ΣτΕ 3046/14, Α τμ. 7μ., ΙΚΑ, ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΎΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΠΑΕ Η ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

ΣΤΕ

-1-
Αριθμός 3046/2014
 
 

 
 
 
 
 
 
Αριθμός 3046/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Σ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Χ. Χαραλαμπίδη, Χ. Κομνηνός, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 13 Ιουνίου 2007 αίτηση:
του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Φωτεινή Καραμίντζιου-Νίκα (Α.Μ. 15725), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης Δήμου Σερρών», που εδρεύει στις Σέρρες, το οποίο δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2653/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Π. Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄31) χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 2653/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 163/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της 552/Συν.60/25.11.2002 αποφάσεως της ΤΔΕ του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σερρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ένσταση της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχειρήσεως κατά της 436/2002 πράξεως επιβολής προστίμου ακαταχώριστων εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ).
2. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση με την 4233/2012 απόφαση του Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), λόγω σπουδαιότητας.
3. Επειδή, η αναιρεσίβλητη αμιγής δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης Δήμου Σερρών (Δ.Ε.Π.Κ.Α.)» μετατράπηκε με την 8239/17.9.2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (Β΄2127/1.10.2009) σε κοινωφελή επιχείρηση του άρθρου 254 του ν. 3463/2006 (Α΄114) με την επωνυμία «Κοινωφελής Επιχείρηση Κοινωνικής Ανάπτυξης Δήμου Σερρών (Κ.Ε.Κ.Α.Σ.)».Σύμφωνα με την παρ. 8 της ως άνω αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα, η Κ.Ε.Κ.Α.Σ υποκαθίσταται αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Δ.Ε.Π.Κ.Α ως καθολικός διάδοχος αυτής. Επομένως, νομίμως παρέστη ως αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος η Κ.Ε.Κ.Α.Σ. Περαιτέρω, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως, αν και δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, εφόσον, όπως προκύπτει από την από 8.5.2013 έκθεση επιδόσεως της Επιμελήτριας του Δικαστηρίου Μαρίνας Σταυροπούλου, αντίγραφο της 4233/2012 παραπεμπτικής αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με τη νέα δικάσιμο, κοινοποιήθηκε νομοτύπως, με επιμέλεια της Γραμματείας, στο δικηγόρο Ξενοφώντα Παπαγιάννη, ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος της Κ.Ε.Κ.Α.Σ. κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Τμήμα με πενταμελή σύνθεση.
4. Επειδή, στην παράγραφο 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) ορίζονται τα ακόλουθα: «Προς εξακρίβωσιν των εκάστοτε υπαγομένων εις την ασφάλισιν προσώπων, του αριθμού τούτων και των καταβλητέων εισφορών, οι εργοδότες υποχρεούνται: α) … στ) (περίπτωση που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997, Α΄ 270). Να καταχωρούν σε θεωρημένο και ειδικό προς τούτο έντυπο τους προσλαμβανόμενους μισθωτούς τους αμέσως μετά την πρόσληψη και πριν αυτοί αναλάβουν εργασία. … Για τον κάθε μισθωτό που θα βρεθεί από τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. να απασχολείται και δεν είναι καταχωρημένος, κατά τα ανωτέρω, επιβάλλεται, με πράξη του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α., σε βάρος του εργοδότη του πρόστιμο. Πρόστιμο επιβάλλεται επίσης και στον εργοδότη που δεν επιδεικνύει στα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. το κατά τα ανωτέρω έντυπο καταχώρησης προσλαμβανόμενων μισθωτών. Τα πρόστιμα δεν μπορούν να ξεπερνούν κατ’ άτομο το εικοσιπενταπλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία της επιβολής τους. Τα κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενα πρόστιμα αποτελούν έσοδα του Ι.Κ.Α. Με Κανονισμό θα ορισθούν τα όργανα και οι διαδικασίες επιβολής, βεβαίωσης, είσπραξης, αμφισβήτησης, διοικητικής επίλυσης ασφαλιστικής διαφοράς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. … Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση του Ι.Κ.Α. θα προσδιοριστεί το ύψος του προστίμου για κάθε παράβαση και για κάθε άτομο, το είδος του εντύπου καταχώρησης, η υπηρεσία, το όργανο και η διαδικασία εκτύπωσης, θεώρησης, χορήγησης, ελέγχου, τήρησης, ανάληψης της δαπάνης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά τη διαδικασία εφαρμογής της διάταξης αυτής. … Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1.4.1998». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η Φ21/762/30.3.1998 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 313), με την οποία τροποποιήθηκαν διατάξεις του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/Ι.479/18.11.1965, Β΄ 816). Ειδικότερα, στην παρ. 6 του άρθρου 23 του ίδιου Κανονισμού, παράγραφο που προστέθηκε με την περίπτωση 1 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, ορίζεται ότι: «Από τους υπαλλήλους των παραπάνω παραγράφων 4 και 5, ενεργούνται, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από υπηρεσιακή αναφορά ή εντολή, τακτικοί, έκτακτοι ή ειδικοί έλεγχοι και για τον εντοπισμό των απασχολουμένων και μη ασφαλισμένων στο ΙΚΑ μισθωτών καθώς και για τη διαπίστωση της τήρησης και ενημέρωσης του ειδικού εντύπου νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού. Οι ίδιοι υπάλληλοι είναι αρμόδιοι και για την επιβολή των προστίμων της παρ.1 του άρθρου 2 του ν. 2556/97», στη δε παράγραφο 5 του άρθρου 26 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, παράγραφο που προστέθηκε με την περίπτωση 2 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, ορίζεται: «Αν ο εργοδότης παρέλειψε την καταχώριση των μισθωτών που έχει προσλάβει στο ειδικό έντυπο ή αρνείται την επίδειξή του στα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α., ο υπάλληλος του ελέγχου συντάσσει Πράξη Επιβολής Προστίμου Ακαταχώριστων Εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ), που πρέπει να περιέχει τα ονοματεπώνυμα των μισθωτών, για τους οποίους επιβάλλεται το πρόστιμο, την ημερομηνία ελέγχου, την παράβαση για την οποία επιβάλλεται, το πρόστιμο και το οφειλόμενο ποσό …». Εξάλλου, στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 120 του ίδιου Κανονισμού Ασφαλίσεως, εδάφιο που προστέθηκε με την παράγραφο 4 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, προβλέπεται ότι: «Σε περίπτωση αμφισβήτησης του περιεχομένου της πράξης επιβολής προστίμου ακαταχώριστων μισθωτών, υποβάλλεται ένσταση στην Τοπική Διοικητική Επιτροπή (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος του τόπου απασχόλησης, …». Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της ίδιας διατάξεως (περ. στ΄ της παρ. 9 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997), εκδόθηκε και η Φ. 21/500/26.3.1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 313), στην παράγραφο 4 της οποίας (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνον της Φ.21/2376/12.12.2001 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Β΄1735, που άρχισε να ισχύει από 1.1.2002) ορίζονται τα εξής: «Κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 και δεν καταχωρεί τους νεοπροσλαμβανόμενους μισθωτούς στο Ειδικό Βιβλίο ή δεν επιδεικνύει αυτό στα αρμόδια όργανα όταν του ζητηθεί υπόκειται σε πρόστιμο. Για τη μη επίδειξη του Βιβλίου, κατά τον έλεγχο, ο εργοδότης δεν μπορεί να αντιτάξει στα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. καμιά αιτιολογία για τη μη επιβολή του …».
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων – που σκοπό έχουν την προστασία των εργαζομένων, αλλά και των εργοδοτών από αβάσιμες καταγγελίες, καθώς και την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής – συνάγεται ότι οι εργοδότες, αμέσως μόλις προσλάβουν μισθωτούς και προτού οι τελευταίοι αναλάβουν εργασία, έχουν υποχρέωση να τους καταχωρίζουν στο προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ειδικό έντυπο. Αν οι εργοδότες παραβούν την υποχρέωσή τους αυτή, αν δηλαδή δεν καταχωρίσουν τους νεοπροσλαμβανόμενους μισθωτούς ή δεν τους καταχωρίσουν στο χρονικό σημείο που επιβάλλουν οι πιο πάνω διατάξεις τους επιβάλλεται πρόστιμο. Ενόψει του, κατά τα ανωτέρω, σκοπού δημοσίου συμφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, το πρόστιμο επιβάλλεται μόλις διαπιστωθούν οι πιο πάνω τυπικές παραβάσεις, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του υπόχρεου εργοδότη και ανεξάρτητα από τυχόν τήρηση των λοιπών υποχρεώσεών του ως προς τους μισθωτούς αυτούς, οι οποίες απορρέουν από τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. ή από άλλη νομοθεσία (ΣτΕ
1485/2010 7μ., 3015/2010, 449/2011,1095/2012). Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις, στις οποίες άλλωστε δεν προβλέπεται η σύνταξη εκθέσεως ελέγχου για την έκδοση της ΠΕΠΑΕ (όπως προβλέπεται σε άλλες διατάξεις για την έκδοση καταλογιστικών πράξεων, π.χ. για την έκδοση ΠΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 3 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ), συνάγεται ότι η σύνταξη εκθέσεως ελέγχου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της πράξεως επιβολής προστίμου ακαταχώριστων εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ).
6. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στις 3.6.2002 διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος από τα αρμόδια όργανα του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σερρών στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης (οδός Εθνικής Αντίστασης αρ. 34, Σέρρες). Κατά τον έλεγχο αυτό βρέθηκαν να απασχολούνται 9 εργαζόμενοι (τα ονοματεπώνυμα των οποίων μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), οι οποίοι δήλωσαν ενυπογράφως την ειδικότητά τους και την ημεροχρονολογία προσλήψεώς τους, όπως αυτά αναφέρονται στην έκθεση ελέγχου που συντάχθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Εξάλλου, με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου που επακολούθησε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2556/1997, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ετεροχρονισμένη και, ως εκ τούτου, εκπρόθεσμη καταχώριση στο πιο πάνω βιβλίο 137 εργαζομένων, εφόσον αυτοί δεν είχαν καταχωριστεί κατ’ απόλυτη ημερομηνία προσλήψεως (δηλαδή αμέσως μετά την πρόσληψή τους και πριν αναλάβουν εργασία), εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης η 436/3.6.2002 πράξη επιβολής προστίμου ακαταχώριστων εργαζομένων (ΠΕΠΑΕ), με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της πρόστιμο συνολικού ποσού 126.040 ευρώ (920 ευρώ x 137 περιπτώσεις). Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραθέτει τα ονοματεπώνυμα των ως άνω εργαζομένων, τα οποία αναφέρονταν στην ΠΕΠΑΕ. Ένσταση της αναιρεσίβλητης κατά της προαναφερθείσας ΠΕΠΑΕ έγινε δεκτή με την 552/Συν. 60/25.11.2002 απόφαση της ΤΔΕ του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Σερρών και ακυρώθηκε η πιο πάνω ΠΕΠΑΕ. Προσφυγή του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της αποφάσεως της ΤΔΕ απορρίφθηκε με την 163/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών και στη συνέχεια απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τις ως άνω διατάξεις, δέχθηκε ότι προϋπόθεση για τη νομιμότητα της πράξεως επιβολής προστίμου σε βάρος εργοδότη, λόγω μη καταχωρίσεως με τα ακριβή στοιχεία απασχολήσεως ως προς την πραγματική ημερομηνία προσλήψεως του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού στο ειδικό προς τούτο βιβλίο, είναι η, πριν από την έκδοση της πράξεως αυτής, διενέργεια επιτόπιου ελέγχου στην επιχείρηση του εργοδότη και η σύνταξη σχετικής εκθέσεως ελέγχου. Δεδομένου δε ότι στην κρινόμενη υπόθεση, πριν από την επιβολή σε βάρος της αναιρεσίβλητης του προστίμου για τη μη νόμιμη καταχώριση στο πιο πάνω βιβλίο των αναφερομένων σ’ αυτό ως απασχολουμένων, δεν συντάχθηκε έκθεση ελέγχου, αφού η από 3.6.2002 έκθεση ελέγχου αφορούσε τους 9 μισθωτούς που βρέθηκαν να απασχολούνται κατά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε την ίδια ημερομηνία, οι οποίοι ήταν άλλοι απ’ αυτούς που αναφέρονταν στην ένδικη ΠΕΠΑΕ και των οποίων ο αριθμός, πλημμελώς, αναφερόταν στην ένδικη πράξη σε 137 περιπτώσεις, διότι από τον έλεγχο του περιεχομένου της προέκυψε ότι μερικοί από αυτούς είχαν καταχωριστεί στο σώμα της περισσότερες από μία φορές, έκρινε ότι μη νόμιμα επιβλήθηκαν με την ένδικη ΠΕΠΑΕ σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα ανωτέρω ποσά προστίμου για τις 137 περιπτώσεις εργαζομένων.
7. Επειδή, το διοικητικό εφετείο, με την πιο πάνω κρίση του, κατά την οποία η σύνταξη εκθέσεως ελέγχου αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της πράξεως επιβολής προστίμου ακαταχώριστων εργαζομένων (Π.Ε.Π.Α.Ε.), εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αποβαίνει δε αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση.
8. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η αναιρεσίβλητη πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ .

Δ ι α τ α ύ τ α

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την 2653/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το σκεπτικό.
Απαλλάσσει την αναιρεσίβλητη επιχείρηση από τη δικαστική δαπάνη του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος
 
 
Ν. Σακελλαρίου           Β. Ραφαηλάκη