ΣτΕ 3322/2013, Α τμ.7, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΣΚΥΛΙΑ, ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΟΤΑ ΕΑΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥΣ (ΜΕΙΟΨ0, ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΕ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑ ΑΠΟ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ , 926 ΕΥΘΥΝΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ

ΣΤΕ

Αριθμός 3322/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Αναπληρωτής Πρόεδρος, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Σπ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου.
Για να δικάσει την από 5 Μαρτίου 2007 αίτηση:
του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Ευαγγελία Μανίκα (Α.Μ. 12411), που την διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Ισιδώρου Ρούσου, κατοίκου Κάτω Μάννα Κουρουπίου Σύρου, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Αριστείδη Παρασκευόπουλο (Α.Μ. 19211), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Δήμος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3372/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Σπ. Χρυσικοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμον [άρθρα 276 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), και 36 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8)] καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 3372/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος δήμου κατά της 14263/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταρρυθμίστηκε η τελευταία αυτή απόφαση και αναγνωρίστηκε ότι ο δήμος όφειλε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 932 του Α.Κ. ποσό 90.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσίβλητος λόγω τραυματισμού του σε ατύχημα, το οποίο συνέβη στις 6.3.1998 στην οδό Ορφέως 151 στο Βοτανικό εξαιτίας πτώσης της μοτοσικλέτας του από επίθεση αδέσποτου σκύλου.
3. Επειδή, η υπόθεση έχει εισαχθεί προς συζήτηση στην επταμελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου με την από 13.12.2007 πράξη του Προέδρου του, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 εδ. α του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).
4. Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζει στο άρθρο 105 ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» και στο άρθρο 106 ότι «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις : 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, 2) επέλευση ζημίας και 3) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας (βλ. Σ.τ.Ε. 322/2009 7μελούς), χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου (βλ. Σ.τ.Ε. 1413/2006 7μελούς). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα ( Α.Κ.).
5. Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 2017/1992 (Α΄ 31) κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ζώων συντροφιάς, που έχει υπογραφεί στο Στρασβούργο στις 13-11-1987. Η Σύμβαση αυτή, η οποία τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 1.11.1992 σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 2 αυτής [βλ. ανακοίνωση της 18.5.1992 ( Α΄ 90) για τη θέση σε ισχύ της Σύμβασης], και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των διατάξεων των κοινών νόμων, ορίζει στο προοίμιό της ότι : «Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση», εκτιμώντας, μεταξύ άλλων, «τους κινδύνους που συνεπάγεται ο ζωικός υπερπληθυσμός για την υγιεινή, την υγεία και την ασφάλεια του ανθρώπου και των άλλων ζώων». Στο άρθρο 1 της Σύμβασης ορίζεται ότι : « Ορισμοί 1. Με τον όρο ζώο συντροφιάς εννοούμε κάθε ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στο σπίτι του για ευχαρίστησή του και σαν σύντροφός του. 2. … 5. Με τον όρο, αδέσποτο ζώο, εννοούμε κάθε ζώο συντροφιάς το οποίο, είτε δεν έχει σπίτι, είτε βρίσκεται εκτός των ορίων του σπιτιού του ιδιοκτήτη του ή του φύλακά του και δεν βρίσκεται υπό την άμεση επίβλεψη ή έλεγχο κανενός ιδιοκτήτη ή φύλακα. 6. …». Στο άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζεται ότι : «Πεδίο εφαρμογής και εφαρμογή 1. Κάθε μέρος υποχρεούται να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να αποκτήσουν ισχύ οι διατάξεις αυτής της Σύμβασης, όσον αφορά : α) …β) Ενδεχομένως, τα αδέσποτα ζώα. 2. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 12 ορίζονται τα εξής : « Μείωση του αριθμού των αδέσποτων ζώων Όταν το ένα μέρος κρίνει ότι ο αριθμός των αδέσποτων ζώων αποτελεί για αυτούς πρόβλημα πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία νομοθετικά και/ή διοικητικά μέτρα με μεθόδους, που δεν προξενούν πόνους, μήτε οδύνες, μήτε αναπόφευκτες αγωνίες. α) Τέτοια μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο: αα) αν τέτοια ζώα πρέπει να συλλαμβάνονται και αυτό να γίνεται με όσο το δυνατόν ελάχιστους ηθικούς και φυσικούς πόνους λαμβανομένης υπόψη της φύσης του ζώου ββ) αν τα ζώα που συλλαμβάνονται φυλακίζονται ή θανατώνονται, και αυτό να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στην παρούσα Σύμβαση. β) … Τέλος, στο άρθρο δεύτερο του ν. 2017/1992 ορίζεται ότι « Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων της κυρούμενης Σύμβασης ».
6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 1 του ν. 829/1978 «Περί καταπολεμήσεως της εχινοκκοκιάσεως – υδατιδώσεως, της λύσσης και των λοιπών ζωοανθρωπονόσων » (Α΄ 203), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος – πριν δηλαδή οι διατάξεις του νόμου αυτού, εκτός των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.1, 2 περιπτ β΄, γ΄, και δ΄, 4 και 5, καταργηθούν με το άρθρο 15 περίπτ. α΄ του ν. 3170/2003 (Α΄ 191) – ορίζονται τα εξής : « 1. Πρός πρόληψιν και εν γένει καταπολέμησιν της εχινοκοκκιάσεως – υδατιδώσεως, της λύσσης και των λοιπών μεταδιδομένων εις τον άνθρωπον ζωοανθρωπονόσων, αι Νομαρχιακαί Κτηνιατρικαί Υπηρεσίαι υποχρεούνται να εφαρμόζουν δωρεάν τα κάτωθι γενικά και ειδικά μέτρα: α) … γ) Την περισυλλογήν των άνευ συνοδού περιφερομένων εις κοινοχρήστους χώρους, ως και την θανάτωσιν των αδεσπότων και των επικινδύνων διά την δημοσίαν υγείαν κυνών. δ)… ζ)… 2. … 3…. 4. Διά Π.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Γεωργίας καθορίζεται ο τρόπος εφαρμογής των εις τας παρ.1 και 2 διαλαμβανομένων μέτρων, ο ορισμός του αδεσπότου και του επικινδύνου διά την δημοσίαν υγείαν κυνός, ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου ». Όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το ν. 829/1978, ο βασικός σκοπός του μέτρου της περισυλλογής των αδέσποτων σκύλων είναι η προστασία της δημόσιας υγείας από τις μολυσματικές νόσους, των οποίων φορείς είναι κυρίως οι σκύλοι (« Να εκλείψουν από τους δρόμους των χωριών και των πόλεων οι αγέλες των αδέσποτων σκύλων που, περιφερόμενοι πεινασμένοι και σε ημιάγρια κατάσταση, αποτελούν ένα συνεχή κίνδυνο για την δημόσια υγεία και την κτηνοτροφία ») [ βλ. Σ.τ.Ε. 439/1984 ]. Με βάση δε την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 829/1978 εκδόθηκε το π.δ. 400/1983 «Εφαρμογή των μέτρων καταπολέμησης της εχινοκοκκίασης – υδατίδωσης, της λύσσης και άλλων ζωοανθρωπονόσων» (Α΄ 151), το οποίο, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως με το π.δ. 289/1992 (Α΄ 148), ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, πριν δηλαδή οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, εκτός των παρ. 4 και 5 του άρθρου 9, καταργηθούν με το άρθρο 15 περίπτ. α΄ του ν. 3170/2003. Στο άρθρο 1 του προεδρικού αυτού διατάγματος ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις του Διατάγματος αυτού, εφαρμόζονται, για την καταπολέμηση της εχινοκοκκίασης – υδατίδωσης της λύσσας και όσων άλλων ζωοανθρωπονόσων προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις». Στο άρθρο 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 289/1992, ορίζεται ότι : «1. Η καταπολέμηση των ζωοανθρωπονόσων του άρθρου 1 ενεργείται σύμφωνα με ειδικό πρόγραμμα, το οποίο καταρτίζεται στα πλαίσια των διατάξεων του Ν. 829/1978 και του παρόντος διατάγματος από την αρμόδια κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας και εφαρμόζεται ανάλογα με τις υπάρχουσες ή τις παρουσιαζόμενες ανάγκες ταυτόχρονα σε όλη τη χώρα ή τμήματα αυτής. 2. Το ανωτέρω πρόγραμμα κοινοποιείται σε όλες τις περιφερειακές κτηνιατρικές υπηρεσίες, από τις οποίες οι νομαρχιακού επιπέδου μεριμνούν για την άμεση σύνταξη σχεδίου εφαρμογής του στο Νομό με βάση τις υπάρχουσες δυνατότητες. 3. Το προσαρμοσμένο στις τοπικές και ειδικότερες συνθήκες του Νομού πρόγραμμα, που μπορεί να περιλαμβάνει για το χρόνο εφαρμογής του την υλοποίηση όλων ή μέρους των προβλεπομένων μέτρων σε ολόκληρο το Νομό ή τμήματα αυτού, υποβάλλεται για έγκριση στο οικείο νομαρχιακό συμβούλιο με προοπτική να εφαρμοσθεί για ένα ή περισσότερα χρόνια. Κάθε τροποποίηση του αρχικά υποβληθέντος και εγκριθέντος προγράμματος (υλοποίηση έκτακτων μέτρων, επέκταση εφαρμογής του κ.λπ.) υπόκειται στην έγκριση του νομαρχιακού συμβουλίου. 4. … 5. Το πρόγραμμα τίθεται σε εφαρμογή με απόφασή του νομάρχη». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου διατάγματος, με τίτλο του άρθρου «Αδέσποτοι και επικίνδυνοι σκύλοι», όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 289/1992, ορίζεται ότι : « Οι σκύλοι χαρακτηρίζονται ως: α) Επικίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και τα παραγωγικά ζώα: όταν έχουν ηλικία άνω των δύο μηνών και δεν έχουν καταγραφεί στα ειδικά μητρώα των κτηνιατρικών υπηρεσιών οπουδήποτε και να βρίσκονται. β) Αδέσποτοι: όταν δεν έχουν σπίτι ή όταν βρίσκονται εκτός των ορίων του σπιτιού τους ή του φύλακά τους και δεν βρίσκονται υπό άμεση επίβλεψη ή έλεγχο κανενός ιδιοκτήτη ή φύλακα». Τέλος, στο άρθρο 8 του π.δ. 400/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του π.δ. 289/1992, ορίζονται τα εξής : «1. Η περισυλλογή των χωρίς συνοδό περιφερόμενων και η ενδεχόμενη θανάτωση των αδέσποτων και επικίνδυνων σκύλων, είναι δυνατό να ενεργείται από ειδικά εξουσιοδοτημένα συνεργεία τα οποία συγκροτούνται για ορισμένο χρόνο και περιοχή δράσης από Δήμους, Κοινότητες και ζωοφιλικά σωματεία. … Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις πρόκλησης σοβαρών προβλημάτων από αδέσποτα σκυλιά και όταν δεν αναπτύσσεται η σχετική δραστηριότητα από τους πιο πάνω φορείς είναι δυνατό, μετά από σχετική εισήγηση της Δ/νσης Κτηνιατρικής, να δίδεται εντολή από τον νομάρχη σε φορέα τοπικής αυτοδιοίκησης για την συγκρότηση του απαραίτητου συνεργείου. 2. Η εν γένει δράση των πιο πάνω συνεργείων παρακολουθείται από τις οικείες κτηνιατρικές υπηρεσίες, οι οποίες παρέχουν σχετικές οδηγίες, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την τήρηση των αρχών περί προστασίας των ζώων. 3. Βασική επιδίωξη των συνεργείων είναι η σύλληψη των σκύλων της παρ. 1 με δίχτυα, απόχες και άλλα κατάλληλα μέσα. … 4. Οι σκύλοι που περισυλλέγονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ή παραδίδονται ως ανεπιθύμητοι από τους ιδιοκτήτες τους, κρατούνται σε καταφύγια ζώων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1, παρ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ζώων συντροφιάς που κυρώθηκε με το Ν. 2017/1992 (Α΄ 32), … Ως καταφύγια ζώων νοούνται και τα κυνοκομεία. … 5. Οι πιο πάνω χώροι (καταφύγια) κατασκευάζονται και λειτουργούν από δήμους, κοινότητες και ζωοφιλικά σωματεία. Η λειτουργία παρόμοιων εγκαταστάσεων του Δημοσίου μπορεί να ανατίθεται στους φορείς του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση του οικείου Νομάρχη. … 6. Σκοπός των καταφυγίων της παρ. 4 είναι η επί σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα διαβίωση των ζώων σ` αυτά εν αναμονή εμφάνισης ιδιοκτήτη. …». Κατ’ επίκληση των άρθρων 1 και 3 του ν. 829/1978, του άρθρου δεύτερου του ν. 2017/1992, του π.δ. 400/1983, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 289/1992, και του άρθρου 1 του π.δ. 133/1992 με τίτλο «Επιβολή υγειονομικών και λοιπών μέτρων για την προστασία και εξυγίανση της κτηνοτροφίας από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα των ζώων» (Α΄ 66) εκδόθηκε η 340105/23.4.1993 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με τίτλο «Εφαρμογή προγράμματος καταπολέμησης της εχινοκοκκίασης – υδατίδωσης, της λύσσας, της λεϊσμανίασης και των άλλων ζωοανθρωπονόσων» (Β΄ 313/4.5.1993). Με το άρθρο 1 της υπουργικής αυτής απόφασης εγκρίθηκε η εφαρμογή του ειδικού κρατικού προγράμματος για την καταπολέμηση της εχινοκοκκίασης- υδατίδωσης, της λύσσας, της λεϊσμανίασης και των άλλων ζωοανθρωπονόσων, που είναι ενδεχόμενο να μεταδοθούν από το σκύλο στον άνθρωπο, το κείμενο του οποίου έχει ως εξής: « ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ Τίτλος Πρόγραμμα καταπολέμησης της Εχινοκοκκίασης – υδατίδωσης, λύσσας, λεϊσμανίασης και λοιπών ζωοανθρωπονόσων στην Ελλάδα. Φορέας Δ/νση Υγείας των Ζώων του Υπ. Γεωργίας. Ειδικός Φορέας Τμήμα Ζωοανθρωπονόσων. Χρονική Περίοδος Εφαρμογής Από το 1993 και για δέκα χρόνια με δυνατότητα παράτασης σύμφωνα με μεταγενέστερες εκτιμήσεις Υπολογισθείσα δαπάνη 2.500.000.000 δρχ. (για μια δεκαετία). … Χρηματοδοτικός Φορέας Υπουργείο Γεωργίας Φορείς που συμβάλλουν 1. Υπουργείο Εσωτερικών 2. Υπ. Εθν. Παιδείας & Θρ/των 3. Υπ. Υγείας και Πρόνοιας 4. Υπ. Δημόσιας Τάξης 5. Ιδιώτες Κτηνίατροι 6. Ζωοφιλικά Σωματεία 7. Κυνηγετικοί Σύλλογοι 8. Διεθνείς Οργανισμοί 1. ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 1.1. Επιδημιολογικά και Επιζωοτιολογικά Στοιχεία Το πρόγραμμα άρχισε να εφαρμόζεται στη Χώρα μας από το 1983 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με επιτυχία. … 1.2….1.2.1….1.2.2…. 1.3…. 1. ΣΧΕΔΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Το πρόγραμμα χωρίζεται στα παρακάτω σχέδια. – Στάδιο προκαταρκτικό – Στάδιο προετοιμασίας – Στάδιο εκτέλεσης του προγράμματος – Στάδιο αξιολόγησης-έρευνας 2.1. Προκαταρκτικό στάδιο…. 2.2. Στάδιο προετοιμασίας. Στη φάση αυτή γίνονται οι παρακάτω ενέργειες. 2.2.1. Διοικητικές πράξεις. α) Έκδοση “ΑΠΟΦΑΣΗΣ” Νομάρχη σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 5 του Π.Δ. 289/92 “Τροποποίηση του Π.Δ/τος 400/83”. β) Έκδοση “ΑΠΟΦΑΣΗΣ” Νομάρχη για την συγκρότηση ειδικών συνεργείων εξέτασης των σκύλων (υπόδειγμα 1 ). Διευκρινίσεις – Οδηγίες 1. Δεν απαιτείται “Έγκριση” Υπουργού Γεωργίας για την εφαρμογή του προγράμματος. 2. …. 7. Έκδοση “ΑΠΟΦΑΣΗΣ” από Δήμους και Κοινότητες για τον ορισμό φορέων συγκρότησης ειδικών συνεργείων περισυλλογής αδέσποτων σκύλων για ορισμένο χρόνο. Κάθε συνεργείο πρέπει να απαρτίζεται από 2-4 άτομα, … 8. Ο ρόλος των κτηνιατρικών υπηρεσιών για τη σύσταση συνεργείων περισυλλογής, κατασκευή ή βελτίωση ήδη υπαρχόντων κυνοκομείων και νεκροταφείων ζώων, θα είναι καθαρά συμβουλευτικός. 9. Σύμφωνα με το Π.Δ. 289/92, η δράση των συνεργείων περισυλλογής και η λειτουργία των καταφύγιων, παρακολουθείται από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, οι οποίες παρέχουν σχετικές οδηγίες, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την τήρηση των αρχών περί προστασίας των ζώων. 2.2.2. …. 2.3. Στάδιο εκτέλεσης του προγράμματος. Αποτελεί την κύρια φάση του προγράμματος κατά τη διάρκεια της οποίας αναπτύσσονται οι παρακάτω δραστηριότητες. 2.3.1…. 2.3.2. Περισυλλογή αδεσπότων σκύλων. Οι φορείς που θα αναλάβουν την περισυλλογή των αδέσποτων ή χωρίς συνοδό περιφερόμενων σκύλων, προγραμματίζουν τις μετακινήσεις των συνεργείων τα οποία ενεργούν σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 8 του Π.Δ. 400/83 ως έχει τροποποιηθεί από το Π.Δ. 289/ 92. Οι φορείς περισυλλογής αδεσπότων σκύλων υποβάλλουν στις Νομαρχιακού επιπέδου κτηνιατρικές υπηρεσίες κάθε μήνα, κατάσταση με τον αριθμό των σκύλων που περισυνέλεξαν (υπόδειγμα 19). Δεδομένου ότι δεν υπάρχει υποδομή για την περισυλλογή όλων των αδεσπότων σκύλων της Χώρας θα πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στα πλέον προβληματικά ζώα, όπως τα λυσσύποπτα, τα επιθετικά, ή σε όσα χρειάζονται βοήθεια, όπως άρρωστα ή τραυματισμένα. ( όπως το επόμενο εδάφιο προστέθηκε με την 359342/14-6/22-6-1993 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, Β΄ 446) … 2.3.3. `Ιδρυση-Οργάνωση καταφύγιων – κυνοκομείων. Από ένα ή περισσότερα Ζωοφιλικά Σωματεία, Δήμους ή Κοινότητες, κατασκευάζονται και λειτουργούν καταφύγια -κυνοκομεία, στα οποία θα συγκεντρώνονται τα περισυλλεγόμενα σκυλιά, καθώς και εκείνα από τα οποία θέλουν οι ιδιοκτήτες τους να απαλλαγούν. … ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ κάθε δραστηριότητα περισυλλογής εφόσον δεν υπάρχει πρόνοια και κατάλληλη υποδομή για την παραμονή των σκύλων σε κάποιο καταφύγιο – κυνοκομείο στην περιοχή δικαιοδοσίας του συνεργείου ή εκτός αυτής. Το ύψος της αποζημιώσεως που θα καταβάλλεται για την περισυλλογή σκύλων, θα καθορίζεται από τους Δ/ντάς των αρμοδίων κτηνιατρικών υπηρεσιών, ανάλογα με την υπάρχουσα προσφορά και ζήτηση και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. … Την … συντήρηση των σκύλων είναι δυνατόν να αναλαμβάνουν τα ζωοφιλικά σωματεία ή οι ζωόφιλοι της περιοχής. Επίσης είναι επιθυμητή κάθε προσπάθεια υιοθεσίας των σκύλων από τους ζωόφιλους της περιοχής. … Ο χρόνος παραμονής των σκύλων στα καταφύγια- κυνοκομεία, θα καθορίζεται ΜΟΝΟ από τις διοικήσεις τους οι οποίες θα αποφασίζουν σε ποιες περιπτώσεις θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις που προβλέπονται από το Π.Δ. 289/92, άρθρο 8 παρ. 6. Επιθυμητόν είναι, για την αποφυγή τριβών, στις διοικήσεις των κυνοκομείων να συμμετέχουν και ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι ζωοφιλικών σωματείων. 2.3.3.1….».
7. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 24 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ( π.δ. 410/1995, Α΄ 231), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, με τίτλο του άρθρου «Αρμοδιότητες», ορίζεται ότι : « 1. Η Διοίκηση όλων των τοπικών υποθέσεων ανήκει στην αρμοδιότητα των δήμων και των κοινοτήτων, κύρια μέριμνα των οποίων αποτελεί η προαγωγή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των πολιτιστικών και πνευματικών ενδιαφερόντων των κατοίκων της. Στην αρμοδιότητα των δήμων και των κοινοτήτων ανήκουν ιδίως: α)… η) η προστασία του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος, η προστασία της ζωής και της υγείας των κατοίκων και η κατάρτιση ειδικών προγραμμάτων πρόληψης, άμεσης βοήθειας και θεραπείας, θ)…».
8. Επειδή, σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος και παρατίθεται στη σκέψη 6, το ζήτημα της περισυλλογής των αδέσποτων σκύλων αντιμετωπιζόταν από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες του τότε Υπουργείου Γεωργίας και των νομαρχιών μέσα στα πλαίσια, κυρίως, της εξυπηρέτησης του σκοπού καταπολέμησης των μεταδιδόμενων στον άνθρωπο ζωοανθρωπονόσων και της προστασίας της δημόσιας υγείας και. παρακολουθηματικώς, της εξυπηρέτησης της δημόσιας ασφάλειας. Την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων πραγματοποιούσαν ειδικά συνεργεία, τα οποία συγκροτούσαν για ορισμένο χρόνο και περιοχή δράσης οι οικείοι δήμοι και κοινότητες ή ζωοφιλικά σωματεία. Ειδικότερα, το άρθρο 6 του π.δ. 289/1992 απένεμε στα όργανα, μεταξύ άλλων, των δήμων διακριτική ευχέρεια, προκειμένου να σταθμίζουν την ανάγκη συγκρότησης συνεργείων περισυλλογής αδέσποτων σκύλων σε συγκεκριμένη περιοχή δράσης και για ορισμένο χρόνο, ενόψει των περιστάσεων και των εκτιμώμενων κινδύνων για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια και αφού λαμβανόταν υπόψη η υπάρχουσα υποδομή για την παραμονή των σκύλων σε κάποιο καταφύγιο – κυνοκομείο στην περιοχή αρμοδιότητας του συνεργείου ή εκτός αυτής, χωρίς να εξαρτά τη συγκρότηση των συνεργείων αυτών από την προηγούμενη εντολή του οικείου νομάρχη ∙ τέτοια εντολή μπορούσε να δώσει ο νομάρχης ύστερα από εισήγηση της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις πρόκλησης σοβαρών προβλημάτων από αδέσποτα σκυλιά και αδράνειας των οργάνων του δήμου.

Από τα ανωτέρω – και ανεξάρτητα από τυχόν συντρέχουσα ευθύνη του Δημοσίου – προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από επίθεση αδέσποτου σκύλου, ευθύνεται, κατ’ αρχήν, ο οικείος δήμος. Το περαιτέρω, όμως, ζήτημα αν είναι παράνομη η παράλειψη των οργάνων του δήμου να συγκροτήσουν συνεργεία περισυλλογής αδέσποτων ζώων – παράλειψη που οφείλεται σε κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας των πιο πάνω οργάνων – με συνέπεια να θεμελιώνεται αστική ευθύνη του δήμου έναντι του ζημιωθέντος με βάση τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., επιλύεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Για την τελική δε κρίση πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθώς και αν τα όργανα του δήμου γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την παρουσία αδέσποτων σκύλων στην περιοχή πριν από το ατύχημα και παρά ταύτα παρέλειψαν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή των κινδύνων που απορρέουν από τα ζώα αυτά, χωρίς να αρκεί μόνη η διαπίστωση της ύπαρξης αγέλης αδέσποτων σκύλων στην περιοχή.

 Κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Σπ. Χρυσικοπούλου, από την ύπαρξη μέσα σε αστική περιοχή αγέλης αδέσποτων σκύλων, δηλαδή πλήθους αδέσποτων σκύλων που ζουν και μετακινούνται μαζί, δημιουργείται εξ αντικειμένου κίνδυνος βλάβης της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή των πραγμάτων τρίτων προσώπων. Τα όργανα του δήμου οφείλουν και μπορούν να γνωρίζουν το γεγονός της ύπαρξης αγέλης αδέσποτων σκύλων μέσα στην περιφέρειά τους επιδεικνύοντας οποιαδήποτε επιμέλεια (άρθρο 330 του Α.Κ.) και έχουν τη δυνατότητα να αποτρέπουν τον κίνδυνο προσβολής έννομων αγαθών τρίτων με τα επιβαλλόμενα στην περίπτωση αυτή πιο πάνω μέτρα περισυλλογής αδέσποτων σκύλων. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, στην περίπτωση ατυχήματος το οποίο προκλήθηκε σε τρίτο από αδέσποτο σκύλο που βρισκόταν σε αγέλη, αρκεί μόνο το γεγονός της ύπαρξης αγέλης αδέσποτων σκύλων μέσα στην περιφέρεια του δήμου για να είναι παράνομη η παράλειψη των οργάνων του να λάβουν τα πιο πάνω μέτρα αποτροπής του κινδύνου και να θεμελιωθεί ευθύνη του δήμου έναντι του ζημιωθέντος. Δεν απαιτείται δε στην περίπτωση αυτή τα όργανα του δήμου να γνώριζαν πριν από το ατύχημα ότι η παρουσία αδέσποτων σκύλων στην περιοχή είχε λάβει ιδιαίτερες διαστάσεις, αφού η ύπαρξη αγέλης αδέσποτων σκύλων μέσα στην περιφέρεια του δήμου συνδέεται με τον κίνδυνο προσβολής των έννομων αγαθών τρίτων προσώπων. Κατά την ειδικότερη, επίσης, γνώμη του Παρέδρου Δ. Εμμανουηλίδη, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος η υποχρέωση των δήμων να μεριμνούν για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων στην εδαφική περιφέρειά τους προέκυπτε ευθέως από το άρθρο 24 παρ. 1 περίπτ. η του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995) και, συνεπώς, η παράλειψη των οργάνων του δήμου να συγκροτήσουν ειδικά συνεργεία περισυλλογής τους και να κατασκευάσουν καταφύγια ζώων παραβιάζει τη διάταξη αυτή και θεμελιώνει ευθύνη του δήμου για τη ζημία τρίτου από αδέσποτο σκύλο. Μειοψήφησε ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Α. Ράντος, ο οποίος διατύπωσε την γνώμη ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος του ν. 3170/2003, η βασική αρμοδιότητα για τη διαχείριση και την περισυλλογή των αδέσποτων σκύλων ανήκε στο Δημόσιο, και συγκεκριμένα, στις αρμόδιες για την προστασία των ζώων κτηνιατρικές υπηρεσίες του τότε Υπουργείου Γεωργίας και των οικείων νομαρχιών, που είχαν την εξουσία να δίδουν τις σχετικές εντολές και να παρακολουθούν την εφαρμογή τους, όταν παρίστατο ανάγκη ή οι άλλοι φορείς αδρανούσαν. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 6 του π.δ. 289/1992, οι Δήμοι και οι Κοινότητες [οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.)], με συντρέχουσα «αρμοδιότητα» και των ζωοφιλικών σωματείων, είχαν απλώς τη δυνατότητα να συγκροτούν εδικά συνεργεία περισυλλογής αδέσποτων σκύλων, αν και εφόσον υπήρχε κατάλληλη υποδομή με τη λειτουργία κάποιου καταφυγίου – κυνοκομείου στην περιοχή αρμοδιότητας του συνεργείου ή εκτός αυτής. Ο οικείος νομάρχης είχε πάντως την αρμοδιότητα, ύστερα από εισήγηση της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής, να δίδει προς τούτο εντολή στα όργανα του οικείου Ο.Τ.Α. Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, αν δεν είχε δοθεί τέτοια εντολή από το νομάρχη στα όργανα του εναγόμενου Δήμου, την ευθύνη για ατύχημα που προξενούσε αδέσποτος σκύλος σε τρίτο από την παράλειψη περισυλλογής του αδέσποτου σκύλου είχε το Δημόσιο και όχι ο Δήμος.
9. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι από τα στοιχεία του φακέλου προέκυπταν τα ακόλουθα : Στις 6 Μαρτίου 1998 και ώρα 07:00 περίπου και ενώ ο εφεσίβλητος – αναιρεσίβλητος κατευθυνόταν με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του από την οικία του στον τόπο εργασίας, στην οδό Ορφέως 151 στο Βοτανικό, εμφανίστηκε μία αγέλη αδέσποτων σκύλων, ένας από τους οποίους ξαφνικά αποκόπηκε από τους υπόλοιπους και κατευθύνθηκε προς τη μοτοσικλέτα του απειλητικά. Παρά την προσπάθειά του, ο αναιρεσίβλητος δεν κατόρθωσε να τον αποφύγει, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να επιπέσει στο σκύλο και να ανατραπεί. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να σκοτωθεί ο σκύλος και ο αναιρεσίβλητος να τραυματιστεί σοβαρά και να μεταφερθεί στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», όπου οι γιατροί διέγνωσαν «Βαρεία Κρανιοεγκεφαλική Κάκωση – Διάχυτο Εγκεφαλικό Οίδημα – Θλάση πνεύμονα – Υποκάμψιο Αιμάτωμα Αριστερού νεφρού – Αιμάτωμα Αριστερού Οφθαλμού – Πάρεση Αριστερού περονιαίου νεύρου και ωλενίου στο χέρι και στο πόδι. Λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας έγινε τραχειοτομή και τοποθετήθηκε αναπνευστήρας». Εξαιτίας του ατυχήματος, που χαρακτηρίστηκε εργατικό, ο αναιρεσίβλητος κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 80%, σύμφωνα με την 173/4.11.1999 γνωμάτευση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την 6884/1999 απόφαση του Πταισματοδικείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος για την κατηγορία ότι « στις 6.3.1998 και ώρα 7.00 κατελήφθη στην οδό Ορφέως αρ. 151 να οδηγεί την με αρ. ΑΒΜ – 0785 δίκυκλη μοτοσικλέτα του χωρίς να έχει, όπως επιβάλλεται, τον έλεγχό της ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να επιπέσει η μοτοσικλέτα του σε διερχόμενο αδέσποτο σκύλο, να ανατραπεί, να τραυματιστεί ο ίδιος και να υποστεί η μοτοσικλέτα υλικές ζημίες, κατά παράβαση του άρθρου 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2094/1992)». Με την από 10.7.2001 ένδικη αγωγή του, που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του εκκαλούντος- αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες των εναγομένων παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας των πολιτών από τα αδέσποτα σκυλιά, περισυλλέγοντας αυτά και φιλοξενώντας τα σε ειδικά καταφύγια, τα οποία όφειλαν να κατασκευάσουν. Λόγω δε της παράλειψης αυτής και της συνεπεία αυτής πρόκλησης του πιο πάνω ατυχήματος ισχυρίστηκε ότι υπέστη ηθική βλάβη, η οποία συνίστατο στην προσβολή της υγείας και της προσωπικότητάς του. Και τούτο, διότι σε ηλικία 39 ετών έγινε παραπληγικός και ανίκανος προς εργασία, καταστράφηκε η οικογενειακή ζωή του και στερήθηκε τη χαρά να αποκτήσει απογόνους, αφού η σύζυγός του τον εγκατέλειψε. Εξαιτίας όλων αυτών κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και βρίσκεται σε συνεχή παρακολούθηση ψυχολόγου και νευρολόγου για την αντιμετώπιση της μόνιμης κατάθλιψης, στην οποία έχει περιπέσει. Ζήτησε δε με τη αγωγή του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας χρηματική ικανοποίηση 1.000.000.000 δρχ. (2.934.703 ευρώ). Ύστερα από μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με το από 2.2.2004 υπόμνημα του αναιρεσιβλήτου και την παραίτησή του στο ακροατήριο από το δικόγραφο της αγωγής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το διοικητικό πρωτοδικείο με την πρωτόδικη απόφαση έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος δήμου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ποσό 117.388 ευρώ. Το διοικητικό εφετείο, δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντος δήμου, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, όπως ο ίδιος ο Δήμος Αθηναίων συνομολόγησε, δεν είχε εκδώσει, όπως όφειλε, αποφάσεις για τον ορισμό φορέων συγκρότησης ειδικών συνεργείων περισυλλογής αδέσποτων σκύλων για ορισμένο χρόνο, ούτε είχε συγκροτήσει τέτοια συνεργεία, αλλ’ ούτε είχε κατασκευάσει καταφύγια αδέσποτων ζώων και ότι οι παραλείψεις αυτές του δήμου ήταν παράνομες κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Επομένως, έκρινε τελικώς το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος τραυματίστηκε και κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 80% μετά την ανατροπή της μοτοσικλέτας του εξαιτίας της πτώσης επ’ αυτής αδέσποτου σκύλου, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία καθόρισε το δικαστήριο στο ποσό των 90.000 ευρώ.
10. Επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφησε (βλ. σκέψη 8), το διοικητικό εφετείο, δεχόμενο ότι συνέτρεχε η απαιτούμενη από τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. προϋπόθεση της παράνομης παράλειψης των οργάνων του δήμου να συγκροτήσουν ειδικό συνεργείο περισυλλογής αδέσποτων σκύλων και να κατασκευάσουν καταφύγιο αδέσποτων ζώων, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στη σκέψη 6 και πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του αυτή. Και τούτο, διότι δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα περιστατικά εκείνα που απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για τη θεμελίωση της αστικής ευθύνης του δήμου από την παράλειψη των οργάνων του να λάβουν μέτρα περισυλλογής αδέσποτων σκύλων και, συγκεκριμένα, δεν εκθέτει ότι α) η περιπλάνηση αδέσποτων σκύλων στην περιοχή κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε λάβει ιδιαίτερες διαστάσεις που καθιστούσαν αναγκαία τη λήψη εκ μέρους των οργάνων του δήμου των πιο πάνω μέτρων για την αποτροπή της προσβολής της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της περιουσίας τρίτων προσώπων, ούτε ότι β) τα όργανα του δήμου γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν το πρόβλημα αυτό πριν από το ατύχημα. Βασίμως λοιπόν προβάλλεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης (άρθρο 56 παρ. 1 περ. δ του π.δ. 18/1989). Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αποβαίνει δε περιττή η εξέταση των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης. Περαιτέρω, η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. Επίσης, και κατά τη γνώμη του Προέδρου είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης με άλλη βάση, δηλαδή διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεν υπήρχε από το νόμο υποχρέωση του αναιρεσείοντος δήμου να λάβει μέτρα περισυλλογής αδέσποτων σκύλων, αλλά η σχετική υποχρέωση ανήκε στο Δημόσιο. Συνεπώς, θα έπρεπε κατά τη γνώμη αυτή, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, περαιτέρω δε, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, θα έπρεπε, τελικώς, να απορριφθεί η κατά του Δήμου αγωγή του ενάγοντος – αναιρεσιβλήτου για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Κατά τη γνώμη όμως της Συμβούλου Σπ. Χρυσικοπούλου, εφόσον το διοικητικό εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανελέγκτως κατ’ αναίρεση, και δεν αμφισβητήθηκε ειδικότερα από τον αναιρεσείοντα στα δικαστήρια της ουσίας, ότι ο σκύλος που προκάλεσε τη ζημία του αναιρεσιβλήτου αποκόπηκε από αγέλη αδέσποτων σκύλων που εμφανίστηκε στην περιοχή του Βοτανικού, μόνο το γεγονός της ύπαρξης αγέλης αδέσποτων σκύλων στην περιοχή, όπως δέχθηκε ανελέγκτως το δικαστήριο, αρκεί για να συντρέξει στην επίδικη περίπτωση η προϋπόθεση για τη θεμελίωση ευθύνης του αναιρεσείοντος δήμου λόγω της παράνομης παράλειψης των οργάνων του, παράλειψης δηλαδή που τελέστηκε κατά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας των οργάνων του δήμου όσον αφορά τη λήψη μέτρων για την αποτροπή του ζημιογόνου για τον αναιρεσίβλητο αποτελέσματος. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, η πιο πάνω κρίση του διοικητικού εφετείου για τη συνδρομή της παράνομης παράλειψης των οργάνων του αναιρεσείοντος δήμου είναι νόμιμη, ανεξάρτητα από την ειδικότερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, και ο σχετικός λόγος αναίρεσης έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, κατά τη γνώμη του Παρέδρου Δ. Εμμανουηλίδη, εφόσον η παράλειψη των οργάνων του αναιρεσείοντος δήμου να συγκροτήσουν ειδικό συνεργείο περισυλλογής αδέσποτων σκύλων και να κατασκευάσουν καταφύγιο ζώων παραβιάζει ευθέως το άρθρο 24 παρ. 1 περ. η του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995), η πιο πάνω κρίση του διοικητικού εφετείου είναι νόμιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης έπρεπε να απορριφθεί ως αλυσιτελής.  

Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την 3372/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ως δικαστική δαπάνη το ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2010
 Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος  Η Γραμματέας


 Αθ. Ράντος  Α. Κολιοπούλου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2012.
 Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος


 Νικ. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
 Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
 Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος