ΣτΕ 3015/2010, Α΄τμ., ΙΚΑ- είναι τυπική παράβαση η μη καταχώρηση απο τον εργοδότη των νεοπροσληφθέντων στο ειδικό βιβλίο και συνεπώς το πρόστιμο επιβάλλεται χωρίς να εξετάζεται η υπαιτιότητα του εργοδότη.

ΣΤΕ

Αριθμός 3015/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2010, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Αναπληρωτής Πρόεδρος, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Α. Καλογερο-πούλου, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Χρ. Σιταρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Ιωαννίδου.
Για να δικάσει την από 14 Ιανουαρίου 2005 αίτηση:
του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο παρέστη με τον Αντ. Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «CITIBANK N.A.», που εδρεύει στην Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. και λειτουργεί στην Αθήνα (Όθωνος 8), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Γ. Δαούτη (Α.Μ. 1764), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 856/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. Καλογεροπούλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για τη άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 28 παρ.4 ν.2579/1998 31 Α΄) καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 856/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ΙΚΑ κατά της 57/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρωθεί η 720/Συν.86/16-9-1999 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Νέου Κόσμου, απορριπτικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης κατά της 139/18-5-1999 πράξεως επιβολής προστίμου ακαταχώριστων εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ) του ως άνω Yποκαταστήματος του ΙΚΑ, ύψους 51.768,16 ευρώ.
3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων της περιπτώσεως στ` της παρ. 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, Α΄ 179, (περίπτωση που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997, Α΄ 270), των διατάξεων των παρ. 2 και 4 της Φ. 21/762/30.3.1998 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 313), με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 5 του άρθρου 26 και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 120 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/Ι. 479/18.11.1965, Β΄ 816), καθώς και των διατάξεων της παρ. 4 της Φ.21/500/26.3.1998 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 313), που σκοπό έχουν (βλ. την εισηγητική έκθεση του ν. 2556/1997) την προστασία των εργαζομένων αλλά και των εργοδοτών από αβάσιμες καταγγελίες και την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, συνάγεται ότι οι εργοδότες, αμέσως μόλις προσλάβουν μισθωτούς και προτού οι τελευταίοι αναλάβουν εργασία, έχουν υποχρέωση να τους καταχωρίζουν στο προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ειδικό έντυπο. Αν οι εργοδότες παραβούν την υποχρέωσή τους αυτή, αν δηλαδή δεν καταχωρίσουν τους νεοπροσλαμβανόμενους μισθωτούς ή δεν τους καταχωρίσουν στο χρονικό σημείο που επιβάλλουν οι πιο πάνω διατάξεις ή αρνηθούν να επιδείξουν στα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α., όταν τους ζητηθεί, το ειδικό έντυπο καταχώρισης νεοπροσλαμβα-νόμενων μισθωτών, επιβάλλεται σε βάρος τους πρόστιμο, το ύψος του οποίου προβλέπεται στην κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου εκδοθείσα Φ21/500/1998 υπουργική απόφαση. Εν όψει του ανωτέρω σκοπού δημοσίου συμφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπουν οι πιο πάνω διατάξεις, το πρόστιμο επιβάλλεται ευθέως ως διαπιστωθούν οι πιο πάνω τυπικές παραβάσεις και ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του υπόχρεου εργοδότη (Σ.τ.Ε. 216/2010, 669/2008, 956/2009, κ.ά.).
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής : Κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησαν υπάλληλοι του υποκαταστήματος ΙΚΑ Νέου Κόσμου στις 13-5-1999 στα στοιχεία που τηρούνται στο ΙΚΑ για την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία διαπιστώθηκε ότι η εταιρία αυτή είχε προσλάβει μετά την 1-4-1998 στην επιχείρησή της (υποκατάστημα Λεωφ. Συγγρού αριθμ. 54) εξήντα οκτώ (68) νέους μισθωτούς, χωρίς να τους καταχωρίσει στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού, το οποίο προμηθεύ-τηκε κατόπιν αιτήσεώς της το πρώτον στις 7-5-1999. Τα στοιχεία των μισθωτών περιήλθαν στο υποκατάστημα ΙΚΑ Νέου Κόσμου από το υποκατάστημα ΙΚΑ Πλατείας Συντάγματος. Σύμφωνα δε με το από 21-1-1999 Δελτίο Ελέγχου Εργοδότη του υποκαταστήματος ΙΚΑ Νέου Κόσμου, από έρευνα στον φάκελο της εργοδότριας τράπεζας προέκυψε ότι αυτή ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της σχετικά με την ασφάλιση των εν λόγω εργαζομένων, αφού νόμιμα και εμπρόθεσμα είχε υποβάλει στο ΙΚΑ τις σχετικές μισθολογικές καταστάσεις και είχε εξοφλήσει τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές. Ενόψει όμως της καθυστερημένης προμήθειας του Ειδικού Βιβλίου και της συνακόλουθης μη καταχώρισης σε αυτό των προαναφερόμενων 68 νεοπροσληφθέντων μισθωτών, εκδόθηκε από το υποκατάστημα ΙΚΑ Νέου Κόσμου η 139/18-5-1999 Πράξη Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ), με την οποία καταλογίσθηκαν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα 68 πρόστιμα ύψους 280.000 δραχμών (και ήδη 821,72 ευρώ) το καθένα και συνολικού ύψους 17.640.000 δραχμών (και ήδη 51.768,16 ευρώ). Κατά της ως άνω καταλογιστικής πράξεως η αναιρεσίβλητη τράπεζα άσκησε ένσταση ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ίδιου υποκαταστήματος του ΙΚΑ (αριθμ. πρωτ. 13882/16-6-1999), προβάλλοντας ότι η τράπεζα ήταν συνεπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις της σχετικά με την ασφάλιση των εν λόγω μισθωτών και ότι η καθυστερημένη προμήθεια του Ειδικού Βιβλίου οφειλόταν στην παράλειψη του ΙΚΑ να απαντήσει στο ερώτημα που του είχε υποβληθεί για το εάν μπορούσε να παρασχεθεί στις τραπεζικές εταιρίες η δυνατότητα να τηρούν ένα μόνο ειδικό βιβλίο στα κεντρικά γραφεία τους και όχι ξεχωριστό σε κάθε υποκατάστημα. Η ένσταση απορρίφθηκε με την 720/Συν.86/16-9-1999 απόφαση της ΤΔΕ του ανωτέρω υποκαταστήματος του ΙΚΑ, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε τηρήσει την από το νόμο (άρθρο 2 παρ.1 του ν. 2556/1997) προβλεπόμενη υποχρέωσή της. Προσφυγή της αναιρε-σίβλητης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω αποφάσεως της ΤΔΕ έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι μη νομίμως είχε επιβληθεί το ένδικο πρόστιμο. Συγκεκριμένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία είχε νομίμως και εμπροθέσμως γνωστοποιήσει στο ΙΚΑ την πρόσληψη των 68 μισθωτών, όπως προέκυπτε από τις υποβληθείσες στο ΙΚΑ σχετικές μισθολογικές καταστάσεις και τις σχετικές αναγγελίες πρόσληψης προς τον ΟΑΕΔ, έκρινε δε ότι η μη έγκαιρη από μέρους της τήρηση του βιβλίου νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών οφειλόταν στην καθυστέρηση της διοίκησης του ΙΚΑ να απαντήσει στην υποβληθείσα σε αυτήν από 25-5-1998 αίτηση πληροφοριών του Γενικού Γραμματέα της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών περί του εάν θα έπρεπε κάθε τράπεζα να τηρεί το ανωτέρω βιβλίο στα κεντρικά μόνο γραφεία αυτής ή και στα υποκαταστήματα. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι η αναιρεσίβλητη, εν αναμονή της ανωτέρω απαντήσεως, είχε προσέλθει αυθόρμητα στο ΙΚΑ για να παραλάβει το Ειδικό Βιβλίο στις 7-5-1999 και τέλος, ότι πριν από την επιβολή του προστίμου δεν είχε διενεργηθεί επιτόπιος έλεγχος από τα όργανα του ΙΚΑ στην επαγ-γελματική εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης. Έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε από το δικάσαν διοικητικό εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του άρθρου 2 του ν. 2556/1997, με τον οποίο είχε θεσπισθεί για πρώτη φορά υποχρέωση των εργοδοτών να καταχωρίζουν αμέσως μετά την πρόσληψη και πριν από την έναρξη της απασχόλησης σε ειδικό έντυπο κάθε μισθωτό που προσελάμβαναν μετά την 1-4-1998, ο σκοπός του μέτρου αυτού δεν ήταν εισπρακτικός, αλλά απέβλεπε στον εντοπισμό της ακριβούς ημερομηνίας πρόσληψης του μισθωτού, προκειμένου όχι μόνο να μειωθεί η εισφοροδιαφυγή, αλλά και να προστατευθούν τόσο οι μισθωτοί, ως προς τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα, όσο και οι εργοδότες από την υποβολή αβάσιμων καταγγελιών. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι, ενόψει του ανωτέρω σκοπού του νόμου και υπό το πρίσμα των αρχών της χρηστής διοίκησης, από το συνδυασμό του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων και εγκυκλίων του ΙΚΑ, συνάγεται ότι δεν επιβάλλεται πρόστιμο για τη μη καταχώριση μισθωτών στο εν λόγω βιβλίο στην περίπτωση που ο εργοδότης, μετά την πρόσληψη των μισθωτών και την ολοκλήρωση των σχετικών διατυπώσεων και πριν από τη διενέργεια οποιουδήποτε επιτόπιου ελέγχου των αρμόδιων οργάνων, προσέρχεται αυθορμήτως στο οικείο υποκατάστημα ΙΚΑ και υποβάλλει αίτηση-δήλωση απογραφής για την πρόσληψη νέων απασχολουμένων και για τη χορήγηση του παραπάνω ειδικού βιβλίου, εφόσον τα δεδομένα αυτού σχετικώς με τα στοιχεία της δηλωθείσας απασχόλησης δεν αναιρούνται από τις δηλώσεις των εργαζομένων κατά τον επιτόπιο έλεγχο που ακολουθεί. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη: α) ότι η προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις παράβαση ήταν αντικειμενική και τυπική, ότι δεν απαιτείτο για τη νομική της θεμελίωση υπαιτιότητα του παραβάτη και ότι δεν υπήρχε υποχρέωση διενέργειας επιτόπιου ελέγχου στην εργοδότρια επιχείρηση από τα όργανα του ΙΚΑ πριν από την επιβολή του προστίμου, β) ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία ανέμενε την απάντηση της διοίκησης του ΙΚΑ στο υποβληθέν αίτημα παροχής πληροφοριών που είχε υποβάλει εγγράφως ο Γενικός Γραμματέας της Ενώσεως Τραπεζών, γ) ότι η τράπεζα είχε προσέλθει αυθορμήτως στο υποκατάστημα του ΙΚΑ προκειμένου να προμηθευτεί το ειδικό βιβλίο ενόσω εκκρεμούσε το ως άνω αίτημα, δ) ότι η εταιρία είχε αναγγείλει στον ΟΑΕΔ τους μισθωτούς που δεν είχε καταχωρίσει και είχε υποβάλει τις σχετικές μισθολογικές καταστάσεις στο ΙΚΑ. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η μη συμμόρφωση της αναιρεσίβλητης τράπεζας προς στην προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις τυπική υποχρέωση της καταχωρίσεως των ως άνω προσώπων στο ειδικό βιβλίο οφειλόταν αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά της διοικήσεως του ΙΚΑ να προβεί εγκαίρως στην αιτηθείσα ενημέρωση, όπως αυτό επιβαλλόταν από τις γενικές αρχές της χρηστής και εύρυθμης διοικήσεως και της δικαιολο-γημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Το συμπέρασμα αυτό ενισχυόταν, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από την συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης τράπεζας, η οποία είχε τηρήσει όλες τις υποχρεώσεις της ως προς την ασφαλιστική τακτοποίηση των μισθωτών της και έτσι είχε πληρωθεί ο αντικειμενικός σκοπός της νομοθετικής θέσπισης του ειδικού βιβλίου. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε τελικώς ότι ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, είχε γίνει δεκτή η προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, απέρριψε δε την έφεση του ΙΚΑ κατά της πρωτόδικης απόφασης.
5. Επειδή, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι νόμιμη. Τούτο δε διότι, υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, η επιβολή του ένδικου προστίμου στην αναιρεσίβλητη τράπεζα ήταν νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη, εφόσον η μη καταχώριση νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών στο ειδικό έντυπο και στο χρονικό σημείο που επιβάλλουν οι εκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις συνιστούν τυπικές παραβάσεις, το προβλεπόμενο δε πρόστιμο επιβάλ-λεται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται η διάπραξη των τυπικών αυτών παραβάσεων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία σχετικά με την υποκειμενική συμπεριφορά ή την υπαιτιότητα του εργοδότη. Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ότι υπήρξε θετική ενέργεια εκ μέρους των οργάνων του αναιρεσείοντος Ιδρύματος και ειδικότερα οποιαδήποτε συμπεριφορά των οργάνων του ΙΚΑ, που είχε εκδηλωθεί με θετικές ενέργειες, εξαιτίας της οποίας να της είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι μπορούσε χωρίς περαιτέρω συνέπειες αζημίως να καθυστερήσει την προμήθεια του ανωτέρω βιβλίου και επομένως την καταχώριση του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού της σε αυτό. Δεν συνιστά δε τέτοια συμπεριφορά μόνη η υποβολή αιτήσεως εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα της Ενώσεως Τραπεζών προς τη Διοίκηση του ΙΚΑ για την παροχή πληροφοριών σε σχέση με την εφαρμογή του ν.2556/1997 και η αναμονή από την αναιρεσίβλητη της σχετικής απαντήσεως. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με αυτήν, να γίνει δεκτή, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
Αναιρεί την 856/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τράπεζα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010
Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος   Η Γραμματέας
 
 
Αθ. Ράντος Μ. Ιωαννίδου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2010.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Η Γραμματέας
 
 
Γ. Παπαμεντζελόπουλος Μ. Βλασερού
 
 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
 Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του