ΣτΕ 3159/1998, Δ τμ., ΠΟΛΕΔΟΜΙΚΟ, Η ΟΙΚΔΟΜΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΩΣΤΕ Η ΔΙΚΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

ΣΤΕ

Π.Ν.
Αριθμός 3159/1998
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 1997 με την εξής σύνθεση : Χρ. Γεραρής, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ Τμήματος, Μ. Βροντάκης, Σ. Χαραλαμπίδης, Δ. Πετρούλιας, Ελ. Δανδουλάκη, Σύμβουλοι, Δ. Γρατσίας, O. Zύγουρα, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Μ. Καλαντζής, Γραμματέας του Δ Τμήματος.
Γ ι α να δικάσει την από 16 Ιανουαρίου 1995 αίτηση :
τ ω ν 1) Ιωάννου Αγγελονίδη του Χαραλάμπους και 2) Αθανασίου Αγγελονίδη του Χαραλάμπους, κατοίκων Μεγαλόπολης Αρκαδίας, οδός Κεφάλα αρ. 8, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Ιωάννη Δρακουλάκο (Α.Μ. 1605), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,
κ α τ ά του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων, ο οποίος παρέστη με την Βασιλική Δούσκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κ α ι κατά της παρεμβαίνουσας Μαρίας Λύγουρη, κατοίκου Μεγαλόπολης Αρκαδίας, οδός Αγ. Νικολάου αρ. 8, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Μιχ. Βαρδαλά (Α.Μ. 10110), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν οι υπ’ αριθμ. : 1) 825/1-10-1994 πράξη του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλόπολης Αρκαδίας, 2) 94.578/7354/12-12-1994 πράξη του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων και 3) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ο. Ζύγουρα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν ν ό μ ο
1. Επειδή δια της υπό κρίσιν αιτήσεως, ως συμπληρούται δια του από 18-12-1995 δικογράφου προσθέτων λόγων και δια την οποίαν κατεβλήθησαν τα κατά νόμον τέλη (διπλότυπα εισπράξεως Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών υπ’ αριθμ. 8693078 και 8693079 έτους 1995) και το παράβολον (ειδικά δελτία παραβόλου υπ’ αριθμ. 2273750 και 5923418 έτους 1995), ζητείται παραδεκτώς η ακύρωσις α) της 825/18-10-94 πράξεως, υπογραφομένης, εντολή Νομάρχου από τον Προϊστάμενο του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλοπόλεως της Νομαρχίας Αρκαδίας και β) της 94578/7354/12-12-94 πράξεως του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων. Δια της πρώτης των προσβαλλομένων πράξεων (825/18-10-94) εγνωστοποιήθη εις το Αστυνομικόν Τμήμα Μεγαλοπόλεως ότι ακυρούνται αι 72/72, 1344/72 και 23/88 οικοδομικαί άδειαι, αφορώσαι εις οικοδομήν των αιτούντων εις τηνοδόν Αιγίου Κωνσταντίνου και Παπαϊωάννου εις την Μεγαλόπολιν, ως εκδοθείσαι κατόπιν παραπλανήσεως της Διοικήσεως εκ μέρους των αιτούντων και εζητήθη από το ανωτέρω Αστυνομικόν Τμήμα η αφαίρεσις των αδειών λειτουργίας των στεγαζομένων εις το κτίριον καταστημάτων. Εξ άλλου, δια της 94.578/7354/12-12-94 πράξεως του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων εγνωστοποιήθη εις τους αιτούντας η σιωπηρά λόγω παρόδου της προθεσμίας (άρθρ. 8 ν.δ. 3200/55) απόρριψις από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων προσφυγής (άρθρου 8 ν.δ. 3200/55), την οποίαν είχον ούτοι ασκήσει κατά της ανωτέρω πράξεως του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλοπόλεως.
2. Επειδή η υπόθεσις φέρεται προς συζήτησιν ενώπιον του Τμήματος υπό επταμελή σύνθεσιν κατόπιν παραπομπής της δια της
908/97 αποφάσεως του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεσιν.
3. Επειδή, καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της υπό κρίσιν αιτήσεως, ως συμπροσβαλλόμενον πρέπει να θεωρηθή το οικ. 765/30-9-94 πρακτικόν ακυρώσεως, υπογραφόμενον εντολή νομάρχου από τον Προϊστάμενο του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλόπολης της Νομαρχίας Αργολίδος, δια της οποίας “ακυρούνται” αι ως άνω οικοδομικαί άδειαι.
4. Επειδή παραδεκτώς και μετ’ εννόμου συμφέροντος παρεμβαίνει υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων η Μαρία Λυγούρη, διατηρούσα επιχείρησιν εστιατορίου εις την Μεγαλόπολιν και επιδιώκουσα την διατήρησιν της ανακλήσεως των ως άνω οικοδομικών αδειών, αποτελουσών νόμιμον έρεισμα των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος κέντρου διασκεδάσεως, στεγαζομένου εις την εν λόγω οικοδομήν των αιτούντων, και δη ανακλήσεως, η οποία εχώρησεν κατόπιν διαδικασίας, κινηθείσης εν όψει καταγγελιών της παρεμβαινούσης.
5. Επειδή, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ. 8/73 περί Γ.Ο.Κ. (φ. 124 τ. Α’) 4 παρ. 1 του β.δ. της 9-8/30-9-1955 “Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους” (φ. 226 τ. Α’) και 2 παρ. 12 του περί Γ.Ο.Κ. ν. 1577/85 (φ. 210 τ. Α) οικόπεδον θεωρείται συνεχομένη έκτασις γης αποτελούσα αυτοτελές ενιαίον ακίνητον, ανήκον εις ένα ή πλείονας κυρίους εξ αδιαιρέτου. Ως δ’ έχει κριθή (ΣΕ 3810/1978, 59/1969, 2294/1967) προς χαρακτηρισμόν συνεχομένης εκτάσεως εδάφους ως αποτελούσης εν οικόπεδον κατά τας ανωτέρω διατάξεις απαιτείται όπως αύτη συνιστά ενιαίαν ιδιοκτησίαν υπό την έννοιαν ότι επί πλειόνων συνιδιοκτητών ανήκει εις άπαντας εξ αδιαιρέτου και δη κατά ποσοστόν συνιδιοκτησίας εκάστου το αυτό ως προς άπασαν την έκτασιν (πρβλ. ΣΕ 2317/79). Περαιτέρω, εις το άρθρον 2 του ν.δ. 690/1948 “Περί συμπληρώσεως διατάξεων περί σχεδίων πόλεων” (φ. 133 τ. Α’) ορίζονται τα εξής : “1. Απαγορεύεται η μεταβίβασις της κυριότητος οικοπέδων, επαγομένη την δημιουργίαν οικοπέδων μή αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή το βάθος. 2. Οσάκις εκ των κειμένων περί σχεδίων πόλεων διατάξεων επιβάλλεται, πλην των ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων, η τήρησις ωρισμένων ακαλύπτων αποστάσεων μεταξύ των ορίων του οικοπέδου και της οικοδομής ή ποσοστού του οικοπέδου ακαλύπτου υπό οικοδομής, απαγορεύεται η μετά την ανέγερσιν της οικοδομής καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταβίβασις της κυριότητος μέρους του οικοπέδου κατά τρόπον καθιστώντα το εφ’ ου η οικοδομή οικόπεδον μή άρτιον ή μειούντα τας ακαλύπτους αποστάσεις ή το ακάλυπτον ποσοστόν κάτω του επιβεβλημένου ελαχίστου ορίου. 3. Πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου έχουσα αντικείμενον απαγορευομένην, κατά τας προηγουμένας παραγράφους, μεταβίβασιν κυριότητος είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος. 4. Αποκλειστικώς αρμοδία ν’ αποφαίνηται εις τας περιπτώσεις της παρ. 2 εάν πρόκειται περί απαγορευομένης μεταβιβάσεως εν εκάστη περιπτώσει, είναι η πολεοδομική υπηρεσία . . .”.
6. Επειδή, κατά την έννοιαν των ανωτέρω διατάξεων του ν.δ. 690/48, ως συνέπεια των κατά τας παρ. 1, 2 του άρθρου 2 αυτού απαγορευομένων κατατμήσεων οικοπέδων, ήτοι κατατμήσεων συνεπαγομένων την δημιουργίαν μή αρτίων οικοπέδων ή την μείωσιν των υποχρεωτικώς κατά νόμον επιβαλλομένων ακαλύπτων χώρων των οικοδομών, προβλέπεται η ακυρότης των σχετικών δικαιοπραξιών. Η κατά τα ανωτέρω δε ακυρότης των δικαιοπραξιών δεν αποτελεί την αποκλειστικήν συνέπειαν των υπό του νόμου απαγορευομένων μεταβιβάσεων και δεν αποκλείει την επέλευσιν σωρευτικώς και άλλων κατά νόμον συνεπειών ή την εφαρμογήν των περί ανακλήσεως γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και δή των ισχυουσών επί ανακλήσεως διοικητικής πράξεως εκδοθείσης κατόπιν δολίους ενεργείας του ενδιαφερομένου. Και τούτο ανεξαρτήτως αν υφίσταται εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν έννομον συμφέρον των ενδιαφερομένων προς επίκλησιν της – εξ ιδίων των ενεργειών προκληθείσης – ακυρότητος της σχετικής μεταβιβάσεως. Αν και κατά την γνώμην των Συμβούλων Δημ. Πετρούλια και Ελ. Δανδουλάκη, το ν.δ. 690/48 ρυθμίζει εξαντλητικώς τας συνεπείας μεταβιβάσεως τμήματος οικοπέδου εις τρίτον, η οποία οδηγεί εις την δημιουργίαν μή αρτίων οικοπέδων ή εις την μείωσιν των υποχρεωτικώς ακαλύπτων χώρων των οικοδομών. Ως μόνη δε κύρωσις τοιαύτης μεταβιβάσεως προβλέπεται η ακυρότης της σχετικής δικαιοπραξίας, η οποία συνεπάγεται αδυναμίαν χρησιμοποιήσεως του μή νομίμως κατά τα ανωτέρω μεταβιβασθέντος τμήματος οικοπέδου προς έκδοσιν μελλοντικής οικοδομικής αδείας από τον προς όν η μεταβίβασις.
7. Επειδή, όπως προκύπτει εκ του φακέλλου της υποθέσεως, οι αιτούντες είναι κύριοι οικοδομής επί των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Παπαϊωάννου εις την Μεγαλόπολιν. Η οικοδομή των αυτή έχει ανεγερθή δυνάμει των ήδη δια της προσβαλλομένης πράξεως του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλοπόλεως της Νομαρχίας Αρκαδίας ανακαλουμένων οικοδομικών αδειών υπ’ αριθμ. 72/72, 1344/72 και 23/88. Κατά την έκδοσιν της αρχικής οικοδομικής αδείας (72/31-1-72 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Τριπόλεως), αφορώσης εις την ανέγερσιν ισογείου οικοδομής, οι αιτούντες εφέροντο ως κύριοι οικοπέδου, κτηθέντος από αυτούς δυνάμει του 10264/15-5-71 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Μεγαλοπόλεως Α. Ζέρβα καθώς και ενός “οικοτόπου” εντός του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, κειμένου όπισθεν και διαγωνίως προς το ατά τα ανωτέρω ακίνητον εν επαφή κατά μικρόν μέρος της βορείας πλευράς του προς μέρος της νοτίας (εσωτερικής) πλευράς του ανωτέρω ακινήτου. Ο “οικότοπος@αυτός είχεν αποκτηθή από τους αιτούντας δυνάμει του 10634/3-8-71 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, ενεφανίζετο δε εις τα συνοδεύοντα την οικοδομικήν αυτήν άδειαν σχεδιαγράμματα ως ο ακάλυπτος χώρος της επιδίκου οικοδομής. Μετά την έκδοσιν της οικοδομικής αδείας ο εν λόγω “οικότοπος”, δυνάμει του 11588/30-6-72 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, ανεμεταβιβάσθη υπό των αιτούντων προς τους αρχικούς ιδιοκτήτας του. Εν συνεχεία εξεδόθη η 1344/12-10-72 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Τριπόλεως, αφορώσα, εις την προσθήκην α’ ορόφου εις την οικοδομήν. Τέλος δε δια της 23/30-3-88 οικοδομικής αδείας της Νομαρχίας Αρκαδίας επετράπη η διαρρύθμισις υπάρχοντος ισογείου χώρου (Σινεμά) εις ισόγειον και α’ όροφον (αίθουσες καταστημάτων). Δια την έκδοσιν και των τελευταίων δύο αυτών οικοδομικών αδειών υπεβλήθησαν σχεδιαγράμματα, όπου ως ακάλυπτος χώρος της οικοδομής ενεφανίζετο ο ανωτέρω “οικότοπος”. Ηδη δια του οικ. 765/30-9-94 πρακτικού ακυρώσεως, υπογραφομένου εντολή νομάρχου από τον Προϊστάμενον του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλόπολης της Νομαρχίας Αργολίδος, ηκυρώθησαν αι ως άνω 72/72, 1344/72 και 23/88 οικοδομικαί άδειαι, ως εκδοθείσαι κατόπιν παραπλανήσεως της Διοικήσεως εκ μέρους των αιτούντων (οι οποίοι είχον πωλήσει δια του υπ’ αριθ. 11588/30-6-1972 συμβολαίου τον ακάλυπτον χώρον του οικοπέδου των εις όμορον ιδιοκτήτην), δια δε της 825/18-10-94 πράξεως, εγνωστοποιήθη εις το Αστυνομικόν Τμήμα Μεγαλοπόλεως η ακύρωσις των ως άνω οικοδομικών αδειών, και εζητήθη από το ανωτέρω Αστυνομικόν Τμήμα η αφαίρεσις των αδειών λειτουργίας των στεγαζομένων εις το κτίριον καταστημάτων. Η πράξις αυτή εκοινοποιείτο και προς την Δ.Ε.Η., προκειμένου να προβή εις διακοπήν της παροχής ρεύματος εις την οικοδομήν. Τέλος δια του 94.578/7354/12-12-94 εγγράφου του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων εγνωστοποιήθη εις τους αιτούντας η σιωπηρά απόρριψις προσφυγής άρθρου 8 ν.δ. 3200/55, την οποίαν είχον ούτοι ασκήσει κατά της ανωτέρω πράξεως του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλοπόλεως. Υπό τα δεδομένα αυτά νομίμως εχώρησεν δια των ήδη προσβαλλομένων πράξεων η ανάκλησις των ως άνω οικοδομικών αδειών και δη και μετά την πάροδον πλέον των 20 ετών από της εκδόσεως των αρχικών αδειών, εφ’ όσον, ως εξετέθη, η επίδικος ανάκλησις δια μεν την δευτέραν και την τρίτην των ως άνω οικοδομικών αδειών εχώρησε λόγω παραπλανήσεως της Διοικήσεως εκ μέρους των αιτούντων, οι οποίοι κατά την έκδοσιν των δύο τελευταίων ως άνω οικοδομικών αδειών είχον αποκρύψει την γενομένην αναμεταβίβασιν του ανωτέρω “οικοτόπου” προς τους αρχικούς ιδιοκτήτας του, υποβαλόντες δια την έκδοσιν των οικοδομικών αδειών τούτων σχεδιαγράμματα, εμφανίζοντα τον ανωτέρω χώρον ως ακάλυπτον χώρον της οικοδομής. Εξ άλλου, και η αρχική οικοδομική άδεια νομίμως ανεκλήθη δια των προσβαλλομένων πράξεων, εφ’ όσον δια της επιγενομένης μεταβιβάσεως του ως άνω χώρου ανετράπησαν υπαιτίως υπό του ενδιαφερομένου αι προϋποθέσεις, υπό τας οποίας η άδιεια αυτή είχεν εκδοθή και δη αι αναφερόμεναι εις την κατά τας διατάξεις του κατά την έκδοσιν του ισχύοντος ΓΟΚ του έτους 1955 υποχρέωσιν αφέσεως ακαλύπτου χώρου προϋποθέσεις. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου δια της υπό κρίσιν αιτήσεως προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως.
8. Επειδή, εξ άλλου είναι απορριπτέος και ο λόγος ακυρώσεως, δια του οποίου προβάλλεται ότι εφ’ όσον κατά τας διατάξεις του ν.δ. 690/48 η πώλησις του ανωτέρω τμήματος του οικοπέδου των θεωρείται απολύτως άκυρος, η κυριότης τούτου ουδέποτε ανεμεταβιβάσθη και άρα εξακολουθεί να αποτελή τμήμα της όλης ιδιοκτησίας των αιτούντων και ως εκ τούτου η προϋπόθεσις επί της οποίας εστηρίχθη η επίδικος ανάκλησις δεν υπάρχει, δεδομένου ότι οι αιτούντες στερούνται εννόμου συμφέροντος προς επίκλησιν της εξ ιδίων τούτων ενεργειών δημιουργηθείσης ακυρότητος.
9. Επειδή περαιτέρω και ο δια του από 18-12-95 δικογράφου προσθέτων λόγων προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίον κατά τον χρόνον εκδόσεως των προσβαλλομένων πράξεων αι ανωτέρω ανακαλούμεναι οικοδομικαί άδειαι είχον παύσει να ισχύουν και δεν ήτο δυνατή η ανάκλησις των, είναι απορριπτέος, διότι τα κατά τας διατάξεις περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών χρονικά όρια ισχύος τούτων αναφέρονται εις το επιτρεπτόν της εκτελέσεως βάσει αυτών οικοδομικών εργασιών, ενώ κατά τα λοιπά αι οικοδομικαί άδειαι, ως διοικητικαί πράξεις, αποτελούσαι προϋπόθεσιν της νομιμότητος των οικοδομών και περιέχουσαι τας περί τούτων ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ανέγερσιν των οικοδομών.
10. Επειδή τέλος και ο δια του αυτού δικογράφου προσθέτων λόγων προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίον αι προσβαλλόμεναι πράξεις είναι μή νόμιμοι, ως ερειδόμεναι επί της 383/25-7-94 εκθέσεως αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου Μεγαλοπόλεως περί χαρακτηρισμού της επιδίκου οικοδομής ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέας, κατά της οποίας εκκρεμεί ένστασις των αιτούντων ενώπιον της αρμοδίας Επιτροπής, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι αι διαδικασίαι ανακλήσεως μή νομίμου οικοδομικής αδείας και χαρακτηρισμού οικοδομής ως αυθαιρέτου και κατεδαφιστέας είναι αυτοτελείς διαδικασίαι.
11. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίσιν αίτησις πρέπει να απορριφθεί και να γίνη δεκτή η παρέμβαση
@
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτησιν.
Διατάσσει την κατάπτωσιν του παραβόλου.