ΣτΕ 3052/2009, Ολομ., ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟ , ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΝΣΗΣ , ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ , ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΤΥΠΟΣ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

Αριθμός 3052/2009

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Δ. Πετρούλιας, Αικ. Συγγούνα, Αν. Γκότσης, Αθ. Ράντος, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Κ. Βιολάρης, Α. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Αναγνωστοπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Κ. Πισπιρίγκος, Χ. Σιταρά, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Β. Μανωλόπουλος.

Για να δικάσει την από 7 Ιουλίου 2005 αίτηση:

του Πέτρου Γρ. Ιωαννίδη, κατοίκου Γλυφάδας (Ι. Μεταξά 46β), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Π. Λαζαράτο (Α.Μ. 14350), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κατά των Υπουργών: 1) Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και 2) Μεταφορών και Επικοινωνιών, οι οποίοι παρέστησαν με τον Νικ. Μαυρίκα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

και κατά της παρεμβαίνουσας Ζωής Πρωτοψάλτη, κατοίκου Αθηνών, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χαρ. Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 398/2007 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η 20/12-17.5.2005 απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 9 του ν. 3260/2004 και β) η 03825/2773/23.5.2005 απόφαση του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Η εκδίκαση άρχισε με ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από τον Εισηγητή, Σύμβουλο Ν. Μαρκουλάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας και τον εκπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά γραμμάτια παραβόλου Α΄ 860812, 1139216/2005).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία συμπληρώθηκε με το από 27.7.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ο αιτών, υπάλληλος κλάδου ΠΕ Μηχανικών με βαθμό Α΄ του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζητεί την ακύρωση α) της 20/12-17.5.2005 αποφάσεως του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 9 του ν. 3260/2004, καθ΄ ό μέρος επελέγη ως Προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών η Ζωή Πρωτοψάλτη, κατά παράλειψη του αιτούντος, ως και β) της 30825/2773/23.5.2005 αποφάσεως του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθ΄ ό μέρος η ως άνω επιλεγείσα Ζωή Πρωτοψάλτη τοποθετήθηκε, με τριετή θητεία, ως Προϊσταμένη της ανωτέρω Γενικής Διεύθυνσης.

3. Επειδή, η αίτηση αυτή εισάγεται ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της 398/2007 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ζήτημα της σύνταξης πρακτικού συνέντευξης από το ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, ως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, κατά την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3260/2004 και το άρθρο 82 παρ. 7 του ν. 2683/1999, δοθέντος ότι εκκρεμούσε ήδη ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας η εκδίκαση άλλης σχετικής υπόθεσης, στην οποία τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα.

4. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3260/2004 «Ρυθμίσεις του συστήματος προσλήψεων και θεμάτων δημόσιας διοίκησης» (Α΄ 151), με τις οποίες επανήλθαν σε ισχύ και αντιστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), διαγράφεται σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία αποβλέπει στην επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων με τριετή θητεία. Η εν λόγω σύνθετη διοικητική ενέργεια αρχίζει με την πρόσκληση του οικείου Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την οποία τάσσεται προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων, συνεχίζεται με την έκδοση της απόφασης του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 9 του ν. 3260/2004, με την οποία επιλέγεται ο υπάλληλος που καταλαμβάνει θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, ολοκληρώνεται δε με την απόφαση του οικείου οργάνου για την τοποθέτηση του επιλεγέντος ως Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. Επομένως, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία η ανωτέρω Ζωή Πρωτοψάλτη τοποθετήθηκε στη θέση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών, η ως άνω απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου απέβαλε τον εκτελεστό χαρακτήρα της και προσβάλλεται απαραδέκτως, μόνη δε παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη είναι η ως άνω απόφαση του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών.

5. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως η ως άνω επιλεγείσα και τοποθετηθείσα ως Προϊσταμένη της ανωτέρω Γενικής Διεύθυνσης Ζωή Πρωτοψάλτη.

6. Επειδή, στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζεται ότι: «Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτή». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς, να υπάρχει δε στο πρόσωπο του αιτούντος, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως, κατά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

7. Επειδή, στο άρθρο 14 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297) ορίζεται ότι οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα ή προσαυξήσεις των Γενικών Διευθυντών Κεντρικών Υπηρεσιών Υπουργείων και Περιφερειών καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων αυτού του νόμου. Επί τη βάσει της εν λόγω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η 2/70481/0022/15.12.2004 απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1874), με την οποία ορίσθηκε ότι ο βασικός μισθός των Προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων Υπουργείων, Περιφερειών, Δικαστηρίων, Ασφαλιστικών Οργανισμών και του ΟΑΕΔ προσδιορίζεται με πολλαπλασιασμό του εκάστοτε βασικού μισθού του Μ.Κ. 1 της ΠΕ κατηγορίας του ν. 3205/2003 με το συντελεστή 1,9. Εξ άλλου, στο άρθρο 9 του π.δ. 166/2000 «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» (Α΄ 153) ορίζεται ότι: «1. Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηναίου μισθού ενέργειας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε και εμισθοδοτείτο ο υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. . . 14. Ως μισθός για τον κανονισμό της σύνταξης των γενικών διευθυντών λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός της αντίστοιχης θέσης του Γενικού Διευθυντή, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά κατά το χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία, προσαυξημένος με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που αντιστοιχεί στο μισθό αυτό και στα έτη υπηρεσίας τους. Τη σύνταξη αυτή δικαιούνται όσοι διετέλεσαν σε θέση Γενικού Διευθυντή για μια τουλάχιστον τριετία, με εξαίρεση τις περιπτώσεις θανάτου ή απόλυσης λόγω νόσου ή τριακονταπενταετίας ή ορίου ηλικίας ή κατάργησης της θέσης τους». Εν προκειμένω, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (7.7.2005) και πριν από τη συζήτησή της ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (21-9-2007), ήδη δε και πριν από τη συζήτησή της ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου (23-11-2006), εκδόθηκε η οικ. 14792/1687/9.3.2006 πράξη της Προϊσταμένης του Τμήματος Διοίκησης Προσωπικού του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία ο αιτών απολύθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία από 9.3.2006, λόγω συμπλήρωσης του 60ου έτους της ηλικίας του και τριάντα πέντε ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας. Ο αιτών, όμως, διατηρεί το έννομο συμφέρον του, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, προς ακύρωση της ως άνω μόνης παραδεκτώς προσβαλλόμενης πράξης και μετά την έκδοση της ως άνω πράξης περί αυτοδίκαιης απόλυσής του από την υπηρεσία, όπως προέβαλε με το από 14.11.2006 υπόμνημά του ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, ήδη δε προβάλλει και με το από 27.9.2007 υπόμνημά του ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι από την εκδηλωθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών παράλειψη τοποθέτησής του ως Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών απορρέουν γι΄ αυτόν δυσμενείς συνταξιοδοτικής φύσεως συνέπειες, οι οποίες συνίστανται, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, στο γεγονός ότι η σύνταξή του δεν υπολογίζεται επί τη βάσει του βασικού μισθού του Γενικού Διευθυντή, το συγκεκριμένο δε έννομο συμφέρον (αναφερόμενο στις δυσμενείς συνταξιοδοτικής φύσεως συνέπειες) υπάρχει στο πρόσωπο του αιτούντος κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, κατά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη. Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Δικαστηρίου και των Συμβούλων Ν. Σακελλαρίου και Γ. Ποταμιά, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 η ύπαρξη βλάβης προϋποθέτει ενεργό υπαλληλικό δεσμό, διότι τότε μόνο γεννάται υπηρεσιακή βλάβη. Τέτοιας όμως φύσεως βλάβη δεν συνιστούν οι απορρέουσες, κατά τον αιτούντα, δυσμενείς, συνταξιοδοτικής φύσεως, συνέπειες από την παράλειψη επιλογής του σε θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, δοθέντος ότι η σύνταξή του δεν υπολογίζεται επί τη βάσει του βασικού μισθού του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. Τούτο δε διότι οι συνταξιοδοτικής φύσεως συνέπειες δεν συνάπτονται άμεσα με την παράλειψη επιλογής του αιτούντος σε θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, δεδομένου ότι, ακόμη και η ακύρωση της παραλείψεώς του για παράβαση ουσιώδους τύπου ή για μη νόμιμη ή μη επαρκή αιτιολογία δεν δεσμεύει κατ΄ αρχήν τη Διοίκηση, επανερχόμενη σε συμμόρφωση προς ενδεχόμενη ακυρωτική απόφαση, να εμμείνει, με τήρηση του ουσιώδους τύπου και με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, στην παράλειψη του αιτούντος και σε ενδεχόμενη επανεπιλογή της ιδίας υποψηφίας που είχε επιλεγεί με την ακυρωθείσα απόφαση.

8. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 3260/2004 επανήλθαν σε ισχύ και αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του ν. 2190/1994. Ειδικότερα, στο άρθρο 34 του ν. 2190/1994, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3260/2004, ορίζεται ότι: «1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) του προσωπικού που υπάγεται στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, ΦΕΚ 19 Α΄) κατατάσσονται σε πέντε συνολικά βαθμούς ως ακολούθως: Βαθμός Α΄, Βαθμός Β΄, Βαθμός Γ΄, Βαθμός Δ΄, Βαθμός Ε΄. 2. . . .». Στο άρθρο 36 του ν. 2190/1994, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν. 3260/2004, ορίζεται ότι: «1. Προϊστάμενοι όλων των οργανικών μονάδων τοποθετούνται υπάλληλοι με βαθμό Α΄ των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις επόμενες παραγράφους. Ως οργανικές μονάδες της παραγράφου αυτής νοούνται η γενική διεύθυνση, η διεύθυνση, το τμήμα, το γραφείο, το αυτοτελές γραφείο . . . 2. Η επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων γίνεται ύστερα από αίτηση υποψηφιότητας, η οποία υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται από τον οικείο Υπουργό ή το μονομελές όργανο διοίκησης του Ν.Π.Δ.Δ. και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών, από το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, που συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του νόμου αυτού. Η επιλογή γίνεται με βάση τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου κάθε υπαλλήλου από τα οποία ιδιαίτερα εκτιμώνται η άρτια κατάρτιση και οι επιστημονικές γνώσεις, η δραστηριότητα στην υπηρεσία, η ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών, η ευχέρεια προγραμματισμού και συντονισμού, καθώς και η ικανότητα υποκίνησης των υφισταμένων για την επίτευξη στόχων. Εφαρμόζονται επίσης και οι διατάξεις της δεύτερης περιόδου του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 82 του Υπαλληλικού Κώδικα (βιογραφικό σημείωμα) καθώς και του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της αυτής παραγράφου. Ως Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων επιλέγονται μόνιμοι υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α΄ και με την προϋπόθεση ότι έχουν διατελέσει ή είναι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας. Σε περίπτωση που Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης δεν επιλέγεται για δεύτερη φορά, καταλαμβάνει κενή θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης και αν δεν υπάρχει καταλαμβάνει την πρώτη θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης που θα κενωθεί. Ως τότε θεωρείται Προϊστάμενος Διεύθυνσης και τα καθήκοντά του προσδιορίζονται με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης του Ν.Π.Δ.Δ., ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες. Επίσης, οι Γενικοί Διευθυντές, οι οποίοι δεν επιλέγονται πάλι μετά τη λήξη της θητείας τους, μπορούν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία διατηρούντες τις αποδοχές του Γενικού Διευθυντή, εφόσον υποβάλουν αίτηση παραίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την ανακοίνωση της μη επανεπιλογής τους. 3. . . . 9. Όσοι επιλέγονται από το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του άρθρου 29 και τα υπηρεσιακά συμβούλια τοποθετούνται, με απόφαση του οικείου οργάνου, ως προϊστάμενοι σε αντιστοίχου επιπέδου οργανικές μονάδες για τρία (3) έτη. Οι τοποθετούμενοι ως προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους ως την τυχόν επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου. 10. . . .». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2190/1994, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3260/2004, ορίζεται ότι : «Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, για την επιλογή ως Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων των υπαλλήλων που υπάγονται στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 2683/1999). . . συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο που αποτελείται από: α) Έναν επίτιμο Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή επίτιμο Σύμβουλο της Επικρατείας ή Αρεοπαγίτη ή Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες. β) Έναν καθηγητή δημοσίου δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και έναν καθηγητή του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, που ορίζονται με όμοιους αναπληρωτές τους από τον οικείο Πρύτανη, ύστερα από γνώμη της οικείας Σχολής. γ) Ένα δικηγόρο παρ΄ Αρείω Πάγω, ειδικευμένο σε θέματα δημοσίου δικαίου, που ορίζεται με όμοιο αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. δ) Δύο Γενικούς Διευθυντές από τους οποίους ένας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ένας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με αναπληρωτές τους Γενικούς Διευθυντές των ίδιων Υπουργείων. ε) Τον Πρόεδρο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., με αναπληρωτή του μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της, το οποίο ορίζει η ίδια. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 161 παρ. 1, 162 και 163 του Υπαλληλικού Κώδικα». Στο άρθρο 38 του ν. 2190/1994, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3260/2004, ορίζεται ότι: «1. Οι θέσεις των υπαλλήλων κάθε κλάδου διαβαθμίζονται αυτοδικαίως ενιαία σε όλους τους βαθμούς της οικείας κατηγορίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 1-4 του άρθρου 34 του νόμου αυτού. 2. Οι υπάλληλοι, που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου, κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας που έχουν διανύσει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1-7 του άρθρου 34 του νόμου αυτού. 3. . . . 5. Για τις κατατάξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού, εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις. . .». Στην παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3260/2004 ορίζεται ότι: «Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος: α. Για την επιλογή γενικών διευθυντών κρίνονται οι υπάλληλοι που κατατάσσονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, στο βαθμό Α΄ της κατηγορίας ΠΕ και έχουν συνολικό χρόνο υπηρεσίας είκοσι (20) έτη. β. . . .», ενώ στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου 11 του ν. 3260/2004 ορίζεται ότι: «Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2190/1994 συγκροτείται χωρίς τα υπό στοιχείο δ΄ δύο μέλη αυτού τα οποία αντικαθίστανται από δύο επίτιμους δικαστικούς λειτουργούς. Το συμβούλιο με τη συγκρότησή του αυτή συνέρχεται μόνον για την επιλογή δύο γενικών διευθυντών, ήτοι ενός του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ενός του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, οι οποίοι αποτελούν εφεξής μέλη του συμβουλίου. Ο ορισμός των αναπληρωτών τους γίνεται αμέσως μετά την επιλογή των λοιπών γενικών διευθυντών των ανωτέρω Υπουργείων». Στο άρθρο 20 του ν. 3260/2004 ορίζεται ότι: «Από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που έχει αντίθετο περιεχόμενο». Εξ άλλου, στο άρθρο 82 παρ. 7 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19) ορίζεται ότι: «Η αίτηση υποψηφιότητας συνοδεύεται από βιογραφικό σημείωμα, το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του υπαλλήλου. Δικαίωμα υποβολής αίτησης υποψηφιότητας έχουν και υπάλληλοι άλλων δημοσίων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συναφούς αντικειμένου, όπως αυτά καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται άπαξ μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο καλεί σε προφορική συνέντευξη τους υποψηφίους, οι οποίοι δικαιούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους, προκειμένου να διαμορφώσει γνώμη για την ικανότητα και την προσωπικότητά τους ως προς την άσκηση των καθηκόντων του Γενικού Διευθυντή και να προαγάγει τον καταλληλότερο μεταξύ αυτών». Περαιτέρω, στο άρθρο 83 του αυτού Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2738/1999 (Α΄ 180), ορίζεται ότι: «1. . . . Για το σχηματισμό της κρίσης του το υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων της τελευταίας οκταετίας. 2. . . . 5. Αιτιολογία απαιτείται μόνον στην περίπτωση κατάδηλης υπεροχής υποψηφίου που παραλείπεται. 6. . . .». Εξ άλλου, στο άρθρο 25 του π.δ. 293/1999 «Οργανισμός του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών» (Α΄ 263), προβλέπεται η σύσταση Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, προϊστάμενοι της εν λόγω Γενικής Διεύθυνσης ορίζονται υπάλληλοι ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού ή ΠΕ Μηχανικών ή ΠΕ Πληροφορικής.

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η παρεμβαίνουσα δεν έχει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3260/2004, τυπικά προσόντα για να επιλεγεί σε θέση Προϊσταμένης Γενικής Διεύθυνσης και, συγκεκριμένα, δεν έχει διατελέσει Προϊσταμένη Διεύθυνσης κατά το παρελθόν και δεν ήταν Προϊσταμένη Διεύθυνσης κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας. Στην ως άνω, 398/2007, παραπεμπτική απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας προς την Ολομέλεια περιλαμβάνεται σκέψη περί απορρίψεως του λόγου αυτού ακυρώσεως ως αβασίμου, στο διατακτικό όμως της αποφάσεως αυτής, αναφέρεται μόνον ότι παραπέμπεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της σύνταξης πρακτικού συνέντευξης, ως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο κατά την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων. Κατά συνέπεια, αφού δεν περιέχεται στο διατακτικό της παραπεμπτικής αποφάσεως διάταξη περί απορρίψεως του ανωτέρω λόγου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υφίσταται σχετική οριστική διάταξη της παραπεμπτικής αποφάσεως και ότι, επομένως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως δύναται να εξετασθεί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Αικ. Σακελλαροπούλου, ενόψει του όλου περιεχομένου της παραπεμπτικής αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή δεν περιέχει οριστική διάταξη σχετικά με τον ανωτέρω λόγο. Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Γ. Σταυρόπουλος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Αικ. Συγγούνα, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Αλεξανδρής, Σ. Χρυσικοπούλου και Β. Καλαντζή, κατά την γνώμη των οποίων από το όλο περιεχόμενο της παραπεμπτικής αποφάσεως συνάγεται ότι ο προαναφερθείς λόγος έχει απορριφθεί με οριστική διάταξη της αποφάσεως αυτής.

10. Επειδή, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 3260/2004, απαιτείται, για την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, ειδικά κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου, οι υποψήφιοι να έχουν καταταγεί στο βαθμό Α΄ της κατηγορίας ΠΕ και να έχουν συνολικό χρόνο υπηρεσίας είκοσι έτη. Επομένως, δεν επιβάλλεται η προϋπόθεση που τάσσει το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3260/2004, δηλαδή ο υποψήφιος να έχει διατελέσει ή να είναι, κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας, Προϊστάμενος Διεύθυνσης.

11. Επειδή, η εξέταση του ζητήματος αν απαιτείται κατά νόμον, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, η σύνταξη πρακτικού συνέντευξης από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο κατά την επιλογή Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων είναι λυσιτελής, καίτοι ο αιτών έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, δεδομένου ότι, εφόσον ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, κατ΄ αποδοχήν του σχετικού λόγου ακυρώσεως, η Διοίκηση υποχρεούται να επαναλάβει την διαδικασία επιλογής Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, τηρώντας τον ουσιώδη αυτό τύπο.

 Κατά την γνώμη όμως των Συμβούλων Ν. Σακελλαρίου, Α. Ράντου, Δ. Μαρινάκη, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Κ. Βιολάρη και Ε. Αναγνωστοπούλου, το ανωτέρω ζήτημα πρέπει να επιλυθεί, στη συνέχεια δε πρέπει να εξετασθεί αν είναι λυσιτελής η αποδοχή του σχετικού λόγου ακυρώσεως.

12. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3260/2004 με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999) συνάγεται ότι η επιλογή των Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων γίνεται από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο μεταξύ των εχόντων τα τυπικά προσόντα υπαλλήλων που υποβάλουν αίτηση, συνοδευόμενη από βιογραφικό σημείωμα. Η επιλογή αυτή συνιστά ανάθεση καθηκόντων χρονικά περιορισμένη (τριετής θητεία) και ανακλητή και δεν αποτελεί βαθμολογική μεταβολή (προαγωγή), δεδομένου ότι οι τοποθετούμενοι ως Προϊστάμενοι των Γενικών Διευθύνσεων, αν δεν επανεπιλεγούν μετά τη λήξη της θητείας τους, καταλαμβάνουν θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης. Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, πριν επιλέξει τον καταλληλότερο για την άσκηση των καθηκόντων Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 7 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), στο οποίο παραπέμπει η παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2190/1994 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3260/2004), να καλέσει σε προφορική συνέντευξη τους υποψήφιους προς πλήρωση της θέσης του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του άρθρου 82 παρ. 7 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), επιβάλλεται, ως εγγύηση τήρησης των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και, ειδικότερα, της ελεύθερης πρόσβασης και σταδιοδρομίας κάθε έλληνα πολίτη στις δημόσιες θέσεις κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 4 και άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), της διαφάνειας (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) που, κατά την έννοιά της, καταλαμβάνει όχι μόνο τη διαδικασία εισόδου στο υπαλληλικό σώμα αλλά και, περαιτέρω, τις εν γένει διαδικασίες εξέλιξης (προαγωγής ή ανάθεσης καθηκόντων) των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), ο ουσιώδης τύπος της σύνταξης πρακτικού, είτε αυτοτελούς, είτε ενσωματωμένου στην απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου περί επιλογής Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, περί της ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου διεξαγομένης προφορικής συνέντευξης των υποψηφίων, στο οποίο πρέπει να αναφέρεται, έστω συνοπτικά, το περιεχόμενο της συνέντευξης και, περαιτέρω, να εκφέρεται εξατομικευμένη για κάθε υποψήφιο κρίση, ως προς την αξιολόγηση της παρουσίας του από τα μέλη του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου και, ειδικότερα, για την προσωπικότητά του και την εν γένει ικανότητά του, αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. Με τη σύνταξη πρακτικού συνέντευξης των υποψηφίων, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, αφενός εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αμερόληπτης και αξιοκρατικής κρίσης και αφετέρου καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιμη από τον ακυρωτικό δικαστή, ενόψει του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και του άρθρου 95 παρ. 1 εδάφ. α΄ του Συντάγματος περί κατοχυρώσεως της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αξιολόγηση των υποψηφίων από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο κατά τη διαδικασία της συνέντευξης. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Γ. Παπαγεωργίου, η διάταξη του άρθρου 82 παρ. 7 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999) καθιερώνει, ως ουσιώδη τύπο της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης, την λήψη προφορικής συνεντεύξεως από κάθε υποψήφιο, δεν επιβάλλει, όμως, την σύνταξη σχετικού πρακτικού, στο οποίο να καταγράφεται το περιεχόμενο των ερωταποκρίσεων που συγκροτούν την συνέντευξη (περιεχόμενο, άλλωστε, το οποίο δεν δύναται να ελεγχθεί δικαστικώς, μάλιστα δε ακυρωτικώς). Πλην, εν όψει της καθιερώσεως από την ανωτέρω διάταξη της προφορικής συνεντεύξεως ως ουσιώδους τύπου της εν λόγω διαδικασίας επιλογής, απαιτείται να προκύπτει είτε από το σώμα της αποφάσεως του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, είτε από το τυχόν συνταχθέν ιδιαιτέρως πρακτικό συνεντεύξεως, η εξατομικευμένη για κάθε υποψήφιο κρίση καθενός εκ των μελών του ως άνω Συμβουλίου, ως προς την αξιολόγηση της παρουσίας του υποψηφίου κατά την συνέντευξη και, ειδικώτερα, ως προς την αξιολόγηση της προσωπικότητάς του και της ικανότητάς του για την άσκηση των καθηκόντων Προϊσταμένου Γενικής Διευθύνσεως. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαμεντζελόπουλος και Ν. Σακελλαρίου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Όπως προκύπτει από την διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 82 παρ. 7 του Υ.Κ., η προφορική συνέντευξις των υποψηφίων για την επιλογή σε θέσεις προϊσταμένων γενικής Διευθύνσεως συνιστά ουσιώδη τύπο της σχετικής διαδικασίας, η θέσπισις του οποίου αποσκοπεί στην διά της αυτοπροσώπου εμφανίσεως των υποψηφίων ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου παροχή στα μέλη του της δυνατότητος να σχηματίσουν την κατά το δυνατόν πληρεστέρα εικόνα τόσο για την εν γένει προσωπικότητα, όσο και για την ικανότητα ενός εκάστου των υποψηφίων να ανταποκριθούν ή όχι εις τα καθήκοντα του προϊσταμένου γενικής Διευθύνσεως, προκειμένου να αποφανθούν σχετικά, αφού εκτιμήσουν τα στοιχεία του φακέλου ενός εκάστου των υποψηφίων. Η τήρησις δε του ουσιώδους αυτού τύπου πρέπει να προκύπτει είτε από το ίδιο το πρακτικό επιλογής του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, είτε από χωριστό πρακτικό του Συμβουλίου αυτού. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι ο νομοθέτης, πέραν της προβλέψεως της διενεργείας προφορικής συνεντεύξεως των υποψηφίων, δεν έκρινε σκόπιμο να περιλάβει άλλες ειδικές ρυθμίσεις για το περιεχόμενο του σχετικού πρακτικού του Ειδικού Υπηρεσιακού συμβουλίου, σχετικά με την προφορική συνέντευξη των υποψηφίων, δηλαδή δεν περιέλαβε διατάξεις, με τις οποίες να επιβάλλει την αποτύπωση –έστω και κατά συνοπτικό τρόπο- του περιεχομένου της προφορικής συνεντεύξεως των υποψηφίων (όπως οι τεθείσες εις τους υποψηφίους ερωτήσεις και οι δοθείσες από αυτούς απαντήσεις), δεν προέβλεψε χωριστή βαθμολόγησή της, πολύ δε περισσότερο δεν επέβαλε την διατύπωση εξατομικευμένης κρίσεως για ένα έκαστο εξ αυτών, που να στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνον στην σχηματισθείσα από τα μέλη του οικείου συμβουλίου, αντίληψη για κάθε ένα από αυτούς από την αυτοπρόσωπο ενώπιόν του εμφάνισή τους και τις δοθείσες από αυτούς απαντήσεις, σχετικά με την εν γένει προσωπικότητά τους και την ικανότητά τους να ανταποκριθούν ή όχι στα καθήκοντα του Προϊσταμένου Γενικής Διευθύνσεως. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έρχεται σε αντίθεση ούτε προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητος, της αξιοκρατίας και της διαφανείας, ούτε και προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι ο σχηματισμός, εις το πλαίσιο της προφορικής συνεντεύξεως των υποψηφίων, προσωπικής αντιλήψεως από τα μέλη του οικείου συμβουλίου, για την εν γένει προσωπικότητα και την ικανότητά τους ή όχι να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της προαναφερθείσης θέσεως, συνιστά καθαρώς ουσιαστική κρίση, η οποία δεν είναι δεκτική καταγραφής στο σχετικό πρακτικό και ως τοιαύτη δεν υπόκειται εις τον ακυρωτικό έλεγχο του Δικαστηρίου.

13. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών εξέδωσε την από 20.10.2004 πρόσκληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3260/2004, με την οποία κάλεσε τους μονίμους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ των κλάδων Διοικητικού Οικονομικού, Μηχανικών και Πληροφορικής που έχουν καταταγεί στο βαθμό Α΄ και έχουν κατά την ημέρα λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας συνολικό χρόνο υπηρεσίας τουλάχιστον είκοσι έτη, να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας, που να συνοδεύεται από βιογραφικό σημείωμα, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την τοιχοκόλληση της πρόσκλησης, προκειμένου να κριθούν για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, της θέσης Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Για την ως άνω θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης υπέβαλαν αιτήσεις υποψηφιότητας, εντός της ορισθείσας από το ως άνω έγγραφο προθεσμίας, δέκα πέντε συνολικά υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων ο αιτών και η παρεμβαίνουσα, οι οποίες συνοδεύονταν από βιογραφικά σημειώματα που περιλάμβαναν στοιχεία για τις σπουδές τους, την υπηρεσιακή τους σταδιοδρομία, την επιμόρφωση και τη δραστηριότητά τους στην υπηρεσία. Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο έκρινε πρώτα, με την 20/12-17.5.2005 απόφασή του, ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου εκάστου υποψηφίου, όλοι οι υποψήφιοι έχουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για να κριθούν προς επιλογή στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο κάλεσε τους υποψήφιους κατ΄ αλφαβητική σειρά σε προφορική συνέντευξη, στην οποία, μεταξύ άλλων, προσήλθαν ο αιτών και η παρεμβαίνουσα. Στην εν λόγω απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου αναφέρεται ότι κατά την προφορική συνέντευξη έγινε συζήτηση με κάθε υποψήφιο σε θέματα που αφορούν κυρίως στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και στις αρμοδιότητες της Γενικής Διεύθυνσης, προκειμένου το Συμβούλιο να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα εκάστου υποψηφίου και την ικανότητά του προς άσκηση των καθηκόντων Προϊσταμένου των Γενικών Διευθύνσεων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, μεταξύ των οποίων και η Γενική Διεύθυνση Επικοινωνιών. Στη συνέχεια, ο εισηγητής παρέθεσε τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου εκάστου υποψηφίου, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται η κρίση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Ειδικότερα, στην ως άνω απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου παρατίθενται τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου, τόσο του αιτούντος, όσο και της παρεμβαίνουσας, που αφορούν στην προσωπική και στην υπηρεσιακή τους κατάσταση, στις σπουδές, στα σεμινάρια και στις ξένες γλώσσες, στις υπηρεσιακές τους εκθέσεις, στην επιμόρφωση, και στην υπηρεσιακή δραστηριότητά τους. Κατόπιν, το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, όπως βεβαιώνεται στην ως άνω απόφαση, εξέτασε όλα τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου και του βιογραφικού σημειώματος εκάστου υποψηφίου και, ιδιαίτερα, τα στοιχεία που αναφέρονται στην άρτια επαγγελματική κατάρτιση, στις επιστημονικές γνώσεις, στη δραστηριότητα στην υπηρεσία, στην ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών, στην ευχέρεια προγραμματισμού και συντονισμού, καθώς και στην ικανότητα παρακίνησης των υφισταμένων προς επίτευξη στόχων. Ακολούθως, ο εισηγητής ανέφερε ότι για την πλήρωση της θέσης του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών θεωρεί ως καταλληλότερους τέσσερις υποψηφίους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η παρεμβαίνουσα, αλλά όχι και ο αιτών. Μετά ταύτα, ο Πρόεδρος κάλεσε το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο να επιλέξει, μεταξύ όλων των υποψηφίων, τον καταλληλότερο για την άσκηση των καθηκόντων του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών, αφού λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου και του βιογραφικού σημειώματος των υποψηφίων, καθώς και τη γνώμη που διαμόρφωσαν τα μέλη κατά την προφορική συνέντευξη για την προσωπικότητα και την ικανότητα εκάστου υποψηφίου. Περαιτέρω, αναφέρεται στην ως άνω απόφαση ότι ακολούθησε διαλογική συζήτηση μεταξύ των μελών του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, τα οποία επεσήμαναν για κάθε υποψήφιο σημεία υστέρησης ή υπεροχής έναντι των άλλων υποψηφίων. Μετά τη διατύπωση της γνώμης όλων των μελών, το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, όπως βεβαιώνεται στην ανωτέρω απόφαση, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία των φακέλων, του προσωπικού μητρώου και του βιογραφικού σημειώματος των υποψηφίων, καθώς και τη γνώμη που διαμόρφωσε κατά την προσωπική συνέντευξη για κάθε υποψήφιο, ιδιαιτέρως δε εκτιμώντας την άρτια επαγγελματική κατάρτιση αυτών, τις επιστημονικές γνώσεις, τη δραστηριότητα στην υπηρεσία, την ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών, την ευχέρεια προγραμματισμού και συντονισμού και την ικανότητα παρακίνησης των υφισταμένων για την επίτευξη στόχων, επέλεξε ως καταλληλότερη την παρεμβαίνουσα. Τέλος, ο Υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών εξέδωσε, με βάση την ως άνω απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, την προσβαλλόμενη, 30825/2773/ 23.5.2005, πράξη, με την οποία τοποθετήθηκε η παρεμβαίνουσα, για τρία έτη, ως Προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών.

14. Επειδή, ούτε από την 20/12-17.5.2005 απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ούτε από άλλο στοιχείο του φακέλου προκύπτει ότι το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο συνέταξε, όπως απαιτείται κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνοπτικό έστω πρακτικό, είτε αυτοτελές, είτε ενσωματωμένο στην απόφασή του, περί της ενώπιόν του διαδικασίας της συνέντευξης των υποψηφίων και περί της διαμορφωθείσας από αυτό γνώμης, σχετικά με την προσωπικότητα και την εν γένει ικανότητα κάθε υποψήφιου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης. Η παράλειψη σύνταξης σχετικού πρακτικού από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο με το ανωτέρω περιεχόμενο συνιστά, κατά τα ήδη εκτεθέντα, παράβαση ουσιώδους τύπου της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το από 27.9.2007 υπόμνημα του Δημοσίου, που κατατέθηκε εντός της δοθείσας από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, σύμφωνα με τα οποία αρκεί, κατά την έννοια του νόμου, να βεβαιώνεται στην απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, όπως έγινε εν προκειμένω, ότι κατά την προφορική συνέντευξη έγινε συζήτηση των μελών του Συμβουλίου με κάθε υποψήφιο σε συγκεκριμένο κύκλο θεμάτων, προσφόρων για τη συγκεκριμένη κρίση. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με το δικόγραφο προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη, κρίση, μετά από τήρηση του ως άνω ουσιώδους τύπου, παρέλκει δε, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως, ενώ η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Ακυρώνει την 30825/2773/23.5.2005 απόφαση του Υφυπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθ΄ ο μέρος η Ζωή Πρωτοψάλτη τοποθετήθηκε, με τριετή θητεία, ως Προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη, κρίση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Απορρίπτει την παρέμβαση.

Επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο και την παρεμβαίνουσα τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, ανερχόμενη στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (460×3=1.380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2007, 27 Φεβρουαρίου 2008 και 11 Φεβρουαρίου 2009

Ο Πρόεδρος     Ο Γραμματέας

 

Γ. Παναγιωτόπουλος    Β. Μανωλόπουλος

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 2009.

Ο Πρόεδρος    Ο Γραμματέας

 

Π. Πικραμμένος    Β. Μανωλόπουλος