 περίπτωση γ΄ του Κ.Ε.Δ.Ε. παρείχε ισοδύναμη με την αίτηση ακυρώσεως δικαστική προστασία και συνιστούσε, ως εκ τούτου, παράλληλη προσφυγή, κωλύουσα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α΄ 8), την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της ανωτέρω πράξεως. Όμως, ήδη το άρθρο 217 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζει, υπό τον τίτλο «Προσβαλλόμενες πράξεις», τα εξής: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης. 2. . . . 3. . . .», στο δε άρθρο 224, τιτλοφορούμενο «Εξουσία του δικαστηρίου», προβλέπονται τα εξής: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. Κατ΄ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος κατά το νόμο και τα πράγματα του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφ΄ όσον δεν προβλέπεται κατ΄ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. . . .». Τέλος, στο άρθρο 225 του Κώδικα προβλέπεται ότι «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής», ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 285 ορίζεται ότι «από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν», πλην ορισμένων, απαριθμουμένων στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου διατάξεων. Η ως άνω, μεταγενέστερη του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, διάταξη του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία, όπως ευθέως συνάγεται από τον τίτλο και το γράμμα της, αλλά και από την οικεία εισηγητική έκθεση, σκοπεί στην εξαντλητική ρύθμιση του σχετικού ζητήματος, δεν προβλέπει πλέον την δυνατότητα ασκήσεως, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ανακοπής κατά των μονομερών εκτελεστών πράξεων της Διοικήσεως που συνιστούν νόμιμο τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2 περίπτωση α΄ του Κ.Ε.Δ.Ε. Κατά συνέπεια, από της θέσεως σε ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και εφεξής (και υπό την προϋπόθεση ότι κατά των πράξεων αυτών δεν προβλέπεται στο νόμο η άσκηση άλλου ενδίκου βοηθήματος, εκ της ασκήσεως του οποίου θα εγεννάτο διοικητική διαφορά ουσίας), οι εν λόγω πράξεις δεν υπόκεινται πλέον σε ένδικο βοήθημα, ικανό να παράσχει ισοδύναμη προς την αίτηση ακυρώσεως δικαστική προστασία και, ως εκ τούτου, παραδεκτώς, από της απόψεως αυτής, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Σκλίας, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Α. Ντέμσιας και Φ. Ντζίμας, οι οποίοι διετύπωσαν την γνώμη ότι κατά την έννοια των προαπρατεθεισών διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η ανακοπή κατά του νομίμου τίτλου, η οποία αποτελεί παράλληλη προσφυγή, που κωλύει την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της αυτής πράξεως, όταν δεν καταλείπονται άλλες, διοικητικής φύσεως, συνέπειες, εξακολουθεί να προβλέπεται ως ένδικο βοήθημα, δοθέντος ότι με την εισαγωγή του εν λόγω Κώδικα δεν εσκοπήθη τέτοιας φύσεως και εκτάσεως νομοθετική μεταβολή, η οποία θα είχε ως συνέπεια την εκδίκαση εφεξής υποθέσεων αρμοδιότητας του διοικητικού πρωτοδικείου από το Συμβούλιο της Επικρατείας. άλλωστε, κατά την αυτή γνώμη, τέτοια βούληση δεν προκύπτει ούτε από την αιτιολογική έκθεση.
16. Επειδή, όπως προεξετέθη, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 102 του ν. 2362/1995, τα ποσά από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως ή παρανόμως και αναζητούνται για την αιτία αυτή, βεβαιώνονται ως έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Συνεπώς, οι πράξεις με τις οποίες, όπως η προσβαλλομένη, καταλογίζονται τα ως άνω ποσά σε βάρος τελικών δικαιούχων συνιστούν νόμιμο τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 περ. α΄ του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, από τη θέσεως δε σε ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (17.7.1999) και εφεξής (και υπό την προϋπόθεση ότι κατά των πράξεων αυτών δεν προβλέπεται στο νόμο η άσκηση άλλου ενδίκου βοηθήματος, εκ της ασκήσεως του οποίου θα εγεννάτο διοικητική διαφορά ουσίας), δεν υπόκεινται πλέον στο ένδικο βοήθημα της ανακοπής, που προβλεπόταν ρητώς στο άρθρο 73 παράγραφος 1 περίπτωση γ΄ του Κ.Ε.Δ.Ε. και η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι συνιστά ένδικο βοήθημα ικανό να παράσχει ισοδύναμη προς την αίτηση ακυρώσεως δικαστική προστασία και, συνεπώς, παράλληλη έναντι εκείνης προσφυγή. Εν όψει των ανωτέρω, η προσβαλλομένη πράξη, η οποία εκδόθηκε μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν υπόκειται σε ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η πράξη αυτή ούτε σε άλλο ένδικο βοήθημα ουσίας υπόκειται, παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με αίτηση ακυρώσεως. Αν και κατά τη γνώμη που μειοψήφησε, το υπό κρίση ένδικο βοήθημα θα έπρεπε να παραπεμφθεί στο κατά τόπο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο, κατά το άρθρο 34 του ν. 1968/1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), προκειμένου να εκδικασθεί ως ανακοπή στρεφομένη κατά του νομίμου τίτλου.
17. Επειδή, μετά την επίλυση ως ανωτέρω, των παραπεμφθέντων ζητημάτων, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Δ΄ Τμήμα για την περαιτέρω εκδίκασή της.
Διά ταύτα
Επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα και αναπέμπει την υπόθεση στο Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το αιτιολογικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Ο Γραμματέας
