ΣτΕ 3315/2014, Ολομ., ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, Αντισυνταγματική η λειτουργία σταθμού χωρίς άδεια βάσει συνεχών νομθετημάτων που παρατείνουν την χωρίς α΄δεια λειτουργία του παραβιάζει το κράτος δικαίου που αποτελεί περιορισμό της ελέυθερης ανάπτυξης της προσωπικότη

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

Αριθμός 3315/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
  

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 
Για να δικάσει την από 6 Νοεμβρίου 2009 αίτηση: 
του Διονυσίου Αργυρόπουλου, κατοίκου Κομοτηνής (Μάρκου Μπότσαρη 32), ιδιοκτήτη του ραδιοφωνικού σταθμού με το διακριτικό τίτλο «HIT FM» του Ν. Ροδόπης, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 
κατά του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αμερικής 5), το οποίο παρέστη με την Νίκη Μαριολή, Νομική Σύμβουλο του Κράτους. 
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1206/2012 αποφάσεως του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. 
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) οι υπ’ αριθμ. 458/29.9.2009 και 407/28.7.2009 αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και 2) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. 
Η αντιπρόσωπος του αιτούντος Ε.Σ.Ρ. δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέσει εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο, Κ. Πισπιρίγκο. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 1091748 / 2009 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου). 
2. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Ο ιδιωτικός τοπικός ραδιοφωνικός σταθμός HIT FM ιδρύθηκε στον νομό Ροδόπης άνευ διοικητικής αδείας, με αυθαίρετη κατάληψη της συχνότητας των 92,9 MHZ, από την οποία εξέπεμπε την 1.11.1999 το πρόγραμμά του με αναλογικό σήμα. Η Διοίκηση θεωρούσε νόμιμη την άνευ διοικητικής αδείας λειτουργία του σταθμού με χρήση της συγκεκριμένης συχνότητας, βάσει της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999 που παρατίθεται στη σκέψη 6. Όμως, όπως διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες, ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός εξέπεμψε κατ’ επανάληψη και από άλλες συχνότητες [αρχικώς των 99,1 MHZ και ακολούθως των 87,8 MHZ και 100,4 MHZ] για τη μετάδοση του προγράμματος του ραδιοφωνικού σταθμού «Ράδιο Σφαίρα 102,2 FM» του νομού Αττικής, με τον οποίο είχε δικτυωθεί κατόπιν αδείας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως (Ε.Σ.Ρ.). Λόγω της χρήσεως και άλλων συχνοτήτων πλην εκείνης των 92,9 MHZ επεβλήθησαν, με σχετικές πράξεις Ε.Σ.Ρ., διαδοχικώς οι κυρώσεις της συστάσεως, του προστίμου και της οριστικής διακοπής λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού HIT FM. Κατά της πράξεως 407 / 28.7.2009 του Ε.Σ.Ρ., με την οποία αποφασίσθηκε η επιβολή της κυρώσεως της οριστικής διακοπής λειτουργίας, ο αιτών, ως ιδιοκτήτης του ραδιοφωνικού σταθμού HIT FM, άσκησε την από 26.8.2009 αίτηση θεραπείας, η οποία απερρίφθη με την πράξη 458 / 29.9.2009 του Ε.Σ.Ρ. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ζητεί την ακύρωση των πράξεων 407 / 28.7.2009 και 458 / 29.9.2009 του Ε.Σ.Ρ. 
3. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 25.10.2011 ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την απόφαση 1206 / 2012 έκρινε : α) Ότι προσβάλλεται απαραδέκτως, ελλείψει εκτελεστότητος, η πράξη 458 / 29.9.2009 του Ε.Σ.Ρ., με την οποία απερρίφθη χωρίς νέα κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως η αίτηση θεραπείας του αιτούντος κατά της πράξεως 407 / 28.7.2009 της ίδιας Aρχής. β) Ότι η ακύρωση της πράξεως 407 / 28.7.2009 του Ε.Σ.Ρ. είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, με συνέπεια να καθίσταται η κρινόμενη αίτησή του απορριπτέα ως απαράδεκτη στο σύνολό της, διότι η άνευ διοικητικής αδείας λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού HIT FM είναι παράνομη. Κατά την κρίση του Δ΄ Τμήματος, η άνευ διοικητικής αδείας λειτουργία του εν λόγω ραδιοφωνικού σταθμού δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999, η οποία είχε καταστεί αντισυνταγματική και ανεφάρμοστη προ του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως 407 / 28.9.2009 του Ε.Σ.Ρ., ούτε στις μεταγενέστερες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 7 β΄ και 8 παρ. 1 β΄ – γ΄ του ν. 3592 / 2007, οι οποίες είναι αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες από τον χρόνο της θεσπίσεώς τους. Δεδομένου, όμως, ότι η απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως με το ως άνω αιτιολογικό συνδέεται με κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικών νόμων, το Δ΄ Τμήμα δεν απεφάνθη οριστικώς και με την ως άνω απόφαση 1206 / 2012 παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, προς επίλυση, το ζήτημα της συνταγματικότητας των εν λόγω διατάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής. 

4. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση κατά την παρούσα δικάσιμο απολιπομένου του αιτούντος, διότι, όπως προκύπτει από τις υπάρχουσες στην δικογραφία εκθέσεις επιδόσεως επιμελητρίας του Δικαστηρίου, στον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως και νομιμοποιήθηκε, ως πληρεξούσιος του αιτούντος, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος, έχουν επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, αντίγραφα της παραπεμπτικής αποφάσεως 1206 / 2012του Δ΄ Τμήματος και της πράξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή δικαστή για τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον της Ολομελείας. 

5. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ. 5040 / 1987 Ολομ., 1145 / 1988 Ολομ., 250 / 2009, 3578 / 2010 Oλομ.), με το άρθρο 15 του Συντάγματος – όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής που δεν επέφερε μεταβολή από την εξεταζόμενη άποψη – δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως ραδιοφωνικού σταθμού, αλλά η διαμόρφωση του δικαιώματος τούτου καταλείπεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος κατά τη θέσπιση των σχετικών διατάξεων τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Το κρατικό μονοπώλιο ραδιοφωνικών εκπομπών καταργήθηκε με τον ν. 1730 / 1987 (Α΄ 145), με τον οποίο επετράπη η ίδρυση και λειτουργία τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών κατόπιν διοικητικής αδείας, χορηγουμένης εκτός πλαισίου διαγωνιστικής διαδικασίας, επί τη βάσει των προϋποθέσεων και κριτηρίων που έτασσε ο ίδιος νόμος. Κατ’ εφαρμογήν του νόμου τούτου εκδόθηκαν άδειες ραδιοφωνικών σταθμών σε μεγάλο αριθμό. Παραλλήλως, από το έτος 1989 άρχισαν να λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί άνευ διοικητικής αδείας. Στην κατάσταση αυτή (της ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών άνευ αδείας) αναφέρεται η εισηγητική έκθεση του ν. 2328 / 1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις» (Α΄ 159), κατά την οποία, μετά τη χορήγηση, μέχρι το έτος 1989, διακοσίων εβδομήντα πέντε (275) αδειών λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, «το κρατικό ενδιαφέρον για την τοπική ραδιοφωνία ουσιαστικά σταμάτησε, με αποτέλεσμα όλο το ραδιοφωνικό τοπίο να καταστεί ανεξέλεγκτο». Με τον ως άνω ν. 2328 / 1995 θεσπίσθηκε νέο λεπτομερές σύστημα ρυθμίσεων, το οποίο προέβλεψε α) τα της χορηγήσεως, κατόπιν διαγωνιστικών διαδικασιών, αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών ως «δημόσιας λειτουργίας», β) τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η σχετική αίτηση, γ) τα κριτήρια για τη βαθμολόγηση των διαγωνιζομένων, δ) την διαδικασία της χορηγήσεως των αδειών και ε) τετραετή διάρκεια της ισχύος των αδειών και των ανανεώσεών τους (βλ. άρθρα 6 και 7 του νόμου). Σύμφωνα με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2328 / 1995, ο Υπουργός Τύπου (και ήδη μετά το άρθρο 19 του ν. 3051 / 2002 το Ε.Σ.Ρ.) προκηρύσσει τον μήνα Σεπτέμβριο εκάστου έτους, καθώς και όποτε άλλοτε υπάρχουν διαθέσιμες συχνότητες, συγκεκριμένες θέσεις αδειών κατά νομό, οι οποίες αντιστοιχούν σε συχνότητες και σε θέσεις εκπομπής που καθορίζονται με την κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του άρθρου 6 παρ. 4 του αυτού νόμου [ήτοι την απόφαση για τη διαμόρφωση του χάρτη ραδιοσυχνοτήτων ανά νομό]. Σύμφωνα δε με το έγγραφο 7652 / 18.10.2011 του Ε.Σ.Ρ. προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, χάρτες συχνοτήτων έχουν εκδοθεί για το σύνολο των νομών της χώρας (βλ. ειδικώς για τον νομό Ροδόπης την κ.υ.α. 75792 / 30.11.2000, Β΄ 1557), αλλά προκηρύξεις για την έκδοση αδειών εκδόθηκαν μόνο για τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης. Τέλος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ίδιο έγγραφο του Ε.Σ.Ρ, τα έτη 2001 και 2002 εκδόθηκαν και χορηγήθηκαν άδειες λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών εντός των ορίων του νομού Αττικής, ενώ για τον νομό Θεσσαλονίκης, παρά την έναρξη των διαγωνιστικών διαδικασιών, δεν εκδόθηκαν άδειες. 
6. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999 (Α΄ 295 / 30.12.1999) ορίσθηκαν τα εξής : «Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, που λειτουργούσαν την 1η Νοεμβρίου 1999, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2328 / 1995 για την προκήρυξη συγκεκριμένων θέσεων αδειών λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, οι ανωτέρω ραδιοφωνικοί σταθμοί εξακολουθούν να θεωρούνται νομίμως λειτουργούντες εντός των ορίων του αντίστοιχου νομού, εφόσον υποβάλουν αίτηση συμμετοχής στη σχετική διαγωνιστική διαδικασία και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν οι άδειες λειτουργίας για το νομό αυτό ή μέχρι την έκδοση σχετικής απορριπτικής απόφασης …». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται, για την ως άνω διάταξη, ότι έχουν εκδοθεί χάρτες συχνοτήτων και προκηρύξεις για ορισμένους νομούς της χώρας και ότι προβλέπεται η ολοκλήρωση, σε σύντομο χρονικό διάστημα, των σχετικών διαδικασιών και για τους υπόλοιπους νομούς, ώστε η προσπάθεια για να εδραιωθεί «νομιμότητα και διαφάνεια … στο ραδιοφωνικό τοπίο να έχει πλέον εισέλθει στην τελική ευθεία». Ακολούθως, θεσπίσθηκαν και οι εξής διατάξεις : Με το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β΄ του ν. 3444 / 2006 (Α΄ 46) ορίσθηκε ότι οι προκηρύξεις για τη χορήγηση ραδιοφωνικών αδειών έπρεπε να εκδοθούν μέχρι την 30.6.2006, η προθεσμία δε αυτή παρατάθηκε, μέχρι την 30.6.2007, με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548 / 2007 (Α΄ 68). Με το άρθρο 5 παρ. 7 εδ. β΄ του ν. 3592 / 2007 (Α΄ 161) ορίσθηκε ότι «Ως νομίμως λειτουργούντες ραδιοφωνικοί σταθμοί νοούνται αυτοί που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 25 / 1988 (ΦΕΚ 10 Α΄), των άρθρων 6 και 7 του ν. 2328 / 1995, όπως ισχύει, και του άρθρου 24 α΄ του ν. 2075 / 1992 (ΦΕΚ 129 Α΄), όπως ισχύει, καθώς και αυτοί που θεωρούνται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2778 / 1999 (ΦΕΚ 295 Α΄), της παρ. 29 του άρθρου 12 του ν. 3310 / 2005 (ΦΕΚ 30 Α΄)» [το οποίο αφορούσε τις άδειες σταθμών του νομού Αττικής], «της παρ. 7 του άρθρου 15 του ν. 3444 / 2006, και κάθε άλλης σχετικής διάταξης, όπως ισχύουν». Με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3592 / 2007 ορίσθηκε ότι «Η ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ιδιωτικών τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, που μεταδίδουν το πρόγραμμα τους με αναλογικό σήμα ελεύθερης λήψης, που εκπέμπουν στην περιοχή των συχνοτήτων 87,5 έως 107,7 Μεγακύκλων (MHZ), με διαμόρφωση κατά συχνότητα (FM), επιτρέπεται μετά από άδεια του Ε.Σ.Ρ., κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η συνέχιση της λειτουργίας των ήδη νομίμως λειτουργούντων ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών, κατά τα αναφερόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 5, προϋποθέτει τη συμμετοχή τους στη διαγωνιστική διαδικασία και τη χορήγηση της σχετικής άδειας. Μέχρι την έκδοση της σχετικής άδειας, θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως στη γεωγραφική περιοχή που εκπέμπουν, εφόσον υποβάλουν υποψηφιότητα στη διαγωνιστική διαδικασία». Με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3592 / 2007 η προθεσμία για την έκδοση προκηρύξεων αδειών λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών [που είχε παραταθεί, μέχρι την 30.6.2007, με τον προαναφερθέντα ν. 3548 / 2007] παρατάθηκε περαιτέρω μέχρι την 31.12.2007. Τέλος, με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3640 / 2008 (Α΄ 22) και με τα άρθρα 9 του ν. 3723 / 2008 (Α΄ 250), 38 του ν. 3775 / 2009 (Α΄ 122), 29 παρ. 4 του ν. 3838 / 2010 (Α΄ 49) και 49 παρ. 8 του ν. 3905 / 2010 (Α΄ 219) η ίδια προθεσμία παρατάθηκε, διαδοχικώς, μέχρι την 31.12.2011. 
7. Επειδή, δεδομένου ότι οι πάγιες διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 11 του ν. 2328 / 1995 όρισαν ότι οι χορηγήσεις και οι ανανεώσεις των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών ισχύουν για μία τετραετία, ο νομοθέτης δεν ηδύνατο να παρατείνει επ’ αόριστον, με μεταγενέστερες διατάξεις, τη λειτουργία των σταθμών που είχαν ήδη ιδρυθεί άνευ αδείας και με αυθαίρετη κατάληψη συχνοτήτων για τη μετάδοση προγραμμάτων με αναλογικό σήμα. Η παράταση της άνευ αδείας λειτουργίας των εν λόγω σταθμών θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή μόνον ως αποσκοπούσα στην ολοκλήρωση διοικητικών διαδικασιών για τον εφοδιασμό τους με άδειες και την εφεξής σύμφωνη τις διατάξεις του ν. 2328 / 1995 λειτουργία τους, υπό την περαιτέρω όμως προϋπόθεση ότι η διάρκεια της παρατάσεως θα ήταν εύλογη και, πάντως, δεν θα υπερέβαινε την τετραετία. Τούτο δε για τους εξής λόγους : Πρώτον, διότι από τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά, έχουν δε χαρακτήρα δημοσίου αγαθού οι περιορισμένες συχνότητες για τη μετάδοση ραδιοφωνικών προγραμμάτων με αναλογικό σήμα. Δεύτερον, διότι η συνταγματική αρχή της ισότητας δεν επιτρέπει να τίθενται σε εξόχως μειονεκτική θέση τα πρόσωπα, τα οποία, αν και είχαν πραγματική δυνατότητα και βούληση ιδρύσεως ραδιοφωνικών σταθμών, δεν έπραξαν τούτο αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε σχέση με πρόσωπα, τα οποία με την αυθαίρετη κατάληψη συχνοτήτων έθεσαν σε λειτουργία ραδιοφωνικούς σταθμούς άνευ αδείας. 
8. Επειδή, παρά την επιταγή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2328 / 1995 για την προκήρυξη θέσεων αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών για όλους τους νομούς της χώρας, αναλόγως των υπαρχουσών συχνοτήτων, δεν προκηρύχθηκαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, θέσεις αδειών για τους λοιπούς νομούς της χώρας πλην εκείνων της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, η δε διαδικασία της προκηρύξεως για τους δύο αυτούς νομούς απέληξε στην έκδοση αδειών μόνον για τον νομό Αττικής. Με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999 χαρακτηρίσθηκε νόμιμη η λειτουργία όλων των ραδιοφωνικών σταθμών που εξέπεμπαν άνευ αδείας την 1.11. 1999 και αυτή η ευνοϊκή, για τους ιδιοκτήτες των εν λόγω σταθμών, ρύθμιση συνδέθηκε με τη διενέργεια διαγωνιστικών διαδικασιών για την χορήγηση αδειών, στις οποίες οι ίδιοι υπεχρεούντο να μετάσχουν και οι οποίες, πάντως, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, επρόκειτο να περαιωθούν εντός συντόμου χρονικού διαστήματος. Κατά την προφανή δε έννοια του νόμου επεβάλλετο να διακόψουν αμέσως τη λειτουργία τους, όσοι εκ των λειτουργούντων την 1.11.1999 ραδιοφωνικών σταθμών δεν θα ελάμβαναν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την έκβαση των διαγωνιστικών διαδικασιών. Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, εάν οι διαγωνιστικές διαδικασίες επρόκειτο να περαιωθούν συντόμως, αλλά κατέστη οπωσδήποτε αντισυνταγματική μετά την πάροδο τετραετίας από την έναρξη της ισχύος του ν. 2778 / 1999. Κατ’ ακολουθίαν, αντισυνταγματικώς συνδέθηκε περαιτέρω η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση α) με το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β΄ του ν. 3444 / 2006 που όρισε ότι οι προκηρύξεις για τις άδειες έπρεπε να εκδοθούν μέχρι την 30.6.2006 και β) με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548 / 2007 που παρέτεινε την ως άνω προθεσμία μέχρι την 30.6.2007. 
9. Επειδή, η ευνοϊκή μεταχείριση των ιδιοκτητών των ραδιοφωνικών σταθμών, οι οποίοι είχαν τεθεί σε λειτουργία άνευ αδείας και εξέπεμπαν την 1.11.1999 με αυθαίρετη κατάληψη συχνοτήτων για τη μετάδοση προγραμμάτων με αναλογικό σήμα, συνεχίσθηκε με τις νεώτερες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 7 εδ. β΄ και 8 παρ. 1 εδ. β΄- γ΄ του ν. 3592 / 2007. Με τις διατάξεις αυτές επετράπη και πάλιν η λειτουργία των εν λόγω σταθμών, υπό τον όρο να λάβουν μέρος σε διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση αδειών που έπρεπε, κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του ίδιου νόμου, να προκηρυχθεί μέχρι την 31.12.2007. Παρά ταύτα, ούτε αυτή η προθεσμία τηρήθηκε [αλλά παρατάθηκε διαδοχικώς για τέσσερα έτη – με τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου παρ. 1 του ν. 3640 / 2008 και των άρθρων 9 του ν. 3723 / 2008, 38 του ν. 3775 / 2009, 29 παρ. 4 του ν. 3838 / 2010 και 49 παρ. 8 του ν. 3905 / 2010 – χωρίς και πάλι να εκδοθούν προκηρύξεις]. Επομένως, αν και επί δώδεκα έτη μετά τη θέση σε ισχύ των παγίων διατάξεων του ν. 2328 / 1995 δεν είχε προκηρυχθεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η προβλεπόμενη από τον νόμο αυτό διαγωνιστική διαδικασία για τη χορήγηση αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών για τους νομούς της χώρας, πλην των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, ο ως άνω ν. 3592 / 2007, ο οποίος όρισε και πάλιν ότι η διαγωνιστική διαδικασία επρόκειτο να διενεργηθεί, δεν έθεσε εύλογη προθεσμία για την περαίωσή της και τη χορήγηση των αδειών μετά την οφειλόμενη – κατά το άρθρο 20 παρ. 5 αυτού – έκδοση των σχετικών προκηρύξεων μέχρι την 31.12.2007, ούτε όρισε συγκεκριμένο και εύλογο χρόνο λήξεως της ανοχής της άνευ αδείας λειτουργίας των ραδιοφωνικών σταθμών. Όμως, με αυτή τη νέα επ’ αόριστον ανοχή παρακάμπτεται το πάγιο και εναρμονιζόμενο με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος καθεστώς του ν. 2328 / 1995, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών του κράτους δικαίου και της ισότητας, για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί στην σκέψη 7. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 7 εδ. β΄ και 8 παρ. 1 εδ. β΄- γ΄ του ν. 3592 / 1997 είναι ανεφάρμοστες και δεν προσδίδουν νόμιμο έρεισμα στην άνευ αδείας λειτουργία των εν λόγω ραδιοφωνικών σταθμών (πρβλ. ΣτΕ 3578 / 2010 Ολομ.). 
10. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η παράταση της λειτουργίας των ραδιοφωνικών σταθμών, οι οποίοι εξέπεμπαν την 1.11.1999 άνευ αδείας και με αυθαίρετη κατάληψη συχνοτήτων για τη μετάδοση προγραμμάτων με αναλογικό σήμα, δεν ήταν ανεκτή, από τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας, επ’ αόριστον και για σκοπό διάφορο της ολοκληρώσεως διοικητικών διαδικασιών, δια των οποίων οι εν λόγω σταθμοί θα ηδύναντο να εφοδιασθούν με άδειες και να λειτουργούν εφεξής σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2328 / 1995. Αβασίμως δε προβάλλει ό αιτών, με υπόμνημα κατατεθέν ενώπιον του Δ΄ Τμήματος, ότι η συνέχιση της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού του ήταν επιβεβλημένη βάσει των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, την ελεύθερη έκφρασή του και την εκ μέρους του πληροφόρηση του κοινού, διότι η κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των ως άνω αρχών του κράτους δικαίου και της ισότητας.

Αβάσιμος, ομοίως, είναι και ο προβαλλόμενος με το ίδιο υπόμνημα ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο η συνέχιση της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού του αιτούντος ήταν επιβεβλημένη από την συνταγματική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι συνταγματική προστασία δεν παρέχεται για επ’ αόριστον αυθαίρετη κατάληψη δημοσίων αγαθών, όπως είναι οι συχνότητες της ραδιοφωνίας.

Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Γ. Ποταμιάς, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη : Το σχετικό με τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση άρθρο 15 του Συντάγματος δεν θεσπίζει ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, επιτρέπει, όμως, την λειτουργία τέτοιων ιδιωτικών σταθμών, καθώς προβλέπει, ως μία μορφή αμέσου ελέγχου του Κράτους στην ραδιοφωνία και στην τηλεόραση, την δυνατότητα καθιερώσεως με νόμο «καθεστώτος προηγουμένης αδείας» (χωρίς, όμως, να επιβάλλει τέτοιο καθεστώς). Δεν αντίκεινται, συνεπώς, στο Σύνταγμα διατάξεις νόμου, με τις οποίες επιτρέπεται ευθέως, χωρίς πρόβλεψη διαδικασίας αδειοδοτήσεως, η ίδρυση και λειτουργία τέτοιων σταθμών, εφ’ όσον με αυτές διασφαλίζεται, δια της θεσπίσεως προϋποθέσεων, κανόνων λειτουργίας και κυρώσεων, ο ως άνω άμεσος έλεγχος του Κράτους και, δι’ αυτού, η εξυπηρέτηση των αναλυτικώς αναφερομένων στην παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου σκοπών. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 Α του Συντάγματος καθιερώνεται το ατομικό δικαίωμα στην πληροφόρηση. Εξ άλλου, με το άρθρο 10 παρ. 1 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53 / 1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) προστατεύεται, μεταξύ άλλων, και η «ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων», η ελευθερία δε αυτή αφορά και στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα (Ε.Δ.Δ.Α. 23.9.1994, Jersild σκ. 31). Και ορίζει μεν το τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 10 παρ. 1 ότι τα Κράτη δεν κωλύονται να «υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας … ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας», η ευχέρεια, όμως, αυτή – η οποία, ως εξαίρεση στους κανόνες των δύο πρώτων εδαφίων, είναι περιορισμένης σημασίας (Ε.Δ.Δ.Α. 28.3.1990 Groppera Radio AG σκ.61) και στενώς ερμηνευτέα (Ε.Δ.Δ.Α. 26.11.1991 Observer and Guardian σκ. 59 κ.α.) – μπορεί να ασκείται μόνο υπό τους περιορισμούς που ρητώς αναφέρονται στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 (Ε.Δ.Δ.Α. 11.10.1990 Glas Nadezhda σκ. 44 κ.α.), περιορισμούς οι οποίοι, όπως έχει κριθεί ήδη από το 1993 (Ε.Δ.Δ.Α. 11.10.1993 Informationsverein Lentia σκ. 39) «χάρη στις τεχνικές προόδους των τελευταίων δεκαετιών, δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται σε θεωρήσεις συνδεόμενες με τον αριθμό των διαθεσίμων συχνοτήτων και διαύλων» (επίσης Ε.Δ.Δ.Α. 20.10.1997 Radio ABC σκ. 33). Εξ άλλου, η προπαρατεθείσα ρύθμιση του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, είναι – όπως, άλλωστε, και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 7 εδ. β΄ του ν. 3592 / 2007 – απολύτως συνδεδεμένη με την εξαγγελία της προθέσεως της Πολιτείας να τηρήσει την, κατά την πάγια διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2328 / 1995, υποχρέωσή της να κινήσει τις προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή διαδικασίες αδειοδοτήσεως, ως πέρας δε της χρονικής διαρκείας ισχύος της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999, αλλά και της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 7 εδ. β΄ του ν. 3592 / 2007, προβλέφθηκε, ευνοήτως, η ολοκλήρωση των ως άνω διαδικασιών. Συνεπώς, εν όψει και των προεκτεθέντων, οι ανωτέρω μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες επέτρεψαν («θεώρησαν νόμιμες») εφεξής την λειτουργία των ραδιοφωνικών σταθμών που λειτουργούσαν κατά την έναρξη ισχύος τους, δεν εξεδήλωσαν την «ανοχή» του Κράτους προς υφισταμένη μη νόμιμη πραγματική κατάσταση, αλλά την αναγνώριση της ανάγκης διασφαλίσεως του δημοσίου συμφέροντος της ενημερώσεως των πολιτών, η οποία στοιχεί προς το προστατευόμενο από το άρθρο 5 Α του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα στην πληροφόρηση, και του ατομικού δικαιώματος του εκπέμπειν που προστατεύεται από το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α. Εν όψει τούτων και δεδομένου ότι, με αποκλειστική ευθύνη της Πολιτείας, δεν έχουν προκηρυχθεί, 14 έτη μετά την λήξη της τετραετούς ισχύος των αδειών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 7 του ν. 2328 / 1995, διαδικασίες αδειοδοτήσεως ραδιοφωνικών σταθμών, οι ανωτέρω μεταβατικές διατάξεις (καθώς και εκείνες που παρέτειναν την ισχύ τους) είναι απολύτως σύμφωνες με το Σύναγμα και την Ε.Σ.Δ.Α., λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπ’ όψιν ότι α) δεν αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα, θεμιτό λόγο περιορισμού της ελευθερίας του εκπέμπειν η επίκληση του περιορισμένου αριθμού συχνοτήτων και β) από κανένα προπαρασκευαστικό στοιχείο του νόμου ή στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει η ύπαρξη προσώπων που, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και βούληση να ιδρύσουν ραδιοφωνικό σταθμό, δεν έθεσαν αυθαιρέτως σε λειτουργία τέτοιο σταθμό, ώστε να τίθεται ζήτημα δυσμενούς μεταχερίσεώς τους.                         
11. Επειδή, η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως 407 / 28.7.2009 του Ε.Σ.Ρ., με την οποία αποφασίσθηκε η επιβολή της κυρώσεως της οριστικής διακοπής της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού HIT FM με την αιτιολογία που αναφέρεται στη σκέψη 2, δεν συνεπάγεται την επαναφορά του σταθμού σε νόμιμη λειτουργία, διότι ο εν λόγω σταθμός [με εξαίρεση την (λήξασα την 31.12.2003) τετραετία από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999] λειτουργεί παρανόμως κατά τα εκτεθέντα. Εξ άλλου, δεν προκύπτει από τις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας ότι η έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως αποκλείει τη συμμετοχή του αιτούντος σε μελλοντική διαγωνιστική διαδικασία για τη λήψη αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού ή ότι επιφέρει άλλες, δυσμενείς για τον αιτούντα, διοικητικής φύσεως συνέπειες πλην της διακοπής της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού HIT FM. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω της αλυσιτελείας – για τον αιτούντα – της ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Το ενδεχόμενο της εμμονής της Διοικήσεως στην ανοχή των παρανόμως λειτουργούντων ραδιοφωνικών σταθμών δεν αίρει την αλυσιτέλεια, διότι τέτοια εμμονή θα ήταν συνταγματικώς ανεπίτρεπτη. Αβασίμως δε προβάλλει ο αιτών, με το κατατεθέν ενώπιον του Δ΄ Τμήματος υπόμνημα, ότι στοιχειοθετεί παράβαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53 / 1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) η παράλειψη του Συμβουλίου της Επικρατείας να εξετάσει τους λόγους που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση και, ειδικότερα, εκείνους που αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλομένης. Τούτο, διότι η λυσιτέλεια είναι προϋπόθεση του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων που συνάπτεται με την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης και δεν αναιρεί το δικαίωμα στην παροχή δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Γ. Ποταμιάς, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη : Η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δεν παρίσταται αλυσιτελής, εφ’ όσον, κατά την προηγουμένως εκτεθείσα γνώμη τους, οι προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 1 του ν. 2778 / 1999 και 5 παρ. 7 εδ. β΄ του ν. 3592 / 2007 δεν αντίκεινται στο Σύναγμα. Αλλά, και υπό την εκδοχή ότι οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στο Σύνταγμα, δεν παρίσταται αλυσιτελής – ανώφελη για τον αιτούντα – η ακύρωση της προσβαλλομένης, αφού μόνη η απαγγελία της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων τούτων δεν είναι ικανή να άρει την, δια της επιδιωκομένης ακυρώσεως, επαναφορά του αιτούντος στην κατάσταση στην οποία ευρίσκετο πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, κατάσταση στην οποία, άλλωστε, ευρίσκονται και όλοι οι λειτουργούντες ραδιοφωνικοί σταθμοί που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Περαιτέρω, από το «δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο», που αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση του προστατευομένου από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, απορρέει η υποχρέωση του δικαστηρίου να εκφέρει, ιδίως στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, κρίση επί της ουσίας της διαφοράς (Ε.Δ.Δ.Α. 14.2.2007 Γιαννούσης – Κλιάφα Α.Ε. σκ. 26 κ.α.), εξετάζοντας τους ισχυρισμούς, τα αιτήματα, επιχειρήματα, και αποδεικτικά μέσα του διαδίκου (Ε.Δ.Δ.Α. Baldea σκ. 28, Nedzela σκ. 47 κ.α.), ενώ δικονομικοί περιορισμοί δεν επιτρέπεται να πλήσσουν την ουσία του εν λόγω δικαιώματος, αλλά είναι συμβατοί με το εν λόγω άρθρο μόνο αν αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση ενός θεμιτού σκοπού και αν υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητος μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκομένου σκοπού ( Ε.Δ.Δ.Α. 8.3.2007 Arma σκ. 29, 11.1.2001 Πλατάκου σκ. 35, 16.11.2000 Κούτρας σκ. 15 κ.α.). Εξ άλλου, προπόθεση για το θεμιτό της επεμβάσεως σε ατομικό δικαίωμα κατοχυρούμενο από την Ε.Σ.Δ.Α. είναι η θέσπισή της με νόμο, ο οποίος πρέπει να έχει, εκτός των άλλων, το στοιχείο της προβλεψιμότητος, ώστε να δύναται το υποκείμενο του δικαιώματος να προβλέψει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του (βλ. π.χ. επί του άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α., Ε.Δ.Δ.Α. 17.6.2008 Meltex σκ. 80, 11.10.2007 Glas Nadezhda σκ. 45 και 46, 29.8.1997 Worm σκ. 38 κ.α.). Εν όψει τούτων, η απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως, με τη σκέψη ότι είναι αλυσιτελής η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως επειδή κατέστησαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις βάσει των οποίων επιτρέπεται η λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού του αιτούντος, και η εντεύθεν παράλειψη του Δικαστηρίου να εκδικάσει την ουσία της διαφοράς, εξετάζοντας τους προβαλλόμενους από τον αιτούντα ισχυρισμούς, πλήσσει τον πυρήνα του ανωτέρω δικαιώματος, διότι δεν τελεί, ως περιορισμός του δικαιώματος αυτού, σε εύλογη σχέση αναλογικότητος προς οποιονδήποτε θεμιτό σκοπό. Η εν λόγω, άλλωστε, επέμβαση στο ως άνω δικαίωμα στερείται του στοιχείου προβλεψιμότητος, αφού, μέχρι της ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως, ο αιτών – δραστηριοποιούμενος επί πολλά έτη στον χώρο της ραδιοφωνίας με την λειτουργία του ρηθέντος ραδιοφωνικού σταθμού δυνάμει των ρητών ως άνω διατάξεων, των οποίων, μάλιστα, η συνταγματικότης δεν είχε αμφισβητηθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ., ειδικώς επί προσβολής αποφάσεων περί διακοπής λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού, ΣτΕ 554 – 8 / 2002 7μ., 2953 / 2004 7μ., 250 / 2009, 2573 / 2011 κ.α.). – δεν είχε καμιά ένδειξη για να προβλέψει την κήρυξη των διατάξεων τούτων ως αντισυνταγματικών και, κυρίως, την περαιτέρω δυσμενή ως άνω μεταχείρισή του. 
12. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την αίτηση. 
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. 
Επιβάλλει στον αιτούντα το ποσόν των εννεακοσίων είκοσι (920) ευρώ ως δικαστική δαπάνη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου του ίδιου έτους. 
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας 
  
  
 Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπασαράντη 
  
  
  
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ 
   Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί. 
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος. 
Αθήνα, ………………………………………. 
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας 
  

./. 
  

  

./.