Αριθμός 3435/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Σπ. Παραμυθιώτης, Σύμβουλοι, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτηση :
της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «MAMIDOIL – JETOIL AΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Α.Ε.», που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής (Λ. Κηφισίας 227), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: α) Χαρ. Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855) και β) Κων. Παναγόπουλο (Α.Μ. 3476), που τους διόρισε με πληρεξούσιο και οι οποίοι συμπαρίστανται,
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1181/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Σπ. Παραμυθιώτη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους της αναιρεσείουσας εταιρείας, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (σχετ. τα υπ’ αριθμ. 1150318-23/2005 ΣΕΙΡΑ Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1181/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ’ αριθμ. 463/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 20769/3.7.2003 προσκλήσεως καταβολής χρέους του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελεύθερων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιώς, με την οποία εκλήθη αυτή να καταβάλει συνολικό ποσό 47.652,55 ευρώ, προερχόμενο από δασμούς και φόρους, πολλαπλά τέλη και τέλη εκπροθέσμου καταβολής.
3. Επειδή, στο άρθρο 2 του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, ΦΕΚ Α΄ 90), ορίζεται ότι: «Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία . . . . ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου. . . . 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμο Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται. β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυομένη οφειλή. γ) . . .» και στο άρθρο 4 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. ΄Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιο Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήσει ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. . .». Περαιτέρω στην παρ. 2 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης . . .».
4. Επειδή, περαιτέρω στο άρθρο 29 του ισχύοντος κατά το χρόνο εκδόσεως της καταλογιστικής πράξεως (2.7.2001) Τελωνειακού Κώδικος (ν. 1165/1918, Α΄ 73), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 27 παρ. 2 του ν. 1473/1984 (Α΄ 127), ορίζονται τα εξής: «1. Το δημόσιον διατηρεί αμείωτα τα δικαιώματα αυτού κατά του κυρίου των εμπορευμάτων δια τα μη εισπραχθέντα τέλη ή δικαιώματα, καθώς και δια τα ελλιπώς βεβαιωθέντα ή εισπραχθέντα . . . 2. Τα ελλιπώς βεβαιωθέντα ή εισπραχθέντα βεβαιούνται συμπληρωματικώς δια πράξεως της τελωνειακής αρχής, εισπράττονται δε διοικητικώς υπό του τελωνείου κατά τους νόμους περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Η προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά της πράξης βεβαίωσης, από οποιαδήποτε αιτία, των ποσών που δεν εισπράχθηκαν ή των ποσών που βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν ελλιπώς, καθώς επίσης και η άσκηση της προσφυγής, δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός αν καταβληθεί ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τα εκατό (50%) της οφειλής που βεβαιώθηκε. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και για τις πράξεις βεβαίωσης της τελωνειακής αρχής για εμπορεύματα που παραδόθηκαν με τελωνειακό καθεστώς που επιφέρει αναστολή είσπραξης των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. 3. . . .».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, δεν επιτρέπεται να γίνεται ταυτοχρόνως συμπληρωματικός ή εξ υπαρχής (επί ατελούς εισαγωγής) καταλογισμός δασμών και λοιπών φόρων για την εισαγωγή εμπορευμάτων και ταμειακή βεβαίωση αυτών, διότι με τον τρόπο αυτό δεν παρέχεται στον καθ’ ου η πράξη αυτή η δυνατότητα να καταβάλει ποσοστό 50% της οφειλής που του καταλογίσθηκε, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση σε βάρος του της καταλογιστικής πράξεως (βλ. ΣτΕ 4473/2001). Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται ότι, όπως όλα τα δημόσια έσοδα, έτσι και τα τελωνειακά έσοδα προερχόμενα από δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου, προκειμένου να καταστούν εισπράξιμα, υπόκεινται σε ταμειακή βεβαίωση (εν στενή εννοία βεβαίωση) με την έννοια της βάσει οριστικοποιηθέντος νομίμου τίτλου συντάξεως χρηματικού καταλόγου και καταχωρίσεως αυτού στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων του οικείου Τελωνείου. Ο νόμιμος τίτλος και εν προκειμένω η καταλογιστική πράξη, οριστικοποιείται στην περίπτωση αυτή με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής προσφυγής. Στη συνέχεια, επί εμπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, εάν δεν καταβλήθηκε το ήμισυ της οφειλής ή δεν ζητήθηκε ή πάντως απερρίφθη αίτηση αναστολής εκτελέσεως, δύναται να βεβαιωθεί «ταμειακώς» το σύνολο της οφειλής και, επί της οφειλής, σε περίπτωση άπρακτης παρόδου, διαδοχικώς, των προθεσμιών που τάσσονται στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ προκειμένου περί ληξιπρόθεσμων χρεών και στο άρθρο 6 παρ. 1 του ΚΕΔΕ που αφορά σε προσαυξήσεις λόγω εκπρόθεσμης καταβολής, δύναται να επιβληθούν τα ανωτέρω πρόσθετα βάρη.
5. Επειδή, τέλος εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 97 παρ. 7 εδ. γ΄ του εφαρμοστέου εν προκειμένω, προϊσχύσαντος, Τελωνειακού Κώδικος, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 1473/1984, στο οποίο ορίζεται ότι: «Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την είσπραξη του τριάντα τα εκατό (30%) των προστίμων και πολλαπλών τελών που επιβλήθηκαν από την τελωνειακή αρχή. Το εισπραττόμενο ποσοστό τριάντα τα εκατό (30%) δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό των δασμών και λοιπών φόρων που αναλογούν στο αντικείμενο της τελωνειακής παράβασης . . .», 99 παρ. 14 εδ. α΄ – β΄ και ε΄ του αυτού Κώδικος, στο οποίο ορίζεται ότι: «Μη κοινοποιηθείσης εμπροθέσμως προσφυγής τα οφειλόμενα πολλαπλά ή πρόσθετα τέλη ή πρόστιμα εισπράττονται δυνάμει της πράξεως της Τελωνειακής Αρχής αναγκαστικώς, εάν μη εγένετο εκουσίως η καταβολή αυτών, υπό των δυνάμει της πράξεως υποχρέων. Κοινοποιηθείσης εμπροθέσμως προσφυγής η είσπραξις των οφειλομένων γίνεται μετά την έκδοσιν της αποφάσεως της Επιτροπής συμφώνως προς το διατακτικόν αυτής. . . . Η είσπραξις των πολλαπλών ή προσθέτων τελών ή προστίμων ενεργείται υπό της Τελωνειακής Αρχής, μετά δε την λήξιν του οικον. έτους καθ’ ο κατέστη τελεσίδικος η πράξις αυτής, η είσπραξις ανήκει εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμίαν», καθώς και των διατάξεων του ΚΕΔΕ που προαναφέρθηκαν,
συνάγεται ότι και στην περίπτωση των πολλαπλών τελών η ταμειακή βεβαίωση είναι αναγκαία για την είσπραξη αυτών, λαμβάνει δε χώρα μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής και αφορά στο σύνολο της οφειλής. Επί εμπροθέσμου ασκήσεως προσφυγής και εφόσον δεν ζητήθηκε ή δεν χορηγήθηκε δικαστική αναστολή εκτελέσεως, βεβαιώνεται ταμειακώς ποσοστό 30% της οφειλής (προβεβαιούμενο ποσό πολλαπλών τελών). Μετά δε την άπρακτη παρέλευση διαδοχικώς των προθεσμιών που τάσσονται στα άρθρα 5 και 6 παρ. 1 ΚΕΔΕ επιβάλλονται και στην περίπτωση αυτή προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής. Εάν πάλι τέτοια (δικαστική) αναστολή εκτελέσεως χορηγήθηκε, δε θίγεται μεν η νομιμότητα της διενεργηθείσης ταμειακής βεβαιώσεως του μη αναστελλομένου εκ του νόμου ποσοστού των αμφισβητουμένων πολλαπλών τελών, αδρανοποιείται, όμως αυτή, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η βάσει αυτής διενέργεια πράξεων διοικητικής εκτελέσεως όσο χρόνο ισχύει η δικαστική απόφαση περί αναστολής (πρβλ. ΣτΕ 2040/2007 Ολομ. 1369/2007).
6. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 25/99/2.7.2001 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιώς η αναιρεσείουσα εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπόχρεη ως αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή πολλαπλών τελών συνολικού ύψους 106.526,39 ευρώ, καθώς και δασμών και λοιπών φόρων συνολικού ύψους 17.754,40 ευρώ, που επιβλήθηκαν επιμεριστικώς σε βάρος διαφόρων προσώπων για την τέλεση λαθρεμπορικής παραβάσεως (εικονικών εφοδιασμών σκαφών με καύσιμα δικαιούμενα ατέλειας). Κατά της ανωτέρω πράξεως, η αναιρεσείουσα, άσκησε την από 20.7.2001 προσφυγή και ζήτησε την ακύρωσή της. Δεδομένου, δε, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε πετύχει την αναστολή εισπράξεως των μη αναστελλομένων εκ του νόμου, λόγω ασκήσεως προσφυγής ποσοστών 30% των πολλαπλών τελών και 50% των δασμών και φόρων, η τελωνειακή αρχή με την 20769/3.7.2003 πρόσκλησή της προς την αναιρεσείουσα, ζήτησε να καταβάλει ποσό 17.754,40 ευρώ προερχόμενο από δασμούς και λοιπούς φόρους (δηλ. το σύνολο των επιβληθέντων δασμών και φόρων, εφόσον δεν κατέβαλε το 50% αυτών, ώστε να ανασταλεί η καταβολή του υπολοίπου 50%) επί πλέον δε ποσό 5.858,82 ευρώ από τέλη εκπροθέσμου καταβολής δασμών και φόρων έως 30.6.2003 (δηλ. από την πρώτη εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα από την επίδοση της προαναφερομένης καταλογιστικής πράξεως, οπότε, κατά την άποψη της τελωνειακής αρχής, οι οφειλόμενοι δασμοί και φόροι κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι, μέχρι τη σύνταξη της ως άνω προσκλήσεως (ατομικής ειδοποιήσεως), καθώς και ποσό 17.754,40 ευρώ από πολλαπλά τέλη (δηλ. ισόποσο των επιβληθέντων δασμών, αφού το άμεσα καταβλητέο ποσό δεν μπορεί κατά νόμο να υπερβαίνει το ύψος των δασμών και φόρων) συν 5.858,82 ευρώ από τέλη εκπροθέσμου καταβολής πολλαπλών τελών έως 30.6.2003 συν τέλη χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ ΟΓΑ 426,11 ευρώ, ήτοι σύνολο 47.652,55 ευρώ. Κατά της προσκλήσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απερρίφθη ως αβάσιμη. Με την έφεση που άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η τελωνειακή αρχή όφειλε να προβεί καταρχάς σε ταμειακή βεβαίωση του χρέους και ακολούθως να αποστείλει ατομική ειδοποίηση, η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν αναιτιολόγητη και αόριστη, καθόσον δεν περιείχε τα απαραίτητα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητάς της, τον τρόπο υπολογισμού και τον χρόνο ενάρξεως των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής, και ζήτησε την εξαφάνισή της. Επί του πρώτου λόγου εφέσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι «μετά την άσκηση εμπρόθεσμης προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξεως, βεβαιώνεται στο Τελωνείο ποσοστό 30% και 50% των καταλογιζομένων πολλαπλών τελών και δασμών και λοιπών φόρων, αντιστοίχως, με την εσωτερική διοικητική διαδικασία (που δε γνωστοποιείται στον οφειλέτη) και εισπράττεται από την τελωνειακή αρχή, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ταμειακή βεβαίωση όπως γίνεται με τα βεβαιούμενα στη Δ.Ο.Υ. χρέη».
7. Επειδή, η προαναφερθείσα κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη. Τούτο, δε, διότι σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην τέταρτη σκέψη, για την είσπραξη του ανωτέρω χρέους της αναιρεσείουσας εταιρίας, ήταν απαραίτητη η «εν στενή εννοία» (ταμειακή) βεβαίωση, η οποία θα ελάμβανε χώρα μετά την κατά τα ανωτέρω οριστικοποίηση της εκδοθείσης σε βάρος της καταλογιστικής πράξεως, που αποτελούσε το νόμιμο τίτλο, την σύνταξη εν συνεχεία του οικείου χρηματικού καταλόγου και τέλος, την καταχώρισή του στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων του οικείου Τελωνείου. Εξάλλου, ο νόμιμος τίτλος και εν προκειμένω η καταλογιστική πράξη, θα οριστικοποιείτο στην περίπτωση αυτή, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής προσφυγής, ενώ η «εσωτερική διοικητική διαδικασία ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους» που, πάντως, δεν γνωστοποιείται στον οφειλέτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναπληρώνει, την κατά τα ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση του χρέους, προκειμένου να επακολουθήσει η, κατά τον ΚΕΔΕ διαδικασία εισπράξεώς του ως δημοσίου εσόδου (πρβλ. ΣτΕ 3530/2009). Συνεπώς, πρέπει για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, ως χρήζουσα διευκρινίσεως κατά το πραγματικό αυτής, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν αυτήν δικαστήριο, για νέα νόμιμη κρίση και να παραλειφθεί ως αλυσιτελής, η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που αναφέρεται σε πλημμέλειες της ανωτέρω προσκλήσεως της Τελωνειακής Αρχής.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1181/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά τα εις το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και
Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009
Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος
Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2010.
Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος
Δ. Πετρούλιας Β. Ραφαηλάκη
