ΣτΕ 3325/2014, Στ, ΕΚΤΕΛΕΣΗ, ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΕΠΕΙΝ ΝΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΑΛΛΩΣ ΕΙΝΙΑ ΑΚΥΡΗ Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΔΑΣΙΑ

ΣΤΕ

Αριθμός 3325/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Στ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 19 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση: 
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Νέας Σμύρνης Αττικής, ο οποίος παρέστη με την Σταυρούλα Καλαμπαλίκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά του Παναγιώτη Ιατρόπουλου, κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής (Θράκης 22), ο οποίος δεν παρέστη. 
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 721/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. 
Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Λαμπροπούλου. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως 721/2006 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως 1077/2004 του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, ομόρρυθμου μέλους των εταιρειών «Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ – Δ. ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑΚΗΣ Ο.Ε.» και «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΜΠΑΝΗΣ και ΣΙΑ Ε.Ε.», κατά της υπ’ αριθμ. 3407/19.4.2002 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, για χρέη των ως άνω εταιρειών προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 352.634,44 ευρώ. 
2. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 356/1974, Α΄ 90), ορίζεται ότι : «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, …. ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου. … 2. Νόμιμος τίτλος είναι : α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται. β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυομένη οφειλή. γ) …» και με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα ότι : «1. ΄Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην δια της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι’ υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. … 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων». Περαιτέρω, ο ν. 2717/1999, (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, Α΄ 97), ορίζει στο άρθρο 217 ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) …»., στο άρθρο 224 ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. … 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. …», στο άρθρο 225 ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής» και στο άρθρο 228 ότι: «1. Η προθεσμία άσκησης, καθώς και η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. Στις περιπτώσεις α΄, β΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 217, ενόσω εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί να υποβληθεί, από τον ανακόπτοντα, αίτηση αναστολής της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. 2. …». Τέλος, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει».

Κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως έχει κριθεί, η ατομική ειδοποίηση ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του ποσού του χρέους του οφειλέτη του Δημοσίου και αποσκοπεί στο να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη το χρέος του και η αιτία του, ούτως ώστε να δυνηθεί αυτός να στραφεί με τα ένδικα μέσα που προβλέπει ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, (ανακοπή και αναστολή εκτελέσεως), κατά της πράξης ταμειακής βεβαιώσεως ή να προβεί σε ρύθμιση του χρέους του. Δεδομένου τούτου και του ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Κ.Ε.Δ.Ε., (ν.δ. 356/1974), πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η μη περιέλευση ή η καθυστερημένη περιέλευση της ατομικής ειδοπoιήσεως στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν από τη λήψη συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση κινητών ή ακινήτων του, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό της μη περιέλευσης ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σ’ αυτόν της ατομικής ειδοποιήσεως (ΣτΕ 29/2013, 1806/2011, 1705/2008, 2701/2011, πρβλ. 1642-4, 1639/2003 ). 
3. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την υπ’ αριθμ. 3407/19.4.2002 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κατασχέθηκε ακίνητη περιουσία του αναιρεσίβλητου, ομορρύθμου εταίρου των εταιρειών «Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ – Δ. ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΑΚΗΣ Ο.Ε.» και «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΜΠΑΝΗΣ και ΣΙΑ Ε.Ε.», για χρέη των τελευταίων προς το Ελληνικό Δημόσιο, όσον αφορά τα οικονομικά έτη 1988 έως 2000, συνολικού ύψους 352.634,44 ευρώ. Με την ανακοπή που άσκησε κατά της εν λόγω εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως καθώς και κατά ταμειακών βεβαιώσεων, εκδοθεισών εις βάρος των ως άνω εταιρειών, ο αναιρεσίβλητος υποστήριξε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του ανωτέρω χρέους, αφού ουδέποτε του επιδόθηκε, με οποιαδήποτε ιδιότητά του, οποιαδήποτε πρόσκληση, πράξη, έκθεση ελέγχου, ταμειακή βεβαίωση ή ατομική ειδοποίηση. Όπως αυτός υποστήριξε, έλαβε γνώση των ανωτέρω βάσει της προσβαλλόμενης εκθέσεως κατασχέσεως και έτσι στερήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει τα προβλεπόμενα στο νόμο ένδικα βοηθήματα. Η ως άνω ανακοπή απερρίφθη μεν με την απόφαση 1077/2004 του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που αφορούσε τις ως άνω ταμειακές βεβαιώσεις που είχαν εκδοθεί εις βάρος των ως άνω εταιρειών, έγινε όμως δεκτή κατά το μέρος που η ανακοπή εστρέφετο κατά της ως άνω εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως, εκδοθείσης εις βάρος του αναιρεσιβλήτου. Έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου απερρίφθη με την απόφαση 721/2006 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το δικάσαν δικαστήριο, υιοθετώντας την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι δεν είχε αποδειχθεί, από τα στοιχεία του φακέλου, η περιέλευση στον αναιρεσίβλητο, πριν τη διενέργεια της ένδικης κατασχέσεως, της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποιήσεως, ή οποιαδήποτε πρόσκληση ή έστω γνώση, εκ μέρους του τελευταίου, του ύψους του χρέους και της αιτίας του. Εν όψει δε τούτου, και λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι νομίμως είχε ακυρωθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, απέρριψε δε τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου είναι, εν όψει όσων έγιναν δεκτά στη σκέψη 2, ορθή, αβασίμως δε προβάλλει το αναιρεσείον ότι α) ο αναιρεσίβλητος, δεν νομιμοποιείτο προς άσκηση ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως, αφού, όπως και στην περίπτωση των ταμειακών βεβαιώσεων, δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής έχει μόνον ο οφειλέτης, στο όνομα του οποίου έγινε η βεβαίωση του χρέους, όχι δε και τρίτα πρόσωπα, τα οποία τυχόν ευθύνονται αλληλεγγύως για την καταβολή του χρέους, όπως ο αναιρεσίβητος, β) σε περιπτώσεις, ως εν προκειμένω, που τρίτα πρόσωπα, όπως ο αναιρεσίβλητος, που έχουν την ιδιότητα ομορρύθμου εταίρου ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, ευθύνονται αλληλεγγύως για την κάλυψη οφειλής φόρου ή λοιπών χρεών του αμέσως βαρυνόμενου νομικού προσώπου προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν είναι αναγκαία η έκδοση καταλογιστικής πράξεως και πράξεως βεβαιώσεως του χρέους εις βάρος αυτών των ιδίων, ούτε και η αποστολή σε αυτούς σχετικής ατομικής ειδοποιήσεως, με την οποία κοινοποιείται σε αυτούς το βεβαιωμένο εις βάρος της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας χρέος, χωρίς να στερούνται οι τελευταίοι, ελλείψει αυτής της κοινοποιήσεως, τη δυνατότητα να ασκήσουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δικαιώματά τους για την παροχή έννομης προστασίας και γ) εν όψει του ότι, όπως δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο, ο σκοπός της ατομικής ειδοποιήσεως είναι να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη το χρέος του και η αιτία του, ούτως ώστε να δυνηθεί αυτός να αμυνθεί δικαστικώς με τα διατιθέμενα ένδικα βοηθήματα, δεν προσδιορίζεται, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ποιό προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα, πλην της ανακοπής κατά της εκθέσεως κατασχέσεως, να ηδύνατο να ασκήσει ο αναιρεσίβλητος και του οποίου την άσκηση αυτός απώλεσε δια της μη κοινοποιήσεως στον ίδιο της κρίσιμης ατομικής ειδοποιήσεως πριν την έναρξη της αναγκαστικής κατασχέσεως. 
4. Επειδή, για τους λόγους αυτούς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 2014. 
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος 
  
  
Αθ. Ράντος  Ελ. Γκίκα 
  
  
  
  
  
  
  
  


  
  
  
  
-1- 
Αριθμός 3325/2014 
  
 

./. 
  

E.K 

./. 
  

  

./.